Διασπορά των Βλάχων

Ιστορία της Κουτσούφλιανης (Παναγία Καλαμπάκας)Ο εκμοντερνισμός των πάντων μέσα στις τελευταίες δεκαετίες ίσως δημιουργεί την αίσθηση σε ορισμένους πως οι Βλάχοι δεν πολυενδιαφέρονται για την ιστορία και τις παραδόσεις τους. Και πως με την καταγραφή τους ασχολούνται μόνο οι ειδικοί, οι οποίοι πολλές φορές γράφουν πλήρως αποστασιοποιημένοι συναισθηματικά, αφού η συγγραφή τέτοιων εργασιών αποτελεί μέρος της δουλειάς και του βιοπορισμού τους.
Επιπλέον έχουμε το φαινόμενο της ενασχόλησης με τη “βλάχικη θεματολογία” ανθρώπων που δεν είναι βλάχικης καταγωγής. Αν και τις τελευταίες τρεις δεκαετίες έχουν γραφτεί και εκδοθεί αρκετά αξιόλογα βιβλία γύρω από τα θέματα των Βλάχων, θα μπορούσε κανείς να επισημάνει πως τα περισσότερα από αυτά αφορούν είτε πολύ ειδικά, είτε πολύ γενικά θέματα.

Ωστόσο, δύο βιβλία που βρέθηκαν στα χέρια μου τους τελευταίους μήνες έρχονται να αποδείξουν, για άλλη μία φορά, πως οι απλοί Βλάχοι όχι μόνο είναι περήφανοι για τη ράτσα τους, αλλά μπορούν να καταγράψουν, να εκφράσουν και να στηρίξουν τους λόγους αυτής της περηφάνιας. Οι συγγραφείς αυτών των δύο βιβλίων δεν είναι επαγγελματίες συγγραφείς και δεν ανήκουν στους κύκλους των “ειδικών επιστημόνων - βλαχολόγων”. Όμως διαβάζοντας τα βιβλία τους γίνεται κατανοητό πως έγραψαν με πάθος και μεράκι, μα κυρίως με αγάπη για τους Βλάχους και τις ιδιαίτερες πατρίδες τους. Κατέγραψαν παραδόσεις και ιστορικά γεγονότα, μα κυρίως αναζήτησαν και παρουσίασαν την αλήθεια. Τα δύο αυτά βιβλία είναι αποτελέσματα επίπονης και μακροχρόνιας εργασίας. Οι συγγραφείς τους αφιέρωσαν πολύτιμο χρόνο και μάλλον θυσίασαν άλλες ασχολίες τους για να μας παρουσιάζουν τα “βλάχικα πράγματα” έτσι όπως όφειλαν να τα γνώριζαν πολλοί από αυτούς, ημεδαπούς ή αλλοδαπούς, που παρουσιάζουν τους εαυτούς τους ως γνώστες και ακόμη χειρότερα ως εκφραστές των Βλάχων.

1. Σάρρος, Γ.Ν., - Στρατής, Α.Δ., “Ιστορία της Κουτσούφλιανης (Παναγία Καλαμπάκας)”, Έκδοση “Αδελφότητος Παναγίας”, Αθήνα 1997.
Οι κύριοι Γ.Ν. Σάρρος και Α.Δ. Στρατής μας παρουσιάζουν όχι μόνο την ιστορία του χωριού τους, της Κουτσούφλιανης - Παναγίας Καλαμπάκας, ενός περήφανου βλαχοχωριού που άλλοτε ανήκε στη “Χώρα Μετσόβου”, αλλά και την πραγματικότητα γύρω από την εθνική συνείδηση και την ταυτότητα των απλών Βλάχων. Στα 1898, μετά τον ατυχή ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897, η Ελλάδα υποχρεώθηκε να παραδώσει την Κουτσούφλιανη στους Τούρκους. Ήταν εποχές που οι προπαγανδιστές προσπαθούσαν να παρουσιάσουν τους Βλάχους ως κάτι εντελώς διαφορετικό από τους υπόλοιπους Έλληνες. Όμως οι κάτοικοι της Κουτσούφλιανης προτίμησαν να εγκαταλείψουν το χωριό τους στο σύνολό τους, να περάσουν τα σύνορα και να δημιουργήσουν ένα νέο χωριό σε ελληνικό έδαφος. Με αυτές τις επιλογές και τις πράξεις ένα ολόκληρο βλαχοχώρι απέδειξε στους πάντες, έμπρακτα και με αυτοθυσία, πως οι Βλάχοι όχι απλά συνδέονται, αλλά ταυτίζονται με τη ρωμιοσύνη και την Ελλάδα

2. Παπανικολάου, Νικόλαος Γ., “Καστανιά, το χωριό μου”, Με την επιμέλεια και δαπάνη του Μορφωτικού και Ευεργετικού Συλλόγου Καστανιάς “Ο Στίνος”, Τρίκαλα 1997.
Ο κύριος Ν.Γ. Παπανικολάου μας παρουσιάζει με τη σειρά του την ιστορία του δικού του χωριού, της Καστανιάς, ενός από τα σπουδαιότερα βλαχοχώρια του Ασπροποτάμου, ενός χωριού που στην εποχή της μεγάλης του ακμής, γύρω στα 1800, είχε ίσως μέχρι και 6.000 κατοίκους. Στάθηκε η ιδιαίτερη πατρίδα σπουδαίων ανθρώπων που προσέφεραν τα μέγιστα στη ρωμιοσύνη, όπως ο ιεράρχης και ιατροφιλόσοφος Διονύσιος Πύρρος (1777-1853). Όμως ο κύριος Παπανικολάου μας μιλά και για πράγματα, που αν και πιο πρόσφατα, είναι ελάχιστα γνωστά στους περισσότερους. Μας μιλά και για τα χρόνια της Κατοχής και του Εμφυλίου, για τις προσφορές των κατοίκων της Καστανιάς προς την πατρίδα και για τα τραγικά βιώματα της καταστροφής και του μαρασμού. Η απελευθέρωση του 1944 βρήκε τα ερείπια της αρχοντικής Καστανιάς να καπνίζουν ακόμη και οι κάτοικοί της θρηνούσαν το χαμό 72 Καστανιωτών, ήταν νέοι άνδρες και γυναίκες, μικρά παιδιά και ηλικιωμένοι. Όμως η Καστανιά δεν ήταν το μοναδικό βλαχοχώρι που γνώρισε την καταστροφή και τον μαρασμό στα χέρια των κατακτητών. Στα χρόνια της Κατοχής περισσότερα από 50 ακμαιότατα μέχρι τότε βλαχοχώρια, από το Πάικο μέχρι το Πωγώνι, τα Τζουμέρκα, τον Ασπροπόταμο και τον Όλυμπο, πυρπολήθηκαν και καταστράφηκαν. Ο αριθμός των Βλάχων που έχασαν τις ζωές τους σε εκείνα τα χρόνια του αγώνα και της προσφοράς είναι δύσκολος να προσδιοριστεί. Όμως είναι σίγουρα κατά πολύ πολλαπλάσιος των 150 ή 300 “Λεγεωνάριων” και των άλλων δοσίλογων βλάχικης καταγωγής. Και μόνο τα βιώματα των κατοίκων της Καστανιάς θα έπρεπε να είχαν οδηγήσει σε οριστική σιωπή όλους όσους ακόμη θέλουν να στιγματίζουν τους Βλάχους συλλογικά για τις πράξεις ορισμένων δοσίλογων και προδοτών.

Αξίζουν λοιπόν θερμά συγχαρητήρια στους κυρίους Σάρρο, Στρατή και Παπανικολάου για τα πραγματικά αξιέπαινα βιβλία τους και για την προσφορά τους όχι μόνο προς τις ιδιαίτερες πατρίδες τους, αλλά και στο σύνολο της Βλαχουριάς. Παίρνοντας όμως αυτή την ευκαιρία θα πρέπει να επισημανθούν και να αναφερθούν και κάποιες άλλες και ανάλογες προσφορές συμπατριωτών μας, οι οποίοι τα τελευταία τριάντα χρόνια έγραψαν και εξέδωσαν κάποια σχεδόν άγνωστα, αλλά πολύτιμα βιβλία - μονογραφίες - άρθρα, για τις ιδιαίτερες πατρίδες τους, για βλαχοχώρια της Μακεδονίας, της Ηπείρου, της Θεσσαλίας και της Ρούμελης. Παρακάτω παρουσιάζεται ένας ονομαστικός κατάλογος 60 και πλέον τέτοιων εργασιών, άλλες ογκώδεις και άλλες μικρές, μα όλες έχουν να μας προσφέρουν πολύτιμα στοιχεία. Ανάμεσα σε αυτά αξίζει να επισημανθεί το δίτομο έργο του κυρίου Δ. Καλούσιου για το Ματσούκι, όπως και η διδακτορική διατριβή του κυρίου Αυδίκου για τους Συρρακιώτες και τη σχέση τους με την Πρέβεζα. Σχεδόν όλοι τους είναι βλάχικης καταγωγής και άνθρωποι που δεν ανήκουν στους κύκλους των “ειδικών - βλαχολόγων”, που κινήθηκαν από αγάπη για τα χωριά τους και περηφάνια για τη καταγωγή τους. Είναι άνθρωποι που εργάστηκαν με πολύ μεράκι και με μεγάλη θέληση για να μας μιλήσουν για πράγματα που διαφορετικά θα χάνονταν, για να μας δείξουν πως οι Βλάχοι και γνώση και λόγο έχουν και μάλιστα μεγαλύτερο και ορθότερο από αυτούς που θέλουν να μιλούν για μας χωρίς εμάς. ΕΥΓΕ σε όλους αυτούς. Ευχής έργο θα ήταν να ακολουθήσουν και άλλοι αυτό το δρόμο και σύντομα να υπάρχει από μία μονογραφία για κάθε βλαχοχώρι και για κάθε βλάχικη εγκατάσταση της πατρίδας μας.

Α. Ι. Κουκούδης