Βιβλιοπαρουσιάσεις

Κούντου λούνα βίνι της Γλυκερίας ΓκρέκουΠώς νιώθω ακόμα τα χέρια των Βλάχων να ανοίγουν σαν τεράστιες φτερούγες και να μ’ αγκαλιάζουν με δύναμη! «Βίνι φιτσόρλου, ήρθε το αγόρι!» Με σήκωναν ψηλά και μετά με πετούσαν στον αέρα και με ξανάπιαναν. Και δώστου απ’ την αρχή! Ο φόβος μην πέσω και σκάσω στο χώμα μού γαργαλούσε τα σωθικά μου, μα τι περίεργος φόβος ήταν εκείνος που μου έδινε συγχρόνως και ευχαρίστηση!

Και οι γυναικείες αγκαλιές, αγκαλιές μάνας, τρυφερές, πάνω στις μάλλινες ποδιές τους, άφηναν τη σκάφη με τα ρούχα, σκούπιζαν τα χέρια τους και με χαμόγελο με τραβούσαν πάνω τους. Το προσωπάκι μου έφτανε ίσα με τη μέση τους, η ποδιά κεντούσε το πρόσωπό μου, νοτιζόταν κι από την υγρασία του υφάσματος, κάποια έβγαζε μια καραμέλα λουκουμάκι και με κέρναγε. 
Και ύστερα έρχονταν δειλά δειλά τα συνομήλικα, ίσως και λίγο μεγαλύτερα βλαχόπουλα. «Γεια, θα ’ρθεις;» Μόνο αυτό έλεγαν. Δε μιλούσαν πολύ, μα το έβλεπα στα μάτια τους πόσο με ήθελαν στην παρέα τους. Εγώ άλλο που δεν ήθελα! Παρατούσα τη φέτα με το βούτυρο και το μέλι κι ορμούσα στο σοκάκι.

(απόσπασμα απο το βιβλίο)

Ό,τι και να γίνει
ό, τι και να λάχει
κούντου λούνα βίνι
τραγουδάν οι βλάχοι.
Φίλοι στην ειρήνη
σύντροφοι στη μάχη
κούντου λούνα βίνι
τραγουδάν οι βλάχοι.
(Νίκος Γκάτσος και Μάνος Χατζιδάκις)

Η Γλυκερία Γκρέκου γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Λιβάδι Ολύμπου. Σπούδασε παιδαγωγικά, ειδική αγωγή και δημιουργική γραφή. Μετά από έξι παιδικά βιβλία, ένα εφηβικό «Η μοναξιά των συνόρων» και τρεις συμμετοχές σε παιδικά βιβλία εξέδωσε παραμονές Πρωτοχρονιάς το πρώτο μυθιστόρημα για ενήλικες, από τις εκδόσεις Βιβλιο Διάπλους.

Το «Κούντου λούνα βίνι», είναι ένα ταξίδι πίσω στο χρόνο και τον τόπο, το Λιβάδι Ολύμπου όπου είναι ο τόπος καταγωγής της. Δεν ξέρω αν ήταν ένα «χρέος» της απέναντι στην ιστορία των Βλάχων ή του τόπου της μα διαβάζοντάς το, είδα ένα καλοδουλεμένο βιβλίο, ευχάριστο και διδακτικό συνάμα για εκείνους που δεν γνωρίζουν και έχουν «κολλήσει» τη ταμπέλα «Βλάχος» σε κάθε μη Αθηναίο, για κάθε χωριάτη. Δεν υπάρχουν αρκετά μυθιστορήματα που μιλούν για τους Βλάχους στις προθήκες των βιβλιοπωλείων, εκτός φυσικά από τα δοκίμια, κι έτσι το πλατύ αναγνωστικό κοινό δεν γνωρίζει τη κουλτούρα τους και τη ρίζα τους. Η αλήθεια είναι ότι ξαφνιάστηκα που μεταπήδησε έστω και για μια φορά από το παιδικό βιβλίο στο ενηλίκων μα της εύχομαι να το προσπαθήσει ξανά. Γράφει εξίσου καλά και στα δυο είδη.

Η ιστορία, οι εικόνες, οι παιδικές της αναμνήσεις γράφτηκαν βουτηγμένες από αγάπη. Πιστεύω ότι η ευαισθησία της αποτυπώθηκε σε όλη της την έκταση στις 386 σελίδες αυτού του βιβλίου. Η πρώτη θετική εντύπωση είναι το εξώφυλλο του βιβλίου. Ένας πίνακας της ζωγράφου Μπέτυς Αραβαντινού μας ταξιδεύει στο φεγγάρι που φαίνεται όμορφο και φωτεινό πάνω από τον τόπο που διαπραγματεύεται. Πιστεύω ότι το όμορφο εξώφυλλο είναι το εισιτήριο της αγοράς του κάθε βιβλίου αν δεν γνωρίζουμε πρωτύτερα την υπόθεση του ή δεν μας έχει μιλήσει κάποιος γι αυτό. Αυτό το κλικ που επιδρά πάντα θετικά ή αρνητικά στη ψυχολογία μας.

«Πότε ήρθε το φεγγάρι» μεταφράζεται ο τίτλος του βιβλίου και με τα λίγα ψήγματα βλάχικης γλώσσας που ερμηνεύονται δεν πρέπει να ανησυχήσει καθόλου τους αναγνώστες που δεν είναι Βλάχοι στη καταγωγή. Σ’ αυτό το βιβλίο η συγγραφέας γράφει για την αέναη πορεία του ανθρώπου στην καθημερινότητα, στο χρόνο που περνά, στο φεγγάρι που βγαίνει και ξαναβγαίνει, στη ζωή που μας προσπερνά. Ο Παύλος Οικονόμου, ο ήρωας αυτού του μυθιστορήματος, βλάχικης καταγωγής από τη πλευρά της μάνας του, καθηγητής του Μετσόβιου, γιος αριστερού, που μεγαλώνει με την εικόνα του πατέρα στη φυλακή, που δεν γεύτηκε το πατρικό χάδι, που τον κοροϊδεύουν τα παιδιά στο σχολείο, αποφασίζει να εμπλακεί με τη πολιτική. Σε αντίθετο πολιτικό στρατόπεδο με το πατέρα του, κάτι που θυμώνει τη μητέρα του για αυτή του την επιλογή. Ήθελε να πετάξει από πάνω του την εικόνα του εσωστρεφούς παιδιού και δείχνει την αντίθεση του με αυτή του την απόφαση. Αφήνει γυναίκα και παιδί έξω από τα σχέδια του και δημιουργεί μια ερωτική πρόσκαιρη σχέση με τη γραμματέα του στο υπουργείο που έχει υψηλές και συμφεροντολογικές βλέψεις για να ανεβεί τα σκαλιά της πολιτικής ιεραρχίας.

Η σχέση αυτή και ο καθημερινός εκβιασμός της γραμματέως του Μίνας τον οδηγούν να θέλει να δώσει τέλος στη ζωή του. Όσο διαρκεί η νοσηλεία του, περνά από μπροστά του ως ταινία όλη η ιστορία της οικογένειας του από το 1905 έως και σήμερα. Η συγγραφέας αν και γνωρίζει τα ήθη και έθιμα, τη γλώσσα και την ιστορία του τόπου της χρησιμοποιεί βιβλιογραφία απαραίτητη ώστε να οδηγήσει τον αναγνώστη στο Λιβάδι των αρχών του 19ου αιώνα. Με όλα τα πολιτικά και πολιτιστικά στοιχεία που θα τον κατατοπίσουν για την εποχή που η ίδια δεν έζησε μα ούτε οι γονείς της και οι μαρτυρίες είναι ελάχιστες. Μαζί με τους ήρωες περπατάμε στα σοκάκια του τόπου αυτού, όπου ζει η προγιαγιά του Παύλου Οικονόμου, ο παππούς του Ισίδωρος, ο Παναγής, ο τσιφλικάς με τη κόρη του Ελένη αφού η γυναίκα του τους άφησε χρόνους την ώρα που γέννησε.

Μας διηγείται τη ζωή στο τσιφλίκι του Παναγή, για το πώς πήγαιναν οι ψυχοκόρες εσώκλειστες στη δούλεψη τους, δουλικά για να ελαφρώσουν τους γονείς, για το πώς πήγαιναν στη βρύση οι ελεύθερες κόρες του Λιβαδίου με τις στάμνες. Γινόμαστε κομμάτι της ιστορίας και βιώνουμε όλο το κοινωνικό γίγνεσθαι της εποχής. Για τα προξενιά που γίνονταν στην αγορά και τα πανηγύρια. Κατεβαίνουμε συχνά στον θεσσαλικό κάμπο, αφουγκραζόμαστε τη ζωή των κολίγων και των επιστατών, διαβάζουμε για τους εξεγερμένους που τους καταπίνει η γη αφού οι τσιφλικάδες δεν τους αφήνουν να σηκώσουν κεφάλι. Μας θυμίζει τους άγραφους νόμους της ηθικής, τότε που τα ανύπαντρα κορίτσια κουβαλούσαν το ανεπιθύμητο μωρό στη κοιλιά και έπρεπε το «μούλικο» να το εξαφανίσουν. Τότε «προηγείτο η τιμή της οικογένειας κι όχι η ανθρώπινη ζωή».

Δυνατή είναι η σκηνή που εξορίζονται οι κοπέλες σε μέρη που δεν τις γνωρίζουν και γυρίζουν στη πόλη αφού πριν το μωρό έχει αλλάξει χέρια. Μας μιλά ακόμη για τα παιχνίδια των παιδιών, τη δεκαετία του ‘ 70 . Απλά παιχνίδια μέσα σε σωλήνες αμιάντου χωρίς να λογαριάζουν τον κίνδυνο. Ευχαριστιόταν με τα απλά, γελούσαν και ζούσαν ανέμελα κάτω από τη σκιά του Ολύμπου. Τότε που η φύση, το φεγγάρι μπορούσε να σε ταξιδέψει σε άλλους κόσμους και γεννούσε θρύλους και παραμύθια γύρω από τη μαγεία του. «Κούντου λούνα βίνι !Πότε ήρθε το φεγγάρι Παύλο..Το φεγγάρι , κοίτα το φεγγάρι του Ολύμπου, Παύλο! Όχι πες μου έχεις δει πιο όμορφο φεγγάρι;»

Μας γνωρίζει για το πώς γινόταν οι γάμοι εκείνα τα χρόνια στο Λιβάδι. Ότι η κοινωνική τάξη όριζε τους νεόνυμφους και όχι ο έρωτας, η τιμιότητα η αξιοσύνη .Πολλές φορές μάλιστα, όπως αναφέρεται, άλλη γυναίκα παρουσιαζόταν ως νεόνυμφη στα κεράσματα κι άλλη παρουσιαζόταν στην εκκλησία. Μας δείχνει τα προικιά και τα μπαούλα. Απαραίτητη προϋπόθεση για τον γάμο. «Γιατί κι εδώ , όπως γινόταν και σε άλλα μέρη, οι αρραβώνες γίνονταν ανάμεσα σε κοινωνικές τάξεις που είχαν πολλά κοινά αναμεταξύ τους. Καλή η ομορφιά, η ηθική, η νοικοκυροσύνη, αν επρόκειτο για κορίτσι, καλή και η εργατικότητα και η τιμιότητα του νέου αλλά πάνω απ’όλα η τάξη. Απ’ όπου κι αν κατάγονταν , ήταν η πρώτη και σχεδόν πάντα η αναγκαία συνθήκη για ένα γάμο».

Μας γνωρίζει την Άννα, που είχε έρθει από την Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, με μόρφωση και άλλες ιδέες. Με ένα μωρό στη κοιλιά και τον Ισίδωρο Παπαθεοδώρου που πεθαίνει και την αφήνει ξεκρέμαστη σε ένα χωριό που όλοι τη κοιτούν περίεργα. Που βγαίνει έξω στα καφενεία της κώμης και συζητά με τους άντρες. «Α,πα,πα,πα χήρα γυναίκα….» Σκέφτονταν οι περισσότερες. Που γλυκοκοιτούσε τον Παναγή όπως και εκείνος που δεν αντέχει πια τη χηρεία του. Μας γνωρίζει τις δυσκολίες της γέννας εκείνης της εποχής, το αεροβάπτισμα που το αναλαμβάνει ο Παναγής και γίνεται νουνός. Την απόφαση του Παναγή που αποφασίζει να ζητήσει την Άννα σε γάμο για συντροφιά. Ήταν δύσκολο εκείνα τα χρόνια ένας χήρος να ξανακάνει τη ζωή του. Δεν το δεχόταν η κλειστή κοινωνία της κώμης. Γι αυτούς έπρεπε να καταδικαστεί στη μοναξιά πράγμα που ο Παναγής δεν θα τους έκανε το χατίρι. Παντρεύει τη κόρη του την Ελένη με τον δάσκαλο τον Αναστάση που είναι και φανοκόρος.

Άλλα τα όνειρα του πατέρα τσιφλικά για τη μοναχοκόρη του. Η Ελένη αφού παντρεύεται τον Αναστάση πηγαίνει στην τάξη μετά από πρόσκληση του όπου διδάσκει. Αναρωτήθηκε όταν άκουσε τα παιδιά να μιλούν βλάχικα και όχι Ελληνικά. «Μα γιατί πρέπει να μιλούν και τα παιδιά αυτή τη γλώσσα; Ελληνες είναι οι βλαχόφωνοι, το είχε διαπιστώσει όλους αυτούς τους μήνες στο βλαχοχώρι ασχέτως αν δεν καταλάβαινε την ομιλία τους». Μαθαίνουμε ότι το τότε νεαρό κράτος της Ρουμανίας είχε βρει πάτημα στη Βλάχικη γλώσσα και είχε δώσει πολλά χρήματα για να πείσει τους Βλάχους της Μακεδονίας, της Θεσσαλίας και της Ηπείρου ότι είναι Ρουμάνοι. Η ρουμάνικη προπαγάνδα είχε θορυβήσει τότε τους προύχοντες του χωριού. Ήθελαν να στείλουν Ρουμάνους δασκάλους και να ιδρύσουν ρουμάνικο σχολείο. Δελεαστικές προτάσεις από τη Ρουμάνικη κυβέρνηση. Επιστολές πήγαιναν και ερχόταν μεταξύ Μητροπολίτη και υπουργού εξωτερικών της Ρουμανίας αλλά δεν υπέκυψαν. Δυστυχώς, χρόνια αργότερα οι κυβερνήτες της Ελλάδας δεν κράτησαν την ίδια στάση για τα σχολεία της Θράκης. Φάνηκαν ελάχιστοι μπροστά στους Βλάχους του 1905. «Το Σχολείο μας πρέπει να γεμίσει παιδιά. Πρέπει να μορφωθούν τα Βλαχόπουλα, η μόρφωση γνωρίζεις κι εσύ πολύ καλά , ανοίγει το νου…» Μας ζωντανεύει τον ξεσηκωμό των δούλων της Θεσσαλίας τον Μάη του 1906. Που άρχισαν να έχουν λόγο να ονειρεύονται μια καλύτερη ζωή. Που αναγκάστηκαν αρκετοί τσιφλικάδες να παραχωρούν στο κράτος χιλιάδες στρέμματα. Ο σπόρος για καλύτερες συνθήκες, για ανθρώπινα δικαιώματα είχε πιάσει καλά στο χώμα, οι ρίζες απλώνονταν, σε λίγο θα φαινόταν και το δέντρο, και πολλοί ήταν αυτοί που θα προσπαθούσαν να το πελεκήσουν. Ευτυχώς οι κολίγοι δεν ήταν μόνοι…» Μας γνωρίζει τον αγώνα των Λιβαδιωτών, εναντίον των Γερμανών, πώς πήγαν αντάρτες στο βουνό και έγιναν αντίποινα και κάηκαν σπίτια και περιουσίες, που βοήθησαν τους Ιταλούς να φύγουν γιατί η γλώσσα ήταν το κοινό τους δέσιμο. «Οι ανάσες και των δύο έβγαζαν κρύο από μέσα τους. « La luna !». Τι ξέρει ο Ιταλός από το φεγγάρι; Γύρισε τη ματιά του ψηλά στον ουρανό.. Λα λούνα!.. το φεγγάρι» είπε και ο Βλάχος. Ακριβώς το ίδιο! Με την ίδια λαχτάρα για το φεγγάρι. Κατέβασε το όπλο του. «Φύγε, fugi !»του είπε. Ο ξένος σηκώθηκε στα γρήγορα κι εξαφανίστηκε στο μισοσκόταδο»

Δεν θέλω να συνεχίσω για να έχουν την αγωνία οι αναγνώστες να μάθουν τι έγινε τελικά με το Παύλο Οικονόμου..

Καλοτάξιδο να είναι το νέο σου βιβλίο Γλυκερία Γκρέκου και εύχομαι οι αναγνώστες να βλέπουν το φεγγάρι που έρχεται και ξαναέρχεται, να βλέπουμε τη ζωή μας που θα προσπερνά μα δεν θα τη χάνουμε. Θα μας αφήνει το στίγμα της γιατί αλλιώς δεν θα μαθαίνουμε από αυτήν.

Μάγδα Παπαδημητρίου
πηγή: www.bookia.gr

«Ξαφνικά όλοι αυτοί έγιναν οι αντιστασιακοί, αυτοί που πάλεψαν για τη δημοκρατία του τόπου τους…. Μα δεν μιλούσα, ποτέ δεν μιλούσα, πού να εξηγήσεις και τι να πεις. Και ναι, υπήρχαν κάποιοι που υπέφεραν, που ρήμαξαν τη ζωή τους, που τα έδωσαν όλα για τον αγώνα. Μα αυτοί δεν έκαναν σημαία τη ζωή τους, μόνο πολλά έβλεπαν και λίγο μιλούσαν.»

«Όσο οι μεγάλοι εξακολουθούν να παίζουν σκάκι στην πλάτη μας, όσο μετράνε τα συμφέροντα τους, μην περιμένουμε να σταματήσει ο πόλεμος»

Κούντου λούνα βίνι! Πότε ήρθε το φεγγάρι
Συγγραφέας Γλυκερία Γκρέκου
ISBN: 978-960-6873-69-0
ISBN2: 9789606873690
Σελίδες: 386
Ιανός Πρωτοπορία

Περιγραφή:
Ο τίτλος Κούντου λούνα βίνι! στη βλάχικη γλώσσα είναι μια έκφραση που στην ιστορία μας ερμηνεύεται ως: Πότε ήρθε το φεγγάρι! Πρόκειται για την αέναη πορεία του ανθρώπου στην καθημερινότητα, στον χρόνο που περνάει, στο φεγγάρι που βγαίνει και ξαναβγαίνει, στη ζωή που μας προσπερνά.
Ο ήρωάς μας, ο Παύλος Οικονόμου, ένας καθηγητής στο Μετσόβιο, βλάχικης καταγωγής από τη μάνα του, γιος αριστερού, αποφασίζει να εμπλακεί με την πολιτική.
Μια σχέση με την γραμματέα του, ο εκβιασμός από την πλευρά της όταν δεν παίρνει αυτά που ζητά τον οδηγούν στην απόφαση να δώσει τέλος στη ζωή του.
Μέσα σε τρεις μέρες, νοσηλευόμενος, κάνει αναδρομή στο παρελθόν της οικογένειάς του, η οποία φτάνει ως το 1905, χρονιά που γεννήθηκε ο παππούς του, σ ένα χωριό κάπου στον Όλυμπο.
Όλη η ιστορία πολυεπίπεδη, καταγράφει συναισθήματα και γεγονότα που έζησε η οικογένεια μα και η κοινωνία εκείνης της εποχής. Οι ήρωες μας ταξιδεύουν από τη Λάρισα στην Αλεξάνδρεια, στο Κρούσοβο, στην Αθήνα, στο αλβανικό μέτωπο, στη Μικρασία, στην Κατοχή, στον Εμφύλιο...και καταλήγουν πάλι στο σήμερα.

Κούντου λούνα βίνι της Γλυκερίας Γκρέκου

8