Βιβλιοπαρουσιάσεις

oneira-foukismΓεννήθηκα στις 13.12.1940. Στην Ήπειρο κάτω από το χωριό Λάβντανη (Λάβδανη), στα παραποταμάκια του ποταμού Καλαμά, όπου περνούσε η στάνη του νομά πατέρα μου, όπου εκείνη τη χρονιά, λόγω του πολέμου, καθυστέρησαν, ενώ έπρεπε να φύγουν το Νοέμβρη έφυγαν το Δεκέμβρη και η δύστυχη λεχώνα μάνα μου έπρεπε να περπατήσει 4-5 μέρες μέχρι να φτάσουν στα χειμαδιά τους στο Στίλο απέναντι από την Κέρκυρα, όπου θα έμεναν στις αχυροκαλύβες. Εκεί έμεναν με τις στάνες τους μέχρι την άνοιξη, όπου έβγαιναν στο Πωγώνι, στη Νεμέρτσικα και σε άλλα ψηλά βουνά, ζώντας τη νομαδική ζωή απο τότε που γεννήθηκα μέχρι που πήγα στρατιώτης. Αγάπησα τη φύση και τα ζώα στα όμορφα βοσκοτόπια της Ηπείρου, γι' αυτό και όλα μου τα ποιήματα τα υπογράφω ως «βοσκός».

 

Ο πατέρας μου Δημήτρης, ο παππούς μου Βασίλης και οι προπαππούδες μου ήταν Βλάχοι από το Μετζηντιέ-Κεφαλόβρυσο και κατοικούσαν εκεί από το 1850, όταν κατα την γνώμη μου κατοικήθηκε το Μετζηντιέ. Η μητέρα μου, Κατερίνα Γήτσου, ήταν απο τους Βλάχους Κολονιάτους και τα παιδικά και εφηβικά χρόνια τα πέρασε τα καλοκαίρια στο βουνό Γράμμος κοντά στη παλιά Γράμουστα. Ήταν και αυτοί νομάδες και το χειμώνα πήγαιναν προς το Ξαμίλι - Κονήσπολη. Εγώ παντρεύτηκα το 1961 με τη Γληκερία Μεντή και αποκτήσαμε δύο παιδιά, το Δημήτρη και τη Γλυκερία. Η θυγατέρα μου παντρεύτηκε με τον Γιάννη Ντόντη και απέκτησαν δύο παιδιά, το Βαγγέλη και το Βασίλη. Ο γιός μου Κώστας πέθανε απο κάποιο ατύχημα στα 28 του χρόνια. Ο θάνατος του με πλήγωσε βαριά και για να απαλύνω τον πόνο μου έγραψα τα ποιήματα-μοιρολόγια. Είμαι ένας αγράμματος άνθρωπος, στο σχολείο πήγα μόνο τρία καλοκαίρια. Εφημερίδες και βιβλία άρχισα να διαβάζω μόλις πήγα στρατιώτης και αμέσως μετά στη Γερμανία και συγκεκριμένα στην μικρή και πανέμορφη πόλη Όλπε, όπου έζησα δουλεύοντας μαζί με την γυναίκα μου για ένα καλύτερο μέλλον για εμάς και τα παιδιά μας. Ανήκω στη γενιά του 1.1.4. Το 1968 οι συγγενείς μου με ειδοποίησαν να μην κατέβω στην Ελλάδα γιατί είχα κατηγορηθεί οτι ανήκα στις οργανώσεις στο εξωτερικό του Ανδρέα Παπανδρέου, όμως πήγα στο χωριό μου για να βρεθώ στο γάμο της αδελφής μου και μου αφαιρέθηκε το διαβατήριο και μετά απο μερικές ταλαιπωρίες μου το έδωσαν πάλι και πήγα στη δουλειά μου στην αγαπημένη μου πράσινη πόλη Όλπε, όπου έγραψα σχεδόν όλα μου τα ποιήματα. Τώρα είμαι συνταξιούχος στο Κεφαλόβρυσο.

 

Νοσταλγώντας τα παιδικά και εφηβικά μου χρόνια, που τα έζησα στην ιδιαίτερη πατρίδα μου την Ήπειρο, όχι τόσο στα χωριά και στις πόλεις όσο στην εξοχή, στα βοσκοτόπια με τα ζώα της στάνης, νοσταλγώντας τη φωνή της μάνας μου, τον πατέρα, τις αδελφές μου, τα ξαδέλφια μου, τους παιδικούς φίλους, πήγα στη Γερμανία και δούλευα στα εργοστάσια, αλλάζοντας τελείως τον τρόπο της ζωής μου. Δε μπορώ να πώ αν άλλαξε προς το καλύτερο ή προς το χειρότερο. Σίγουρος είμαι ότι κάτι άφησα πίσω. Άφησα πίσω κάτι που έπαιρνε τακτικά το μυαλό μου από το σώμα που ήταν στη Γερμανία και το φτερούγιζε στο όμορφο χωριό μου Ήταν και η νοσταλγία και εκεί που δούλευα στις μηχανές. Άρχισα να γράφω με τον καθυστερημένο μου τρόπο τα πρώτα μου ποιήματα και είναι ο καημός μου και το παράπονο μου που δεν μου δόθηκε η ευκαιρία να μάθω γράμματα, λόγω του αγώνα της οικογένειας μου για την επιβίωση, όπως συμβαίνει με τους περισσότερους ανθρώπους. Τα τρία καλοκαίρια που πήγα σχολείο αγαπούσα πολύ τα ποιήματα. Τότε στις 15 Αυγούστου, κάναμε γιορτή των εξετάσεων. Εγώ θυμάμαι όχι μόνο τα τρία ποιήματα που είχα εγώ στα τρία καλοκαίρια, μα θυμάμαι ακόμα και τα ποιήματα που είχαν οι συμμαθητές μου. Διάβασα και θαύμασα μερικούς Έλληνες ποιητές όπως Σολωμός, Παλαμάς, Κρυστάλλης Ρίτσος, Βαλαωρίτης. Οι καινούργιοι δε μου μπαίνουν στη καρδιά. Ο Ανδρέας Κάλβος έχει πει ότι η ομοιοκαταληξία είναι βαρβαρότητα. Συμφωνώ απόλυτα, γιατί κουράζει αυτόν που γράφει και πολλές φορές δεν μπορεί να γράψει αυτό που θέλει. Εγώ σχεδόν όλα μου τα ποιήματα τα γράφω με ομοιοκαταληξία, γιατί μου έγινε τρόπος έκφρασης. Και το μυθιστόρημα μου είναι σχεδόν όλο έμμετρο, δηλαδή η κάθε γραμμή έχει δεκαπέντε συλλαβές. Δεκαπεντασύλλαβα είναι τα περισσότερα δημοτικά τραγούδια και μαντινάδες. Το μυθιστόρημα μου είναι τελείως φανταστικό. Όλα τα ονόματα των ανθρώπων είναι φανταστικά και παρακαλώ τους αναγνώστες μου αν τυχόν και συμπίπτει κάποιο όνομα, θα είναι τυχαίο. Το μυθιστόρημα είναι μύθος, που όμως έχει βγει από την ζωή, τον τρόπο ζωής, την κουλτούρα του λαού μας. Είναι όπως τις πιο πολλές φορές στη Λογοτεχνία ένα ψέμα που πηγάζει όμως από την αλήθεια. Τα ποιήματα μου και γενικά ό,τι είναι στο βιβλίο μου είναι αποκλειστικά δικά μου. Μερικά από τα πρώτα μου ποιήματα δημοσιεύτηκαν στην εφημερία I.G.M Συνδικάτου της Μεταλλοβιομηχανίας της Γερμανίας όπου τις δεκαετίες '70 και '80 εξέδιδαν και ένα φύλλο στην ελληνική γλώσσα. Στο Συνδικάτο αυτό υπήρξα μέλος σε όλα τα χρόνια που βρισκόμουν στην Γερμανία και τα πιο πολλά χρόνια μέλος του εργατικού συμβουλίου του εργοστασίου Κάρλ Ιμόιζερ. Δέκα ποιήματα μου δημοσιεύθηκαν στην εφημερίδα του χωριού μου «Πηγή Κεφαλοβρύσου». Δεν ήρθα ποτέ σε επαφή με κανέναν επώνυμο συγγραφέα ή δημοσιογράφο, ούτε και σήμερα που γράφω αυτά έχω πάει σε κάποιον εκδοτικό οίκο. Έγραψα το βιβλίο μου έτσι απλά για να βγάλω από μέσα μου με τον απλό μου τρόπο αυτά που νιώθω, αυτά που αγαπώ ή δεν αγαπώ, αυτά που φεύγουν και δε γυρίζουν και ίσως θα πρέπει να τα θυμόμαστε, αυτά που αλλάζει γύρω μας ο φευγαλέος χρόνος και έρχονται άλλα κι εγώ ειλικρινά δεν μπορώ να πώ πότε ήταν ή είναι καλύτερα, πρώτα ή τώρα. Σίγουρα μερικά πρέπει να τα θυμίσουμε και αν μπορούμε να τα κρατήσουμε επάνω μας και να τα δώσουμε στις νέες γενιές, έστω και αν δεν μας καταλαβαίνουν. Ίσως αν τους το πούμε πολλές φορές να θέλουν και αυτές να τα ξέρουν. Γι' αυτό και σε πολλά ποιήματα μου μα και στο μυθιστόρημα μου γράφω πολλά για την αγάπη των νέων ανθρώπων, για την απλή αλλά γνήσια αγάπη. Πιστεύω πως χωρίς αγάπη η ζωή δεν έχει χάρη. Δεν έχει χάρη η ζωή χωρίς έρωτα. Δεν έχει χάρη η ζωή χωρίς παιδάκια στα σπίτια. Δεν έχει χάρη η ζωή αν ζουν οι άνθρωποι μόνοι στην μοναξιά τους. [.....]

[....] Έγραψα με την αγραμματοσύνη μου λίγα λόγια και λίγα τραγούδια από τη ζωή, από το 1940 μέχρι που μπήκαμε 21ο αιώνα. Ιδιαίτερα απο τη ζωή των Βλάχων νομάδων της Ηπείρου, όπου τώρα πια δεν υπάρχουν νομάδες στην Ελλάδα. Ήταν εκείνοι που ήταν μπολιασμένοι με τα βοσκοτόπια και τα ζώα τους και στη ζωή τους είχαν αποκλειστική εξάρτηση με τα ζώα τους.[...]

 

 

Βασίλης Δημητρίου Φούκης, βοσκός
 

Όνειρα και τρικυμία, κουλτουρα και νοσταλγία
Ένα μυθιστόρημα απο την ζωή των Βλάχων της Ηπείρου
και Η φλογέρα του Πόνου
ποιήματα της ανθρωπότητας και της πατρίδας, της αγάπης και της φύσης
της βιοπάλης και της ξενιτιάς, της χαράς και της λύπης
της στάνης και του χωριού

 

Εκδόσεις Δωδώνη, 2010
520 σελ.
ISBN 978-960-385-598-9

8