Βιβλιοπαρουσιάσεις

«Μιλώντας για τον Βλαχόφωνο Ελληνισμό» Αναστάσιος ΤσικώτηςΚυρίες και κύριοι, έχει πολλές φορές μέχρι τώρα τονιστεί ότι με το τέλος του 20ού αιώνα λήγει ουσιαστικά ο ιστορικός ρόλος των Bλάχων ως ενός διακριτού τμήματος του ελληνισμού, του οποίου αποτελούν εκλεκτό τμήμα. Άφησαν στο πέρασμά τους έντονα τα σημάδια της παρουσίας τους σ' όλους τους τομείς της εθνικής και οικονομικής ζωής τού τόπου στον οποίο βρέθηκαν, στην πατρίδα ή στην ξενιτιά, κάτω από ευνοϊκές ή και αντίξοες συνθήκες.
Για τη ζωή και τις δραστηριότητες των Bλάχων, τα ήθη και τα έθιμά τους, τα τραγούδια και τους θρύλους τους, τις αγωνίες και τους αγώνες τους έχουν γραφεί πολλές χιλιάδες σελίδες, σε βαθμό που να μπορεί να ισχυριστεί κανείς ότι έχουν γραφεί σχεδόν τα πάντα γι' αυτούς.
Όποιος λοιπόν επιχειρεί να ξανακαταπιαστεί με το θέμα πρέπει πράγματι να έχει κάτι καινούργιο να πει ή να δει τα πράγματα από μια άλλη, νέα σκοπιά. Αλλιώς θα ξεπέσει σε κοινοτοπίες και χιλιοειπωμένα πράγματα.
Τα βιβλία που γράφτηκαν για τους Βλάχους συχνά διακρίνονται για μιαν ελιτίστικη αυταρέσκεια να παρουσιάζουν τον συγκεκριμένο πληθυσμό με τον οποίο κάθε φορά καταπιάνονται σαν να ζει αποκομμένος από τις ευρύτερες περιοχές όπου δραστηριοποιείται.

 

Δεν τον εντάσσουν χωρικά και χρονικά στο γενικό, με αποτέλεσμα να μη βοηθιέται ο αναγνώστης να ερμηνεύσει τα γεγονότα και τις πράξεις των ανθρώπων ενταγμένα μέσα στο συνολικό κάδρο, αλλά να του αφήνουν την εντύπωση ότι οι άνθρωποι αυτοί είναι εντελώς ξεχωριστοί, ειδικών προδιαγραφών, και έρχονται από έναν κόσμο του παραμυθιού και του μύθου χωρίς να ακουμπούν καθόλου στη γη.
Ένα δεύτερο στοιχείο που χαρακτηρίζει τα ιστορικού ενδιαφέροντος βιβλία ―και, για να είμαστε δίκαιοι, όχι μόνο όσα αφορούν τους Βλάχους, είναι ότι παρουσιάζουν ωραιοποιημένες υπερβολές για το ιστορικό (μας) παρελθόν, το οποίο υποχρεωτικά πρέπει να είναι μόνο ένδοξο και τροπαιοφόρο. Πρέπει οι ποικιλώνυμοι εχθροί του έθνους, όσο πολυπληθείς και οργανωμένοι κι αν είναι, να υποχωρούν πάντα μπροστά στην εξυπνάδα και την παλικαριά λιγοστών μόνο αγωνιστών που τα βάζουν με τους πάντες παραβιάζοντας ακόμα και την κοινή λογική.

Συναφής προς αυτά είναι και η μονομερής αναφορά στους «επώνυμους θνητούς» και η παντελής σχεδόν απουσία πληροφοριών για τις συνθήκες διαβίωσης των ανθρώπων του λαού, γεγονός που δίνει μιαν ατελή ή στρεβλή αποτύπωση της ιστορικής αλήθειας. Οι πληροφορίες για τους «επώνυμους» είναι χωρίς αμφιβολία πολύ αξιόλογες, αποτελούν όμως τη μια μόνο όψη της εικόνας της κοινωνίας. Η κοινωνική ζωή ενός τόπου επηρεάζεται εξίσου δραστικά κι από τον «ανώνυμο» λαό. Είναι οι άνθρωποι που με τον καθημερινό τους μόχθο δημιούργησαν τα έργα της ειρηνικής περιόδου και προκάλεσαν τις μεγάλες κοινωνικές ανατροπές που άλλαξαν τον ρου της ιστορίας της ανθρωπότητας.

Για όλους αυτούς τους λόγους ένιωσα αμηχανία, την οποία ομολογώ και αυτή τη στιγμή, όταν ο κ. Τάσος Τσικώτης, τον οποίο τιμούσα ως τότε απεριόριστα ως άνθρωπο και γιατρό, μου ζήτησε να διαβάσω τα δακτυλογραφημένο κείμενο της εργασίας του και μου έκανε την εξαιρετική τιμή να μου ζητήσει να την προλογίσω. Σκέφτηκα τότε: Η βιβλιογραφία σχετικά με τους Βλάχους είναι τεράστια, έχουν γραφεί σχεδόν τα πάντα γι' αυτούς: για την καταγωγή, τη γλώσσα, τα ήθη και έθιμά τους, την προσφορά τους στα κοινωνικά και εθνικά δρώμενα της πατρίδας μας. Και για το Νυμφαίο, τη Νέβεσκα, έχουν γραφεί επίσης πολλά. Άρα: τι έμεινε ακόμα να γραφεί;

Δε χρειάστηκε να διαβάσω πολλές από τις σελίδες του ατύπωτου βιβλίου που μου εμπιστεύτηκε ο κ. Τσικώτης, για να αλλάξω γνώμη, καθώς άρχισε να ξεδιπλώνεται μπροστά μου μια γραφή που με συνάρπασε. Διάβαζα ένα κείμενο που συνδύαζε αρμονικά αναμνήσεις και συναισθήματα της παιδικής ηλικίας με μια διεισδυτική κριτική ματιά στα γεγονότα και τα κίνητρα των ανθρώπων που έπαιξαν πρωταγωνιστικό ρόλο στην εξιστορούμενη περίοδο. Αυτή ήταν η πρώτη ευχάριστη έκπληξη, για να ακολουθήσουν στη συνέχεια σελίδες που κρατούν αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη.

Ο συγγραφέας από την αρχή του έργου ξεκαθαρίζει τη θέση από την οποία θα δει τα πράγματα: δηλώνει "μη ειδικός" στο θέμα που πραγματεύεται· τις ρίζες του ψάχνει ως άλλος Οιδίποδας προσπαθώντας να δώσει τη δική του απάντηση στο αιώνιο αγωνιώδες ερώτημα του ανθρώπου: «Τις μ' έφυ βροτών;».«Η αναζήτηση των ριζών των βλαχόφωνων προγόνων μου ξεκίνησε μέσα μου σαν μια υπαρξιακή ανάγκη στις τελευταίες τάξεις του γυμνασίου...», είναι οι πρώτες φράσεις του προλόγου. Δε βλέπει το χωριό του αποκομμένο από την ευρύτερη περιοχή αλλά εντάσσει το τοπικό στο ευρύτερο και το μερικό στο γενικό, βοηθώντας έτσι τον αναγνώστη του να ερμηνεύσει καλύτερα τα γεγονότα και τις πράξεις των ανθρώπων και αποφεύγοντας την υπεροπτική αυταρέσκεια άλλων συγγραφέων, οι οποίοι παρουσίασαν το Νυμφαίο περίπου ως την όαση στην έρημο και τους ανθρώπους του εντελώς ξεχωριστούς από όλους τους άλλους ―σαν να είχαν κατεβεί από άλλον πλανήτη. «Έπρεπε να περάσουν αρκετά χρόνια, για να ξεκαθαρίσω μέσα μου πως οι ελληνικής συνείδησης ακριτικοί πληθυσμοί που κατοικούσαν στα εδάφη της Μακεδονίας, της Θράκης και στις εσχατιές της Μικρασίας και αγωνίζονταν για την επιβίωση του ελληνισμού, δεν ήταν μόνο ελληνόφωνοι αλλά και αλλόγλωσσοι ―σλαβόφωνοι, αρβανιτόφωνοι, βλαχόφωνοι και τουρκόφωνοι», δηλώνει ανακουφισμένος.

Προσεγγίζει τα γεγονότα που αφορούν τη Νέβεσκα «παραμένοντας καθ' όλη τη διάρκεια της έρευνας ενταγμένος μέσα στον ευρύτερο εθνικό και κοινωνικό ιστορικό ιστό που έχουν υφάνει από αιώνες με τους κοινούς αγώνες και τα ειρηνικά έργα τους όλες οι ελληνόφωνες και οι αλλόγλωσσες ―αρβανιτόφωνες, σλαβόφωνες και βλαχόφωνες― κοινότητες της περιοχής μας, που ποτέ τους δεν έπαψαν να αποτελούν επίλεκτα κομμάτια του ελληνισμού της Μακεδονίας». Δεν θεωρεί, άλλωστε, πως οι Νεβεσκιώτες «προέρχονται από οικογένειες... ειδικών γονιδιακών προδιαγραφών και ανήκουν σε μια κοινωνική ομάδα διαφορετική από αυτή των κοινών θνητών». Μια τέτοια αντίληψη τη χρεώνει «στην έλλειψη αγωγής και πνευματικής καλλιέργειας, μερικές δε φορές στον στρεβλό χαρακτήρα που μερικοί άνθρωποι έχουν από τη φύση τους».

Αυτή η ειλικρινής και ανιδιοτελής στάση του συγγραφέα απέναντι στα πρόσωπα και τα γεγονότα κάνει από την αρχή τον αναγνώστη να τον εμπιστευτεί σε ό,τι λέει, σχολιάζει ή κρίνει ―ακόμα κι αν δε συμμερίζεται απολύτως τις θέσεις του, οι οποίες όμως πάντοτε συνδυάζονται με μιαν εντυπωσιακή διεισδυτικότητα στις αναλύσεις, που διαπερνά το εξωτερικό ωραιοποιημένο κέλυφος των γεγονότων.

 

Παρότι είναι γνωστό και έχει πολλαπλώς τονιστεί ότι κάθε βιβλίο έχει τη δική ανάγνωση ανάλογα με τον αναγνώστη, το χώρο και το χρόνο ανάγνωσης, την περιρρέουσα ατμόσφαιρα και άλλους παράγοντες, θα αποτολμήσω να θίξω τρία από τα πιο αξιόλογα κατά τη δική μου ανάγνωση σημεία του θέλοντας πιο πολύ να ερεθίσω την περιέργειά σας για την μελέτη του βιβλίου.

Το πρώτο: Βρήκα πολύ ενδιαφέροντα τον γυμνό ρεαλισμό του συγγραφέα στην αντιμετώπιση και ερμηνεία των ιστορικών γεγονότων, ο οποίος τόσο λείπει από τις συχνά όμορφες αλλά μη πραγματικές ιστορικές αφηγήσεις, οι οποίες απλώς καλλιεργούν ψευδαισθήσεις. Παραθέτω: «Τα κοντινά Βιτώλια ήταν γεμάτα από τούρκικο στρατό, ο οποίος θα μπορούσε να εισβάλει στο χωριό οποιαδήποτε στιγμή το αποφάσιζε, αν είχαν οι Τούρκοι οικονομικά ή στρατιωτικά συμφέροντα στον τόπο μας. Οι Οθωμανοί όμως, όπως σημειώνει ο Arnold Toynbee για παρόμοιες περιπτώσεις, σκεπτόμενοι πονηρά, προτιμούσαν να μη σπαταλούν δυνάμεις για την κατάκτηση των φτωχών ορεινών κοινοτήτων των ραγιάδων, όταν δεν περίμεναν να εισπράττουν από αυτές αξιόλογα φορολογικά έσοδα. Δε θα πρέπει, επομένως, σε στιγμές πατριωτικής έξαρσης να καλλιεργούμε την ψευδαίσθηση ότι οι Τούρκοι δεν πάτησαν το πόδι τους στο χωριό μας, επειδή φοβόταν τα παλικάρια της Νέβεσκας...».

Ο ίδιος ρεαλισμός απαντάται και σε σημεία που ο συγγραφέας γνωρίζει ότι δεν θα γίνει αρεστός, όταν για παράδειγμα χρειάζεται να μιλήσει για τους «ιθύνοντες» του χωριού του, «πλούσια και πολυταξιδεμένα άτομα με ανοιχτούς ορίζοντες, [που] ποτέ τους δε θέλησαν να ασχοληθούν σοβαρά με την αναζήτηση λύσεων στο καυτό πρόβλημα της υποαπασχόλησης των μονίμων κατοίκων του χωριού» και δε θέλησαν να κάνουν τη Νέβεσκα Αμπελάκια της Μακεδονίας, γιατί όπως έλεγε η γιαγιά του «οι περισσότεροι πλούσιοι ήθελαν να έχουν τους φτωχούς μόνιμους υπηρέτες τους».

Και όσον αφορά το παρόν και το μέλλον του Νυμφαίου ο συγγραφέας είναι επίσης ρεαλιστής και γήινος και δεν πάσχει από την αρρώστια πολλών Νεοελλήνων «που τους κρατάει δέσμιους το ένδοξο παρελθόν τους και δεν τους αφήνει να ατενίσουν το μέλλον με ψυχραιμία». Δε φοβάται την ήπια τουριστική ανάπτυξη, η οποία είναι η μόνη ορατή για την ώρα διέξοδος για την επιβίωση της ορεινής κοινότητας και δεν διακατέχεται από αόριστους και εγωιστικούς φόβους απέναντι στους «άλλους», που ερχόμενοι ως τουρίστες στο Νυμφαίο θα κάνουν τους κατοίκους του «χουσμεκιάρηδες στον τουρισμό» και θα μαγαρίσουν ακόμα και τους τάφους των προγόνων του. Για να παραδεχθεί στη συνέχεια ότι «ο γνήσιος παραδοσιακός ιστός της νεβεσκιώτικης κοινωνίας έχει χαθεί ανεπιστρεπτί, γιατί οι ανάγκες επιβίωσης των λιγοστών μόνιμων κατοίκων του χωριού έπρεπε να ακολουθήσουν ένα μοντέλο σύγχρονης τουριστικής ανάπτυξης». Για τη σημερινή κατάσταση του χωριού δεν διστάζει να αναλάβει τις ευθύνες της γενιάς του και να κάνει μια γενναία αυτοκριτική: «δεν καταστήσαμε τα παιδιά μας συμμέτοχους του πολιτιστικού μας οράματος» και «δεν ασχοληθήκαμε συλλογικά και συστηματικά με την πολιτιστική μας κληρονομιά».

Η ευπρέπεια και η γνωστή σε όλους ευγένειά του δεν τον αποτρέπουν από το να μιλήσει για τη δημόσια συμπεριφορά κάθε συγχωριανού του, εφόσον επηρέασε ή επηρεάζει την καθημερινή ζωή του χωριού ή διαταράσσει την κοινωνική του ειρήνη. Για να γίνει, όπου χρειάζεται, καυστικός και να στιγματίσει κοινωνικές συμπεριφορές ―λιγοστών έστω― πλούσιων συγχωριανών του, που με τη στάση τους καλλιέργησαν «ένα είδος κοινωνικού ρατσισμού, που έχει αφήσει μέχρι τις μέρες μας το κοινωνικό κατάλοιπο της περίφημης "κοινωνικής αράντας"», ενός ιδεολογήματος που μερικοί επιμένουν να το κρατούν ακόμα ζωντανό.

Το δεύτερο σημείο που θα ήθελα να τονίσω: Ο κ. Τσικώτης καταπιάνεται με το εγχείρημα «να γνωρίσει ακόμα καλύτερα τις ρίζες του αφτιασίδωτου λαϊκού πολιτισμού της Νέβεσκας...», που συνήθως βρίσκεται κρυμμένος μέσα στις ελάχιστες προσιτές πηγές των πληροφοριών, αφού στα περισσότερα κείμενα που είχε στα χέρια του «αφθονούσαν οι έπαινοι για τα "τζάκια" και οι υπερβολές». Ο ίδιος δηλώνει ότι στοχεύει να περάσει «το εξωτερικό ωραιοποιημένο κέλυφος της παλιάς νεβεσκιώτικης κοινωνίας, μιας ολοζώντανης και δημιουργικής κοινωνίας μεγάλων οικονομικών και κοινωνικών ανισοτήτων μέσα στην οποία συμπορεύθηκαν για χρόνια η φτώχια με τα αμύθητα πλούτη και η παράδοση με τις ξενόφερτες κοινωνικές αξίες της κοσμοπολίτικης ζωής του δεύτερου μισού του 19ου αιώνα από την Πόλη και τα αστικά κέντρα της Αιγύπτου».

Θα συμφωνήσετε μαζί μου ότι ξαφνιάζουν ευχάριστα τέτοιες θέσεις και κερδίζουν τον απαιτητικό αναγνώστη, ο οποίος έχει κουραστεί να διαβάζει ωραιοποιημένες υπερβολές για το ιστορικό μας παρελθόν. Η μονομερής αναφορά «στους "επώνυμους θνητούς" των ανθρώπινων κοινωνιών, που σε αρκετές περιπτώσεις γινόταν και εξακολουθεί να γίνεται με το... αζημίωτο, και η εντυπωσιακή απουσία πληροφοριών για τις συνθήκες διαβίωσης των ανθρώπων του λαού σε αρκετές περιπτώσεις ευθύνονται, μαζί με την έλλειψη κριτικής προσέγγισης των ιστορικών γεγονότων, για την ατελή ή στρεβλή αποτύπωση της ιστορικής αλήθειας». Κάτι τέτοιο έχει συμβεί ―ίσως ασυναίσθητα σπεύδει να κατανοήσει ο συγγραφέας― και με μερικούς συμπατριώτες του «οι οποίοι ασχολήθηκαν περισσότερο με την προβολή των πλούσιων οικογενειών του χωριού και λιγότερο ή καθόλου με τις δραστηριότητες και τις συνθήκες διαβίωσης της πλειοψηφίας των μελών της νεβεσκιώτικης κοινωνίας, δηλαδή με τους ανθρώπους της μεσαίας τάξης και της φτωχολογιάς».

Για να συνεχίσει πιο κάτω: «Οι πληροφορίες που μας έδωσαν μέχρι σήμερα οι ιστορικοί της Νέβεσκας για τους άρχοντες, τις αρχόντισσες και τα αρχοντικά τους, αν και αναμφίβολα είναι πολύ αξιόλογες, αποτελούν τη μια μόνο όψη της εικόνας της παλιάς νεβεσκιώτικης κοινωνίας και για το λόγο αυτό από κοινωνιολογική άποψη είναι, κατά τη γνώμη μου, μονομερείς, γιατί [...] η κοινωνική ζωή ενός τόπου, όσο και αν επηρεάζεται από τους "δυνατούς", ποτέ δεν μένει περιχαρακωμένη στις αυλές των παλατιών τους. Τους χτύπους της καρδιάς των ανθρώπινων κοινωνιών τους ρυθμίζει πάντα ο ανώνυμος λαός, οι αγρότες, οι εργάτες, οι κτηνοτρόφοι, οι τεχνίτες, τα πλήθη που ζουν στα φτωχόσπιτα [...]. Οι άνθρωποι αυτοί δημιούργησαν με τον καθημερινό μόχθο τους τα έργα της ειρηνικής περιόδου και προκάλεσαν τις μεγάλες κοινωνικές ανατροπές που άλλαξαν στον ρου της ιστορίας της ανθρωπότητας. Οι ίδιοι, επίσης, συνήθως αγνοημένοι από την ιστορία συνάνθρωποί μας, είναι αυτοί που θυσιάζονταν πρώτοι στους εθνικούς μας αγώνες κάθε φορά που το απαιτούσαν οι περιστάσεις».

Με τον κίνδυνο να σας έχω κουράσει, θα κλείσω αναφέροντας ένα τρίτο χαρακτηριστικό της γραφής του Τάσου Τσικώτη: τη γενναιοδωρία του. Ο συγγραφέας δεν είναι άδικος και μονομερής, αλλά γενναιόδωρος και ανιδιοτελής στην απόδοση θαυμασμού και ευσήμων προς όσους πρόσφεραν στο στήσιμο του ―βραχύβιου έστω― "θαύματος" της Νέβεσκας είτε με τα χρήματα είτε με την εθνική τους δράση. Εκφράζει την ανυπόκριτη ευγνωμοσύνη του σε όσους νεότερους βοήθησαν στην ανάκαμψη του χωριού, που από Νέβεσκα έγινε πλέον Νυμφαίο, ένας τόπος που επιτρέπει «σε μερικές οικογένειες μόνιμων κατοίκων [...] να κερδίζουν ένα ικανοποιητικό εισόδημα από τον τουρισμό του Σαββατοκύριακου». Σ' αυτούς τους λιγοστούς μόνιμους κατοίκους που έμειναν προσκολλημένοι στον τόπο τους οφείλεται η ύπαρξη του σημερινού χωριού. «Κανένας μας μέχρι σήμερα, λέει, δεν έχει κατανοήσει το μέγεθος της προσφοράς τους και για το λόγο αυτό δεν στήσαμε μέχρι σήμερα το μνημείο τους...».

Κυρίες και κύριοι,

το βιβλίο «Μιλώντας για τον Βλαχόφωνο Ελληνισμό», που μας χάρισε από καρδιάς ο κ. Τάσος Τσικώτης, είναι απόλυτα ισορροπημένο: κινείται ανάμεσα στο θαυμασμό και την αγάπη για τους προγόνους, την αναγνώριση της προσφοράς παλιών και νεότερων και την αυστηρή στάση απέναντι σε ό,τι και σε όποιον αμαυρώνει αυτή την εικόνα. Τον ευχαριστούμε ιδιαίτερα γι’ αυτή του την προσφορά. 

 

 

Κώστας Δ. Ντίνας

Καθηγητής Γλωσσολογίας - Ελληνικής Γλώσσας και Διδακτικής της
στο Παιδαγωγικό Τμήμα Νηπιαγωγών του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας

Ομιλία στην εκδήλωση-παρουσίαση του βιβλίου του Αναστασίου Τσικώτη Μιλώντας για τον Βλαχόφωνο Ελληνισμό,
Aμφιθέατρο Κεντρικής Βιβλιοθήκης του Δήμου Θεσσαλονίκης 10/11/2011

πηγή: http://kdinas.blogspot.gr

 

Μιλώντας για τον Βλαχόφωνο Ελληνισμό

ISBN - 978-960-464-251-9
Εκδοτικός Οίκος - ΜΙΛΗΤΟΣ
Σελίδες - 544
Ημερομηνία έκδοσης - 2011
Συγγραφέας - Τσικώτης Αναστάσιος
Σχήμα - 17 x 24
Ιανός, Πολιτεία

 

8