Διασπορά των Βλάχων

Η ΠαλαιομάνιναΣτα 1840, ύστερα από ληστρικές επιθέσεις Τουρκαλβανών, αναφέρεται πως καταστράφηκε και εγκαταλείφθηκε ο μεγάλος οικισμός των Αρβανιτόβλαχων στο Μπιτσικόπουλο. Τότε το μεγαλύτερο μέρος των οικογενειών που είχαν εγκατασταθεί εκεί από την εποχή του Αλή Πασά, έφυγε για περισσότερη ασφάλεια στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος, όπου συνέχισαν τη νομαδοκτηνοτροφική ζωή, μετακινούμενοι ανάμεσα στα Άγραφα και άλλες ορεινές περιοχές της Ευρυτανίας, αλλά και της Ηπείρου, στο τουρκικό τότε ακόμη έδαφος, και τις χαμηλές περιοχές της Ξηρόμερου-Ακαρνανίας μέχρι τις εκβολές του Αχελώου.
Ο L. Heuzey αναφέρει πως στα 1856 αριθμούσαν συνολικά 800 οικογένειες, (περίπου 4.000 με 5.000 ψυχές) και σχημάτιζαν 12 μεγάλα χειμαδιά, που αριθμούσαν το καθένα από 50 έως 100 οικογένειες.[1]

Σταδιακά, ανάμεσα στα 1865 με 1870, άρχισαν να δημιουργούν μονιμότερες εγκαταστάσεις στα χειμαδιά τους. Τα χωριά που τότε δημιουργήθηκαν από αυτούς είναι σήμερα οι νοτιότεροι βλάχικοι οικισμοί. Είναι τα χωριά: Στράτος (Σουροβίγλι ή Γιαννίκα), ΄Οχθεια (Όχτου ή Παγαίικα), Αγράμπελη (Νταγιάντα), Γουριώτισσα (Κατσαρού), Παλαιομάνινα (Κουτσομπίνα), Στρογγυλοβούνι (Στουρνάρι ή Γακαίικα) και Μάνινα Βλιζιανών (Καλέτζι).[2]
Θα πρέπει να επισημανθεί πως οι Αρβανιτόβλαχοι της Στερεάς Ελλάδας έχει επικρατήσει να ονομάζονται Καραγκούνηδες. Σύμφωνα με άρθρο στο περιοδικό Πανδώρα, γύρω στο 1856, οι Αρβανιτόβλαχοι της Αιτωλοακαρνανίας αριθμούσαν περίπου 2.000 ψυχές και είχαν 100.000 πρόβατα που απέφεραν στο ελληνικό δημόσιο το σημαντικό τότε φορολογικό έσοδο των 20.000 δραχμών.[3] Ο G. Weigand αναφέρει πως στα 1888-89 υπήρχαν 2.625 ψυχές στα επτά πρώην χειμαδιά του Αρβανιτόβλαχων της Ακαρνανίας, που σταδιακά εξελίχθηκαν σε σταθερά αγροτοκτηνοτροφικά χωριά και δίνει πολλά περισσότερα στοιχεία για την παραδοσιακή οργάνωσή τους.[4]  

                Ο Π. Αραβαντινός αναφέρει πως, ήδη από την εποχή του Αλή Πασά, κάποιες ομάδες Αρβανιτόβλαχων βρέθηκαν εγκαταστημένες και αποκομμένες στα ορεινά της Ακαρνανίας και της Ευρυτανίας.[5] Αυτή η ολιγόλογη επισήμανση του Αραβαντινού είναι δύσκολο να διευκρινιστεί. Εκτός αν αναφέρεται στους Βλάχους που ο F. Pouqueville βρίσκει να κατοικούν σε μία ομάδα χωριών στις νότιες πλαγιές του Παναιτωλικού, στα σύνορα της Αιτωλίας με την Ευρυτανία, και τους οποίους ονομάζει Κοσινιώτες ή Βωμιείς Βλάχους. Σύμφωνα με την καταγραφή του Pouqueville ο σημαντικότερος οικισμός αυτής της ομάδας ήταν η Κοσίνα, το σημερινό χωριό Κοκκινόβρυση και η συνολική πληθυσμιακή τους δύναμη ανερχόταν σε 1.200 οικογένειες. Στα 1807 οι Βλάχοι της Κοσίνας και των γύρω χωριών βρέθηκαν αντιμέτωποι με τον Αλή Πασά και αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τις εστίες τους. Μετά την αναφερόμενη σύγκρουση με τον Αλή Πασά αποτραβήχτηκαν προς τον ορεινό όγκο του Άνινου, δηλαδή της Οίτης. Από τότε, όμως, έγιναν απόλυτα νομάδες κτηνοτρόφοι και σκόρπισαν σε όλη την Ανατολική Στερεά Ελλάδα, από την Όθρη μέχρι τον Παρνασσό, τον Ελικώνα και την Πάρνηθα στην Αττική.[6] Αναφερόμενος στον πληθυσμό της Αττικής, διαχωρίζει τους εδραίους Αρβανίτες από τους Βλάχους, επισημαίνοντας πως οι Βλάχοι της Αττικής ήταν νομαδοκτηνοτρόφοι και παρουσία τους εκεί ήταν εποχιακή. Τους χειμώνες, κάποια φαλκάρια από τα βλαχοχώρια της Πίνδου, αλλά και του Παρνασσού, διασκορπίζονταν πέρα από τα παραδοσιακά θεσσαλικά χειμαδιά μέχρι τις πεδινές εκτάσεις της Βοιωτίας και της Αττικής. Έβοσκαν τα κοπάδια τους και πουλούσαν τα μάλλινα που παρήγαγαν στις ορεινές κοινότητές τους.[7]

                Το 1834, αμέσως μετά τη σύσταση του νέου ελληνικού κράτους, ένας άλλος Ευρωπαίος, ο Gustave d'Eichtal, αναφέρει την ύπαρξη νομαδοκτηνοτρόφων Καραγκούνηδων-Αρβανιτόβλαχων στην Ανατολική Στερεά Ελλάδα. Κάποιο φαλκάρι αυτών των Αρβανιτόβλαχων έστηνε τότε τα χειμαδιά του στην περιοχή της Αταλάντης. Επιπλέον, ο d'Eichtal προχώρησε σε μία αρκετά ενδιαφέρουσα επισήμανση. Ευχόταν και εισηγούταν να μην εγκαταλείψουν το έδαφος του νεοσύστατου, ακόμη, ελληνικού βασιλείου, έτσι ώστε να ενδυναμώσουν με τον πλούτο και την εργασία τους τη μικρή και φτωχή μετεπαναστατική Ελλάδα. Επισημαίνει πως, αν και δεν είχαν τάση προς τη γεωργία, ο δυναμισμός τους θα μπορούσε να στραφεί στις βιοτεχνίες και το εμπόριο.[8] Στα 1852-54, ο Γάλλος περιηγητής Edmond About συνάντησε νομαδοκτηνοτρόφους Βλάχους στα περίχωρα της Αθήνας και περιέγραψε με αρκετή γραφικότητα το πώς αυτοί οι πιθανότατα Αρβανιτόβλαχοι προμήθευαν στους Αθηναίους τα αρνιά του Πάσχα. Στα γραπτά του δεν άφησε περιθώρια για αμφισβητήσεις, καθώς επισήμανε πως οι Βλάχοι που ζούσαν τότε στην Αττική μιλούσαν μία παραφθαρμένη λατινογενή γλώσσα.[9] Την ίδια περίοδο, ο F. Lenormant επισημαίνει, με τη σειρά του, την ύπαρξη αυτών των πιθανότατα Αρβανιτόβλαχων, στις ίδιες περιοχές και αναφέρει πως κάποιοι από αυτούς έφταναν για χειμαδιά μέχρι τη Μονή Δαφνίου, λίγο έξω από την Αθήνα.[10]

                Μετά τη δημιουργία του ελληνικού κράτους, ο μόνος σημαντικός οικισμός όπου συγκεντρώθηκε ένας αξιόλογος αριθμός αρβανιτοβλάχικων οικογενειών από αυτές που βρέθηκαν σκορπισμένες στην Ανατολική Στερεά Ελλάδα είναι η σημερινή Ανθήλη, το παλιό Ιμίρμπεη ή Μπίρμπιλη, λίγο έξω από τη Λαμία. Στα 1833 το μέχρι τότε τουρκικής ιδιοκτησίας τσιφλίκι της Ανθήλης αγοράστηκε από την οικογένεια των Τζαλλαίων, μία πλούσια ομογενειακή οικογένεια της Βιέννης με καταγωγή από την Κορυτσά. Προσπαθώντας να αξιοποιήσουν τη νεοαποκτηθείσα ακίνητη περιουσία τους οι Τζαλλαίοι προσκάλεσαν κολίγους να εγκατασταθούν και να εργαστούν στο ακατοίκητο τότε τσιφλίκι της Ανθήλης.  Λίγο μετά το 1850, δίπλα στους λιγοστούς ελληνόφωνους και ετερόκλητους κολίγους εγκαταστάθηκε και μία ομάδα 50 περίπου αρβανιτοβλάχικων οικογενειών. Οι οικογένειες αυτές είχαν προηγουμένως προσπαθήσει να δημιουργήσουν ένα νέο μόνιμο οικισμό στην τοποθεσία Βαρδάρι, κοντά στη Μενδενίτσα. Σύμφωνα με παραδόσεις,  θετικό ρόλο για την ομαδική εγκατάστασή τους στην Ανθήλη έπαιξε το γεγονός πως οι Τζαλλαίοι ήταν επίσης βλαχόφωνοι. Εξελικτικά οι Αρβανιτόβλαχοι της Ανθήλης έγιναν γεωργοκτηνοτρόφοι διατηρώντας ωστόσο για αρκετές δεκαετίες ένα θερινό οικισμό στις πλαγιές του Καλλίδρομου στην τοποθεσία Λιαθίτσα κοντά στο μοναστήρι της Δαμάστας. Μικρότερες ομάδες αρβανιτοβλάχικων οικογενειών της ίδια προέλευσης βρέθηκαν εγκατεστημένες και στα χωριά Μενδενίτσα, Μώλος και Έξαρχος.[11]


Δε μπορούμε να είμαστε απόλυτα σίγουροι αν οι Αρβανιτόβλαχοι της Ανθήλης και της Ανατολικής Στερεάς Ελλάδας γενικότερα είναι όλοι τους απόγονοι των Κοσινιωτών Βλάχων ή αν κατάγονται από Αρβανιτόβλαχους που πέρασαν ή βρέθηκαν στην ελληνική τότε επικράτεια κατά το πρότυπο των Αρβανιτόβλαχων της Αιτωλοακαρνανίας. Υπάρχουν βέβαια ενδείξεις πως ένα τουλάχιστον μέρος τους βρίσκονταν ήδη στο χώρο της Ρούμελης πριν από τα γεγονότα της ελληνικής επανάστασης. Το 1851, ένα φαλκάρι Αρβανιτόβλαχων είχε δημιουργήσει μία θερινή καλυβική εγκατάσταση στις νότιες πλαγιές της Όθρης, στη θέση Βομπόκα, κοντά στο χωριό Πελασγία και την τότε συνοριακή γραμμή. Ο υπέργηρος τσέλιγκάς τους, που ονομαζόταν Πούλιος, συνομιλώντας με το νεαρό τότε εγγονό του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, το Θεόδωρο Γενναίου Κολοκοτρώνη, του είπε πως υπήρξε σύντροφος των Κωνσταντή και Θεόδωρου Κολοκοτρώνη και φίλος του Οδυσσέα Ανδρούτσου.[12] Τα στοιχεία αυτά έρχονται να ενισχύσουν την άποψη του Αραβαντινού για την ύπαρξη Αρβανιτόβλαχων στη Ρούμελη πολύ πριν το 1821 και ίσως ακόμη και τις αναφορές του Pouqueville για τους Κοσινιώτες Βλάχους.

                Όταν ανάμεσα στο 1861 με 1874 ο Η. Belle ταξίδεψε σε όλη σχεδόν την τότε Ελλάδα, αναφέρει πως ο συλλογικός αριθμός των Βλάχων που ζούσαν στη Ρούμελη και κυρίως στην Ακαρνανία, τα Άγραφα και τη Οίτη ήταν γύρω στις 12.000 ψυχές.[13] Είναι λοιπόν σαφές πως κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα ένας αξιόλογος αριθμός Βλάχων και μάλιστα Αρβανιτόβλαχων αφομοιώθηκε σταδιακά σε πόλεις και χωριά σε όλη σχεδόν τη Ρούμελη, αποτελώντας συστατικό στοιχείο της δημογραφίας του νέου και μικρού τότε ελληνικού κράτους. Ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η αναφορά του Cousinery, στα 1831, για την παρουσία βλαχόφωνων, και πιθανότατα Αρβανιτόβλαχων, στην περιοχή του Άργους στην Πελοπόννησο. Αναφέρει πως μετά την επανάσταση του 1821 είχε συναντήσει στην αγορά του Άργους κάποιους Βλάχους, άνδρες και γυναίκες, οι οποίοι του είπαν πως ήταν νομαδοκτηνοτρόφοι και πως είχαν τις εγκαταστάσεις τους στην ορεινή περιοχή γύρω από το Άργος. Επιπλέον επισημαίνει πως αυτοί οι Βλάχοι μιλούσαν μία λατινογενή γλώσσα όπως και οι Βλάχοι που είχε συναντήσει στη Μακεδονία.[14]

                Βέβαια αυτοί δεν ήταν οι μόνοι βλάχικοι πληθυσμοί που συνετέλεσαν στη δημογραφία της Ρούμελης. Αν οι παρατηρήσεις και τα γραφόμενα του Pouqueville ανταποκρίνονται έστω και μερικώς στην πραγματικότητα, τότε θα πρέπει να υπολογίσουμε και κάποιους άλλους βλάχικους πληθυσμούς που ήδη στα τέλη του 18ου και τις αρχές του 19ου αιώνα βρίσκονταν μόνιμα εγκαταστημένοι σε ένα μεγάλο αριθμό χωριών της Ρούμελης. Τους ονομάζει Βόιους Βλάχους και μάλλον ταυτίζονται με τους Μπούιους ή Μπογιάνους Βλάχους άλλων παλαιότερων αναφορών. Παρατηρεί πως ζούσαν σε τρεις ιδιαίτερες ομάδες οικισμών και επισημαίνει πως ένα σημαντικό μέρος από αυτούς βρισκόταν ήδη σε προχωρημένο στάδιο αφομοίωσης. Οι ομάδες αυτών των βλάχικων εγκαταστάσεων βρίσκονταν: 1). Γύρω από την Υπάτη, στις βορειοδυτικές πλαγιές της Οίτης.[15] 2). Στα νότια και νοτιοανατολικά του Καρπενησίου.[16] 3). Μάλλον στα βόρεια της Λαμίας, στις πλαγιές της Όθρης, κοντά στη διάβαση της Φούρκας.[17] Υπολόγισε μάλιστα πως ο συνολικός τους αριθμός, μαζί με κάποιους νομαδοκτηνοτρόφους της ίδιας προέλευσης, ήταν περίπου 11.000 ψυχές.[18] Απόγονοι αυτών θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε πως ήταν οι ημινομάδες κάτοικοι του χωριού Σταυροπηγή Ευρυτανίας, γνωστοί και ως Αμπλιανίτες Βλάχοι, από το παλιό όνομα του χωριού, Άμπλιανη. Στις αρχές πια του 20ου αιώνα οι Αμπλιανίτες αναφέρονται να είναι αποκλειστικά ελληνόφωνοι δίχως την ανάμνηση της γνώσης και της χρήσης μίας άλλης γλώσσας, αν και ακολουθούσαν πιστά τα πρότυπα της ημινομαδικής ζωής των Βλάχων. Τους χειμώνες κατέβαιναν άλλοι στις εκβολές του Εύηνου (Ευηνοχώρι), κοντά στο Μεσολόγγι, και άλλοι στη Λαμία.[19] Ωστόσο, παραμένουν τα ερωτήματα, αν αυτοί οι πληθυσμοί ήταν άλλοτε βλαχόφωνοι, πότε εγκαταστάθηκαν στη Ρούμελη και τι τελικά απέγιναν. Το πιο πιθανό όμως είναι πως οι Αρβανιτόβλαχοι που βρέθηκαν στη Ρούμελη κατά τη σύσταση του ελληνικού κράτους ή λίγο μετά δεν έχουν κάποια άμεση και στενή σχέση με τους Βόιους ή Μπούιους Βλάχους που αναφέρει ο Pouqueville. Οι Μπούιοι Βλάχοι μάλλον αποτελούσαν μέρος του βλάχικου δημογραφικού δυναμικού της μεσαιωνικής Μεγάλης Βλαχίας. Σίγουρα όμως απαιτείται μία διεξοδικότερη έρευνα, για να απαντήσει κανείς σε αυτά τα ερωτήματα και τις επισημάνσεις με ακόμη μεγαλύτερη σαφήνεια.[20]

 
 
Αστέριος Κουκούδης