Διασπορά των Βλάχων

byzantine empire 1265Σε κάποια, καλή ώρα, ταραγμένη για τα Βαλκάνια εποχή, εμφανίστηκε στις αρχές της Θεσσαλονίκης κάποιο πρόσωπο με ένα όχι ασυνήθιστο για την ελληνική όνομα, το οποίο, σε άπταιστα ελληνικά, ισχυρίστηκε ότι διαθέτει όλα τα προσόντα να διοικήσει έναν καταυλισμό προσφύγων ομογενών, οι οποίοι μόλις είχαν έλθει στα πάτρια εδάφη από κάποια μακρινή χώρα και είχαν εγκατασταθεί στα δυτικά της συμπρωτεύουσας του κράτους, στον κάμπο της Βεροίας.
Επειδή μάλλον το πρόσωπο αυτό διέθετε τις κατάλληλες γνωριμίες και αφού τηρήθηκαν οι τυπικές διαδικασίες (δημοσίευση του διατάγματος διορισμού, πρωτόκολλο ανάληψης καθηκόντων κ.τ.λ.) το άτομο αυτό με το όχι ασυνήθιστο για τους έλληνες όνομα και με το αξιόλογο προσόν ότι μιλούσε τις τέσσερις πιο διαδεδομένες στα Βαλκάνια γλώσσες, διορίστηκε στην υψηλή δημόσια θέση που επεδίωκε. Μετά από λίγο, όμως και αφού ο Μαύρος (αυτό ήταν το όνομα του ήρωά μας) είχε εκδώσει ακόμα και διατάγματα συναφή με το κρατικό λειτούργημά του, αποκαλύφθηκε ότι ήταν πράκτορας κάποιων ξένων, οι οποίοι σχεδίαζαν να καταλάβουν αυτήν την ίδια τη συμπρωτεύουσα του κράτους.

 Οι περαιτέρω τύχες του ήρωά μας χάνονται κυριολεκτικά μέσα στα βάθη των αιώνων, μια και από τότε έχουν περάσει σχεδόν χίλια τριακόσια χρόνια και μια και ο ανώνυμος συντάκτης του τοπικού χρονικού της Θεσσαλονίκης, που μας παραδίδει τη μικρή αυτή ιστορία, δε φαίνεται να πολυνοιάζεται γι’ αυτές. Τεράστιο είναι, αντίθετα, το ενδιαφέρον που έδειξε και δείχνει –ιδιαίτερα κάτω από τις γνωστές συνθήκες της τρέχουσας βαλκανικής συγκυρίας- η νεότερη εθνική ιστοριογραφία των επιμέρους λαών της ΝΑ Ευρώπης.

Το δεδομένο που μας παραδίδει η μεσαιωνική μας πηγή ότι ο Μαύρος γνώριζε, εκτός από ελληνικά, τα λατινικά, τα σλαβικά καθώς και τη γλώσσα ενός τουρανικού φύλου, των Πρωτοβουλγάρων (οι οποίοι μόλις είχαν ιδρύσει, το 681, το πρώτο μεσαιωνικό κρατικό μόρφωμα στα Βαλκάνια, το οποίο έμελλε, κατά τους επόμενους αιώνες να αποτελεί ένα μόνιμο αντίπαλο του Βυζαντίου), το δεδομένο αυτό παρεκίνησε και παρακινεί τους βαλκάνιους εκπροσώπους της αντίστοιχης εθνικής ιστοριογραφίας να διεκδικεί, ο κάθε ένας αποκλειστικά για τη δική του εθνότητα, το μικρό αυτό τυχοδιώκτη του 7ου αιώνα.
Έτσι ιδιαίτερα εντυπωσιακός είναι ο αριθμός των ιστοριοδιφικών πονημάτων, τα οποία εξακολουθούν να δημοσιεύουν οι βούλγαροι συνάδελφοι και τα οποία αντανακλούν την εδραιωμένη πλέον πεποίθησή τους ότι ο Μαύρος, ως εμφορούμενος από το βουλγαρικό εθνικό ιδεώδες, συμμετείχε ενεργά σε κάποια σχέδια δημιουργίας ενός βουλγαρικού κρατικού μορφώματος στα περίχωρα της Θεσσαλονίκης.
Για τους ρουμάνους ιστορικούς ο Μαύρος (που εμφανίζεται σε ορισμένες από τις μελέτες τους με το εκρουμανισμένο όνομα Negrul) αποτελεί, μια και μιλούσε και τα λατινικά, τον πρώτο Βλάχο που αναφέρεται ρητά στις ιστορικές πηγές.
Η ιστοριογραφία των Σκοπίων υπογραμμίζει, από την πλευρά της, το στοιχείο ότι ο Μαύρος, που μιλούσε και τα σλαβικά, εκπροσωπεί τους «Μακεδόνες» σλάβους, οι οποίοι από πολύ ενωρίς προσπαθούν να αποκτήσουν την κρατική τους αυτονομία.
Από όλες τις προσπάθειες δεν μπορούμε, τέλος, να εξαιρέσουμε και αρκετούς ημέτερους ιστορικούς, οι οποίοι ενώ απορρίπτουν ως μη αντικειμενικές τις μελέτες της άλλης πλευράς, διεκδικούν, ακολουθώντας την ίδια λογική, τον ήρωά μας για τη δική τους εθνο-γλωσσική οντότητα.

Με λίγα λόγια: αν αναζητούσε κανείς κάποιο χειροπιαστό δείγμα βαλκανικής ιστοριογραφίας, όπου οι ανταγωνισμοί του παρόντος προβάλλονται στο παρελθόν και όπου η «εθνική» ιστορία υψώνεται ως ένας ανυπέρβλητος φράκτης για την κατανόηση της κοινής ιστορικής μοίρας, τότε η τύχη που επεφύλαξαν στον Μαύρο οι νεότεροι βαλκάνιοι ερευνητές αποτελεί μια ιδεώδη περίπτωση. Θα μείνουμε όμως, με την άδειά σας, για λίγο ακόμα στον πολύγλωσσο αυτό τυχοδιώκτη, για να υπογραμμίσουμε ακριβώς το μεθοδολογικό εκείνο αδιέξοδο στο οποίο οδηγεί κάθε απόπειρα εξαγωγής συμπερασμάτων που αφορούν στην, ατομική ή συλλογική, ιδεολογία (όπως είναι η ταύτιση με ένα συγκεκριμένο έθνος) με μοναδικό κριτήριο τη γλώσσα που χρησιμοποιεί το άτομο είτε μια ομοιογενής γλωσσικά ομάδα.

Πρόκειται εδώ για ένα διαχρονικό φαινόμενο με πλείστα παραδείγματα από την ιστορία (πολλά από αυτά μάλιστα ανήκουν στην επίκαιρη συνάφεια του λεγόμενου «Μακεδονικού»), το οποίο, στα περιορισμένα χρονικά πλαίσια της σημερινής ανακοίνωσης, θα διατυπώσουμε υπό τη μορφή ενός αξιώματος: ότι δηλαδή ο προφορικός κώδικας, η γλώσσα, δεν αποτελεί ασφαλές και αντικειμενικό κριτήριο για την ανίχνευση της εθνικής συνείδησης. Με τη διατύπωση, όμως, του αξιώματος αυτού -που, θα το επαναλάβω, επαληθεύθηκε πολλές φορές από το ιστορικό παρελθόν- περνούμε στην καρδιά της προβληματικής του παρόντος συμποσίου, τονίζοντας ότι η υιοθέτησή του από την αμερόληπτη έρευνα σημειώνει ταυτόχρονα και μια αδιαμφισβήτητη πρόοδο στη μακροχρόνια αναζήτηση των παραγόντων εκείνων, οι οποίοι διεμόρφωσαν ένα μεγάλο μέρος των αυτοχθόνων κατοίκων της Χερσονήσου του Αίμου σε φορείς μιας ρωμανικής γλώσσας.

Με την πρόοδο αυτή συνδέονται τα ονόματα δύο κυρίως ρωμανιστών, του E. Gamillscheg και του G. Reichenkron, οι οποίοι (από τη δεκαετία του 50 ο πρώτος και από εκείνη του 60 ο δεύτερος) δεν προσπαθούν να ανιχνεύσουν κάποια ιδεολογικά μεγέθη, όπως είναι η εθνογένεση των ρωμανόφωνων κατοίκων της Βαλκανικής, αλλά εντοπίζουν την έρευνά τους και καταλήγουν σε μια, ικανοποιητική κατά τη γνώμη μου, εξήγηση για τη γένεση των τριών βασικών διαλέκτων της βαλκανικής Ρωμανικής που είναι, όπως είναι γνωστό, η Δακορομανική (η εθνική γλώσσα στη σημερινή Ρουμανία και Μολδαβία), η Ιστρορομανική (διάλεκτος η οποία ήταν σε χρήση στα βόρεια δαλματικά παράλια και σήμερα θεωρείται ως νεκρή) και η Αρωμουνική (η γλώσσα των Βλάχων στη σημερινή Ελλάδα αλλά και στο βορειότερό της χώρο: στην Αλβανία, τέως Γιουγκοσλαβία και Βουλγαρία).

Με ιδιαίτερα πειστικά επιχειρήματα διαχώρισε ο Gamillscheg δύο διαφορετικά επίπεδα στον κώδικα προφορικής επικοινωνίας, στη γλώσσα, του ατόμου (επίπεδα τα οποία, ας θυμηθούμε, είναι ανεξάρτητα από προσωπικά βιώματα ή ιδεολογία): τον εξωτερικό κώδικα επικοινωνίας (Verkehrsprache), τη γλώσσα δηλαδή με την οποία επικοινωνεί το άτομο με τα όργανα της κρατικής εξουσίας αλλά, στα πλαίσια των εμπορικών συναλλαγών, με άλλα άτομα που έχουν διαφορετική γλωσσική προέλευση και τον εσωτερικό κώδικα επικοινωνίας (Heimsprache) που είναι η σπιτική του λαλιά, η γλώσσα του άμεσου περιβάλλοντός του, το ιδιόλεκτο.
Από τον εξωτερικό κώδικα επικοινωνίας, που ήταν στην περίπτωσή μας η γλώσσα του ρωμαϊκού κράτους στα Βαλκάνια, προέκυψε μια λατινογενής Κοινή γλώσσα, η οποία, βαθμιαία κατέστησε τη ντόπια λαλιά σε ένα υπόστρωμα των σημερινών ρωμανικών διαλέκτων των Βαλκανίων. Αν, όμως, στο ερώτημα γιατί γεννήθηκε η νεορωμανική αυτή γλωσσική οικογένεια στα Βαλκάνια δίδεται μια πειστική απάντηση από τη θεωρία του Gamillscheg, το ερώτημα που, σε ποιον δηλαδή ακριβέστερα χώρο της ΝΑ Ευρώπης συμπληρώνεται η διεργασία αυτή, παραμένει αναπάντητο. Στον τομέα αυτόν, παρόλο που έχουν ήδη παρέλθει δύο αιώνες έρευνας, εξακολουθεί ο ερευνητής να ανιχνεύσει μέσα σε μια βαριά ομίχλη από θεωρίες, οι οποίες, στο μεγαλύτερο βαθμό τους, υπαγορεύονται από εξωεπιστημονικούς παράγοντες.

Οι αιτίες της απορίας μας αυτής (αιτίες που, φοβούμαι, είναι αδύνατο να απαλειφθούν) είναι δύο: η πρώτη είναι η έλλειψη κάποιας ρητής μαρτυρίας στις ιστορικές πηγές, στις οποίες εμφανίζονται για πρώτη φορά οι Βλάχοι μόλις στο τέλος της 6ης δεκαετίας του 10ου αιώνα. Η δεύτερη αιτία είναι η βαριά ομίχλη, την οποία μόλις υπαινίχθηκα: ο γεωγραφικός εντοπισμός της περιοχής που γεννάται η νέα αυτή γλώσσα συνεπάγεται με την ανεύρεση του εθνογενετικού λίκνου των φορέων της· πρόκειται, με άλλα λόγια, για την αρχική κοιτίδα του ρουμανικού έθνους.
Το ερώτημα: «Νότια του Δουνάβεως, στον κυρίως βαλκανικό χώρο ή βόρεια στη Δακία και Τρανσυλβανία;» έχει προκαλέσει την παραγωγή μιας τεράστιας βιβλιοθήκης από συγγράμματα και μελέτες. Έργα τα οποία, αν ληφθούν υπόψη οι χαρακτηριστικοί βαλκανικοί ανταγωνισμοί της νεότερης ιστορικής περιόδου, διακρίνονται περισσότερο από τον πατριωτισμό των συντακτών τους παρά για την πειστικότητα των επιχειρημάτων που μας παρέχουν.

Ας έλθουμε, όμως, σε έναν τρίτο τομέα της προβληματικής γύρω από το ρωμανόφωνο στοιχείο, τομέα, ο οποίος βρίσκεται σε άμεση συμφωνία με τις εθνογλωσσικές διεργασίες που διαδραματίζονται κατά τον πρώιμο μεσαίωνα στον άμεσο γεωγραφικό μας χώρο, ιδιαίτερα σ’ αυτήν εδώ την περιοχή μεταξύ Θεσσαλονίκης και Βεροίας.

Εδώ και αρκετές δεκαετίες απασχολεί την έρευνα ένα ερώτημα, η λύση του οποίου γίνεται όλο και πιο δύσκολη όσο μεγαλώνει ο αριθμός των πατριωτικών ιστορικών πονημάτων που παράγουν, κυρίως, οι βόρειοι γείτονές μας. Το ερώτημα είναι: πότε ακριβώς εμφανίζονται οι Βλάχοι στον ελλαδικό χώρο και, ειδικότερα, αν εμφανίζονται (ή κατέχονται από βορειότερες περιοχές) πριν ή μετά την έλευση των Σλάβων στη Μακεδονία.
Το ερώτημα αυτό (το οποίο, από όσα γνωρίζω δεν έχει απασχολήσει ιδιαίτερα την ελληνική έρευνα) αποτελεί ένα ακόμα από τα σημεία διαμάχης κυρίως μεταξύ βουλγάρων και ρουμάνων ιστορικών. Διαμάχη, με προφανείς εξωεπιστημονικές παραμέτρους, η οποία ξεκινά από τις αρχές του αιώνα μας, εντείνεται κατά την περίοδο του Μεσοπολέμου και, όπως φανερώνει η εκδοτική δραστηριότητα των γειτόνων μας, εξακολουθεί να διατηρεί και σήμερα την έντασή της.

Ας συνοψίσουμε όμως τα επιχειρήματα των δύο πλευρών. Οι ρουμάνοι ιστορικοί, οι οποίοι θεωρούν εκ προοιμίου τους Βλάχους ως ομόγλωσσους και ομοεθνείς αδελφούς, προβάλλουν κυρίως ένα αληθοφανές γλωσσικό επιχείρημα. Στηριζόμενοι στο αδιαμφισβήτητο δεδομένο ότι η λατινική γλώσσα επέζησε ως η επίσημη γλώσσα του πρώιμου βυζαντινού κράτους (κυρίως στη διοίκηση και στο στρατό) χαρακτηρίζουν την κάθε αναφορά που υπάρχει στις πρώιμες βυζαντινές για τη χρήση της λατινικής ως απόδειξη της ύπαρξης κάποιας γλωσσικής προγόνου της ρουμανικής, ενώ ο αντίστοιχος φορέας της ανήκει, κατ’ αυτούς στους «Πρωτορουμάνους».
Το παράδειγμα του Μαύρου, ο οποίος μετονομάζεται πολλές φορές σε Negrul, που αναφέραμε στην αρχή είναι χαρακτηριστικό. Το επιχείρημα όμως αυτό –το οποίο πηγάζει από την προκρούστειο λογική της ταύτισης γλώσσας και ιδεολογίας που προαναφέρθηκε- αποδεικνύει ως ένα συλλογιστικό εφεύρημα, αν ληφθεί υπόψη το χειροπιαστό δεδομένο ότι για το πρώιμο βυζαντινό κράτος, το οποίο αυτοπροσδιορίζεται ως το τέλος του ως «Βασιλεία Ρωμαίων», η χρήση της λατινικής αποτελεί ένα αναπόσπαστο στοιχείο της πολιτικής του θεωρίας για τη ρωμαϊκή του συνέχεια.

Τα επιχειρήματα των βουλγάρων ιστορικών (και η νεότερη παραλλαγή τους: εκείνα των ερευνητών των Σκοπίων είναι δύο και μπορούν να θεωρηθούν –τουλάχιστον ως προς την τυπική τους πλευρά- ως σοβαρότερα. Το πρώτο είναι όπως αποκαλείται στην ιστοριογραφική επιχειρηματολογία, το «επιχείρημα της σιωπής» το argumentum ex silentio. Οι ιστορικές πηγές σιγούν απόλυτα, δεν υπάρχει πουθενά μια μαρτυρία για Βλάχους μέχρι, όπως είπαμε, τις αρχές της 6ης δεκαετίας του 9ου αιώνα. Η μόνιμη εγκατάσταση σλάβων, αντίθετα, (για τους βουλγάρους ιστορικούς: «σλαβοβουλγάρων», για τους σκοπιανούς: «σλαβομακεδόνες») στα περίχωρα της Θεσσαλονίκης τεκμηριώνεται από τις ελληνικές πηγές ήδη από την πρώτη δεκαετία του 7ου αιώνα.
Άρα οι Βλάχοι εμφανίζονται στο χώρο αυτό πολύ αργότερα από τους Σλάβους. Επιχείρημα η ορθότητα του οποίου ισχύει μέχρις ότου προκύψουν νέα δεδομένα από τις πηγές.
Το δεύτερο είναι ένα έμμεσο επιχείρημα, το οποίο προκύπτει από ένα γλωσσικό δεδομένο, από το όνομα «Βλάχοι», με το οποίο αποκαλούν οι έλληνες τους φορείς του γνωστού ρωμανικού γλωσσικού ιδιώματος. Εθνωνύμιο, το οποίο δανείστηκαν από τους σλάβους, άρα, κατά τους βούλγαρους γλωσσολόγους, ο μεσαιωνικός ελληνικός κόσμος ήλθε σε επαφή με το εθνολογικό αυτό στοιχείο πολύ αργότερα και οπωσδήποτε μετά την εγκατάσταση των σλάβων στον ελλαδικό χώρο, μετά δηλαδή τον 7ο αιώνα.
Οι Βλάχοι, λοιπόν, εγκαθίστανται στον ελλαδικό χώρο μετά την έλευση των Σλάβων. Και αυτό το επιχείρημα, για να είμαστε αντικειμενικοί, είναι ορθό, στο βαθμό βέβαια που ανταποκρίνεται σε γλωσσικά δεδομένα· η ιστορική του όμως αξία είναι περιορισμένη, διότι δε γνωρίζουμε, αν οι μεσαιωνικοί μας πρόγονοι χρησιμοποιούσαν, στον προφορικό τους λόγο, κάποιο άλλο όνομα, το οποίο δεν παραδίδεται στις πηγές, για το εθνολογικό αυτό στοιχείο ή αν ακόμα πίσω από τις αρχαΐζουσες ονομασίες που χρησιμοποιούν οι βυζαντινοί ιστορικοί (Σκύθαι, Μυρμιδόνες, Παίονες, Δαρδάνιοι, Μυσοί κ.τ.λ.) δεν κρύβονται οι Βλάχοι.

Ας σημειώσουμε εδώ ότι στην ιστορικο-εθνική αυτή διαμάχη μεταξύ σλάβων και ρουμάνων ερευνητών το όνομα της Θεσσαλονίκης κατέχει μια θέση-κλειδί, θέση, η οποία για κάθε ουδέτερα τρίτο έχει σαφώς διλημματικό χαρακτήρα (κάτι σαν το κλασικό λογικό αδιέξοδο της κότας με το αυγό). Από το σλαβικό Solun προέρχεται, κατά τους βούλγαρους, το βλάχικο Saruna, άρα οι Βλάχοι δανείστηκαν το όνομα της πόλης από τους σλάβους που βρήκαν εδώ, όταν αργότερα κατέβηκαν από τον Βορρά. Η ονομασία Saruna είναι, αντίθετα, κατά τους ρουμάνους και ορισμένους δυτικούς ερευνητές, η αρχαιότερη.

Ας ρίξουμε, λοιπόν, μια γρήγορη ματιά στα ιστορικά δεδομένα στα οποία, όπως είπα, η γεωγραφική περιοχή μας έχει μια θέση-κλειδί, πριν προσθέσουμε και εμείς, για πρώτη φορά, ένα νέο επιχείρημα το οποίο αντλούμε από τις πηγές. Οι μεσαιωνικές ελληνικές πηγές μας παρέχουν επαρκή τεκμήρια και μπορούμε να διαμορφώσουμε μια αντικειμενική εικόνα τόσο για τη σλαβική παρουσία στην περιοχή μεταξύ Βεροίας και Θεσσαλονίκης από τον 7ο έως τις αρχές του 10ου αιώνα, όσο, κυρίως για τη διεργασία εθνολογικής αφομοίωσης στην οποία υπόκεινται οι επήλυδες από την εγκατάστασή τους στο μακεδονικό αυτό χώρο.
Το σλαβικό φύλο των Δρουγουβιτών, το οποίο εγκαθίσταται εδώ (και το οποίο, περεμπιπτόντως, όπως προσπαθήσαμε να δείξουμε σε άλλες μελέτες μας, δεν είναι εθνογλωσσικά συγγενές με τα υπόλοιπα νοτιοσλαβικά φύλα της περιοχής, αλλά ανήκει στο βόρειο σλαβικό κλάδο) θα ενταχθεί πολύ ενωρίς στο βυζαντινό διοικητικό σύστημα, διότι, ήδη από τον 8ο αιώνα, το διοικούν διορισμένοι από τη βυζαντινή κεντρική εξουσία ομόγλωσσοί του, οι εμεπεπιστευμένοι άρχοντες, όπως τους αποκαλούν οι πηγές. Η βυζαντινή κεντρική εξουσία εφαρμόζει και εδώ, ιδιαίτερα κατά την περίοδο του ιδρυτού της Μακεδονικής δυναστείας Βασιλείου Α΄ (867-886), μια συστηματική πολιτική ενσωμάτωσης στο κράτος, στα πλαίσια της οποίας εντάσσεται και ο εκχριστιανισμός των φύλων αυτών.
Ο εκχριστιανισμός των Δρουγουβιτών θα πρέπει να είχε ήδη συντελεστεί κατά το έτος 879, διότι τότε απαντά για πρώτη φορά στις πηγές η μαρτυρία για την επισκοπή Δρουγουβιτείας. Ιδιαίτερα σημαντικές στη συνάφεια αυτή είναι οι μαρτυρίες που μας παραδίδει μια αγιολογική πηγή, ο Βίος του Αγίου Γρηγορίου του Δεκαπολίτη, ενός εικονολάτρη μοναχού, ο οποίος, γύρω στις αρχές της τρίτης δεκαετίας του 9ου αιώνα, εγκαταλείπει τη μονή του στην πατρίδα του την Ισαυρία και εγκαθίστανται στη Θεσσαλονίκη μέχρι το Φθινόπωρο του 842. Λίγο μετά την εγκατάστασή του όμως στην πόλη (γύρω δηλαδή στο 835) αποφασίζει ο Γρηγόριος, όπως παραδίδει ο Βίος του, να μονάσει στα δυτικά της Θεσσαλονίκης «προς τα των Σκλαβηνών μερών όρη», στην περιοχή δηλαδή του Βερμίου, όπου, όπως γνωρίζουμε είναι εγκατεστημένοι οι υπόφοροι προς το Βυζάντιο Δρουγουβίτες. Απόφαση, η οποία εντάσσεται πιθανώς στα πλαίσια μιας εργώδους ιεραποστολικής δραστηριότητος που διεξάγεται στην περιοχή αυτή. Απόφαση, η οποία, τελικά, δε θα πραγματοποιηθεί, διότι, όπως μαθαίνουμε από το Βίο του, προβλέπει ο Γρηγόριος μια πρόσκαιρη αιματηρή στάση «του της εκείνης Σκλαβηνίας εξάρχοντος» που θα συμβεί λίγο αργότερα.

Συγκρατώντας την ένδειξη της πηγής μας για παρουσία σλάβων υπηκόων του Βυζαντίου γύρω στα μέσα της τρίτης δεκαετίας του 9ου αιώνα στην περιοχή του Βερμίου, ας περάσουμε στη μαρτυρία μιας άλλης πηγής που είναι, κατά τη γνώμη μου αποφασιστική για την προβληματική μας. Περίπου δύο δεκαετίες αργότερα, όπως περιγράφει ο εστεμμένος ιστορικός Κωνσταντίνος Πορφυρογέννητος, δέχτηκε ο αυτοκράτορας Μιχαήλ Γ΄ (842-867) στο παλάτι μια αντιπροσωπεία από σλάβους που προέρχονταν από την ευρύτερη διοικητική περιοχή (αρχοντία) δυτικά της Θεσσαλονίκης. Οι σλάβοι αυτοί προέρχονταν, αναφέρει ο Πορφυρογέννητος, από την περιοχή της Σουβδελητίας και προσέρχονταν στον αυτοκράτορα για να δηλώσουν την υποταγή και τη μετάνοιά τους, διότι είχαν επαναστατήσει και αφού ανέβηκαν στο βουνό της περιοχής τους, είχαν αρνηθεί πρόσκαιρα την υποταγή τους στη βυζαντινή αρχή.
Παρακάμπτοντας τις ενδιαφέρουσες μαρτυρίες των πηγών μας για τη θέση των σλάβων αυτών στο βυζαντινό κράτος θα μείνουμε για λίγο στο όνομα Σουβδελιτία, το οποίο, όπως διαπιστώνουμε από την πηγή μας στην περιοχή ενός βουνού (κατά τη γνώμη μου: στο Βέρμιο). Το όνομα αυτό δεν είναι φυσικά ελληνικό, αλλά ούτε προέρχεται από τη σλαβική γλώσσα. Μπορεί αντίθετα να ετυμολογηθεί από μία τρίτη γλώσσα, η οποία, τόσο από πλευρά φωνολογίας, όσο και λεξιλογίου, ανταποκρίνεται στα γνωρίσματα της νεορωμανικής γλώσσας των Βλάχων. Αν η ετυμολόγηση την οποία προτείνουμε είναι ορθή, τότε έχουμε, νομίζω μια σοβαρή ένδειξη από τις πηγές ότι οι σλάβοι οι οποίοι εγκαταστάθηκαν κατά τον 7ο αιώνα στην υπόρεια περιοχή (κατά τη γνώμη μου στην περιοχή του Βερμίου) που ονομάζεται Σουβδελιτία, πιθανώς δανείστηκαν το όνομα αυτό από τους Βλάχους που προϋπήρχαν εκεί. Οπωσδήποτε όμως η είδηση για τη Σουβδελιτία αποτελεί την πιο πρώιμη είδηση για τη γλωσσική παρουσία Βλάχων (μέσα του 9ου αιώνα) μια και η επόμενη χρονικά είδηση απαντά περισσότερο από έναν αιώνα αργότερα (το έτος 976) στο Χρονικό του Ιωάννη Σκυλίτση.

Καθηγητής: Φαίδων Μαλιγκούδης

8