Παραδοσιακές φορεσιές

Παραδοσιακές στολές ΛιβαδίουΗ ενδυμασία των Λιβαδιωτών αποτελεί ιδιαίτερη μορφή τοπικής λαϊκής τέχνης, η οποία διαμορφώθηκε από τις πολιτιστικές παραδόσεις , τα ήθη, τις πρακτικές και αισθητικές ανάγκες τους και φυσικά από τις κλιματολογικές συνθήκες αυτού του τόπου. Μελετώντας τη φορεσιά μπορεί κανείς να βρει στοιχεία για την ιστορία ενός τόπου, τις συνήθειες και τις αξίες μιας κοινωνίας και την οικονομική και επαγγελματική θέση ενός ατόμου.

1.Η ΓΥΝΑΙΚΕΙΑ ΕΝΔΥΜΑΣΙΑ. ΟΙ ΚΕΦΑΛΟΔΕΣΜΟΙ
Βασικό και κυρίαρχο κομμάτι της γυναικείας ενδυμασίας αποτελούσαν πάντα οι κεφαλόδεσμοι. Οι δύο ιδιαίτεροι και χαρακτηριστικοί Λιβαδιώτικοι κεφαλόδεσμοι ήταν ο φλιόγκος και το καϊρούκι και οι δύο ήταν νυφικοί κεφαλόδεσμοι.

 

Κάθε κοπέλα φορούσε για πρώτη φορά τον ένα ή τον άλλο κεφαλόδεσμο την ημέρα του γάμου της και από κει και έπειτα κάθε επίσημη δημόσια εμφάνιση της συνοδευόταν από αυτόν. Ο φλιόγκος ήταν παλαιότερος , ενώ το καϊρούκι εμφανίστηκε μετέπειτα . Λέγεται ότι πριν ακόμη από και τον φλιόγκο υπήρχε ένα άλλο γυναικείο καπέλο κάτι σαν φέσι με την ονομασία «μπάλτζα».
Αρχικά ο φλιόγκος θα χρησιμοποιηθεί από τις γυναίκες των ανώτερων κοινωνικά τάξεων αργότερα όμως όλες οι Λιβαδιώτισσες παντρεύονται φορώντας φλιόγκο. Στα τέλη περίπου του 19ου αιώνα θα κάνει την εμφάνισή του το καϊρούκι το οποίο και πάλι αρχικά θα χρησιμοποιηθεί από τις γυναίκες των αρχοντικών οικογενειών. Για να περάσει το καϊρούκι από τις ανώτερες κοινωνικά τάξεις στις λαϊκότερες, χρειάστηκαν κάποιες δεκαετίες και σε αρκετές περιπτώσεις αυτό το πέρασμα δεν ήταν εύκολο. Αναφέρουμε λοιπόν μία χαρακτηριστική περίπτωση γύρω στο 1920, όπου κάποια νύφη ετοιμάστηκε να πάει στην εκκλησία με καϊρούκι, όταν όμως πήγε στο σπίτι της το σόϊ του γαμπρού, ο πεθερός της απαίτησε να φορέσει το φλιόγκο που για την εποχή εκείνη ήταν πιό παραδοσιακός από το καϊρουκι. Αν και το καϊρούκι ήταν μεταγενέστερο, δεν αντικατέστησε τον φλιόγκο εντελώς κι αυτό γιατί όσες γυναίκες είχαν παντρευτεί φορώντας φλιόγκο, τον διατηρούσαν εφ’ όρου ζωής.

 

Ο ΦΛΙΟΓΚΟΣ
Για να φτιαχτεί και να στολιστεί ο φλιόγκος, απαιτείται ιδιαίτερη πείρα και τέχνη. Αυτός ο κεφαλόδεσμος ήταν φτιαγμένος από μαύρο τσόχινο ύφασμα, πάνω στο οποίο υπήρχε το «μπρισίμι», δηλ. μαύρα κρόσσια τοποθετημένα ακτινωτά. Η γυναίκα χώριζε σε δύο κοτσίδες τα πλούσια και μακριά μαλλιά της, τα στριφογύριζε και τοποθετούσε το τσόχινο κομμάτι. Έπειτα έβαζε γύρω από το κεφάλι το «πόσι», το οποίο ήταν μια μαύρη κορδέλα από χοντρό σατέν ύφασμα και τοποθετούσε τις δύο κοτσίδες πάνω στο φλιόγκο σε κυκλικό σχήμα. Δεξιά έμπαινε το κουκότου δηλ. ένα μεταξωτό τετράγωνο μαντήλι με κόκκινα, πράσινα και μοβ κεντήματα στην ύφανσή του. Αυτό στηριζόταν με χρυσή καρφίτσα. Κουκότου στα Βλάχικα σημαίνει κόκορας ή φιόγκος.
Καθημερινά φορούσαν τον φλιόγκο στην απλή του μορφή, δηλ. σε μαύρο χρώμα και χωρίς το πολύχρωμο μαντήλι. Στην απλή του μορφή τον φορούσαν και οι ηλικιωμένες γυναίκες ή οι χήρες.

 

Η ΕΝΔΥΜΑΣΙΑ ΠΟΥ ΣΥΝΟΔΕΥΕ ΤΟΝ ΦΛΙΟΓΚΟ
Το φουστάνι ήταν φτιαγμένο από στόφα και αποτελούνταν από δύο κομμάτια. Το επάνω λεγόταν «τρούπου» και το κάτω φούστα. Τα επικρατέστερα χρώματα ήταν το σκούρο μπλε, το λαδί, το καφέ και σπανιότερα το μπορντό. Η ποδιά με την ονομασία «πουάλα» ήταν από το ίδιο ύφασμα με το φουστάνι ή από σατέν και είχε κεντήματα με φιστόνι ή δαντέλα. Αυτή ήταν η γιορτινή ποδιά και ο ρόλος της απλά διακοσμητικός. Στο λαιμό φορούσαν τη « λιμουδέτα» δηλ. ένα ανοιχτόχρωμο μεταξωτό φουλάρι και πάνω σε αυτό τοποθετούσαν μία καρφίτσα. Για πανωφόρι είχαν τη «σαλταμάρκα» η οποία ήταν φτιαγμένη από ντρα δηλαδή μαύρο χοντρό εγγλέζικο ύφασμα και καφέ γούνα καστοριανή. Υπήρχε όμως και το «κιούρκι» το οποίο ήταν πιο μακρύ από τη σαλταμάρκα και εσωτερικά όλο επενδεδυμένο με γούνα. Οι γυναίκες των ασθενέστερων οικονομικά τάξεων φορούσαν μόνο την σαλταμάρκα την οποία έφτιαχναν από «τσιπούνι» δηλ. μάλλινο ύφασμα ή είχαν μαύρο παλτό χωρίς την γούνα με την ονομασία «ράσα» . Εσωτερικά φορούσαν μπούστο χασεδένιο με ασπροκέντημα και ζαφειράκι. Επίσης φορούσαν την «κατασάρκα» δηλαδή μάλλινη πλεκτή αμάνικη φανέλα. Πάνω από αυτήν φορούσαν πλεκτό η υφαντό μάλλινο αμάνικο φουστάνι ως το γόνατο. Αυτό το ονόμαζαν «φούστα». Πάνω από αυτό το φουστάνι φορούσαν χασεδένιο ολόσωμο μεσοφόρι με δανδελίτσα στο τελείωμα.
Τα «σκουφούνια» ήταν οι μάλλινες πλεκτές κάλτσες μέχρι το γόνατο σε χρώμα λουλακί ή μαύρο.

 

Το καϊρούκι, Λιβάδι ΟλύμπουΤΟ ΚΑΪΡΟΥΚΙ
Αυτός ο περίτεχνος και τόσο όμορφος νυφικός κεφαλόδεσμος, αναμφισβήτητα αναδείκνυε την ομορφιά μιας γυναίκας και προσέθετε κάτι ιδιαίτερα ξεχωριστό στην επίσημη εμφάνιση της. Αυτός ίσως ήταν και ο λόγος που άντεξε στο πέρασμα του χρόνου και επί δεκαετίες , μέχρι το 1960 - 1962 το καϊρούκι είχε βασική θέση στην επίσημη ενδυμασία της Λιβαδιώτισσας.
Οι νύφες που παντρεύονται με καϊρούκι φορούν πάνω από αυτό πέπλο. Παλαιότερα το πέπλο κάλυπτε το πρόσωπο αργότερα όμως έμπαινε στο πίσω μέρος του κεφαλιού πάνω από το καϊρούκι. Το χρώμα του ήταν συνήθως μπλε σκούρο, λαδί ή καφέ με μαύρη γαλλική δανδέλα. Αυτή η δανδέλα ονομάζεται «κιπούρι» και υπήρχαν τέσσερα πέντε διαφορετικά σχέδια.
Για να δεθεί το καϊρούκι χρειάζεται αρκετός χρόνος, τέχνη και επιδεξιότητα. Από τον τρόπο που μία γυναίκα έφτιαχνε το καϊρούκι της μπορούσε κανείς να αντιληφθεί τη σπιρτάδα και την νοικοκυροσύνη της.
Για να φτιαχτεί το καϊρούκι εκτός από τα μακριά μαλλιά της κοπέλας ήταν απαραίτητο το «κουρδόστου» το οποίο ήταν μία πλεξούδα φτιαγμένη από ύφασμα. Πάνω σε αυτή θα στηριχθεί η όρθια δανδέλα με τα «στουμπίτσα» δηλαδή τις μεγάλες καρφίτσες οι οποίες καταλήγουν σε μαύρες στρόγγυλες κεφαλές.
Στην αρχική μορφή το καϊρούκι είχε στενή δανδέλα η οποία σχημάτιζε μία εγκοπή στην αριστερή πλευρά και μία πίσω. Με το πέρασμα των χρόνων το καϊρούκι γίνεται στρογγυλό στο πάνω μέρος και η δανδέλα του πιο φαρδιά.
Βασικό ρόλο βέβαια παίζουν και τα κοσμήματα τα οποία ήταν ενδεικτικά και ανάλογα με το οικονομικό και κοινωνικό υπόβαθρο της κάθε γυναίκας . Στο καϊρούκι στην δεξιά πλευρά έμπαινε πάντα μία καρφίτσα με τρεις χρυσές βέργες ή μία καρφίτσα λίρα ή τρεις λίρες . Στο πίσω μέρος του για να ενωθούν τα δύο φύλλα του έμπαινε το «αστρίκου» δηλαδή μία μικρότερη καρφίτσα συνήθως σε σχήμα αστεριού.
Όσων αφορά στην προέλευση του καϊρουκιού λέγεται ότι αυτό ήρθε από την Αυστροουγγαρία, όταν ένας επιφανής Λιβαδιώτης επέστρεψε μετά τις σπουδές του από εκεί με τη γυναίκα του. Αυτή λοιπόν ήταν η πρώτη γυναίκα που φόρεσε καϊρούκι στο Λιβάδι.

 

Λιβάδι Ολύμπου, παραδοσιακές φορεσιέςΗ ΕΝΔΥΜΑΣΙΑ ΠΟΥ ΣΥΝΟΔΕΥΕ ΤΟ ΚΑΪΡΟΥΚΙ
Στην νυφική ενδυμασία με καϊρούκι έχουμε το φουστάνι το οποίο αποτελείται και πάλι από δύο κομμάτια «τρούπου» δηλαδή μπλούζα και φούστα. Ήταν φτιαγμένο από στόφα σκούρων αποχρώσεων με ανθάκια. Στις δύο ενδυμασίες σε αυτή με φλιόγκο μια σε αυτή με καϊρούκι υπάρχουν κάποιες βασικές διαφορές . Με το καϊρούκι δεν φορούσαν ποδιά γιατί η συγκεκριμένη ενδυμασία ήταν επηρεασμένη από τον αστικό τρόπο ζωής. Επίσης το χειμώνα δεν φορούσαν τη σαλταμάρκα αλλά «λούτρινη» ζακέτα η οποία ήταν πιο μακριά από τη σαλταμάρκα και είχε καφέ γούνα στο γιακά. Για την άνοιξη είχαν ζακέτα από «ατλάζι» δηλ. λεπτό γυαλιστερό ύφασμα. Όλα αυτά τα υφάσματα για την επίσημη φορεσιά τα έφερναν οι έμποροι του Λιβαδίου από πόλεις του εξωτερικού όπως Βιέννη, Παρίσι ,Σμύρνη κλπ. Αργότερά μετά την απελευθέρωση τα αγόραζαν από καταστήματα του Λιβαδίου ή από κοντινές πόλεις .
Τα κοσμήματα που συνήθιζαν να φορούν ήταν μία χρυσή καρφίτσα στο λαιμό και χρυσό σταυρό ή πεντόλιρο . Τα σκουλαρίκια ήταν συνήθως κρεμαστά.
Καθημερινά οι Λιβαδιώτισες φορούσαν φουστάνια από πιο απλά υφάσματα και στο κεφάλι «σκέπι» δηλαδή μαντήλι από μεταξωτό μπλε ύφασμα με «κουκάκια» φτιαγμένα με βελόνι, βελονάκι ή σαΐτα.
Το «σκέπι» φοριέται ακόμη και σήμερα από τις Λιβαδιώτισες. Στις αγροτικές εργασίες και στις δουλειές του σπιτιού φορούσαν στο κεφάλι «καλέμι» δηλ. μαντήλι από βαμβακερό ύφασμα. Οι νιόπαντρες φορούσαν άσπρο καλέμι κεντημένο με χαντράκια και πούλιες, ενώ οι μεγαλύτερες σε ηλικία φορούσαν καφέ καλέμι. Η καθημερινή ποδιά για τις δουλειές του σπιτιού ήταν μάλλινη υφαντή και ονομαζόταν «πιστιμάνου». Την καθημερινή ενδυμασία συμπλήρωνε η μάλλινη πλεκτή ζακέτα με την ονομασία «μπόλκα» σε ανοιχτές αποχρώσεις για τις νεώτερες και σκούρες για τις ηλικιωμένες. Υπήρχε βέβαια και η «σπαλέτα» ένα πλεκτό σάλι σε τριγωνικό σχήμα με κρόσσια.

 

2.Η ΑΝΔΡΙΚΗ ΕΝΔΥΜΑΣΙΑ
Η ανδρική ενδυμασία στο Λιβάδι παρουσιάζει μεγάλη ποικιλία. Κάθε επαγγελματική-κοινωνική τάξη είχε διαφορετική φορεσιά. Αλλά και στην ίδια φορεσιά υπάρχουν αρκετές παραλλαγές, οι οποίες διαμορφώθηκαν από το πέρασμα του χρόνου και από το προσωπικό γούστο .Συναντούμε λοιπόν την φορεσιά
1.Των κτηνοτρόφων
2.Των κυρατζήδων (μεταφορέων)
3.Των γεωργών
4. Των εργατών και των μαστόρων
5.Των εμπόρων
Θα παρουσιάσουμε δύο από αυτές. Την φορεσιά των κτηνοτρόφων και των κυρατζήδων. Άλλωστε αυτές ήταν οι πολυπληθέστερες επαγγελματικές τάξεις του Λιβαδίου.

 

Η ΚΤΗΝΟΤΡΟΦΙΚΗ ΦΟΡΕΣΙΑ
Αρχικά οι κτηνοτρόφοι είχαν ως ενδυμασία τους τη γνωστή σε όλους μας φορεσιά με φουστανέλα .Αυτή ήταν η επίσημη φορεσιά τους και αποτελούνταν από καπέλο, άσπρο πουκάμισο με φαρδιά μανίκια, άσπρη υφασμάτινη φουστανέλα, και μάλλινο γιλέκο άσπρο ή μαύρο με διακοσμητικά κεντήματα .Το ζωνάρι τους ήταν μάλλινο πλεκτό. Στη μέση φορούσαν το «σελιάχι» το οποίο ήταν από δέρμα και είχε δυο τρεις θήκες για να βάζουν τα λεφτά, τον καπνό και το τσακμάκι. Στο στήθος φορούσαν το «κιουστέκι» δηλ. ένα κόσμημα φτιαγμένο από ασημένιες αλυσίδες.
Εκτός από αυτή την επίσημη φορεσιά υπήρχε και ένας άλλος τύπος κτηνοτροφικής ενδυμασίας. Αυτή αποτελούνταν από μάλλινη φουστανέλα η οποία ήταν ενσωματωμένη στο γιλέκο. Με το πέρασμα των χρόνων η ενδυμασία αυτή παρουσίασε μια βασική αλλαγή.
Αρχικά το χρώμα της φορεσιάς αυτής ήταν άσπρο γρήγορα όμως θα αντικατασταθεί από το λουλακί που ήταν πιο πρακτικό και έτσι η φορεσιά θα πάρει αυτή τη μορφή που βλέπουμε.
Το καπέλο ονομαζόταν «κ’τσούλα» και το πουκάμισο ήταν μαύρο από βαμβακερό ύφασμα με παπαδίστικο γιακά και φαρδιά μανίκια. Το «γιλέκι» ήταν φτιαγμένο από «τσιπούνι» δηλ. μάλλινο ύφασμα υφαντό στον αργαλειό. Το γιλέκι συγκρατούσε μία δερμάτινη ζώνη ή μάλλινο πλεκτό ζωνάρι με την με την ονομασία «μπρ΄νου». Το σαλαβάρι ήταν και αυτό από τσιπούνι και δενόταν στη μέση με ένα μάλλινο πλεκτό σχοινί το «προυκουζώμου».
Εσωτερικά φορούσαν την «κατασάρκα» δηλ. άσπρη μάλλινη φανέλα με μπλε μανσέτες. Αυτή ήταν υφαντή στον κορμό του σώματος και είχε πλεκτά μανίκια ή ήταν ολόκληρη πλεκτή . Για εσώρουχο φορούσαν το «π΄τούρι» το οποίο ήταν και αυτό πλεκτό και έφτανε ως τον αστράγαλο. Οι κάλτσες ήταν μάλλινες πλεκτές ως το γόνατο σε χρώμα λουλακί ή μαύρο και ονομαζόταν «σκουφούνια».
Για πανωφόρι είχαν μάλλινη κάπα την οποία ονόμαζαν «μαλιότου» .Υπήρχε βέβαια και το «κουντούσου» που όπως λέει και η ονομασία του ήταν πιο κοντό και πιο στενό από το μαλιότου . Υπήρχε «κουντούσου» με γιακά ή με κουκούλα . Αυτό με κουκούλα προοριζόταν για καθημερινή χρήση.
Τα υποδήματά τους ήταν φυσικά τα τσαρούχια. Την φορεσιά αυτή συμπλήρωνε η ξύλινη σκαλιστή γκλίτσα με την ονομασία «κ΄ρλίγκου».

 

Η ΚΥΡΑΤΖΙΔΙΚΗ ΦΟΡΕΣΙΑ
Οι κυρατζίδες ήταν η επαγγελματική τάξη των μεταφορέων, οι οποίοι με τα ζώα τους μετέφεραν προϊόντα και εμπορεύματα σε άλλες πόλεις της Ελλάδος αλλά και του εξωτερικού.
Οι κυρατζίδες φορούσαν καπέλο-τραγιάσκα και πουκάμισο σε σκούρες αποχρώσεις συνήθως γκρι ή μαύρο. Πάνω από το πουκάμισο φορούσαν γιλέκο που κούμπωνε στο πλάι, το ονομαζόμενο «τζιμιντάνι». Το παντελόνι ήταν φαρδύ στο μηρό και πολύ στενό στην κνήμη και είχε ένα υφασμάτινο λουράκι που το φορούσαν στο πέλμα. Αυτό το παντελόνι ονομαζόταν «κιλότα». Για πανωφόρι είχαν σακάκι φτιαγμένο από τσιπούνι ή «κουντούσου» δηλ. κάπα σαν αυτή των κτηνοτρόφων. Τα υποδήματά τους ήταν απλά δερμάτινα παπούτσια.
Τελειώνοντας θα πρέπει να αναφέρουμε ένα επίσης βασικό στοιχείο για αυτές τις αντρικές ενδυμασίες. Είναι λοιπόν αξιοσημείωτο το γεγονός ότι η κτηνοτροφική και η κυρατζίδικη φορέθηκαν από κάποιους Λιβαδιώτες μέχρι πολύ πρόσφατα. Ως το 1990-95 συναντούσε κανείς στο Λιβάδι ηλικιωμένους ανθρώπους να φορούν αυτές τις ενδυμασίες.

 

 

 

ΟΙ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΕΣ ΦΟΡΕΣΙΕΣ ΤΟΥ ΛΙΒΑΔΙΟΥ ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΑΙΤΕΡΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
Ευθαλία Τσανούσα, Καθηγήτριας Φυσικής Αγωγής
Διδασκάλισσας χορών του Συλλόγου Λιβαδιωτών Θεσσαλονίκης ‘Ο Γεωργάκης Ολύμπιος’
8ο Συμπόσιο Ιστορίας, Λαογραφίας, Βλάχικης Παραδοσιακής Μουσικής και Χορών, Λιβάδι Ολύμπου, 26-27 Μαΐου 2006

 

 

8