Βιβλιοπαρουσιάσεις

Μεγάλα Λιβάδια Πάικου - Bλάχικα τραγούδια και ποιήματαΚόσμος χωρίς παράδοση είναι ένας κόσμος άδειος.
Το παρόν βιβλίο (182 σελ) αναδεικνύει την παράδοση του τόπου μας μέσω του τραγουδιού και της ποίησης. Στόχος του είναι η καταγραφή και παρουσίαση τραγουδιών και ποιημάτων που κινδυνεύουν να χαθούν στο πέρασμα του χρόνου. Πολλά είναι ζωντανές μαρτυρίες ανθρώπων του χωριού που τα γνώριζαν και είχαν την καλή διάθεση να προσφερθούν και να ανασκαλέψουν πολλά από τη μνήμη τους. Αυτές οι ζωντανές μαρτυρίες είναι που έχουν απομείνει και πρέπει να αξιοποιηθούν προς όφελος του χωριού μας.
Η μεταφορά του προφορικού λόγου στο γραπτό δεν μπορεί να είναι ακριβής. Κατέβαλα κάθε δυνατή προσπάθεια για να καταλήξω στο επιθυμητό αποτέλεσμα. Η μετάφρασή τους στα Ελληνικά έγινε από εμένα. Γνωρίζω και μιλάω πολύ καλά τη βλάχικη γλώσσα κι αυτό με βοήθησε να την ερμηνεύω σωστά. Οι λέξεις που λησμονήθηκαν μέσα στο χρόνο, είχα τους δικούς μου ανθρώπους που μου τις ξανάφεραν στη μνήμη. Είχα δίπλα μου μια πηγή ανεξάντλητη τον πατέρα μου Μιχάλη. Είχα τ' αδέλφια μου και τα ξαδέλφια μου. Είχα τους συμπατριώτες μου. Είχα το σύζυγό μου και τις κόρες μου που με παρότρυναν να μην εγκαταλείψω αυτή την προσπάθεια καταγραφής της πολιτιστικής παράδοσης του τόπου μου. Να μη χαθεί τίποτα. Είναι παρακαταθήκη για τις επόμενες γενιές που ήδη δε γνωρίζουν τη γλώσσα.

 

 

Χρησιμοποιήθηκε η κατά λέξη μετάφραση και όχι η διασκευασμένη έμμετρη, έτσι ώστε η άμεση αντιδιαστολή των κειμένων να μπορέσει να γίνει ένα εργαλείο εκμάθησης βλάχικων λέξεων για όσους το επιθυμούν. Η έμμετρη, αν και θα μου προσέφερε ελευθερία να εμπλουτίσω το κείμενο με λέξεις πιο ποιητικές και να μην περιορίζομαι από την ακριβή ερμηνεία και γραμματική του βλάχικου κειμένου, δεν θα βοηθούσε το σκοπό αυτό.
Όλα τα ποιήματα και τραγούδια εξιστορούν με το δικό τους τρόπο και με τη δική τους ματιά ιστορικά γεγονότα και στοιχεία της καθημερινής ζωής των κατοίκων του τόπου μας, όπως την ξενιτιά, την αγάπη, τον έρωτα, τον πόνο, την κακοτυχία, το γάμο, τον αρραβώνα, την καταστροφή του χωριού, τη σχέση τους με τη φύση και τη δουλειά τους.

Η καταγραφή όμως δεν τελειώνει εδώ. Είναι τόσο πλούσια η παράδοσή μας, που καθημερινά αναφύονται κι άλλα στοιχεία.

Έχουμε χρέος στις επόμενες γενιές ν' αφήσουμε στοιχεία του τόπου μας, που ίσως κάποιος από τους μετέπειτα επιστήμονες χρειαστεί για περαιτέρω έρευνα. ... (απο την εισαγωγή)

 

 

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

1. Σύντομο ιστορικό για Μ.Λιβάδια, Γράμμουστα και Μοσχόπολη
(συνοδευόμενα από τα ποιήματα της καταστροφής τους στις σελ. 28, 46 και 62)

 

Μεγάλα Λιβάδια (τόπος καταγωγής μας)

Το πανώριο αυτό χωριό στα μάτια, στις ψυχές και στις καρδιές των Μεγαλολιβαδιωτών που γεννήθηκαν εκεί, μα κι αυτών που η γενιά τους δεν ευτύχησε να γεννηθεί στον τόπο αυτό, που μόνο ζωή μπορεί να δίνει, βρίσκεται στα 1260μ ψηλά στο Πάικο.
Δεν είναι τυχαίο που οι Μεγαλολιβαδιώτες διάλεξαν τον τόπο αυτό. Ξεκίνησαν, κυνηγημένοι από τον Αλή-Πασά, από ένα άλλο χωριό, που θα ζήλευαν σίγουρα οι Ευρωπαίοι να το είχαν στην κατοχή τους, τη Γράμμουστα της Πίνδου.
Ήθελε ο Αλή-Πασάς (περίοδος ανόδου του 1790-1810), ο αδηφάγος γυναικάς την όμορφη βλαχοπούλα, την Περουσιάνα, να την πάρει στο σαράι του. Οι Βλάχοι της Γράμμουστας τον καθησύχασαν ότι δέχονται την πρότασή του. Όμως χρόνος χρειαζόταν για να ετοιμαστούν και να φύγουν όλοι μακριά πριν ατιμαστούν. Οι Βλάχοι είναι περήφανη γενιά και δεν θα έδιναν για τίποτα στον κόσμο ένα κορίτσι τους, που είχε σταυρό στο μέτωπο, σ' έναν Τουρκαλβανό.

Έφυγαν λοιπόν μακριά, πέρα από τη δικαιοδοσία του Αλή-Πασά, πέρα από τον Αξιό ποταμό.
Φυσικά αυτό έχει περάσει ως μύθος, αλλά εμπεριέχει και κάποια πραγματικότητα. Δεν ήταν ο μόνος λόγος τα όμορφα μάτια μιας από τις πανέμορφες Γραμμουστιάνες βλαχοπούλες που οι σημερινοί Μεγαλολιβαδιώτες έφυγαν από τον τόπο καταγωγής τους.
Η Γράμμουστα έπλεε στο χρυσάφι. Κι αυτό φαινόταν ακόμα και στο ντύσιμο των γυναικών. Όταν κατέβαιναν στο Άργος Ορεστικό οι Γραμμουστιάνες έλαμπαν από ομορφιά και πλούτο ξεχώριζαν απ' τα πανέμορφα υφαντά φορέματά τους. Μέχρι και στα πασούμια τους είχαν φλουράκια (φλουρίι).
Αυτόν τον πλούτο ο Αλή-Πασάς ήθελε με κάθε τρόπο, φυσικά ανώδυνο γι' αυτόν ως προς τις σχέσεις τους (διότι συμφωνούσαν και οι δυο να έχουν κοινό μέτωπο κατά του Σουλτάνου) να μπορέσει να πάρει μέρος του, να τους φορολογήσει.
Απ' τη στιγμή που διαισθάνθηκαν τις προθέσεις του, όταν τους δόθηκε η αφορμή, άφησαν την όμορφη Γράμμουστα για να βρουν έναν άλλο εξ ίσου όμορφο τόπο.
Και τον βρήκαν.
Ήταν πάνω στο οροπέδιο του Πάικου-Κιλκίς. Διαβαίνοντας αυτόν τον θεϊκό τόπο ανάμεσα από τις οξιές, ξεπρόβαλε μπροστά τους αυτό το πλάτωμα. Γεμάτο με φτέρη, το χώμα του γόνιμο και καταπράσινο, και οι πηγές αμέτρητες να κυλούν γάργαρο και κρύο νερό (άπα αράτσι).
Σύμφωνα με τις παραδόσεις, λίγο πριν δημιουργηθούν οι δυο βλάχικοι οικισμοί, στα δυτικά των Μ.Λιβαδίων υπήρχε ένας παραθεριστικός οικισμός Τούρκων αξιωματούχων.
Κατά καιρούς ήρθαν και μερικές οικογένειες από το Περιβόλι και τη Σαμαρίνα. Περισσότερο από το 70% του πληθυσμού είναι Γραμμουστιάνοι και το υπόλοιπο, στο μεγαλύτερο ποσοστό, είναι Περιβολιώτες, αρκετοί Σαμαρινιώτες, κάποιες άλλες οικογένειες ίσως που κατοικούσαν κεντρικά (ντι μέση), από Τρίκαλα ή Καρδίτσα (Μισσιάκανι, Τζιτζίφανι) και ενδυναμώθηκε και με άλλες ομάδες Βλάχων μετά την καταστροφή της Μοσχόπολης.
Αυτό το μέρος λίγο πολύ οι Γραμμουστιάνοι το γνώριζαν από πριν. Βλάχοι κυρατζήδες μεταφέρουν εμπορεύματα κάνοντας τη διαδρομή Μοσχόπολη -Γράμμουστα-Τεργέστη-Βιέννη-Κων/πολη. (Υπολογίζεται ότι η Γράμμουστα το 1650 περίπου είχε 32.000 κατοίκους ενώ τα Τίρανα 10.000).
Αργότερα άρχισαν να έρχονται στο Πάικο κατά οικογένειες, φάρες, τα φαλκάρια. Σύμφωνα με προφορικές παραδόσεις, το χωριό πρέπει να κατοικήθηκε γύρω στα 1790 αφού πρώτα περιπλανήθηκαν σ' άλλα μέρη μετά την καταστροφή της Γράμμουστας και κυνηγημένοι από τον Αλή Πασά.
Έσμιγαν τα πρόβατά τους πολλοί τσελιγκάδες, οι σμίχτες, που το γενικό πρόσταγμα το είχε ο αρχιτσέλιγκας, αυτός που είχε τα περισσότερα πρόβατα, δηλαδή περίπου πάνω από χίλια.
Η συνεργασία τους ήταν πολύ καλή, συνήθως ήταν φίλοι αχώριστοι, ένας συνεταιρισμός τέλειος που βασιζόταν στην εμπιστοσύνη και στη δικαιοσύνη ως προς το μοίρασμα των κερδών.
Όταν έφθασαν πάνω στο Πάικο είχαν το φόβο ακόμα ότι τους κατεδίωκε ο Αλή-Πασάς, γι' αυτό και υπέφεραν. Επί ένα μήνα έτρωγαν μόνο χόρτα - γάλα - κρέας. Αργότερα άρχισαν να ξεθαρρεύουν τα καραβάνια, αφού ένιωσαν ότι εξέλειπε ο κίνδυνος.
Έχτισαν πρόχειρα μερικές καλύβες. Ήταν φτιαγμένες από ξύλο οξιάς και σοβατισμένες με λάσπη. Έκαναν και χωρίσματα για να έχουν δωμάτια. Η στέγη φτιαγμένη από πέτρινες πλάκες.
Οι πρώτες αυτές καλύβες έδωσαν και το πρώτο όνομα: Καλύβια. Έτσι τα αποκαλούμε στα βλάχικα τα Μεγάλα Λιβάδια.
Αργότερα είδαν ότι το μέρος αυτό είναι αυτό που θα ήθελαν να μείνουν. Έχτισαν, λοιπόν, τα μόνιμα σπίτια. Μεγάλα, διώροφα, κτισμένα με πέτρα και στέγες με πέτρινες πλάκες (πλουάτσι).
Έκτισαν σε δυο μέρη του οροπεδίου-λιβαδιού κατά μαχαλάδες ανάλογα με το πώς έρχονταν τα φαλκάρια. Το μέρος ήταν ένα απέραντο λιβάδι και από μόνο του πλέον ονομάστηκε: Μεγάλα Λιβάδια και Μικρά Λιβάδια, που ο πληθυσμός τους συνολικά ξεπερνούσε τους 5000 κατοίκους.

 

 

2. Τραγούδια - Ποιήματα

Νι αβεάμ ουν ντόρου... (σελ. 28)

Νι αβεάμ ουν ντόρου ντιτ χουάρρ,
ντιτ μούντσιλι ατσέλι ντιτ φάγκου,
σ' μι βιντεάμ νίκα ν'ουάρρ,
πίτ παντούρι κα νίκου σ' αλάγκου.

Ν' τζούα ουάρα σ' βίνε,
ντι μι βιτζούι ακλό,
ντι σ' πλιντζιιά σόια κου μίνε,
λακριμάμ σι ιό ντι καημό.

Χουάρα τζιουμιτάτι ,
πούστα νι σ' ασπιριιά,
κάσιλι τούτι σουρπάτι
νικουκίρλι αλόρου σι καφτά
...
άπα αράτσι ντι ίσβουρου
λε, λε, Καλίβιλι κου ντόρου .


(μετάφραση)

Είχα έναν πόνο...

Είχα έναν πόνο από χωριό,
από τα βουνά εκείνα με τις οξιές,
να εμφανιζόμουν μια φορά ακόμη,
στα δάση σαν μικρός να τρέχω.

Μια μέρα η ώρα ήρθε
που εμφανίστηκα εκεί,
που έκλαιγε το σόι με μένα,
δάκρυζα κι εγώ από καημό.

Το χωριό το μισό,
έρημο μου φαινόταν,
τα σπίτια όλα γκρεμισμένα
τους νοικοκυραίους τους ζητούσαν
...
νερό κρύο από την πηγή
λε,λε , τα Καλύβια (Μ.Λιβάδια) με πόνο.

 

 

 

Σιάνα σι αρντεάρεα α Γράμμουστλιι ( Χατζηστέργιου) (σελ. 46)

-«Αχ, ναμούτζεα μίνε νι κέρι!
Τσι λι βόι κουπίι σσι αβέρι ;
Τσι νι βόι μπάνα ντι αουά σι νίνττι;»
Τούτου ασσί σσι τζιτσεά του μίνττι .

Χατζη-Στέργιου τσέλνικ μάρι,
κούμ του Γράμμουσστι άλτου νου άρι.
Τσι άρι κάσα κα παλάτι
σι τούρμι (κουπίι) ντι όι νιμισουράτι.

Τσι λιέσκου μούντσιλι τούτς.
Σι ούμππλου κ΄μπουριλι ντι μπουάτσι,
Πριμουβεάρα κ΄ντου γίνου .
Σι τουάμνα ιάρα, κ΄νττ κου βιρίνου,
...
σι άρσι Γράμμουστα μουσσιάτα,
σ' ντούσι Γράμμουστα αλαβντάτα...

 

(μετάφραση)
Σιάνα και η πυρπόληση της Γράμμουστας (Χατζηστέργιος)

«Αχ, υπόληψή μου χάνεσαι!
Τι τα θέλω τα κοπάδια και τα πλούτη;
Τι τη θέλω τη ζωή από δω και μπρος;»
όλο έτσι έλεγε στο μυαλό του.

Ο Χατζη-Στέργιος, τσέλιγκας μεγάλος,
που στη Γράμμουστα δεν υπάρχει άλλος.
Που έχει σπίτι σαν παλάτι
και κοπάδια με πρόβατα αμέτρητα.

Που μαυρίζουν τα βουνά όλα,
και γεμίζουν οι κάμποι με φωνές,
την άνοιξη όταν έρχονται .
Και το Φθινόπωρο, όταν με θλίψη,
...
Και κάηκε η Γράμμουστα η όμορφη ,
Πήγε η Γράμμουστα η ξακουστή ...

 

 

 

Μοσχοπόλεα (σελ.64)

Πίστι σιιάπτι ουάχτι ανάλτι
σι πίστι σιιάσι βέλιουρι άλτι,
κου α λέι νίλι ντι παλάτι
μάσσι του μάρμαρου νλκιγκάτι .

Κου γκαρντίνι ντι τρανταφίλι
ντι ζαμπίλι σι καραμφίλι,
κά ικουάνα ράιουλουι
κουμ νου ι ντάτα α γκράιουλουι.
Κά σσι ού κ΄νττ, σι κά σσί σπούνου
μουσιουτέτσλι αλιέι ντιπριούνα, ...

 

(μετάφραση)
Μοσχόπολις

Πάνω σε επτά λόφους ψηλούς
και πάνω σε έξι κοιλάδες άλλες,
με ,αχ!..τα χίλια της παλάτια,
μόνο στο μάρμαρο πηγμένα.

Με κήπους από τριαντάφυλλα,
από ζουμπούλια και γαρίφαλα
σαν εικόνα παραδείσου.
Όπως δεν έχει δοθεί τέτοια υμνολογία
σαν την τραγουδάνε και σαν αφηγούνται
τις ομορφιές της ολοένα...

 

 

 

Ούνα ταχινά (σελ. 76)

Ούνα ταχινά λεά ντάντο , ούνα ταχινά ,
ούνα ταχινά λεά ντάντο, λόκλου τριμπουρά.
Ω!...ω!...ω!...ωχ!...λόκλου τριμπουρά...

(μετάφραση)
Ένα πρωινό (κεραυνοβόλος έρωτας)

Ένα πρωινό, καλέ μάνα , ένα πρωινό,
ένα πρωινό, καλέ μάνα , η γη σειόταν (έτρεμε).
Ω! ω! ω! ωχ!...η γη ( το χώμα) έτρεμε...

 

 

Μουσιτίκα (σελ. 84)

Μουσιτίκα ντιτ γκαρντίνα,
τσι ντόορ πουούντι.
Τι ν' βιρίνι, αλλάσσ ζεάλα,
σι γίν' λα μίνε κ' τι αστέπτου,
φλόρι μουσιιάτι σ' αντουννέμ ,
ν' κουρούνα σ' ανταρέμ....

(μετάφραση)
Ομορφούλα

Ομορφούλα απ' τον κήπο,
γιατί πονάς βαθιά.
τί μελαγχολείς, άφησε τη λύπη,
Κι έλα σε μένα γιατί σε περιμένω,
λουλούδια όμορφα να μαζέψουμε,
ένα στεφάνι να κάνουμε....

 

 

Ντόλι Φράτς (σελ.158)

Πί στι μούντσι ανέλτσι γκρέι,
μούντσι κιτρόσσι, κου πιστιρέι,
ιού νου σ' άβντι κούκλου βεάρα,
ιού νου σ' άβντι νίτσι φλουιάρα,
Αρμίνλορ πικουράρι.

Τριτσεά ουν τζιιόνι καρβουνάρου,
κου τζάτσι - ντάουσπρρ ντι μουλέρι,
ν' καρκάτι μάσς κου χέρου,...

(μετάφραση)

Τα δυο αδέλφια

Σε βουνά ψηλά, βαριά.
Βουνά πετρώδη , με σπηλιές (βαθουλώματα βράχων).
Που δεν ακούγεται ο κούκος το καλοκαίρι.
Που δεν ακούγεται ούτε φλογέρα,
των βλάχων τσοπαναραίων.

Περνούσε ένα παλικάρι, αγωγιάτης (κυρατζής),
με δέκα - δώδεκα μουλάρια,
φορτωμένα μόνο με σίδερο,...

 

 

Μέλτα (Μιλτιάδης) (σελ. 164)
Μάχη του Κιλκίς τον Ιούνιο του 1913


Αβεά κρισκούττ πικουράρου,
λα Τζένα βεάρα τούτα,
σσιά όιλορ , ιάρνα λι αβεά κουτάρου,
του κ΄μμπου λα «κάπρα σιιούτα».
Ιαρά ουν τίνιρου, ούνου ξιφτέρου,...

(μετάφραση)
Μιλτιάδης

Είχε μεγαλώσει τσομπανόπουλο,
στη Τζένα το καλοκαίρι όλο
και των προβάτων, το χειμώνα, τους είχε κουτάρα ,
στον κάμπο στη «γίδα χωρίς κέρατα».
Ήταν ένας νέος, ένα ξεφτέρι,. ..

 

 

Κίτα λα μπισεάρικα (σελ. 176)

Σπούνι Κίτα σι ιάρα σπούνι
λα φουρτάτσλι ντι αμβιρλίγκα
Τι τσι λα στάνι τούτς λου ασκούλττ
π΄νν νιέλου σ' λ' σι φρίγκ.
Σπούνι Κίτα «ο! λα λι τάτσλου! »...

(μετάφραση)
Ο Κίτας (Χρήστος) στην εκκλησία

Λέει ο Κίτας και πάλι λέει,
στους φίλους του τριγύρω.
Γιατί στη στάνη όλοι τον παρακολουθούνε
μέχρι το αρνί τους να ψηθεί.
Λέει ο Κίτας «Ω! πανάθεμά σου τον πατέρα»...

 

 

Κούλα Λέντζιου Τρίκου

 ΜΕΓΑΛΑ ΛΙΒΑΔΙΑ ΠΑΪΚΟΥ
βλάχικα τραγούδια και ποιήματα

περιέχει και σύντομο ιστορικό για
Μ.Λιβάδια- Γράμμουστα- Μοσχόπολη


Δαρδανελλίων 32, Κάτω Τούμπα, Τ.Κ. 54454, Θεσσαλονίκη
Τηλέφωνο: 2310-900139, κιν. 6976855033.
e-mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

(Διατίθεται στην τιμή των 10 ευρώ)