Βιβλιοπαρουσιάσεις

Το Αρβανιτοβλάχικο (Καραγκούνικο) γλωσσικό ιδίωμα της Ακαρνανίας Καλησπέρα σας! Μεγάλη θα πρέπει να είναι η χαρά και η συγκίνηση του Αντώνη Βασιλείου, αλλά και των διοργανωτών, του ΔΣ της Αιτωλικής Πολιτιστικής Εταιρείας -ο Πρόεδρος της οποίας, άλλωστε, κ. Παναγιώτης Κοντός συντονίζει την εκδήλωση- για το γεγονός ότι η παρουσίαση του βιβλίου Το Αρβανιτοβλάχικο (Καραγκούνικο) Ιδίωμα της Ακαρνανίας γίνεται επί παρουσία ενός τόσο πυκνού και εκλεκτού ακροατηρίου.
Το παρουσιαζόμενο βιβλίο αποτελεί επεξεργασμένη μορφή ενός τμήματος της διδακτορικής διατριβής την οποία ο κ. Βασιλείου εκπόνησε με μεγάλη επιτυχία, αν κρίνουμε και από τα σχόλια της 7μελούς εξεταστικής επιτροπής στην οποία συμμετείχα ως μέλος. Με μια τέτοιου είδους αφετηρία, είναι σε μεγαλύτερο βαθμό εξασφαλισμένη αφενός η επιστημονική τεκμηρίωση των θέσεων του συγγραφέα, αφετέρου ο έλεγχος και η εγκυρότητα της βιβλιογραφίας, ελληνόγλωσσης και ξενόγλωσσης, δεδομένου, μάλιστα, ότι ορισμένα από τα ζητήματα που θίγονται στο βιβλίο θεωρούνται από κάποιους ως αμφισβητούμενα, ή, ακόμη χειρότερα, έγιναν αντικείμενο εκμετάλλευσης από ξένη προπαγάνδα. Χωρίς να θέλω να επεκταθώ, είναι γνωστό λ.χ. το πόσο έβλαψε το βλαχικό ζήτημα στην Ελλάδα η ρουμανική προπαγάνδα.

 

Ευτυχώς, η αλήθεια, αλλά και ο σεβασμός απέναντι στους Έλληνες Βλάχους, άρχισε να αποκαθίσταται από τότε που την αντιμετώπιση του βλαχικού ζητήματος ανέλαβαν Έλληνες επιστήμονες, Βλαχόφωνοι οι περισσότεροι. Περιορίζομαι εδώ στις μελέτες από τις οποίες αντλεί στοιχεία και το βιβλίο του Αντώνη Βασιλείου: Έχουμε τη μελέτη Τι είναι οι Κουτσόβλαχοι του ακαδημαϊκού Αντώνιου Κεραμόπουλου το 1939. Αργότερα (1976), υποβλήθηκε για έγκριση στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών η πρώτη διδακτορική διατριβή επί του θέματος, με τον τίτλο:Η Αρωμουνική και αι μετά της Ελληνικής σχέσεις της του Αχιλλέα Λαζάρου. Μια δεύτερη διατριβή υποβλήθηκε στην ίδια Σχολή το 1982: Το Ρήμα της Αρωμουνικής, του Αντώνη Μπουσμπούκη. Στο μεταξύ, από τη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης είχε εγκριθεί η διατριβή του Νίκου Κατσάνη, αργότερα και του Κώστα Ντίνα (οι τρεις τελευταίοι, Κατσάνης, Μπουσμπούκης και Ντίνας, κατέλαβαν και πανεπιστημιακές έδρες, είναι εκλεκτοί μας συνάδελφοι, με πολλές μελέτες για τη βλάχικη γλώσσα). Έχουμε, επίσης, τις εργασίες του Σταμάτη Μπέη, ερευνητή της Ακαδημίας Αθηνών, τη διατριβή της Δέσποινας Χανέλη για το βλάχικο ιδίωμα της περιοχής Καλαμπάκας, και ένα πλήθος άλλων δημοσιεύσεων, βιβλίων ή άρθρων -αναφέρω ενδεικτικά: του Λευτέρη Αλεξάκη, του Γιώργου Ανδρουλάκη, του Γιώργη Έξαρχου, του Παναγιώτη Ζώγα, του Αντώνη Κολτσίδα, του Αστέριου Κουκούδη, του Δημήτρη Στεργίου, του Στέφανου Σωτηρίου κ.ά.

ΠΡΟΣΟΧΗ!
Για να προβληθεί σωστά αυτή η σελίδα, πρέπει είτε να έχετε ενεργή την Javascript
είτε να έχετε ήδη εγκαταστήσει τη γραμματοσειρά FlorinaSerif

 

Ξαναγυρίζοντας στον Αντώνη Βασιλείου, θυμίζω ότι δεν ξεκίνησε τη συγγραφή τού βιβλίου του τελείως απροετοίμαστος. Πάει καιρός που ασχολείται με την επιτόπια έρευνα, ενώ από το 2008 άρχισε να δημοσιεύει σχετικά άρθρα και μελέτες, και, μάλιστα, το 2012 δημοσιεύτηκε το βιβλίο του: «Τοπωνυμικό της Βλαχόφωνης (Καραγκούνικης) Περιοχής της Ακαρνανίας. Γεωγραφική και Ιστορική Επισκόπηση». Να μου επιτρέψετε να επισημάνω, με την εμπειρία που απέκτησα ως ερευνητής κατά τη δεκαοκταετή θητεία μου στο «Κέντρο Ερεύνης των Νεοελληνικών Διαλέκτων και Ιδιωμάτων» της Ακαδημίας Αθηνών, ότι, εάν δεν γνωρίζεις με λεπτομέρειες τις ιστορικές τύχες της κοινωνικής ομάδας που ερευνάς, εάν δηλαδή δεν είσαι καλός γνώστης της τοπικής ιστορίας μιας περιοχής, όπως και εάν δεν γνωρίζεις, ει δυνατόν εξ αυτοψίας, το γεωγραφικό ανάγλυφο του χώρου τον οποίον μελετάς, δεν είναι δυνατόν να έχεις ασφαλή συμπεράσματα σχετικά με την ονοματολογία (είτε για τα επώνυμα πρόκειται είτε για τα τοπωνύμια ή μικροτοπωνύμια).

Στο παρουσιαζόμενο βιβλίο, όπως ο ίδιος ο συγγραφέας σημειώνει, αντικείμενο της μελέτης του αποτελεί το βλάχικο (λατινογενές) ιδίωμα το οποίο «ομιλείται από μια γλωσσική ομάδα που κατοικεί εδώ και αιώνες -απομονωμένη από όλες τις άλλες βλαχόφωνες ομάδες- στην Ακαρνανία», η οποία, όσον αφορά «την εξάπλωση της βλάχικης γλώσσας», με κριτήριο τη μόνιμη εγκατάσταση βλαχόφωνων πληθυσμών, μπορεί να θεωρηθεί ως «το νοτιότερο σημείο» όχι μόνο της Ελλάδας αλλά και της Βαλκανικής Χερσονήσου. Τα χωριά της Ακαρνανίας όπου ομιλείται το συγκεκριμένο λατινογενές ιδίωμα είναι: η Στράτος, τα Όχθια, η Γουριώτισσα, η Παλαιομάνινα, το Αγράμπελο, το Στρογγυλοβούνι και ο οικισμός Μάνινα Βλυζιανών.

Το υπό εξέταση ιδίωμα εμφανίζει πολλές και σημαντικές διαφορές (λεξιλογικές, φωνολογικές, μορφολογικές κτλ.) από όλα τα άλλα βλαχικά ιδιώματα. Εκείνο, όμως, το χαρακτηριστικό που το κάνει να ξεχωρίζει, οφείλεται στο γεγονός ότι οι ομιλητές του ήταν, κατ’ ουσίαν, τρίγλωσσοι, εφόσον γνώριζαν ή/και μιλούσαν τα αρβανίτικα, εκτός από τα βλάχικα και τα ελληνικά. Στη σ. 52 του πρώτου μέρους, όπου ο συγγραφέας ασχολείται γενικά με τη βλάχικη γλώσσα, σημειώνει: «Το γεγονός της ύπαρξης πολλών λέξεων αλβανικής προέλευσης στο λεξιλόγιο της συγκεκριμένης γλωσσικής ομάδας δικαιολογεί απόλυτα το προσωνύμιο Αρβανιτόβλαχοι που της έχει αποδοθεί». Μας δίνει, μάλιστα, και κάποια στατιστικά στοιχεία (λ.χ., από τον τομέα των τοπωνυμίων, όπου το 33,5% είναι λατινικής προέλευσης, το 27,5% ελληνικής προέλευσης και το 21% αλβανικής). «Αυτό εξηγείται φυσικά -μας λέει στις σσ. 42-43- από το γεγονός ότι οι Βλαχόφωνοι της Ακαρνανίας έλκουν την καταγωγή τους από την Αλβανία καθώς η συγκεκριμένη γλωσσική ομάδα εγκαταστάθηκε μόνιμα στην περιοχή της Ακαρνανίας μόλις στα μέσα περίπου του 19ου αι.», εγκαταλείποντας την «κοιτίδα» της, που ήταν η Βόρεια και η Νότια Ήπειρος και ένα μέρος της Δυτικής Μακεδονίας.

Στο πρώτο μέρος του βιβλίου ο συγγραφέας ασχολείται, όπως είπαμε, γενικότερα με την καταγωγή της βλάχικης γλώσσας, αντιμετωπίζοντας νηφάλια, και θα πρόσθετα συναινετικά, τις δύο διαμετρικά αντίθετες απόψεις: την πρώτη, η οποία διατυπώνεται κυρίως από ρουμάνους ιστορικούς και γλωσσολόγους της προπολεμικής περιόδου, και η οποία υποστηρίζει ότι οι Βλάχοι προέρχονται από τα βόρεια της Βαλκανικής (από λαούς που εκλατινίστηκαν κατά μήκος του άξονα του Δούναβη, όπως λ.χ. οι Δακορουμάνοι) –και τη δεύτερη, η οποία υποστηρίζεται από την ελληνική επιστήμη αλλά και από νεότερους ρουμάνους και ξένους ερευνητές, και η οποία πρεσβεύει ότι πρόκειται για αυτόχθονες εκλατινισμένους Έλληνες της Ηπείρου, της Θεσσαλίας και της Μακεδονίας (μ’ άλλα λόγια, για τα αποτελέσματα του εκλατινισμού που έγινε κατά μήκος του άξονα της Εγνατίας Οδού).

Όπως πολύ σωστά υπογραμμίζει και ο Κώστας Ντίνας, στον πρόλογο του παρουσιαζόμενου βιβλίου, «η γλώσσα των Βλάχων, τα Βλάχικα (ή Αρωμουνική στη λόγια βιβλιογραφία), είναι γλώσσα νεολατινική, αυτόνομη και ισότιμη με την ιταλική, γαλλική, ισπανική, ρουμανική και προέρχεται από τη λαϊκή προφορική [λατινική] της Βαλκανικής. Δεν είναι διάλεκτος της Ρουμανικής, αλλά κόρη, όπως και η ρουμανική, της λατινικής. Οι Βλάχοι αποκαλούν τους εαυτούς τους Armînu, δηλαδή (με ένα προθετικό α- μπροστά:) Romanus ( Ρωμανία, ως γνωστόν, ονομαζόταν ολόκληρο το Βυζάντιο), όπως συνήθιζαν ν’ αποκαλούν Ρωμαίους -και στη λαϊκή γλώσσα Ρωμιούς- τους εαυτούς τους όλοι οι υπήκοοι του Βυζαντίου. Η ονομασία Βλάχος δεν χρησιμοποιείται από τους ίδιους, παρά μόνο επειδή τους επιβλήθηκε από μη Βλάχους».

Θα ήθελα, ακόμη, να εστιάσω σε δύο σημεία, [1] στο ότι «η Αρωμουνική είναι γλώσσα χωρίς κρατική υπόσταση» και [2] στο ότι η Αρωμουνική «είναι γλώσσα χωρίς γραπτή παράδοση, όπως χιλιάδες άλλες γλώσσες στην υφήλιο». Ως προς το πρώτο σημείο, καλό είναι να θυμίζουμε ότι οι Έλληνες Βλάχοι ουδέποτε απέβλεψαν σε κάποιου είδους κρατικό μόρφωμα, και μάλιστα απέτρεψαν μετά βδελυγμίας τους ελάχιστους ξενοκίνητους. Όπως έγραψε κάποτε η εφ. των Ιωαννίνων Η Φωνή της Ηπείρου (το φύλλο έχει αναπαραχθεί στην ιστοσελίδα vlahoi.net, όπου μάλιστα είδα και αναγγελία της αποψινής εκδήλωσης): οι Βλάχοι, έγραφε στο πρωτοσέλιδο η εφημερίδα, υπήρξαν « άνθρωποι εμφορούμενοι ανέκαθεν υπό αισθημάτων φιλελληνικωτέρων και αυτών των Ελλήνων», γι’ αυτό, άλλωστε, όπως όλοι μας ξέρουμε, μέσα από τους Βλάχους αναδείχθηκαν τόσοι πολλοί «εθνεγέρτες», όπως ο Ρήγας Φερραίος, αγωνιστές της Επανάστασης του 21 (όπως ο Ιωάννης Φαρμάκης, ο Γιωργάκης Ολύμπιος και ο Νικόλαος Κασομούλης), ποιητές (όπως ο Κρυστάλλης, ο Μαλακάσης, ο Βαλαωρίτης), εθνικοί ευεργέτες (όπως ο Αβέρωφ, ο Τοσίτσας, ο Ζάππας, ο Σίνας, πατέρας και υιός, ο Αρσάκης, ο Ριζάρης -στις δωρεές των οποίων οφείλονται το Παναθηναϊκό Στάδιο, το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, το Ζάππειο Μέγαρο, η Ακαδημία Αθηνών, το Εθνικό Αστεροσκοπείο, το Αρσάκειο, η Ριζάρειος Σχολή, η Σχολή Ευελπίδων, το Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο, το θωρηκτό «Αβέρωφ» κ.ά.). Βλάχοι υπήρξαν και ένα πλήθος άλλες προσωπικότητες που συνέβαλαν σημαντικά στην πολιτιστική, την κοινωνική και την οικονομική ανάπτυξη της χώρας.

Μολονότι τα λεξικά συντηρούν, προκειμένου για το βλάχος, και τη μειωτική σημασία “αγροίκος, άξεστος, επαρχιώτης”, η αλήθεια είναι ότι μεταξύ των βλάχων αναπτύχθηκε και μια αριστοκρατία των βουνών ή των ορέων / ωραίων (με όμικρον και έψιλον, αλλά και με ωμέγα και άλφα γιώτα –διατί να το κρύψωμεν, άλλωστε).

Ως προς το δεύτερο σημείο στο οποίο θα ήθελα να εστιάσω, αληθεύει, δυστυχώς, ότι η μοίρα των γλωσσών που μόνο μιλιούνται αλλά δεν γράφονται ή/και δεν κανονικοποιούνται με την έκδοση λεξικών, γραμματικών κτλ. -η μοίρα τους είναι να χάνονται... νωρίτερα. Όταν ο Γεώργιος Χατζιδάκις ίδρυσε το Αρχείο του Λεξικού της Ακαδημίας Αθηνών, η πρώτη του φροντίδα ήταν να καταγραφούν κατά προτεραιότητα, με επιτόπιες γλωσσοσυλλεκτικές αποστολές, οι γεωγραφικές ποικιλίες της Νέας Ελληνικής, που συνέχιζαν την προφορική παράδοση της γλώσσας και κινδύνευαν, για πολλούς και γνωστούς λόγους, να αφανιστούν. Για την απόδοση, μάλιστα, των ιδιαίτερων φθόγγων λ.χ. της Ποντιακής, της κυπριακής ή της Τσακωνικής, χρειάστηκε να συμπληρώσουν το ελληνικό αλφάβητο με ειδικά γραφήματα και σύμβολα. Με ανάλογο τρόπο, για την απόδοση των φθόγγων της βλάχικης γλώσσας οι επιστήμονες μελετητές που προαναφέραμε (όπως και ο Αντώνης Βασιλείου), καθιέρωσαν το λατινικό αλφάβητο, συμπληρώνοντάς το με ειδικά σύμβολα. Σώζονται (έχω κι εγώ στην κατοχή μου) κείμενα στη βλάχικη γλώσσα γραμμένα με ελληνικούς χαρακτήρες, κείμενα σε συνεχή λόγο, τα περισσότερα με λογοτεχνική αξία: λαϊκά παραμύθια, παροιμίες, τραγούδια κ.ά. στιχουργήματα με πλούσια και ενδιαφέρουσα ή και πρωτότυπη ομοιοκαταληξία -ένας ολόκληρος πολιτιστικός θησαυρός που δεν πρέπει να χαθεί. Η έρευνα του Αντώνη Βασιλείου, σε ό,τι αφορά το βλάχικο ιδίωμα της Ακαρνανίας, πρέπει να συνεχιστεί και προς αυτή την κατεύθυνση.

Περνάω, τώρα, στο δεύτερο μέρος του βιβλίου, το εκτενέστερο και ειδικότερο. Εφόσον η κοιτίδα των Αρβανιτόβλαχων της Ακαρνανίας είναι η Βόρεια Ήπειρος ή η Νότια Αλβανία, η γλωσσική τους ποικιλία ανήκει στην ίδια ομάδα στην οποία ανήκουν και τα βλάχικα ιδιώματα τα οποία μιλούσαν οι Φρασαριώτες, οι Μοσχοπολίτες, οι Βλάχοι του Γράμμου και του Βιτσίου και άλλοι στις γύρω περιοχές. Όλες αυτές οι βλάχικες ποικιλίες συγκροτούν τη λεγόμενη «βόρεια διαλεκτική ομάδα». Αντιθέτως, τα βλάχικα ιδιώματα της Δυτικής Μακεδονίας με κέντρο τη Σαμαρίνα, της Ηπείρου με κέντρο το Μέτσοβο, της βορειοδυτικής ορεινής Θεσσαλίας και του Ολύμπου (Βλαχολίβαδο, Κοκκινοπλός, Βλαχοφτέρη κτλ.) συγκροτούν τη λεγόμενη «νότια διαλεκτική ομάδα».

Όλα τα ιδιώματα, βόρεια και νότια, έχουν υποστεί την επίδραση της Ελληνικής, ιδίως στο λεξιλόγιο. Μερικά από τα λεξιλογικά δάνεια είναι αρκετά παλαιά, τόσο που μπορεί να γίνεται λόγος για λεξιλογικούς αρχαϊσμούς στο βλάχικο ιδίωμα. Θα δώσω ένα παράδειγμα που το χρωστάω στην παρατηρητικότητα της βλαχόφωνης μητέρας μου, με καταγωγή από τη Σμίξη Γρεβενών: για την ιταλικής προέλευσης λέξη της κοινής νεοελληνικής: κάλτσα, το βλάχικο ιδίωμα που χρησιμοποιούσε η μητέρα μου είχε τη λέξη: lipud!, πληθ. lipudz, και με το άρθρο στο τέλος: lipudzili. Παρατήρησε, όμως, ότι τα βλάχικα ιδιώματα του Ασπροποτάμου είχαν, αντίστοιχα, τη λέξη: prpodzili, όπου, εάν βγάλουμε το li, έχουμε prpodz, δηλαδή περιπόδια, ενικός: περιπόδιον = η αντίστοιχη αρχαία λέξη (την έχουν όλα τα αρχαιοελληνικά λεξικά)!. Όταν κάποτε επιμορφώναμε δασκάλους και δασκάλες από τα ελληνικά σχολεία της Βορείου Ηπείρου, διαπιστώσαμε ότι ούτε αυτοί στο δικό τους ελληνικό ιδίωμα χρησιμοποιούσαν τη λέξη κάλτσες, αλλά τη λέξη περιπόδια, όπως και, αντί για πόρτα και πορτούλα, έλεγαν αρχαϊστικά: θύρα και θυροπούλα. Είναι, άραγε, τυχαίο το ότι και οι γείτονες των ελληνόφωνων βορειοηπειρωτών, οι Αρβανιτόβλαχοι του υπό μελέτη δείγματος, δεν λένε κάλτσες ή lipudz, παρά prpodz (όπως τουλάχιστον με βεβαιώνει και ο Αντώνης Βασιλείου);

Η άλλη όψη της διείσδυσης του ελληνικού λεξιλογίου έχει να κάνει με το ότι, εφόσον δεν υπάρχει γραφή, η λατινογενής λέξη σταδιακά ξεχνιέται και αντικαθίσταται από την ελληνική: στα δικά μας βλάχικα, λέγανε παλαιότερα: πρι μουρ, δηλ. “στον τοίχο”, και τώρα, όλο και περισσότερο: πρι τοίχου. Έτσι και στην περίπτωση απώλειας λέξεων σχετικών με επαγγέλματα ή αξιώματα, τα ελληνικά υποκατάστατα, μαζί με το άρθρο lu της βλαχικής στο τέλος: π.χ. μηχανικόlu, αξιωματικόlu κ.τ.ό., δίνουν αφορμή στους... Γκρέκους να μας περιπαίζουν ότι έχουμε πολλές λέξεις με την κακέμφατη κατάληξη: -κόlu. Επίδραση της Ελληνικής εντοπίζεται, μεταξύ άλλων, και στα σύνθετα, με αποτέλεσμα, στο βλάχικο ιδίωμα της Ακαρνανίας (και όχι μόνο) να δημιουργούνται υβριδικοί σχηματισμοί: α΄ συνθετικό ελληνικό, π.χ. ξενο- ή ψευτο- ή ματα- (δηλ. μετα- = ξανά), αλλά β΄ συνθετικό λατινογενές: csinuucr²dz% (ξενοδουλεύω), psiftubin²dz% (ψευτοζώ), matav²d% (ξαναβλέπω).

Στον τομέα της φωνητικής και της φωνολογίας, εντοπίζεται η επίδραση του λεγόμενου ‘βορειοελλαδικού φωνηεντισμού’ της Ελληνικής, με βάση τον οποίο λ.χ. τα άτονα e και ο, προφέονται αντίστοιχα ως i και u (λ.χ. το παιδί και το άλογο προφέρονται ως πιδί και άλουγου), επίδραση που ασκείται στα βλάχικα ιδιώματα της νότιας ομάδας, αλλά και στο αρβανιτοβλάχικο ιδίωμα, ιδίως από την εποχή που οι ομιλητές του εγκαθίστανται στην Ακαρνανία, στα ελληνικά ιδιώματα της οποίας παρατηρείται επίσης η στένωση των άτονων e και ο.

Κοινό στοιχείο με τις ποικιλίες της βόρειας διαλεκτικής ομάδας έχουν τα αρβανιτοβλάχικα την ειδική προφορά τού r, με έντονο κραδασμό.

Εντελώς ξεχωριστό χαρακτηριστικό τους αποτελεί ό,τι ο συγγραφέας αποκαλεί ‘αλλοφωνία’ του άλλου υγρού συμφώνου, του l, πριν από τα φωνήεντα / a, o, i και u /, όπου ή τρέπεται σε ημίφωνο / /, π.χ. αντί lapti (γάλα) έχουμε %apti, ή, ενίοτε, αποβάλλεται: λ.χ. ocu και ucru αντί locu και lucru, που έχουν τα άλλα βλάχικα ιδιώματα, από τις λατινικές λέξεις, αντίστοιχα, locus = τόπος, χώρος, και lucrum = δουλειά, εργασία.

Εκεί όπου στα δικά μας ηπειρωτικο-μακεδονικά βλάχικα ιδιώματα υπάρχουν συμφωνικά συμπλέγματα, στο αρβανιτοβλάχικο ιδίωμα παρατηρείται ή απλοποίηση, δηλ. αντί l²mn% (ξύλο), somn% (ύπνος) και aclo (επιρρ., εκεί), έχουμε: l²m%, som%, και aco - ή ανάπτυξη ενός ημίφωνου / % / για τη διάλυση του συμπλέγματος και τη διευκόλυνση της προφοράς: αντί agr% (αγρός), γiatr% (γιατρός), mcai (έφαγα), έχουμε: ag%r%, γiat%r%, m%cai.

Άλλη χαρακτηριστική διαφορά του αρβανιτοβλάχικου ιδιώματος, ο σχηματισμός του μελλοντα: στα δικά μας ιδιώματα λέμε va vai) fug%, όπου το μόριο va προέρχεται από το ρήμα voi = θέλω, ενώ στο ιδίωμα της Ακαρνανίας, μαζί με το va προστίθεται, αρχαϊκότερα, και ο τελικός σύνδεσμος s’ : va s’ fug% (πβ. θε να φύγω). Εννοείται ότι οι διαφορές δεν εξαντλούνται με τα παραδείγματα που έδωσα (υπάρχουν και άλλες).

Σε αντίθεση με τη λατινική ή την ελληνική, τα βλάχικα ιδιώματα έχουν 36 φθόγγους (τα αρβανιτοβλάχικα 35, ένα φωνήεν λιγότερο). Οι ενδιάμεσοι φωνηεντικοί φθόγγοι της βλάχικης γλώσσας είναι που καθιστούν δύσκολη την προφορά της. Μου είχε κάνει εντύπωση από παιδί η παιγνιώδης στερεοτυπική φράση, χωρίς ιδιαίτερη σημασία, αλλά με δυσκολία προφοράς, όπου μπαίνουν στη σειρά οι λέξεις: αβγά, σταφύλια, πρόβατα (γύρω από μια βρύση): ua%, au!, oi (divarling! di shoputlu ή davrigira, όπως έχει μετατραπεί το divarling! στο αρβανιτοβλάχικο ιδίωμα).

Στο δεύτερο μέρος του βιβλίου, ο συγγραφέας αφιερώνει δύο ολόκληρα κεφάλαια στα θέματα της Φωνητικής, όπως και ένα εκτενές κεφάλαιο σε θέματα μορφολογίας, παραγωγής και σύνθεσης όχι μόνο κοινών ή προσηγορικών λέξεων αλλά και κύριων ονομάτων, όπως είναι τα βαπτιστικά, τα επώνυμα, τα παρωνύμια (παρατσούκλια) -γι’ αυτά τα τελευταία, μάλιστα, προσθέτει και ειδικά παραρτήματα στο τέλος του βιβλίου, με πλούσιο υλικό, με πολλές ερμηνευτικές πληροφορίες και προσπάθεια ετυμολόγησης (αξίζει τον κόπο να τα περιεργαστείτε, μπορεί να λύνουν απορίες που σας αφορούν και... δεν το ξέρετε!).

Σε ό,τι αφορά τα είδη των λέξεων (τα μέρη του λόγου) που πραγματώνονται στο ιδίωμα, αφιερώνει ξεχωριστά κεφάλαια, τόσο στα κλιτά: στο ουσιαστικό, στο ρήμα (για το οποίο προσθέτει στα παραρτήματα ευθύ και αντίστροφο αλφαβητικό πίνακα), στο επίθετο (χωριστό κεφάλαιο στα αριθμητικά), στις αντωνυμίες, στο άρθρο -όσο και στα άκλιτα: στα επιρρήματα, στις προθέσεις, στους συνδέσμους, ακόμη και στα επιφωνήματα (σε μια έκταση που δεν τη συναντάς στις Γραμματικές της Κοινής Νεοελληνικής).

Η εκτενής (665 σσ.) επιστημονική εργασία του Αντώνη Βασιλείου συνιστά μιαν εξαντλητική φωνητική, μορφολογική και λεξιλογική περιγραφή του αρβανιτοβλάχικου ιδιώματος της Ακαρνανίας. Μακάρι τέτοιου είδους εξαντλητικές μελέτες να είχαμε και για πολλά ιδιώματα της Νέας Ελληνικής. Κανονικά, η μελέτη αυτή θα έπρεπε να υποβληθεί στο Κέντρο Ερεύνης των Νεοελληνικών Διαλέκτων και Ιδιωμάτων για βράβευση από την Ακαδημία Αθηνών, αλλά, βλέπετε, αφορά όχι ένα ιδίωμα / μια γεωγραφική ποικιλία της ελληνικής, αλλά της βλάχικης γλώσσας. Η Σιναία Ακαδημία Αθηνών δεν φρόντισε, χρόνια τώρα, να ιδρύσει και ένα κέντρο μελέτης της μητρικής γλώσσας του ευεργέτη της Σίμωνος Σίνα, ας πούμε ένα Κέντρο Βλαχολογικών Μελετών.

Ευτυχώς, ο επιστημονικός κόσμος της χώρας, όπως και ο γενέθλιος χώρος και οι συντοπίτες του Αντώνη Βασιλείου, μαζί με το ΔΣ της Αιτωλικής Πολιτιστικής Εταιρείας, ξέρουν και ν’ αξιολογούν και να τιμούν ανθρώπους και εργασίες, που συμβάλλουν όσο τίποτε άλλο στη διατήρηση της πολιτιστικής μας κληρονομιάς.

Αντώνη, s’ hii gini.

Αθανάσιος Νάκας
Καθηγητής Γλωσσολογίας, Πανεπιστήμιο Αθηνών / ΠΤΔΕ
Διευθυντής Εργαστηρίου Εφαρμοσμένης Γλωσσολογίας
και Μελέτης της Λογοτεχνίας και της Ρητορικής

Παρουσίαση του βιβλίου του Αντώνη Βασιλείου
Το Αρβανιτοβλάχικο (Καραγκούνικο) γλωσσικό Ιδίωμα της Ακαρνανίας:
Φωνολογική, λεξιλογική και μορφο-συντακτική περιγραφή
Αθήνα 13 Μαρτίου 2016