Βιβλιοπαρουσιάσεις

Οι Έλληνες Οι Αρειμένιοι Βλάχοι και η κρυμμένη αλήθεια, Αριστέας Στέργιος Αρειμένιος Γραμμόζης Στο Βιβλίο-Λεύκωμα «ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΑΡΕΙΜΕΝΙΟΙ ΒΛΑΧΟΙ ΚΑΙ Η ΚΡΥΜΜΕΝΗ ΑΛΗΘΕΙΑ», α´ τόμος, με αδιάσειστα στοιχεία αποκαλύπτεται η αλήθεια για την ιστορία των Ελλήνων και της ελληνικής φυλής των Αρειμένιων Βλάχων. Μέχρι σήμερα πολλά έχουν γραφεί, πολλά έχουν ειπωθεί, πολλά έχουν υπονοηθεί, δίχως να έχει αποκαλυφθεί ή έστω προσεγγισθεί η αλήθεια για τους Πανάρχαιους Έλληνες Νομάδες Αρειμένιους Βλάχους. Αρκεί να σκεφθεί κανείς ότι ένα πανάρχαιο Ιδίωμα, ένα Ιδίωμα αρχαιότερο ίσως των περισσότερων από τα εκατοντάδες που μιλιούνταν στον Ελλαδικό χώρο εκείνες τις εποχές, έχει χαρακτηριστεί από πολλούς «ειδήμονες» ως λατινογενές. Και ενώ και η Λατινική είναι θυγατέρα της Ελληνικής· και ενώ τα κύρια ρήματα του Ιδιώματος, τα υπαρκτικά, αποπνέουν απόλυτη ελληνικότητα· και ενώ οι ρίζες αλλά και τα «ίχνη» των περισσότερων λέξεων οδηγούν αμέσως ή εμμέσως στην μητέρα των γλωσσών, ένα τεχνηέντως και «σκοτεινό» ζήτημα ανεφάνη, το οποίο θέλει το ελληνικότατο γλωσσικό ιδίωμα των Αρειμένιων να κατάγεται από την θυγατέρα Λατινική.

 

Σε αυτά και σε άλλα πολλά, που αφορούν στην ιστορία της Ελλάδας και των Ελλήνων, στην ιστορία του Ελληνικού Ανθρωπιστικού Πολιτισμού -της Φιλοσοφίας, των Τεχνών, των Επιστημών, της Τεχνολογίας- δίνει απαντήσεις η ανά χείρας έρευνα του Αριστέα Στέργιου Αρειμένιου Γραμμόζη, μία έρευνα που θα σταθεί απέναντι στις κατεστημένες δοξασίες και αγκυλώσεις.

Στηρίξτε αυτήν την προσπάθεια. Προσφέρετε ένα δώρο στον εαυτό σας, τα παιδιά ή τους αγαπημένους σας, ώστε να τους αποκαλυφθεί μία χωρίς σκοπιμότητες αποδεικτική προσέγγιση και άποψη για τους κοινούς προγόνους των Αρειμένιων Βλάχων και των υπόλοιπων Ελλήνων και για την κοινή καταγωγή της κοινής Ελληνικής και του Γλωσσικού Ιδιώματος των Αρειμένιων Βλάχων. Διότι οι Αρειμένοι είναι τόσο Έλληνες όσο και οι αρχαίοι Αθηναίοι, Θεσσαλοί, Ηπειρώτες, Μακεδόνες, Θράκες, Πελοποννήσιοι, Κρήτες, Αιγαίοι και Ιόνιοι.  

Εκδόσεις ΑΙΓΗΙΣ:

Τηλ.: 210 4100286/7, e-mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αριστέας Στέργιος Αρειμένιος Γραμμόζης
e-mail:Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ISBN : 978-618-81187-0-6

 

Από την παρουσίαση του βιβλίου: «ΟΙ ΈΛΛΗΝΕΣ ΑΡΕΙΜΕΝΙΟΙ ΒΛΑΧΟΙ και Η ΚΡΥΜΜΕΝΗ ΑΛΗΘΕΙΑ»
Πειραιάς 7-5-2014, βιβλιοπωλείον «ΑΙΓΗΙΣ»

 

Ντόμνι Βρούτι σι Ντουόμνιε Βρούϊτς (αγαπητές κυρίες και αγαπητοί κύριοι) καλώς ήρθατε στην παρουσίαση του πρώτου βιβλίου «Οι Έλληνες Αρειμένιοι Βλάχοι και η κρυμμένη αλήθεια», του Αρειμένιου Βλάχου Αριστέα Στέργιου Γραμμόζη, ο οποίος οφείλουμε να ομολογήσουμε είναι ξεχωριστός γιατί «παιδεύτηκε», «μορφώθηκε», σύμφωνα με τα αρχαιοελληνικά πρότυπα. Δεν έχει να μας υποδείξει τίτλους σχολών και περγαμηνές, παρά μόνο αδιάκοπο μόχθο και αγώνα μαθητείας δίπλα σε σοφούς και σοφές διδασκάλους του Ελληνισμού. Και πρώτα-πρώτα η μεγαλύτερη και πάνσοφη δασκάλα του υπήρξε η φύση των δύσβατων κορυφογραμμών της Πίνδου, που είχε την τύχη να γεννηθεί και να μεγαλώσει, με τα ιερά νάματα της ντοπιολαλιάς της ιδιαίτερης γλωσσικής έκφρασης της γενιάς του. «Φύσις καί διδαχή παραπλήσιον ἐστι. Καί γάρ ἡ διδαχή μεταρυσμοῖ τόν ἄνθρωπον, μεταρυσμοῦσα φυσιοποιεῖ». (Δημόκριτος). Η διδαχή μεταβάλλει τον ανθρώπινον ρυθμό και μεταρυθμούσα φυσιοποιεί. Η παμμήτειρα φύση φυσιοποιεί προσδίδοντας απλόχερα τον συμπαντικό ρυθμό, στα έλλογα θνητά τέκνα της. Οι αισθητηριακές δονήσεις του περιβάλλοντος χώρου, αλληλένδετα μαζί με τις ψυχοσυναισθηματικές φορτίσεις του εσωτερικού κόσμου, θέτουν «ἐν σειρᾶ ροῆς» τους εγκεφαλικούς ρυθμούς και δομούν την ωριμοποιό εγκεφαλική λειτουργία. Κατ’ επέκταση η φύση, η θήλεια γεννήτρα ενότητα αρχής, στο πρόσωπο της Μάνας γυναικός φυσιοποιεί μεταρυθμούσα δια της διδαχής και του παραδειγματισμού της. Ο μητρικός της λόγος, ο συλλαβικός προσωδιακός λόγος της ντοπιολαλιάς, ο σμιλευμένος απ΄ την κραδασμική ροή των φωνημάτων-συλλαβών ανάμεσα από τις μυλόπετρες των χιλιετηρίδων του χρόνου, συμβάλλει στην άρθρωση, στην σύνταξη και εν τέλει στην ζωτική αφομοίωση της συν-ενόησης. Γι’ αυτό οι ρίζες Μάνες-φωνές, οι λάγαροι ανασασμοί της φύσης και της καρδιάς, με την ιδιαιτερότητα έκφρασης της ντοπιολαλιάς, υπομνήσκουν ζεστασιά, μυρωδιά, απάνεμα κι απρόσμενα γαληνέματα ψυχής. Κάποια δεδομένη στιγμή στην επίγεια διαδρομή του βίου μας, πηγαία κι απρόκλητα αναβλύζουν κι από το δικό μας υποσυνείδητο, αναπάντεχα ξαφνιάσματα και μας διακατέχουν και εμάς, κι εμείς αυθόρμητα με την σειρά μας τα ματαλέμε. Για να προκύψει όμως αυτή η ιερή στιγμή του αφυπνισμού, θα πρέπει να προϋπάρξει ο κραδασμός της υπόμνησης του υποσυνειδήτου, να ριφθεί η λυδία λίθος ψυχής για να ταραχθεί η λήθη… «Οὐδέν έν τῆ νοήσει, ὅ μη πρότερον ἐν τῆ ἀναμνήσει», κατά τον θείον Πλάτωνα. Και το κίνητρο, το έναυσμα για τον Αριστέα ερρίφθη κατά την τρίτη δεκαετία της ζωής του, όντας οικονομικός μετανάστης στην Γερμανία, από τον πεφωτισμένο καθηγητή Πανεπιστημίου Φρίτς και την ομάδα των φοιτητών του, υπομιμνήσκοντάς του τις ξεχωριστές ρίζες της γενέτειράς του στην Ήπειρο χώρα του Αρείου Διός και των Αρειμενίων. Η πολύ καλή γνώση-βίωμα της ντοπιολαλιάς των προγόνων του, των Αρειμενίων Βλάχων Ηπειρωτών, επέγειρε τις μνήμες και δημιούργησε αναπάντητα ερωτηματικά και προέκυψαν τα «κιτσέ» -γιατί για το «Σόϊ’ ανόστε έστι Ρεσπεντίτε», το γένος το δικό μας είναι διασκορπισμένο. Οι πολλαπλές αναφορές στην πρωτοϊστορία του γένους του στην ελληνική μυθολογία, του μετέπειτα συνομιλητή-δασκάλου του Φρίτς (Γερμανού καθηγητή Πανεπιστημίου), και στα φιλοσοφικά καφέ με τους «Σωκρατικούς διαλόγους», (που ευτυχώς για τον Αριστέα λειτουργούσαν από την δεκαετία του 1980 στην Γερμανία), όπως βεβαίως και οι δονήσεις ακούσματα των τοπωνυμίων στην φιλόξενη χώρα και των πανομοιοτύπων λέξεων με την μητρική του διάλεκτο, όπως π.χ. Langerfeld = μακρή+λιβάδι, (Λάγκε, Λούγκε στο ιδίωμα, ,,Gross,, - Γκουρόσ’ου,, στο ιδίωμα, ,,Βoden - Μπάντι,, «Boden = depedon = δάπεδον», ,,stau = στέκομαι,, εκ του ίστημι κ.λ.π.), συνέβαλαν τα μέγιστα στην υπόμνηση μα και στην συλλογιστική του πλέον, σύμφωνα με την ρήση του έτερου Πλατωνικού ρητού «τό μανθάνειν είναι ανάμνησις». Έτσι ο Αριστέας Γραμμόζης υποψιασμένος, ανήσυχος και διερευνητικός, έχοντας υπό μάλης πλήθος βιβλίων (Τσατσόμοιρος, Δωρικός-Χατζηγιαννάκης, Ιωαννίδης, Τριανταφυλλίδης, κ.λ.π.), περιοδικών (Δαυλός, Ιχώρ, κ.λ.π.), όπως και όλους σχεδόν τους υπάρχοντες τίτλους λεξικών (Liddell-Scott, Σουϊδα ή Σούδα, Πανταζίδη, Σταματάκου, Μέγα Ετυμολογικόν κ.λ.π.), βρίσκεται να πηγαινοέρχεται από την δεκαετία του 1980 ανάμεσα σε Γερμανία και Ελλάδα, αναζητώντας εναγωνίως τον πηγαίο ξεδιψασμό της γνώσης, παρακολουθώντας ομιλίες και διαλέξεις, έως ότου «θεία τῆ τύχη» δια μέσου του Ιδεοθεάτρου προσεγγίσει την δασκἀλα «Διοτίμα» του, την εξαίρετη φιλόλογο-ερευνήτρια κ. Καραβά-Γαλάνη Μαρίνα. Κοντά της θα μαθητεύσει πάνω από μια δεκαετία, εισαγάγοντάς τον στα ανυπέρβλητα ετυμολογικά ταξίδια της ελληνικής και των κατά τόπους διαλέκτων της. Πολύ αργότερα δια μέσου του εκλεκτού του φίλου Αρειμενίου Βλάχου Οκταβιανού θα συναντήσει την δυναμική και εμπνευσμένη καθηγήτρια Πανεπιστημίου κ. Μαρία Τζάνη, η οποία θα τον εμψυχώσει και θα του δώσει τα φτερά της αποδοχής, της εγκυρότητας και της αξιοπιστίας του παραγωγικού του έργου. Την εγκυρότητα και την αξιοπιστία ως προς την διερεύνηση του γλωσσικού ιδιώματος της ντοπιολαλιάς των Αρειμενίων Βλάχων, την έχουσα άμεση σύνδεση με την πρωτογένεια της ελληνικής. Το παραγωγικό του έργο καταμετράται σε μια αξιόλογη και αξιοπρόσεκτη τριλογία, όπου σήμερα έχομε την χαρά και την τιμή να παρουσιάζουμε τον πρώτο τόμο, με τον σημαίνοντα τίτλο «Οι Έλληνες Αρειμένιοι Βλάχοι και η κρυμμένη αλήθεια». Κατά το παρελθόν ο Αριστέας Γραμμόζης εξέδωσε μόνος του ένα ανάτυπο πρόπλασμα της ύλης του νεοεκδοθέντος βιβλίου του, σε 3500 αντίτυπα, με θέμα πάντοτε το ετυμολογικό υπόβαθρο του γλωσσικού ιδιώματος των Αρειμενίων Βλάχων, όπως και 6 περιοδικά (από 1000 αντίτυπα έκαστο), τα οποία μοίρασε αφιλοκερδώς. Το παρόν βιβλίο σύμφωνα με τον συγγραφέα, είναι χαρισμένο αφ’ ενός στην σεβάσμια μορφή του παππού του Κω|νου Στέργιου Γραμμόζη, που ακόμα ηχεί στα αυτιά του η προτροπή του: «Να μην ξεχάσεις εκεί που θα πάς ότι είσαι ένας Έλληνας Αρειμένιος», («σ’νού αγκιρσιἔϊστ ακό γιού οὔς νέϊτζ κε ἔϊστ οὖν Έλληϊουν Αρειμέν»), και αφ’ ετέρου στους Κεφαλοβρυσιώτες χωριανούς του και ιδιαιτέρως στους νέους, με την δική του πλέον προτροπή να μην ξεχάσουν την ντοπιολαλιά που ομιλεί το γένος τους, το σόϊ των Αρειμενίων Βλάχων το διασκορπισμένο σε ολόκληρη την Οικουμένη. Το πολύχρονο έργο του Αριστέα Γραμμόζη, το «έργο ζωής του», είναι σίγουρο ότι θα αποτελέσει σημείο αναφοράς για τους ερευνητές ιστορικούς και γλωσσολόγους του μέλλοντος…

Ιωάννα Κόκλα Ποιήτρια-Συγγραφέας

 

Ο συγγραφέας κ. Αριστέας Γραμμόζης προσφέρει σήμερα στο αναγνωστικό κοινό ένα έργο ζωής: την αναζήτηση των απαρχών και ριζών της γλώσσας των προγόνων του, των Αρειμενίων Βλάχων της αρχαιότατης Ελληνικής Ηπείρου. Ο ακούραστος ερευνητής-συγγραφέας απαντά με το βιβλίο του, σε δικά του ερωτήματα ζωής, όπως σημειώνει στο βιβλίο, μέ πρώτο την διερεύνηση του καίριου θέματος του λατινογενούς ή όχι της γλώσσας του, ως η συμβατική εκφρασμένη άποψη ισχυρίζεται. Και βεβαίως η άποψη αυτή ελέγχεται ως μή ορθή και για τις άλλες γλώσσες, ως η ρουμανική ή οι ιβηρικές αρχαίες γλώσσες, οι οποίες βεβαίως ωμιλούντο αιώνες προτού οι Λατίνοι ή οι Ρωμαίοι καταλάβουν τις χώρες τους. Η Ελληνογένεια δε της λατινικής γλώσσας και του λατινικού αλφαβήτου, το οποίο προήλθε, κατά τις μαρτυρίες του Παυσανίου από το αρχαίο αιολικό/αρκαδικό, το οποίο ο Εύανδρος και η μητέρα του προσεκόμισαν στο Λάτιο και μαζί με σειρά άλλων Ελλήνων αποίκων στην Ιταλία (Τυρρηνοί Πελασγοί ή Ετρούσκοι, Οίνωτρες, Πευκέτες, Ιάπυξ, Δαύνος) μετέδωσαν την αρχαιότατη ελληνοπελασγική πρόγονό μας γλώσσα, στις προρωμαϊκές/προλατινικές γλώσσες της Ιταλίας, λύνει το πρόβλημα της καταγωγής της λατινικής από την ελληνική γλώσσα και του Ρωμαϊκού πολιτισμού ως συνέχειας του Ελληνοκού πολιτισμού. Η πρό των Λατίνων δε εξάπλωση του ελληνικού στοιχείου στον κόσμο, για την οποία ο συγγραφεύς αφιερώνει μεγάλο τμήμα στο βιβλίο του με ευρείες και πολύτιμες αναφορές στην Αρχαία Ελληνική Γραμματεία και στη νεώτερη ελληνική και ξένη βιβλιογραφία. Μας απαντά ευθέως στο ερώτημα ότι οι Έλληνες είχαν ήδη, με τις προϊστορικές, (ορθότερα πρωτοϊστορικές) αποικίσεις, ταξείδια και εγκαταστάσεις τους (π.χ. μινωϊκά και μυκηναϊκά Εμπορεία και Πελασγικές εξορμήσεις στον Πλανήτη μας), δημιουργήσει εστίες και θύλακες μετάδοσης του ελληνικού πολιτισμού και της ελληνικής γλώσσας στο σύνολο των περιμεσογειακών και περιαιγαιακών χωρών αλλά και δια των ποταμίων, θαλλασίων και ωκεανίων οδών σε κάθε κατεύθυνση. Και τα γεγονότα αυτά παρουσιάζονται με αποδείξεις στο βιβλίο και με εν πολλοίς άγνωστη βιβλιογραφία, πηγή επίσης πολύτιμων πληροφοριών περί του γεννήτορος Πολιτισμού στον κόσμο, του προγονικού μας Ελληνικού Πολιτισμού, με εργαλείο και αιχμή την ελληνική γλώσσα. Παράλληλα με την ιστορική ιχνηλάτηση και καταγραφή των ιστορικών δεδομένων, ο συγγραφέας επικεντρώνει την έρευνα στις επιστημονικές γλωσσολογικές αποδείξεις της ελληνικότητας της γλώσσας των Βλάχων, στην οποία είναι σκόπιμο να τονισθούν ότι: Πράγματι η περιοχή της Ηπείρου κατά την απώτατη αρχαιότητα ήταν σε γεωγραφική και ιστορική σχέση και επικοινωνία με τις απαρχές της ελληνογενέσεως στην Κεντρική και Βόρεια Ελλάδα, όπου εγεννήθησαν οι προπάτορες των Ελληνικών φύλων, Δώρος και Αίολος και Ξούθος από την γενεά του Έλληνος και του Δευκαλίωνος και ανεπτύχθησαν τα φύλα των Δωριέων και των Αιολέων με αρχαιότερους τους Δωριείς και την ελληνική δωρική διάλεκτο κατά τον Ιάμβλιχο, όπου οι Δωριείς στην Πίνδο ωνομάσθηκαν Μακεδνοί και όπου άνθισαν αιολικής καταγωγής σπουδαίοι αρχαιότατοι ελληνικοί και δωρικοί πολιτισμοί, των Περραιβών Πελασγών, των Μινυών, των Αινιάνων, των Θρακών και ετέθησαν οι βάσεις της ελληνικής σκέψης και πνεύματος ήδη από τον Ορφέα, τις Πιερίδες Μούσες και στη Δωδώνη όπου ελατρεύετο ο Ζεύς ο Πελασγικός. Και αποτελεί εν προκειμένω εξαιρετικής σημασίας ιστορικό δεδομένο ότι ο Ορφεύς, ο απέχων δώδεκα γενεές από τον Όμηρο (κατά τον ιστορικό Χάρακα) έγραψε και φιλοσοφούσε στην δωρική ελληνική διάλεκτο και με το αρχαιότατο δωρικό αλφάβητο. Προκύπτει επομένως ως αδήριτη ανάγκη η μελέτη και πλήρης επιστημονική κατανόηση των διαλέκτων της αρχαίας ελληνικής, με ιστορικώς προεξάρχουσες τις δωρικές και αιολικές/αρκαδικές, αλλά και των πλήρως ελληνογενών ελληνικών γραφών, τόσο των αλφαβητικών όσο και των Γραμμικών Α! (Μινωϊκής), Β! (Μυκηναϊκής) και Γ! (Αρκαδοκυπριακής) που σε συνδυασμό με τις ιστορικές και γενεαλογικές αναφορές στην Αρχαία Ελληνική Γραμματεία είναι και οι τρείς αμιγώς ελληνικές, όπως και η ιερογλυφική της επίσης δωρογενούς Μινωϊκής Κρήτης και όλα τα ελληνογενή μεταγενέστερα αλφάβητα των ελληνογενών Φρυγών (των Βρυγών της αρχαίας Μακεδονίας), των Καρών, των Ετρούσκων. Υπάρχουν και γι’ αυτά τα θέματα στο βιβλίο ικανές αναφορές και για την επίδραση των ελληνικών Γραφών στους μετέπειτα λαούς π.χ. της βορείου Ευρώπης. Τέλος σημαντική είναι η ετυμολόγηση στο βιβλίο, βάσει της ελληνικής, ευρέος γλωσσικού δείγματος της βλαχικής γλώσσας, επειδή ακριβώς είναι δυνατό να εντοπισθούν σ’ αυτό, αρχαιότατα δωρικά και αιολικά χαρακτηριστικά, φωνητικά, προφοράς και αντιστοιχιών μεταξύ των διαλέκτων της ελληνικής και της γνωστότερης απ’αυτές, ήδη από το Σχολείο, της αττικής διαλέκτου. Περιοριζόμαστε σε ολιγάριθμα μόνο, αλλά όπως θα δούμε, χαρακτηριστικά παραδείγματα, τα οποία λύνουν και σημαντικά προβλήματα της Γλωσσολογίας και ως αντικείμενο μιας ιστορικά συμβατής, Ελληνικής Γλωσσολογίας, με βάση και μέσον την γλώσσα του Ελληνικού γεννήτορος Πολιτισμού, ως και αρχαιολογικώς αποδεικνύεται (βλέπε και το τελευταίο βιβλίο του Colin Renfrew: The Emergence of Civilization, με κέντρο την κεντρική και Βόρεια Ελλάδα και τις σχέσεις της με τον Πολιτισμό της Ελληνικής Μητροπόλεως και της πρώτης ελληνικής διασποράς στο κόσμο). - Έτσι, το ερωτηματικό κιτσέ της βλαχικής = γιατί, αποδεικνύει ως έτυμό του το αιολικό κίς, κί αντι τίς, τί και τον τσιτακισμό του οδοντικού τ στην ελληνική πρβλ π.χ. πίτσα αντί πίττα. - Η αντωνυμία νόϊ (=ημείς) παραπέμπει στο ομηρικό νωι<νωFi (=δύο) και στην ονομαστική και αιτιατική σε δυικό αριθμό στην αρχαιότατη ελληνική νώ (=εμείς οι δύο, εμάς τους δυό) και στην κτητική αντωνυμία νωίτερος (=ο ανήκων σε μας τους δύο, ημών των δύο). Η αρχαία ελληνική ρίζα νω – σε διάφορες διαλέκτους της ελληνικής και σε διάφορες μεταπτωτικές βαθμίδες της ελληνικής αυτής ρίζης ετιμολογεί και το βλαχικό νόϊ και τα λατινικά nos noster και το παλαιολαβικό na και το σανσκριτικό/παλαιοϊνδικό nau (νάου), προβάλλοντας την αρχαία ελληνική, στο σύνολο των διαλέκτων της, ως μητέρα γλώσσα και την ιδιαίτερη αιολική ή δωρική ή ιωνική φύση του καθενός παραγώγου και άρα και την σχέση της με συγκεκριμένη διάλεκτο της ελληνικής και το ελληνικό φύλο που τη μιλούσε. Εδώ υπογραμμίζουμε τα αμιγή δωρικά στοιχεία στην αρχαιοτάτη ινδική/σανσκριτική, με αντίστοιχη την εκστρατεία του Διονύσου, απο την Ελληνική Θράκη και με στρατηγούς τους Σατύρους και τους Σειληνούς και τους υιούς της Ιφθίμης, θυγατέρας του Δώρου. - Το ρήμα furu = κλέπτω, με τύπους αορίστου furemu (=κλέψαμε) και furatu (=κλέψατε) αναδεικνύει την αρχαιότατη και αμιγώς ελληνική λέξη φώρ, πρβλ και την σημερινή φράση: επ’αυτοφώρω και ελληνικά υγρόληκτα ρήματα σε φώρω, έφωρα, αιολικό έφορρα, προφορά του αττικού ω ως διαλεκτικού ου στις αρχαίες ελληνικές διαλέκτους και βεβαίως και τους αναύξητους τύπους του αορίστου στην αρχαία ελληνική και τις διαλέκτους της (π.χ. αναύξητος αόριστος στην αρχαία ιωνική-ομηρική και στην μυκηναϊκή των πινακίδων της Γραμμικής Β!). - Η λέξη της βλαχικής spoun = λέω, αποκαλύπτω, διηγούμαι, παραπέμπει στο αρχαιότατο ελληνικό σέπω>Fέπω, πρβλ. Έπος και το ομηρικό εννέπω (με δύο ν) που νοεί ρήμα σύνθετο εν-σέπω (με δωρική αφομοίωση ν/σ) και β΄ συνθετικό με σ, και ελληνική ρίζα σεπ-/σοπ-/σπο-, εξ ής και το βλαχικό παράγωγο, αλλά και το αγγλικό spy σε ιστορική συνέχεια αλλά και το ρουμανικό spun, πρβλ και γερμ. spion, τα οποία ο συγγραφεύς περιλαμβάνει στο βιβλίο του. - H λέξη της βλαχικής apa = νερό, σε σχέση πρός το λατινικό aqua<ακ-Fα ευρίσκει την ετυμολογική του στο θρακικό –απα, -αβα των υδρολεκτικών τοπωνυμίων με χειλικά π/β, σε σχέση με το αιολικό ακα και τα επίσης διαλεκτικά ελληνικά αχ- αγ- και ακ- π.χ. ακα = νερό, Αχαιοί, Αίγιον, Αιγαίον, αιγές = κύματα, Αίγ/υπτος=η υπο τας αίγας (υπο τα κύματα), ή το Αιγαίον, που δεικνύουν τη διαφοροποίηση των διαλέκτων της ελληνικής στην ετυμολογία του λατινικού και του ρουμανικού αντιστοίχου, οπότε δεν είναι η ρουμανική λατινογενής, ελλείποντος του απ- στην λατινική ενώ η υδρολεκτική ρίζα απαντά στην ελληνική και ως απ-, -ιπ, -υπ πρβλ. Εύριπος, Ύπανις ποταμός και ως αγ-/αχ-/ακ-/: π.χ Αιγαίον ανωτέρω και διαχωρίζοντας την λατινική και την ρουμανική ως προερχόμενες από διαφορετικές διαλέκτους της ελληνικής αναδεικνυοθυμένης της ρουμανικής ως ανηκούσης στις διαλέκτους της βλαχικής και δακικής ελληνοπελασηικής διαλέκτου της ελληνικής. Το θρακικό π και το μακεδονικό β των τοπωνυμιών ενοποιούν τον χώρο των ελληνικών διαλέκτων. - Η λέξη της βλαχικής νιήκου = το βρέφος εκ του: νηπίον δηλοί εναλλαγή βλαχικού κ πρός αττικό και θρακικό π, όπως αντιστοίχως συμβαίνει με το αιολικό κ στη θέση του αττικού/θρακικού π κατ’ αντιστοιχία του αιολικού κως αντί του αττικού πως. Έτσι αναδεικνύεται το αιολικό χαρακτηριστικό στην λατινική και το θρακικό/μακεδονικό διαλεκτικότης ελληνικής στη ρουμανική γλώσσα, η οποία κατ’ ακολουθία αποδεικνύεται διαφορετικής προέλευσης διάλεκτος της αρχαίας ελληνικής απ’ ότι η λατινική, και καταρρίπτονται και εδώ, τα περί λατινογένειας των γλωσσών. Ήδη αποκωδικοποιείται η ήδη εφαρμοσθείσα μέθοδος ετυμολόγησης των λοιπών γλωσσών βάση των χαρακτηριστικών της ελληνικής και των διαλέκτων της, οι οποίες διακρίνουν τις άμεσες επιδράσεις δωρικών, αιολικών ή ιωνικών-αττικών χαρακτηριστικών στις εγγύτερες ή πλέον απομακρυσμένες γλώσσες του πλανήτη, συνθέτοντας τα χαρακτηριστικά της ελληνικής ως προγόνου ή γεννήτορος γλώσσης και πολιτισμού στον κόσμο. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι λεγόμενες αρχαιοπινείς (ή αρχαιότυπες) διάλεκτοι της ελληνικής: τσακωνική, ποντιακή, σαρακατσανεϊκή, καππαδοκική, στις οποίες έχουν προστεθεί με σύγχρονες μελέτες και η διάλεκτος των ελληνοφώνων της Ιταλίας ( η Grico) και η καλασική (των Καλάς του Αφγανιστάν και του Πακιστάν) και η αραουκανική (των Σπαρτιατών της Χιλής) . Σ’ αυτές προτείνεται να ενταχθή και η βλαχική, η οποία αξίζει περαιτέρω να αναλυθή και επιστημονικώς να ετυμολογηθή, σε ένα ετυμολογικό Λεξικό με βάση τα καταγεγραμμένα χαρακτηριστικά των αρχαίων ελληνικών διαλέκτων, ως αμιγώς αρχαιοπινής διάλεκτος της ομιλουμένης ελληνικής. Στον σκαπανέα ερευνητή κ. Αριστέα Γραμμόζη οφείλουμε χάριτας για την εθνικής σημασίας συνεισφορά του και του ευχόμεθα να μας προσφέρη και στο μέλλον τόσο σημαντικές εργασίες, ως η σήμερα πρωτοπαρουσιαζόμενη έκδοση της Αιγηΐδος.

 

Δρ. Κωνσταντίνος Χατζηγιαννάκης
Διδάκτωρ Ε.Μ.Π

8