Ιστορίες - γεγονότα

ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΑΛΗΘΕΙΑ ΕΤΟΣ ΚΖ'. ΑΡΙΘ. 3 ΕΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΙ 20 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 1907Η ρουμανική εφημερίς «La Roumanie» όργανον επίσημον του συντηρητικού υπουργείου, εν τω φύλλω αυτής της 9 Δεκεμβρίου (1906) δημοσιεύει τάδε.
«Πεντακόσια τέκνα Ρουμούνων και άνω των τετρακοσίων πεντήκοντα τέκνα Αλβανών και Τούρκων, ενεγράφησαν άχρι τούδε είς τας εν Μακεδονία ρουμουνικάς σχολάς. Πεντήκοντα μαθηταί, εξ ων τεσσαράκοντα πέντε Ρουμούνοι, σπουδάζουσι τανύν εις την εν Θεσσαλονίκη εμπορικήν σχολήν.
» Οι αριθμοί ούτοι αποδεικνύουσιν ευγλώττως τας επιτελεσθείσας υπο των εν Μακεδονία ρουμουνικών σχολών προόδους»
Είμεθα κατά πάντα σύμφωνοι μετά της «Roumanie». Οι αριθμοί ούτοι, πράγματι, αποδεικνύουσιν ευγλώττως τας προόδους των εν Μακεδονία ρουμουνικών σχολών. Ότι δηλαδή, εν διαστήματι τεσσεράκοντα τεσσάρων ετών, απο της εμφανίσεως του Έλληνος διδασκάλου Α. Μαργαρίτου εν Μακεδονία ως αποστόλου του ρουμουνισμού κατα το 1862 παρά τας πολυειδείς προσπαθείας τας ανενδότως καταβληθείσας και πυρετωδώς επιταθείσας κατά τα τελευταία έτη, παρά τoν άφθονον διασκορπισμόν του χρυσού προς διαφθοράν και εξώνησιν των συνειδήσεων παρά τας υποσχέσεις, τας απειλάς, τας ραδιουργίας, τας καταγγελίας, και τας απηνείς καταδιώξεις, παρά τους απεγνωσμένους αγώνας λεγεώνος όλης Ρουμούνων διδασκάλων, επιθεωρητών, πρακτόρων, υποβοηθουμένων και υπό του καθολικού κλήρου, παρά την αφειδώς παρεχομένην εξωτερικήν πολιτικήν αντίληψιν, αι επιτελεσθείσαι υπό της ρουμουνικής προπαγάνδας πρόοδοι εισίν όλως μηδαμιναί και ανάξιοι λόγου·

μαρτυρία εύγλωττος και περίτρανος της οικτράς αποτυχίας των μεγαλεπηβόλων σχεδίων των πολιτευτών του Βουκουρεστίου, οίτινες, εκλάβοντες τον αγχίνουν και ανεπτυγμένον Κουτσοβλαχικόν πληθυσμόν ως διανοητικώς ισοβάθμιον προς τους Μολδοβλάχους αγρότας, εφαντάσθησαν ότι η διαστρέβλωσις της εθνικής αυτών συνειδήσεως θα ήτο απλώς ζήτημα διασκορπισμού ποσότητος τινός χρυσών κερματίων, συνδεδυασμένου, το πολύ πολύ, μετά μικράς δόσεως ηθικής και υλικής πιέσεως.


Διότι, τι αποδεικνύουσιν οι πεντακόσιοι μαθηταί των εν Μακεδονία ρουμουνικών σχολών, καν έτι παραδεχθώμεν ως ακριβή τον αριθμόν τούτον· Λαμβανομένου υπ' όψιν ότι ο μέσος όρος της αναλογίας του αριθμού των μαθητών προς τον του πληθυσμού εν τη χώρα είναι 1 προς 12, ήτοι 8 μαθηταί επί 100 κατοίκων εξάγεται ότι οι πεντακόσιοι μαθηταί αντιπροσωπεύουσι 6000 περίπου Κουτσοβλαχικόν πληθυσμόν εκ των πενεστάνων κοινωνικών, (στρωμμάτων επι ολικού αριθμού 600,000 Κουτσοβλάχων ευρισκομένων εν Μακεδονία κατά τας στατιστικάς της «Roumanie»), καταπεισθέντα να αποστείλη τα τέκνα του εις τας ρουμουνικάς σχολάς, ένθα, ου μόνον δωρεάν γίνονται δεκτά ταύτα, αλλά παρέχονται αυτοίς και βιβλία, γραφική ύλη, ενδύματα, τροφή, προς δε και χρηματικά βοηθήματα εις τας οικογενείας των· ενώ εις τα ελληνικά σχολεία ουδέν τούτων χορηγείται, απαιτούνται δε παρά των γονέων και δίδακτρα. Δια της μεθόδου αυτής προσειλκύσθησαν εις τας αυτάς σχολάς και οι 450 μαθηταί τουρκικής και αλβανικής καταγωγής και περιεμαζεύθησαν οι 45 Ρουμούνοι!! μαθηταί της εμπορικής σχολής Θεσσαλονίκης, τας δαπάνας της συντηρήσεως και εκπαιδεύσεως των οποίων, καταβάλλει, αδρότατα μάλιστα, ο προϋπολογισμός του ρουμουνικού κράτους.
Ότι δ' ούτως έχει το πράγμα, πιστοποιείται επισήμως, παρ' αυτής ταύτης της Ρουμουνικής κυβερνήσεως, δια στόματος του υπουργού της παιδείας κ. Χαρέτ. Ιδού τι έγραφεν ούτος εν εκθέσει του προς τον βασιλέα Κάρολον, υπό ημερομ. 15 Νοεμβρίου 1901.

Έχομεν (εν Μακεδονία) πολυαρίθμους σχολάς και διδασκάλους αλλ' άνευ μαθητών, και εφόσον ο αριθμός τούτων ηλαττούτο, κατά τοσούτον ηυξάνομεν τον αριθμόν εκείνων. Το προπαγανδιστικόν έργον μας περιωρίσθη είς τίνας μόνο κοινότητας, και δή, μεταξύ των πενεστέρων τάξεων, των ανωτέρων τάξεων παραμενουσών ανεπηρεάστων υπ' αυτού. Τούτου ένεκεν τα λύκεια, τα γυμνάσια, αι εμπορικαί σχολαί μας, δεν αριθμούσιν ει μη μόνον υποτρόφους μας, άνευ δε του μέτρου τούτου θα έμενον κεναί. Αι εν Μακεδονία σχολαί μας στερούνται ασφαλούς βάσεως, συντηρούνται δε, τεχνιτώς, δι' υποτροφιών χορηγουμένων εις τον πρώτον τυχόντα».

Ταύτα ομολογεί Ρουμούνος υπουργός. Αλλ' η υπο τοιαύτας συνθήκας στρατολόγησις ουχί τόσων αλλά δεκαπλασίων μαθητών είναι έργον εκ των ευχερεστάτων· πράγματι δε, δι' ασυγκρίτως ολιγωτέρων μέσων, προσελκύουσι τοσούτους αι ανά την Ανατολήν προσηλυτιστικαί σχολαί. Ώστε είναι αξιοθαύμαστον το ψυχικόν σθένος και η φιλοπατρία του Κουτσουβλαχικού πληθυσμού, εξακολουθούντος να αποκρούη, μετά λίαν εκφαντικής περιφρονήσεως και αποτροπιασμού, την ρουμουνικήν προπαγάνδαν και ματαιούντος ούτω, δια της στάσεως αυτού ταύτης, τους αγώνας και τας προσπαθείας αυτής. Μαρτύριον περιφανές της τοιαύτης στάσεως και των τοιούτων διαθέσεων του Κουτσουβλαχικού πληθυσμού πρόκειται η επίσημος προς τον Ρουμούνον υπουργόν της παιδείας κ. Χαρέτ έκθεσις του Λαζαρέσκου Λεκάντα*, διευθυντού της ρουμουνικής σχολής Ιωαννίνων, υπό ημερομ. 26 Νοεμβρίου 1901, εξ ης εκθέσεως, συνταχθείσης της αιτήσει του υπουργού, αποσπώμεν τας ακολούθους περικοπάς.

 

«Κ. Υπουργέ,

 

»Πριν η εκθέσω υμίν πως δέον ίνα οργανωθή η εθνική ημών εν Τουρκία προπαγάνδα, επιτρέψατε να συνοψίσω την παρούσαν κατάστασιν του εθνικού ημών προβλήματος και την μέθοδον της δράσεως ημών, ήτις δράσις ημών προδήλως, άχρι τούδε, εις ουδέν κατέληξεν αποτέλεσμα.
» Οι πάντες γινώσκουσι, φρονώ, ότι το εθνικόν ημών πρόβλημα οπισθοχωρεί εν τη χερσονήσω του Αίμου. Παρά τας γενομένας και γινομένας εισέτι μεγάλας θυσίας, πρέπει να αρχίσωμεν και αυθίς εκ του μηδενός. Μετά τριακονταετείς αγώνας, δεν δυνάμεθα να καυχηθώμεν ότι προέβημεν κατά έν βήμα επί τα πρόσω.
» Ηρχίσαμεν σχεδόν ταυτοχρόνως μετά των Βουλγάρων· και ενώ ούτοι προώδευσαν τεραστίως, το ρουμουνικόν ζήτημα εύρηται εν νηπιώδει καταστάσει, εις ο σημείον ευρίσκετο την ημέραν της εμφανίσεως του· ίσως μάλιστα και εχειροτέρευσε.
» Μή φαντασθή τις ότι κάμνομεν τι, ή ότι είμεθα επωφελείς εις τους Ρουμούνους της χερσονήσου. Ουχί κατ' ουδέν ωφελούμεν αυτούς. Τα επιτευχθέντα αποτελέσματα εισί μηδαμινά άνευ σημασίας. Παρ' όλον τον σεβαστόν αριθμόν των σχολών μας, παρά το πολυάριθμον προσωπικόν των, είμεθα και θα είμεθα, απο εθνικής απόψεως, οι υποδεέστατοι μεταξύ των εθνικοτήτων. Η ρουμουνική γλώσσα περιφρονείται. Ο ρουμουνικός πληθυσμός της χερσονήσου είναι ασήμαντος. Δύνασθε να εξακριβώσητε τούρο όταν και όπως θελήσετε....
» Μή με εκλάβητε ως απαισιόδοξον· εξεναντίας είμαι λίαν αισιόδοξος.... Προς επέκτασιν της ρουμουνικής αναπτύξεως έχομεν, ήδη απο τούδε, μέγαν αριθμόν σχολών, διδασκάλων, καθηγητών, ιερέων, κτλ.
» Αλλά στερούμεθα ρουμουνικού πληθυσμού, κατα την κυρίαν σημασίας της λέξεως, όστις να εμφορείται υπό ρουμουνικών ιδεών και αισθημάτων. Οι προσερχόμενοι σήμερον εις τον ρουμουνισμόν και ους θεωρούμεν ως ρουμανόφρονας, δεν πράττουσι τούτο εκ πεποιθήσεως, ψυχή και καρδία, αλλ' απλώς εκ συμφέροντος· όταν θα εκλείψη τούτο, θα φανή το επιπόλαιον των αισθημάτων των.... Ο δόκτωρ Ιστριώτης έλεγεν ότι ελλείπει ημίν το ιερόν πύρ· τούτο πάντοτε έλειψεν ενταύθα και, αν υπήρχε που, εσβέσθη ολοτέλως. Η εθνική μας υπόθεσις είναι ζήτημα κερδοσκοπίας και ψωμισμού απ' αρχής έως τώρα. Το συμφέρον μόνον μας ωθεί εις την συνέχισίν του.
» Μή καταδικάζετε τους Ρουμούνους της χερσονήσου...
» Μή φαντάζεσθε προς τούτοις ότι επηρεάζονται ή εκφοβίζονται υπό του ελληνικού στοιχείου ή απο τους πράκτορας του ελληνισμού καθά ενομίζετο άλλοτε· ουχί, ουδέν υπάρχει εκ τούτον. Διότι τα αυτά ελέγοντο άλλοτε και δια το βουλγαρικόν στοιχείον· και όμως, καίτοι υποκείμενοι εις τα αυτάς επιρροάς, οι Βούλγαροι εχειραφετήθησαν από του Ελληνισμού και προώδευσαν θαυμασίως.
» Ο γελοίος ημών τρόπος της δράσεως, όν συνεχίζομεν άχρι τούδε, αποτελεί τον λόγον δι' όν, αντί επιτυχίας εχθρούς, μόνον και δυσαρεσκείας συγκομίζομεν... » Ιδού ο λόγος δι' όν αί σχολαί μας στερούνται μαθητών και εν τοις χωρίοις τοις οικουμένοις αποκλειστικώς υπό Κουτσοβλάχων, ενώ αι ελληνικαί σχολαί εισί πλήρεις μαθητών καίτοι οι μαθηταί παρ' ημίν ουδέν απολύτως πληρώνουσι, ενώ εν ταις ελληνικαίς σχολαίς υποβάλλονται εις καταβολήν χρημάτων. Πράγμα πρωτάκουστον αληθώς.
» Ο Ρουμούνος αποστέλλει τα τέκνα του εις την ρουμουνικήν σχολήν μόνον δια να λάβη δώρα, δια να επιτύχη υποτροφίας, βιβλία και τα λοιπά, ενώ παρά της ελληνικής σχολής δεν έχει καμμίαν απαίτησιν, εν ανάγκη δέ ανοίγει το βάλάντιον του και θνήσκων καταλιμπάνει δια κληροδοτημάτων την περιουσίαν του προς διάδοσιν των ελληνικών γραμμάτων.
» Δεν έιναι άγνωστοι ξένοι οι καταπολεμήσαντες ημάς εξ αρχής αλλά οι Ρουμούνοι ομοεθνείς μας μεθ' ων ήλθομεν εις αμέσους σχέσεις. Υφ' οποιονδήποτε τρόπον και αν παρουσιαζόμεθα προς αυτούς, ού μόνον μας απωθούν, αλλά και μας απέφευγον ως λοιμοβλήτους. Πολλάκις, τινές εξ ημών εγίνοντο δεκτοί μετά περιποιήσεων εν βλαχικοίς χωρίοις, εφόσον ηγνοείτο η αποστολή μας. Άμα όμως εδηλούμεν την ιδιότητα μας ως διδασκάλων Ρουμούνων, μας απεδίωκον και μας απηρνούντο.....
» Μη εκπλήττεσθε ότι, παρά πάντα ταύτα, αι σχολαί μας επολλαπλασιάσθησαν. Τούτο προέκυψεν ως εκ της αυξήσεως του προϋπολογισμού· τούτου εξογκωθέντος, επολλαπλασιάσθη το προσωπικόν των σχολών, ουχί διότι ήτο αναγκαίον, αλλά προς εξάντλησιν των ψηφισθεισών πιστώσεων.....»

 

Τη 25 δε Φεβρουαρίου του επιόντος έτους 1902, τη προσκλήσει του υπουργείου, ο Λ. Λεκάντας απέστειλε και δευτέραν έκθεσιν, εν η συνιστά την καλλιέργειαν φιλικών σχέσεων μεταξύ Ρουμανίας και Ελλάδος προς καταπολέμησιν του κοινού εχθρού, των Βουλγάρων, ένεκα, λέγει, των ελληνικών αισθημάτων της μεγάλης πλειοψηφίας των Κουτσοβλάχων και της προς την Ορθοδοξίας αφοσιώσεως των ως εκ των οποίων, επάγει, άνευ της συναινέσεως του Οικομενικού Πατριαρχείου, οι Κουτσούβλαχοι ουδέποτε θα θελήσωσι να εκμάθωσι την ρουμουνικήν ή θα προσέλθωσιν εις τον ρουμουνισμόν· άμα δε ο Λεκάντα συνιστά «πίεσιν επί των εν Ρουμανία Κουτσουβλάχων» διότι ομολογεί «και αυτοί οι εν Ρουμανία εγκατεστημένοι προκηρύττουσιν εαυτούς Έλληνας».
Αι αυθεντικαί αυταί πληροφορίαι γνωρίζουσιν ημίν τα μέσα δι' ων περισυλλέγονται οι ελάχιστοι μαθηταί των ρουμουνικών σχολών, επί των προόδων των οποίων τόσον εναβρύνεται η ολιγαρκής «Roumanie». Η αυτή μέθοδος εφαρμόζεται και εν μέση βασιλευούση· ο αμφιβάλλων, ας επισκεφθή την εν Πέραν ρουμουνικήν σχολήν, και θα ακούση την ελληνικήν γλώσσαν κοινώς λαλουμένην απο της διευθυντρίας και των διδασκουσών και διδασκομένων μέχρι του θυρωρού· θα ακούση δ' επί τούτοις, απο στόματος των ολιγίστων μαθητριών και υποτρόφων, ακραιφνούς ελληνικής καταγωγής, ότι φοιτώσιν εις αυτήν διότι εισί τέκνα πενεστάτων οικογενειών ή ορφανά, (ως αι δύο θυγατέρες πτωχής χήρας εκ Μακροχωρίου) εις ας δωρεάν χορηγείται η εκπαίδευσις και η συντήρησις, μετ' αφθόνων υποσχέσεων προστασίας εν τω μέλλοντι.
Αι πολύτιμοι αύται ομολογίαι αυτών των επισήμων εν Μακεδονία αποστόλων του ρουμουνισμού ανατρέπουσιν, άρδην, την πλημμύραν των λοιδοριών, των προπηλακισμών και των συκοφαντιών των Ρουμούνων κατά της πνευματικής αυτών μητρός, της Εκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως. Καθόσον, βλέποντες οι εν Βουκουρεστίω τους Κουτσουβλάχους μετά βδελυγμίας αποκρούοντας τον εκρουμουνισμόν αυτών και προκηρύττοντας, πανηγυρικώς, την αδιάρρηκτον μετά του ελληνικού στοιχείου συνένωσιν αυτών, εκ λόγων κοινής καταγωγής, γλώσσης, ιδεών, παραδόσεων, ελπίδων, ηθών και εθίμων -ως εξάγεται εκ πληθύος τοιούτων εγγράφων αποκειμένων εν τοις αρχείοις των Πατριαρχείων- έσχον την πρωτότυπον έμπνευσιν να επικαλεσθώσι την αρωγήν του Οικουμενικού Πατριαρχείου προς εκρουμουνισμόν των Κουτσουβλάχων. Μή τυχόντες δε, ως ήτο φυσικώτατον, να μετατρέψωσι τούτο εις όργανον, ασυναίσθητον ή μή, των μεγαλομανών αυτών ονείρων, αντέστρεψαν τους όρους και ήρξαντο κατηγορούντες απανταχού την Εκκλησίαν Κωνσταντινουπόλεως ως όργανον του ελληνισμού, ως εξασκούσαν φοβεράν και τυρρανικήν πίεσιν επί των Κουτσουβλάχων, ους δια του εκβιασμού και του τρόμου παρακωλύει απο της πραγματώσεως του ενθέρμου αυτού πόθου του να εισαγάγωσιν εν τοις ναοίς και ταις σχολαίς την μητρικήν αυτών ρουμουνικήν γλώσσαν.
Και παρενοχλείται η αυτοκρατορική Κυβέρνησις και τα ευρωπαϊκά ανακτοβούλια, και καταπατούνται αι στοιχειώδεις αρχαί του διεθνούς δικαίου καθώς και οι ιεροί κανόνες, και φενακίζεται ο πεπολιτισμένος κόσμος, και παραπαλάται η δημοσία γνώμη, και επιδιώκεται η εξέγερσις ταύτης κατά του δυσφημουμένου και κατασυκοφαντουμένου Οικουμενικού Πατριαρχείου. Διά τίνα δε λόγον όλος αυτός ο αλλαλαγμός; διότι τούτο, δεν εξαναγκάζει, άκοντας και μη βουλομένους, τους Κουτσουβλάχους όπως, μεταλλαξάντες, δίκην χιτώνος, εθνικήν συνείδησιν, μεταβαπτισθώσιν εις Ρουμούνους και, αποσκορακίσαντες απο του οίκου, της σχολής και της εκκλησίας, την ελληνικήν γλώσσαν, την οποίαν πάντε λαλούσι και γράφουσιν, αντικαταστήσωσιν αυτήν δια της όλως αγνώστου αυτοίς ρουμουνικής. Διότι το αξιοπερίεργον εν όλη αυτή τη υποθέσει είναι ότι οι Ρουμούνοι δεν εννοούσι να εισαγάγωσιν εν ταις σχολαίς και τοις ναοίς των Κουτσουβλάχων την κουτσουβλαχικήν διάλεκτον, αλλά την όλως ξένην δια τούτους ρουμουνικήν γλώσσαν. Ακούσωμεν την ομολογίαν αυτών των Ρουμούνων διπλωματών. Ο κ. Λαχωβάρης, εν συνεντεύξει του προς τον εκ των συντακτών του παρισινού «Χρόνου» κ. G. Villiers, κατα Ιανουάριον του 1905 ομολόγησεν ότι, μεταξύ της ρουμουνικής και της κουτσουβλαχικής, υπάρχει οία διαφορά μεταξύ της γαλλικής και της προβηγκιακής διαλέκτου (provencal). Ο κ. Brun εν τω προπαγανδικώ έργω του ο «Γέρων του Πίνδου», δηλοί ότι οι Κουτσουβλάχοι, φοιτώντες εν ταις ρουμουνικαίς σχολαίς εύρηνται εν η θέσει οι Βρετανοί της Γαλλίας (Bretons) εν ταις γαλλικαίς σχολαίς. Η πραγματική διαφορά είναι πολλώ μείζων, είναι δε πασίγνωστον γεγονός ότι συνδιάλεξις, μεταξύ Κουτσουβλάχου και Ρουμούνου είναι τι όλως ακατόρθωτον. Επιζητείται, λοιπόν, η εξοβέλισις από των σχολών και ναών της οικείας και γνωστής πάσι τοις Κουτσουβλάχοις ελληνικής γλώσσης, ίνα την θέσιν αυτής καταλάβη η ρουμουνική, η προς την κουτσουβλαχικήν σχέσις της οποίας είναι ασυγκρίτως ολιγωτέρα απο την σχέσιν της ελληνικής προς την κουτσουβλαχικήν.
Αλλ' ότι, ιδία, προξενεί τον ίλιγγον, είναι ο γνήσιος τυχοδιωκτικός και χθαμαλώς κερδοσκοπικός σκοπός εις ον κατατείνει ο δια τηλικούτων μόχθων και θυσιών επιδιωκόμενος καταναγκαστικός εκρουμουνισμός των Κουτσουβλάχων της Μακεδονίας. Διότι, αι γεωγραφικαί και αριθμητικαί συνθήκαι, αποκλείουσιν, αμειλίκτως -οι δε εν Βουκουρεστίω κάλλιστα γινώσκουσι ταύτα- πάσαν ελπίδα προσαρτήσεως ή αυτονομίας των Κουτσουβλάχων. Αλλά τότε εις τί αποβλέπουσιν οι εν Ρουμανία; Ακούσωμεν αυτούς τούτους· διότι έσχον την καταπληκτικήν απλοϊκότητα να μη αποκρύψωσι τας μυχίας ελπίδας των. Ιδού τί Ρουμούνος, ουχί εκ των ασήμων, ο πρίγκιψ C. Brancovan ανομολογεί, εν τω υπ' αυτού διευθυνομένω ρουμουνικώ περιοδικώ των Παρισίων «La Rennaissonce Latine» (φύλλον της 15 Ιουλίου 1904 σελ. 614).
«Η Ρουμανική Κυβέρνησις δεν αποβλέπει τόσον εις την δημιουργίαν ρουμουνικής αποικίας παρά τοις Κουτσουβλάχοις, όσον εις την εξασφάλισιν εχεγγύου προωρισμένου να εκχωρηθή τη Βουλγαρία απέναντι σπουδαιοτέρων ωφελημάτων· π.χ. διαρύθμισιν των μεθορίων εν Δόβρουτζα. Ήδη ο Τάκε Ιωνέσκος (ο νύν υπουργός των οικονομικών της Ρουμανίας) υπέδειξε την γραμμήν Ρουτσουκίου-Βάρνης, ήτις θα παρείχε τη Ρουμανία δύο φρούρια και ένα καλόν λιμένα. Τούτο είναι πολύ ίσως, και θα ηρκούμεθα εις ελάσσονα, αν η Βουλγαρία ήθελε να φανή συνδιαλλακτική».
Ο κ. Bouchier εν τω συγγράμματι του «The Balcan Question» γράφει· «Η Ρουμανία επιδιώκει την προπαγάνδαν της (εν Μακεδονία) επί τη βλέψει ότι θα είχε δικαίωμα εις αντιστάθμισμα τι αλλαχού, άν ο εν Μακεδονία αποδεδειγμένως ρουμουνικός πληθυσμός εξεχωρείτο ετέρα τινι δυνάμει».
Ο κ. E. Barbulesco, υποδιευθυντής των αρχείων της Ρουμανίας, εν διαλέξει του δημοσία, κατά Μάρτιον του 1905, εν Βουκουρεστίω, περί του Κουτσουβλαχικού ζητήματος, τονίζει το γεγονός ότι η Ρουμανία δεν πρέπει να λησμονή τον πολιτικόν χαρακτήρα του ζητήματος και την συσχέτισιν του προς το ζήτημα της Δόβρουτζας. Η δε ημιεπίσημος βουλγαρική εφημερίς «Novi Vek», δεν απέκρυψεν ότι, τους καρπούς των εν Μακεδονία μόχθων των Ρουμούνων θέλουσι δρέψει ημέραν τινά οι Βούλγαροι. Και είχε πολύ, πολύ, δίκαιον.
Habemus reum confitentem λοιπόν· έχομεν, αυτήν την ομολογίαν των Ρουμούνων. Οι εν Ρουμανία, ευρίσκοντες στενά τα όρια του κράτους των, μη δυνάμενοι δε να ατενίσωσι προς τα εν Τρανσυλβανία, Βουκουβίνη και Βεσσαραβία εκατομμύρια των αδιαφιλονεικήτως γνησίων ομοεθνών των, έστρεφαν τα λαίμαργα βλέμματα των επί της δεξιάς (βουλγαρικής) όχθης του Δουνάβεως, το δε τετράγωνον Σιλιστρίας, -Ρουστσουκίου, -Σούμλας- Βάρνας, εφείλκυσε γοητευτικώς αυτούς. Αλλα το τετράγωνον τούτο είχεν άλλον ιδιοκτήτην. Τί το πρακτέον λοιπόν; να καταπεισθή ούτος εις ανταλλαγήν· και εξευρέθη το αντάλλαγμα. Ο δύστηνος κουτσουβλαχικός μακεδονικός πληθυσμός, μεταβαπτιζόμενος, δι' ών εξεθήκαμεν μέσων, εις ρουμουνικόν, θα παρεδίδετο τοις Βουλγάροις, ίνα υποστή τρίτον σλαυικόν, τελειωτικόν την φοράν ταύτην, εθνικόν βάπτισμα. Ιδού, κατά τα ήκιστα υπόπτους, βεβαίως, ομολογίας αυτών τούτων των εν Ρουμανία, η κλεις και τα πράγματικά ελατήρια του ποθουμένου εκρουμουνισμού των Κουτσουβλάχων· της ουτοπίας ταύτης της επιδιωκομένης, per fas et per nefas, χάριν ετέρας ουτοπίας και ένεκα της οποίας πρωτοφανής διπλωματική και δημοσιογραφική σταυροφορία διενεργείται κατά του Οικουμενικού Πατριαρχείου, ούτινος η ενοχή συνίσταται εις το ότι αρνείται να συμπράξη, δια της χρησιμοποιήσεως της ηθικής αυτού δυνάμεως, προς επίτευξιν ανηθίκων πολιτικών σχεδίων και συναλλαγών.


«Farce et mensonge» (κωμωδία και ψεύδος). Δια της τραχυτάτης και στιγματιστικής ταύτης εκφράσεως, εχαρακτήρισεν, απο του βήματος της ρουμανικής Βουλής, την εν Μακεδονία ρουμουνική προπαγάνδαν, ανήρ υπέρ πάντα άλλον αρμοδιώτατος ίνα εξενέγκη γνώμην, ως γινώσκων άριστα και λεπτομερέστατα τα κατ' αυτήν, αυτός ούτος ο τέως Ρουμούνος υπουργός της παιδείας κ. Haret, αναπτύξας και δικαιολογήσας προσηκόντως ταύτην.
«Farce et mensonge». Τον χαρακτηρισμόν τούτον εσμέν πεπεισμένοι ότι θα απαθανατίση η ιστορία, διατηρούσα αυτόν, ως τον καταλληλότατον τίτλον, του κεφαλαίου, εν ω θα εκτίθενται τα της ρουμουνικής εν Μακεδονία προπαγάνδας· του έργου τούτου εσχάτου πολιτικού παραλογισμού και ηθικής πωρώσεως, υφ' ών οιστρηλατούμενοι τινές, εφαντάσθησαν, εν πλήρει εικοστώ αιώνι, ότι θα ηδύναντο, διαστρεβλούντες εκβιαστικώς την εθνικήν συνείδησιν εκατόν τριάκοντα χιλιάδων κουτσουβλαχικού λαού και δημιουργούντες τεχνιτώς εις Ρουμούνους, να άγωσι και φέρωσι τούτους κατά το δοκούν, ως ακαταλόγιστα νευρόσπαστα, προς μόνον τον σκοπόν -απροκαλύπτως ανομολογούμενον- ίνα τους μεταπωλήσωσιν, εν πρώτη ευκαιρία, δίκην προβάτων, (καθ' ο σύστημα εφήρμοζον οι Μπογιάροι απέναντι των δουλοπαροίκων Ρουμούνων των μωσιών αυτών) εις τους Βουλγάρους, επ' ανταλλαγή γνησίως βουλγαρικού παρά την Δοβρουτζάν εδάφους. Αι δε μέλλουσαι γενεαί, αναγινώσκουσαι τας λεπτομερείας ταύτας έκπληκτοι και επαπορούσαι, θα διερωτώνται αν τα αναγινωσκόμενα πρέπει να τα εκλάβωσιν ως ιστορικά γεγονότα, ή ως σελίδας μυθιστορήματος αναγραφούσας les hauts fails et gestes ηρώων, εφαμίλλων του περιωνύμου εκείνου του Ισπανού Σερβάντες.

 

ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΑΛΗΘΕΙΑ
ΕΤΟΣ ΚΖ'. ΑΡΙΘ. 3
ΕΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΙ 20 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 1907

 

*Αξιοσημείωτο γεγονός είναι τελικά η δολοφονία του Λαζαρέσκου Λεκάντα απο τον επιθεωρητή των ρουμανικών σχολείων Ηπείρου Νούση Τούλιου στο καφενείο του Βουκουρεστίου «Μακεδονία»

 

Φορτώνει ...