Ιστορίες - γεγονότα

Ολυμπος. ΚοκκινοπλόςΗ φράση «κα ντο αννλου ντι φραγκου» και τα ερωτηματικά που προκύπτουν από την «υπόθεση Ρίχτερ»
Ακόμη και σήμερα κάποιοι υπερήλικες Kοκκινοπλίτες, όταν θέλουν να περιγράψουν, η να αναφερθούν σε ένα μεγάλο κακό με βία, φόβο, λεηλασία και δυστυχία, χρησιμοποιούν τη φράση «κα ντο αννλου ντι φραγκου», που στα ελληνικά σημαίνει «όπως στη χρόνια του φράγκου». Με αυτή τη φράση αναφέρονται μεταφορικά και ασυνείδητα στο μεγάλο κακό που υπέστη το 1911 το χωριό από τα τούρκικα στρατεύματα (ανελέητοι ξυλοδαρμοί, άρπαγες και τρομοκρατία για τρεις περίπου μήνες) εξ αιτίας της απαγωγής και ομηρίας του γερμανού ερευνητή Εντουάρ Ρίχτερ. Πρόκειται για την πολύκροτη «υπόθεση Ρίχτερ», εξ αιτίας της οποίας δημιουργήθηκαν πολλά διπλωματικά επεισόδια, οξύνθηκαν οι σχέσεις μεταξύ Οθωμανικής αυτοκρατορίας και Γερμανίας, ενώ ωφελήθηκε παρά πολύ η Ελλάδα.

 

 

Σε όσους γνωρίζουν την ιστορία του Κοκκινοπλού, ίσως η παραπάνω φράση «όπως στη χρονιά του φράγκου» φανεί υπερβολική, αφού στην περίπτωση του Ρίχτερ το χωριό δεν πυρολύθηκε, ούτε υπέστη κάποια ιδιαίτερη καταστροφή, και το κυριότερο δεν υπήρχαν εκτελέσεις κατοίκων. Αντίθετα σε άλλες περιπτώσεις της μακραίωνης ιστορίας του χωριού αυτού, είχαμε ολοκληρωτική καταστροφή, συθέμελη πυρπόληση και σφαγιασμό κατοίκων.
-γιατί λοιπόν έμεινε αυτή η φράση, ενώ στην ιστορική πορεία του χωριού φαίνεται ότι οι Κοκκινοπλίτες πέρασαν πολύ χειρότερες καταστάσεις;
-γιατί κάποιοι από τους κατοίκους του Κοκκινοπλού, ενός χωριού που πάνω απ’ όλα φημιζόταν για την φιλοξενία, πρωτοστάτησαν στην απαγωγή ενός ξένου ανθρώπου, τον οποίο μάλιστα φιλοξενούσαν;
-σε τι απέβλεπε ένα τέτοιο «απονενοημένο» εγχείρημα;
-πως και γιατί αυτή η πράξη εξυπηρετούσε τα εθνικά συμφέροντα της Ελλάδας;
-γιατί εξαιτίας της υπόθεσης αυτής δημιουργήθηκαν διπλωματικά επεισόδια;
-επετέθησαν όλοι οι στόχοι που είχαν θέση οι εμπνευστές αυτής της απαγωγής και ομηρίας;
ας πάρουμε λοιπόν την πολύκροτη αυτή υπόθεση με τη σειρά για να δούμε πως εκτυλίσσεται η όλη ιστορία και πως προκύπτουν οι απαντήσεις στα παραπάνω καυτά ερωτήματα.

1911. Τρίτη και μοιραία προσπάθεια εξερεύνησης του Ολύμπου από το Ρίχτερ
Το 1909 και 1910 ο γερμανός επιστήμονας και αλπινιστής Εντουάρ Ριχτερ είχε πραγματοποιήσει αλλες δυο προσπάθειες κατάκτησης της ψηλότερης κορυφής του Ολύμπου, αλλά χωρίς επιτυχία. Την πρώτη προσπάθησε απο το Λιτόχωρο, ενω τη δεύτερη απο τον Κοκκινοπλό.
Ύστερα λοιπον και απο τη δεύτερη αποτυχία του, ο Ριχτερ, όχι μόνο δεν πτοήθηκε, αλλά ο πόθος του για την κατάκτηση του θρυλικού βουνού και το πείσμα του αυξήθηκαν ακόμη περισσότερο. Πανέτοιμος λοιπον φθάνει στις 20 Μαΐου του 1911 για τρίτη φορά με το τρένο στη Θεσσαλονίκη. Ήταν οπως θα δούμε η τρίτη και φαρμακερή, η τρίτη και μοιραία φορά, αφου οπως λέει και ο λαός «επέμενε να ξύνεται στην γκλίτσα του τσομπάνη». απο τη Θεσσαλονίκη πλέει με καΐκι στην Κατερίνη (βρωμερή) και απο εκεί αφου οι τούρκικες αρχές του έδωσαν τέσσαρες αστυνομικούς να τον φυλάνε απο τους ληστές του Ολύμπου, ακολουθεί το δρομολόγιο Κατερίνη, πέτρα, αφ. Δημήτριος, Κοκκινοπλός. Ειναι βασικό να σημειωθεί οτι ο γερμανός επιστήμονας «τελούσε υπό την προστασία» της οθωμανικής αυτοκρατορίας, της οποίας τα σύνορα μέχρι το 1912 ήταν ως γνωστό στη Μελούνα.
Στον Κοκκινοπλό οι κάτοικοι και ιδιαίτερα οι φίλοι που είχε αποκτήσει την προηγούμενη χρονια υποδέχθηκαν το ριχτερ με εγκαρδιότητα, ενω ο γνωστός έμπορος του χωριου Γιάννης Μαρωνίδης, φιλοξένησε τον ξένο, οπως και την προηγούμενη χρονια στο αρχοντικό του.

Το Ελληνικό γενικό επιτελείο Στρατού κινητοποιείται και δίνει εντολή για να επαχθεί ο Ριχτερ στον Κοκκινοπλό
Από τη στιγμή που ο Ρίχτερ πάτησε το πόδι του στη Θεσσαλονίκη ενημερώθηκε απο τους πληροφοριοδότες το Ελληνικό προξενείο Θεσσαλονίκης και αυτό με τη σειρά του ενημέρωσε με άκρα μυστικότητα την «ειδική στρατιωτική υπηρεσία Λαρίσης». Στη συνεχεία με ειδικό αξιωματικό ενημερώθηκε το προξενείο Ελασσόνας και αυτό με τη σειρά του τον πρόεδρο της «επαναστατικής επιτροπής» του κοκκινοπλου Γιάννη Μαρωνίδη (ήταν αυτός που φιλοξενούσε το Ρίχτερ), τον οποιο καλεί με άκρα μυστικότητα να κατεβεί στην Ελασσόνα. μια αδιάσπαστη και θαυμαστή αλυσίδα επικοινωνίας, ένας καλά οργανωμένος κύκλος συνεννόησης και μετάδοσης των πληροφοριών, που παραπέμπει σε κινηματογραφικά κατασκοπευτικά έργα. ένας σημαντικός κρίκος της αλυσίδας αυτής ήταν και ο Μητροπολίτης Ελασσόνας Νεόφυτος Ευαγγελίδης, ο οποίος «ευλόγησε» τη συμμετοχή στην «επαναστατική οργάνωση» και των Ιερέων του Κοκκινοπλού, ενω έλαβε και αυτός γνώση του σχεδίου αυτου. πάντως αυτη η κεραυνοβόλα κινητοποίηση κάνει τον καθένα να υποψιαστεί οτι, τα διάφορα σενάρια της απαγωγής ήταν ισως προ πολλού έτοιμα, αφου γνώριζαν οτι θα επανέλθει ο Ρίχτερ. απλά περιμένανε το «θύμα» να δουν πως θα κινηθεί για να κινητοποιηθούν και να πράξουν ανάλογα.
Έτσι λοιπον ο Μαρωνίδης υπακούοντας στην εντολή του προξενείου πηγαίνει με άκρα μυστικότητα στην Ελασσόνα, όπου τον περίμενε ο πρόξενος Λεωνίδας Χρυσανθόπουλος και ένας ¨Ελληνας αξιωματικός (άγνωστων λοιπών στοιχείων), που είχε περάσει μυστικά τα σύνορα της μελουνας. εκεί οι δυο άνδρες μίλησαν στον Μαρωνίδη για το «μεγάλο εγχειρημα», τα οφέλη της πατρίδας απο μια ευτυχή έκβαση και βέβαια τον κίνδυνο που ενδεχομένως θα διέτρεχε ο ίδιος, η «επαναστατική επιτροπή» και πανω απ’ ολα το χωριο. Του εξήγησαν αναλυτικά τους λόγους για τους οποίους έπρεπε να επαχθεί ο «φραγμός» (δυτικός) και οι οποίοι συνοψίζονται στα εξής σημεία:
1. Με την απαγωγή και ομηρία του γερμανού επιστήμονα, θα εξετίθετο η Οθωμανική αυτοκρατορία στα μάτια της φίλης και πανίσχυρης Γερμανίας σε μια χρονική περίοδο πολύ κρίσιμη για την πρώτη και πολύ ευνοϊκή για την πατρίδα μας. να σημειωθεί οτι ο Ριχτερ τελούσε υπό την προστασία της Οθωμανικής αυτοκρατορίας.
2. Με την ενέργεια αυτη θα αποδεικνύονταν κυρίως στην Ευρώπη οτι «όντως ο βασιλιάς είναι γυμνός», αφού ο μεγάλος ασθενής δηλαδή η Οθωμανική αυτοκρατορία δεν είναι σε θέση ούτε τους πολίτες να προφυλάξει, ούτε τα εδάφη της να ελέγξει.
3. Αυτή η ενέργεια θα ανέβαζε το ηθικό και θα αναπτέρωνε τους Έλληνες των σκλαβωμένων περιοχών, αλλά και του ελληνικού κράτους.
4. Τα λίτρα που θα εισέπρατταν από την απαγωγή θα «έπιαναν τόπο» στον ελληνικό στρατό, ο οποίος ετοιμαζόταν για τη μεγάλη ώρα.
Αφού οι δυο άνδρες εκθέσανε όλους αυτούς τους πολύ σημαντικούς λόγους στον Μαρόνι, χωρίς να περιμένουνε να απαντήσει του επισήμαναν κατευθείαν δυο βασικές προϋποθέσεις και κατέληξαν σε μια ερώτηση. οι προϋποθέσεις ήταν οι εξής:
-«Ο όμηρος δεν θα έπρεπε σε καμία περίπτωση να πατήσει ελληνικό έδαφος»
-«Οι απαγωγείς δεν θα έπρεπε να είναι νοικοκυραίοι και ευυπόληπτοι πολίτες του χωριού, αλλά ανυπόληπτοι και άγνωστοι και αν είναι δυνατόν ληστές του Ολύμπου».
Η ερώτηση προς τον συνομιλητή τους ήταν «εάν αυτός και η επιτροπή του κοκκινοπλου μπορούσε, ήταν σε θέση να αναλάβουν ενα τόσο επικίνδυνο, αλλά εθνικα ωφέλιμο εγχειρημα».
Ο καθένας μπορεί να καταλάβει τη δεινή θέση, στην οποία βρέθηκε ο Μαρωνίδης. Το δίλημμα και η ψυχική σύγκρουση ήταν τεραστία. απο τη μια πλευρά το συναίσθημα της ιερής και απαράβατης φιλοξενίας, η οποία ιδιαίτερα στους Κοκκινοπλιτες (στους όπου γης Κοκκινοπλίτες) μέχρι σήμερα θεωρείται μια βασική αρετή. Απο την άλλη το καθήκον, το χρέος προς την πατρίδα που δεν επιδεχόταν καμία συζήτηση, ούτε την παραμικρή επιφύλαξη. Άλλωστε ως πρόεδρος μιας τέτοιας αυστηρά απαγορευμένης οργάνωσης ήταν ούτως η άλλως αφιερωμένος στην πατρίδα, αφου πρώτα απ’ ολα «έβαζε το δικό του κεφάλι στον τορβά». Και άντε το δικό του κεφάλι και το κεφάλι των υπόλοιπων μελών της «επιτροπής». Άντε και η «παρασπονδία» σε βάρος του «μουσαφίρη». εκείνο που τον βασάνιζε ιδιαίτερα στην υπόθεση αυτη, ήταν το οτι θα έβαζε ενδεχομένως σε μεγάλη περιπέτεια ολόκληρο το χωριο. Το μυαλό του ορεσιβίου βλαχόφωνου έμπορου «έκοβε» πολυ, γιαυτο άλλωστε επέλεξαν αυτόν. Αφου μονολόγησε πρώτα λέγοντας «πέφτει βαριά στην ψυχή μου γιατι είναι μουσαφίρης ο φραγμός», συνέχισε με αυτοπεποίθηση και μετρημένα λόγια λέγοντας οτι «θα γίνουν ολα οπως θέλετε και πιστεύω θα πάνε καλά. εγώ και τα μέλη της επιτροπής του Κοκκινοπλού αναλαμβάνουμε να φέρουμε σε πέρας την υπόθεση, αλλά με τις εξής δυο βασικές προϋποθέσεις». Είναι βέβαιο οτι το μυαλό των δυο συνομιλητών πήγε σε καποια υλικά ανταλλάγματα που μπορεί να είχαν σχέση ακόμη και με τα λίτρα. Όμως ο Μαρωνίδης δεν τους άφησε πολυ σε αγωνιά και περισσότερο περιθώριο για άλλες σκέψεις, αφού τους εξήγησε. «εμείς ζητάμε πρώτον να μη χαλαστή ο φραγμός, οποία κατάληξη και αν έχει η υπόθεση και δεύτερον όσο γίνεται να ταλαιπωρηθεί λιγότερο».
Όσο απλές και εύκολες και εάν φαίνονται οι απαιτήσεις του Μαρωνίδη, ήταν δύσκολες διότι τίποτε δεν μπορεί κανείς σε τέτοια εγχειρήματα να προβλέψει και να τηρήσει απαρέγκλιτα. όμως ο αξιωματικός και ο πρόξενος γνώριζαν οτι ο λόγος τους, ιδιαίτερα όταν έχουν να κάνουν με τέτοιους ορεσίβιους ανθρώπους, που «καινέ την κάπα για μια ψείρα», έπρεπε να είναι «συμβόλαιο», διαφορετικά θα τα τινάζανε ολα στον αέρα. Τελικά οι τρεις άνδρες συμφώνησαν σε ολα και αφου έδωσαν τα χέρια ο Μαρωνίδης έφυγε εσπευσμένα για τον Κοκκινοπλό. Στο Πύθιο πέρασε απο τον πρόεδρο της εκεί «επιτροπής», το Δημήτρη Αδάμου τον ενημέρωσε διεξοδικά και συνέχισε για τον προορισμό του.
Στον Κοκκινοπλό κάλεσε με άκρα μυστικότητα τα μέλη της «επιτροπής», τους ενημέρωσε και αφου συμφώνησαν άρχισαν να «στύβουν» τα μυαλά τους για να βρουν, τους πιο κατάλληλους απαγωγείς. Τελικά κατέληξαν στον αποκηρυγμένο ληστή-κλέφτη Γιώργο Λιόλιο (απο το Φλάμπουρο Ελασσόνας) και την παρέα του. αυτός θα μπορούσε άριστα να συνεργαστεί και να φέρει εις πέρας μια τέτοια υπόθεση, αφού συγκέντρωνε, μεταξύ άλλων και τα εξής προσόντα:
-ήταν πανέξυπνος και δεινός διαπραγματευτής.
-γνώριζε την περιοχή «πιθαμή προς πιθαμή» και τους ανθρώπους που τον προστάτευαν (στις στάνες, στα χώρια, ακόμη και στις κωμοπόλεις) σαν «κάλπικες δεκάρες».
-αν και ληστής είχε «μπέσα», αφου δεν αθετούσε ποτέ το λόγο του.
-ήταν επικηρυγμένος ληστής και υποτίθεται οτι ήταν εχθρός και των ρωμιών. ως εκ τούτου δεν είχε να δώσει λόγο σε κανέναν. ουσιαστικά κανείς δε θα μπορούσε να ζητήσει ευθύνες, απο κανέναν και να προβεί σε αντίποινα για τις πράξεις ενος τέτοιου ανθρωπου.
-τέλος οι Κοκκινοπλίτες γνωρίζανε οτι, όταν θα ερχόταν το «ελληνικό», ο λιολιος είχε την πρόθεση να εγκαταλείψει την ληστρική ζωή.
Έτσι λοιπον με ειδικό άνθρωπο ειδοποιήθηκε ο Λιόλιος να πάει στον Κοκκινοπλό και αυτός έχοντας εμπιστοσύνη στους Κοκκινοπλίτες ανταποκρίθηκε. εκεί του εκμυστηρεύτηκαν όλο το σχέδιο και κυρίως το σκοπό. του τόνισαν , μεταξύ άλλων οτι στο εξής θα έχει επαφή μόνο με ειδικό αξιωματικό του Ελληνικού Στρατού, ο οποίος κάτω απο κάποιο ανυποψίαστο επάγγελμα θα κυκλοφορούσε στις στάνες και στα χωριά, ο κλέφτης συμφώνησε και αφού συζήτησε μαζί τους και την τελευταία λεπτομέρεια έφυγε να προετοιμαστεί.

Σύλληψη, απαγωγή και ομηρία του Ρίχτερ
Αφού ο Ρίχτερ έμεινε έξι ημέρες στον Κοκκινοπλό, φιλοξενούμενος οπως προαναφέρθηκε στο αρχοντικό του Μαρωνίδη ξεκίνησε στις 27 του Μάη για δοκιμαστική ανάβαση και εξερεύνηση μιας ημέρας μέχρι την κορυφή «φλάμπουρο». Στη συνοδεία του ήταν δυο Τούρκοι αστυνομικοί και οι Κοκκινοπλίτες αγωγιάτες-βοηθοί Γεώργιος Γιαμουζής (Γκογκος Κούσος) και Βασίλης Μπαλούκας, οι οποίοι δεν ήταν παρά οργανωμένα μέλη της «μυστικής επαναστατικής επιτροπής Κοκκινοπλού» σε ειδική αποστολή. Αφού ο Ρίχτερ πραγματοποίησε τη δοκιμαστική αυτή ανάβαση, αργά το απόγευμα μαζί με τους συνοδούς του πήρε το δρόμο της επιστροφής. στα βορειανατολικά του χωριού στη γνωστή βρύση «γουδί» (πάνω προς το βουνό σε απόσταση μιας ώρας από το χωριό), όλη η παρέα κάθισε στη βρύση να ξεκουραστεί, να δροσιστεί και να δειπνήσει. δεν πρόλαβαν καλά, καλά να «στρωθούν» και ξαφνικά ακουστήκαν πυροβολισμοί, ενώ την ίδια στιγμή μια ομάδα ανδρών έπεσε επάνω τους σαν αγρίμια. οι πυροβολισμοί άφησαν σχεδόν επιτόπου τους δυο Τούρκους χωροφύλακες, ενώ την ίδια στιγμή (χωρίς ιδιαίτερη αντίσταση) κινητοποιήθηκε ο Ρίχτερ. ήταν η ομάδα του καπετάν Λιόλιου με τον υπαρχηγό του Στρατή και τέσσαρες άλλοι συνεργάτες, οι οποίοι δρούσαν σύμφωνα με το σχέδιο και τη συμφωνία που είχε γίνει με την «επαναστατική επιτροπή». οι δυο Κοκκινοπλίτες ήταν οι υποτιθέμενοι οδηγοί του Ριχτερ, οι οποίοι γνώριζαν την περιοχή πιθαμή, προς πιθαμή, αλλά συγχρόνως ήταν αυτοί που κανόνισαν τα πάντα βάση σχεδίου (δρομολόγιο, ρυθμός βαδίσματος, ώρα επιστροφής, μέρος ανάπαυσης κτλ). οι παππούδες μας υποστήριζαν οτι ο Γκόγκος Γιαμουζής είχε και την ειδική αποστολή, στην κρίσιμη στιγμή να συλλάβει και να ακινητοποιήσει το Ριχτερ, αφου φημιζοταν για τη σωματική ρώμη, την επιδεξιότητα και την ταχύτητα. Βέβαια τόσο αυτός όσο και ο άλλος «συνοδός» ο Βασίλης Μπαλούκας επέστρεψαν στο χωριο, υποκρινόμενοι οτι υπέστησαν σοκ απο την επίθεση των ληστών, χωρίς βέβαια να αποφύγουν τις ανακρίσεις και τους ξυλοδαρμούς. Βέβαια μετά απο κάποιο χρονικό διάστημα «εξαφανίστηκαν» απο το χωριο, αφου «μυρίσθηκαν οτι οι τούρκοι κάτι κακό μαγειρεύουν» γι’αυτους.
Ϋστερα απο την επίθεση αυτη που τελείωσε με δυο Τούρκους αστυνομικούς νεκρούς και την σύλληψη και ομηρία του Ριχτερ, μπορεί κανείς να πει οτι παίχτηκε η «πρώτη κρίσιμη σκηνή» του όλου έργου της λεγόμενης «πολύκροτης υποθεσης ριχτερ».
Αμέσως μετά και αφού οι απαγωγείς καθησύχασαν πρώτα τον όμηρο, κάθισαν όλοι μαζί στη βρύση, δείπνησαν, δροσίστηκαν και όταν σουρούπωσε άναψαν συνθηματικές φωτιές για να ενημερώσουν τους συνεργάτες της επιτροπής οτι «ο πρώτος στόχος επετεύχθη». ένας απο την παρέα έφυγε για την Ελασσόνα να ενημερώσει το προξενείο και τον αξιωματικό του Ελληνικού επιτελείου Στρατού, και να πάρει ισως και κάποιες οδηγίες. Όλη η υπόλοιπη ομάδα του καπετάν λιολιου με τον όμηρο, κατέβητε προς την απόληξη της χαράδρας της σταλαματιάς, πέρασε βόρεια του Πύθιου και κατευθύνθηκε προς τα καλύβια, Τσουνί (Φλάμπουρο), Κουκούλι Διάβα, Μελούνα, με τελικό προορισμό τα ελληνοτουρκικά σύνορα, αλλά όπως προαναφέρθηκε, όχι σε ελληνικό έδαφος. Αμέσως μετά οι απαγωγείς έκαναν γνωστό στις Οθωμανικές αρχές ότι ο Γερμανός επιστήμονας κρατείται σε ομηρία και ότι θα αφεθεί ελεύθερος μόνο αν καταβληθούν 19 χιλιάδες χρυσές λύρες. διαφορετικά θα τους έστελναν το κεφάλι του «πεσκέσι» και υπεύθυνοι γι’ αυτό θα ήταν μόνο οι Οθωμανικές αρχές».
Ϋστερα λοιπόν από την πρώτη αυτή πράξη, ακολουθεί ένα τρίμηνο περίπου, στο οποίο διαδραματίζονται οι παρακάτω τέσσερες ξεχωριστές πράξεις, οι οποίες συναπαρτίζουν την «υπόθεση Ριχτερ»:
-απο τη μια έχουμε τους απαγωγείς με τον όμηρο, οι οποίοι για τρεις μήνες κρύβονται σε διαφορές κατοικημένες περιοχές και σπηλαία και οι οποίοι γραφούν τη δική τους ιστορία (ιδιαιτέρα ο Ριχτερ).
-Απο την άλλη, έχουμε τις οθωμανικές αρχές, οι οποίες όταν πληροφορηθήκαν το γεγονός καταληφθήκαν από ένα είδος αμόκ, αφού για την ανεύρεση του Γερμανού κινητοποίησαν σε όλη την περιοχή χιλιάδες στρατού και διαφορές υπηρεσίες. Το χωριό όμως που ιδιαιτέρα ταλαιπωρήθηκε και υπέστη τα πάνινα εξ αιτίας της υπόθεσης αυτής ήταν ο Κοκκινοπλός. Οι Τούρκοι ζητούσαν επίμονα τον Ρίχτερ από τους Κοκκινοπλίτες. Όχι επειδή πίστευαν ότι είχαν κάποια σχέση, αλλά επειδή πίστευαν ότι εάν «έστυβαν» τα μυαλά τους και προσπαθήσουν θα τον εύρισκαν.
Ο κύκλος εκβιασμών και πιέσεων, άρχιζε απο το γερμανικό κράτος, το οποιο πίεζε την οθωμανική αυτοκρατορία, αυτη πίεζε τον καϊμακάμη (έπαρχο) Ελασσόνας, την στρατιωτική αρχή και τους άλλους υπεύθυνους της υποθεσης αυτής. ¨Ολοι αυτοί με τη σειρά τους ξεσπούσανε με βία και αγριότητα με χιλιάδες στρατιώτες στους κατοίκους της περιοχής και ιδιαίτερα στους Κοκκινοπλίτες. Βέβαια η πρωτογενής αιτία του «κύκλου πίεσης» ήταν οι απαγωγείς και ιδιαίτερα το «αόρατο πρόσωπο» του ελληνικού επιτελείου στρατού, το οποιο έδινε τις εντολές στους απαγωγείς και το οποίο για λόγους ευνόητους ήθελε να παρατείνει όσο γίνεται περισσότερο την ομηρία, αλλά και να αυξήσει τα λύτρα. Βέβαια κανείς δεν είχε υποψιαστεί (για πολλά χρόνια) ότι πίσω απο τους αδίστακτους ληστές του Ολύμπου κρυβόταν ο ελληνικός στρατός, τα προξενεία και οι τοπικές επαναστατικές οργανώσεις.
-μια άλλη ιστορία εξ αιτίας της υπόθεσης αυτής γράφεται και διαδραματίζεται στο χώρο της διπλωματίας και της πολιτικής, αφού το γεγονός αυτό κάποιους ωφέλησε (την Ελλάδα), κάποιους άλλους έβλαψε (την Οθωμανική αυτοκρατορία), ενω διατάραξε ιδιαίτερα τις σχέσεις μεταξύ της Γερμανίας και Οθωμανικής αυτοκρατορίας.
-η τελική πράξη της πολύκροτης αυτής υπόθεσης παίχτηκε στις 22 Αυγούστου του 1911, όταν ο Ρίχτερ αφέθηκε ελεύθερος, αφού βέβαια πρώτα καταβλήθηκαν 38 χιλιάδες χρυσές λίρες. να σημειωθεί οτι οι απαγωγείς αύξησαν τα λίτρα απο το αρχικό πόσο που ήταν 19 χιλιάδες λύρες, σε 30 και μετά σε 38 (ανάλογα με τις εντολές που έπαιρναν απο το ελληνικό στρατηγείο Λαρίσης). Έτσι έλαβε τέλος και η περίπλοκη αυτή ιστορία, αφού επετέθησαν στο ακέραιο όλοι παρακάτω οι στόχοι:
1. με την απαγωγη και ομηρία του γερμανού επιστήμονα εξετέθη η οθωμανική αυτοκρατορία στα μάτια της φίλης και πανίσχυρης Γερμανίας σε μια χρονική περίοδο πολυ κρίσιμη για την πρώτη και πολυ ευνοϊκή για την πατρίδα μας.
2. με την ενέργεια αυτη αποδείχθηκε κυρίως στην Ευρώπη οτι «όντως ο βασιλιάς είναι γυμνός», αφού ο μεγάλος ασθενής δηλαδή η οθωμανική αυτοκρατορία δεν είναι σε θέση ούτε τους πολίτες να προφυλάξει, ουτε τα εδάφη της να ελέγξει.
3. αυτή η ενέργεια ανέβασε το ηθικό και αναπτέρωσε τους Έλληνες των σκλαβωμένων περιοχών, του ελληνικού κράτους και τους όπου γης Έλληνες.
4. τα λίτρα που εισπράχθηκαν από την απαγωγή «έπιασαν τόπο» στον ελληνικό στρατό, ο οποίος ετοιμαζόταν για τη μεγάλη ώρα.
Πέρα απο τα οφέλη που είχε οι Ελλάδα ταλαιπωρήθηκε, όπως προαναφέρθηκε μια ολόκληρη περιοχή και ιδιαίτερα ο Κοκκινοπλός. Εξ αιτίας όμως των ελληνικών συμφερόντων, ταλαιπωρήθηκε αφάνταστα και ένας Γερμανός πολίτης δηλαδή ο Εντουάρ Ρίχτερ. Πρόκειται για ένα αθώο άνθρωπο, ένα μεγάλο επιστήμονα, ένα φιλοξενούμενο και ένα καλό φίλο. Το γεγονός όμως ότι εμείς οι Έλληνες περάσαμε στην αιωνιότητα αυτή την προσωπικότητα, αφού στην πολύκροτη αυτή υπόθεση δώσαμε το όνομα του, ως «υπόθεση Ρίχτερ», ισχύει ίσως και ως ένα συγνώμη, μια ελάχιστη τιμή και ένα μεγάλο ευχαριστώ εκ μέρους μας.
Ζητάμε συγνώμη έστω και αν υπάρχει και μια μικρή πιθανότητα, οι προθέσεις, τα κίνητρα και ο πραγματικός σκοπός του να μην ήταν τόσο αγαθά όσο φαίνονταν. Λέγεται δηλαδή οτι αυτός ο ένθερμος αλπινιστής, αυτός ο μεγάλος εραστής του Ολύμπου, που τόσο επέμενε να γνωρίσει, να μελετήσει και να κατακτήσει το μυθικό βουνό, έψαχνε στην πραγματικότητα να βρει ένα χρυσό άγαλμα, που ήταν η κεφαλή του Πέρσες του τελευταίου βασιλιά της Μακεδονίας. Όπως και αν έχει το θέμα αυτό, γεγονός είναι ότι η πατρίδας μας ωφελήθηκε τα μέγιστα απο την πολύκροτη «υπόθεση Ρίχτερ», αφού επιτεύχθησαν στην ποιο κατάλληλη στιγμή όλοι οι παραπάνω σημαντικοί στόχοι. Βέβαια κανείς δεν πρέπει να υποτιμά και τις «αρνητικές επιπτώσεις» απο την υπόθεση αυτή.
Δεν επιτρέπεται, ιδιαίτερα εμείς που σήμερα απολαμβάνουμε την ελευθέρια, την ισονομία και την πατρίδα ως αυτονόητα αγαθά, να λησμονούμε ότι κάποιοι «έχυσαν αίμα και δάκρυ» για να έχουμε εμείς αυτά.
Δεν επιτρέπεται να λησμονούμε ότι από την υπόθεση αυτή οι αρνητικές επιπτώσεις βάραιναν κάποιοι παρολύμπια χωριά και ιδιαίτερα τον Κοκκινοπλό, στη μνήμη των κατοίκων του οποίου δικαιολογημένα εμεινε η φοβερή φράση «κα ντο άννλου ντι φράγκου».
Υπήρξαν λοιπόν αρνητικές επιπτώσεις και μάλιστα φοβερές, αλλά οι θετικές που προέκυψαν εξυπηρέτησαν, ανώτερα ιδανικά και άξιες ενός ολόκληρου έθνους.
Γι’ αυτό, έστω και αν η επίσημη πολιτεία λησμόνησε τους πρωταγωνιστές, τη θυσία και την πρόσφορα τους, στη μνήμη ημών των απόγονων, πρέπει να μείνουν όλα αυτά ανεξίτηλα και ζωντανά. έτσι δεν θα τιμήσουμε μόνο τους προπάτορες μας, αλλά θα δείξουμε ότι και εμείς υπηρετούμε ανώτερα ιδανικά και άξιες όπως είναι η ελευθέρια, η πατρίδα, η δικαιοσύνη και η ισονομία

Καϊμακάμης Βασίλειος Λέκτορας ΤΕΦΑΑ-ΑΠΘ
Η «Υπόθεση Ρίχτερ» και ο αντίκτυπος της στα διπλωματικά και εθνικά θέματα των διαφόρων χωρών

Πρακτικά Ημερίδας 22ου Πανελλήνιου Ανταμώματος Βλάχων, Κατερίνη 2 Ιουλίου 2005

8