Ιστορίες - γεγονότα

Φωνή της Ηπείρου, 25 Σεπτεμβρίου 1892Εἶνε ἑνὸς γέροντα ἑβδομηντάρη Σαμμαρινιώτου Βλάχου, ἀλλὰ πτωχοῦ, ἀποκατεστημένου εἰς τὴν Θεσσαλίας. Τὴν γράφει πρὸς τὸν ἐδῶ μένοντα υἱόν του. Πραγματεύεται διὰ τᾶς τελευταία συμβάντα τῆς Σαμμαρίνης, βλάχικης κωμοπόλεως τοῦ Πίνδου, καθ' ἃ οἱ Ρωμοῦνοι ἤρπασαν ἀπὸ τοὺς Ἕλληνας κατοίκους ἐν σχολεῖον καὶ μίαν ἐκκλησίαν, καὶ τοῦ λέγει:
- «Ἀμ' τί νὰ τοὺς κάμω, γιέ μου, τῶν χωριανῶν μας, ὅπου ἔμειναν σὰν τὰ ἔρμα πρόβατα στὸν κάμπο χωρὶς τσομπάνον καὶ χωρὶς σκυλιὰ κι ὅπου τὰ δεκατίζει ὁ λύκος. Μὲ παραπαίρνει καμμιὰ βολὰ ἡ λάβρα μου καὶ τὸ κακὸ καὶ δὲν φτουρῶ, κ' ἔτσι μώρχεται νὰ σκωθῶ μονάχος μου ν' ἁρματωθῶ, νὰ θυμηθῶ τὰ νιάτα μου καὶ νὰ πάρω ἀράδα Σαμμαρίνα, Περιβόλι, Βουβοῦσα καὶ Ἀβδέλα νὰ μὴν ἀφήκω ρουθούνι ρωμουνικό.
Ἀλλ' ἔλα ποὺ δὲν ἔχω οὔτε νὰ φάω ψωμὶ ὁ καϋμένος. Ἂς εἶχα λίγα παραδάκια, ὠρὲ παιδὶ μ', ὅσο ποὺ νὰ μώφταναν νὰ βαστάξω 'ς τάρματα καμμιὰ δεκαπενταριὰ παιδιά, ὅπως τὰ θέλω ἐγώ, κι' ἂς κόταε ὁ βρωμο-Μαργαρίτης καὶ κάθε ἄλλος Ρωμοῦνος δάσκαλος νὰ πατήση μὲ τὰ μαγαρισμένα πόδια τοῦ τὰ χώματά μας τ' ἁγιασμένα. Ὡς μέσα 'ς τὰ Γιάννινα καὶ 'ς τὰ Μπιτώλια θὰ χύνουμουν νὰ τοὺς μακελέψω.»

Μὲ τὴν ἀρκετὰ περίεργον καὶ λίαν πρωτότυπον ἐπιστολὴ ταύτην δὲν σᾶς ἔρχεται διόλου ἡ σκέψις ὅτι ἂν ἐπανουκλιάσαμεν μετὰ τῶν ἐλευθέρων λεγομένων Ἑλλήνων καὶ ἠμεῖς οἱ ἐν μέσῳ αὐτῶν ζῶντες Ἠπειρῶται, ὑπάρχουν ὅμως ἐδῶ κ' ἐκεῖ ἀπομεινάρια παλαιοῦ ἐτυχισμένου καιροῦ, γέροντες πολίται πτωχοί, παλαιὰ κόκκαλα, μὲ μεγάλην καρδίαν καὶ μὲ μέγιστον ἀκατάσχετον καὶ ἀνήκουστον πατριωτικὸν αἴσθημα;
Τὴν ἐπιστολὴν ταύτην τὴν ἔχομεν εἰς τὸ γραφεῖον μας καὶ δυνάμεθα νὰ τὴν δείξωμεν εἰς οἱονδήποτε ἔχοντα τὴν ἐπιθυμίαν νὰ τὴν ἰδῆ.

 

Φωνή της Ηπείρου, 25 Σεπτεμβρίου 1892, Έτος Α', Αριθμ. 2