Ιστορίες - γεγονότα

Κρανιά, η πέτρα του μεσίρηΛέγεται ότι τα χρόνια εκείνα και πριν να παραχωρηθούν κάποια προνόμια από τον Σουλτάνο στους Βλαχόφωνους, στην Κρανιά λειτουργούσε κρυφό σχολειό από έναν ιερομόναχο ασκητή στο βακούφικο δάσος βελανιδιάς του Αγίου Αθανασίου. Εκεί τα Βλαχοελληνόπουλα της περιοχής μάθαιναν τα πρώτα λιγοστά τους γράμματα που ήταν ανάγνωση, γραφή και πατριδογνωσία.
Αν και κρυφό το μικρό σχολειό, με κάποια πονηριά το έμαθε ο πανούργος Αλή Πασάς, ο οποίος είχε στο νου του να κάνει τσιφλίκια τα χωράφια και τα δάση στα κεφαλοχώρια της περιοχής, όπως της Κρανιάς, της Μηλιάς, του Μετσόβου,της Κουτσούφλιανης και άλλων περιοχών. Την πρόθεση αυτή ο Αλή Πασάς την είχε ανακοινώσει στα κεφαλοχώρια της περιοχής και μάλιστα είχε αρχίσει η σχετική απογραφή των εκτάσεων που προόριζε για τσιφλίκια. Όταν ο αδίστακτος Αλής έμαθε για το σχολείο της Κρανιάς, θέλησε να στείλει το γιο του Μουχτάρ Αλή, για να μάθει την ελληνική γλώσσα, όπως το απαιτούσε η θέση του.


Ο Αλή Πασάς σκέφθηκε πως η Τούργια-Κρανιά, που την γνώριζε καλά από τις ετήσιες επισκέψεις του, τον εξυπηρετούσε διότι είχε τακτική επικοινωνία με το χωριό, καθ' ότι από την Κρανιά διάβαιναν τα καραβάνια του, όταν πήγαιναν για την Πόλη. Επειδή οι Κρανιώτες μπορεί και να μην δέχονταν το γιο του στο σχολείο τους, ο μπαμπέσης Αλή Πασάς δεν χρειάστηκε πολύ για να βρει τρόπο να ξεγελάσει τους Κρανιώτες. Έστειλε λοιπόν τον απεσταλμένο του στην Τούργια-Κρανιά και ζήτησε από τους εφοροεπιτρόπους του χωριού να δεχτούν στο σχολειό τους το γιο του τον Μουχτάρ Αλή και να τον βοηθήσουν να μάθει την ελληνική γλώσσα. Μάλιστα για να τους πείσει ο πονηρός Αλής, τους υποσχέθηκε πως δεν θα υποχρέωνε την περιφέρεια της Κρανιάς να γίνει τσιφλίκι, ούτε και τα κορίτσια των κατοίκων θ' ατίμαζε. Βέβαια περιττό να πούμε ότι ο Αλή Πασάς, όταν έστελνε γυναίκες στο χαρέμι του Σουλτάνου, τις ατίμαζε αυτός πρώτα και μετά τις έστελνε στην Πόλη. Το τετράστιχο που ακολουθεί λεγόταν από τον Σουλτάνο, για να κολακεύσει τον Αλή Πασά.

"Χαλάλι να σου γίνει μωρέ Αλή Πασά
με το πεσκέσι πούστειλες μεσ' του βασιλιά.
Τζαμιά θέλω να κάνω μωρέ Αλή Πασά
στόνα να κάτσει η Ελένη και στ' άλλο η Αναστασία".

Οι εφοροεπίτροποι της Κρανιάς δελεάστηκαν από την πρόταση του Αλί Πασά και δέχτηκαν τον Μουχτάρ Αλή στο σχολειό τους, και τον βοήθησαν να μάθει τα Ελληνικά. Όταν με τον καιρό ο Μουχτάρ Αλή έμαθε τα Ελληνικά, ο Αλή Πασάς, δεν κράτησε τον λόγο του. Έστειλε ξεδιάντροπα ανθρώπους του στην Κρανιά, κι όταν συνάντησαν τους εφοροεπιτρόπους του χωριού, τους ζήτησαν να καταγράψουν όλα τα χωράφια, να γίνουν τα χαρτιά και να του τα στείλουν, για να τα κάνει τσιφλίκια. Μάλιστα ζήτησε ακόμη να του παραδώσουν και τρία κορίτσια παρθένα, αφού τ' ατιμώσει ο ίδιος, να τα στείλει πεσκέσι στα χαρέμια του Σουλτάνου. Μη μπορώντας οι υπόδουλοι κάτοικοι ν' αντιδράσουν στην άτιμη απαίτηση του μπαμπέση Αλή Πασά, ενέδωσαν στην πίεση που τους ασκήθηκε, με κυριευμένο όσο ποτέ άλλοτε, το αίσθημα της αποτίναξης του ξένου ζυγού. Όταν τελείωσε η καταγραφή των αγρών, οι κάτοικοι ετοίμασαν τα χαρτιά και τα παρέδωσαν στους απεσταλμένους του δόλιου Αλή. Εκείνοι τα πήραν κι αναχώρησαν αμέσως για τα Γρεβενά, προκειμένου να τα υπογράψει ο Μουφτής και ο Αγάς, κι αυτό διότι τα Γρεβενά ήταν υποδιοίκηση και περιφέρεια των Ιωαννίνων. Από τα Γρεβενά θα επέστρεφαν στα Γιάννενα, για να παραδώσουν όλα τα έγγραφα στον Αλή Πασά και μετά, τα τσιφλίκια θα ήταν πλέον γεγονός, με τους υπόδουλους να δουλεύουν Ι για ένα κομμάτι ψωμί. Όμως κάτι έπρεπε να κάνουν να εμποδίσουν το κακό πριν γίνει. Την εποχή εκείνη αγροφύλακας στην περιφέρεια της Κρανιάς, ήταν ο Γεώργιος Μεσίρης, ο οποίος δεν ήταν γνήσιος Κρανιώτης, αλλά κατάγονταν από ένα Βλάχικο ορεινό χωριό, από την περιοχή Ημαθίας, όπου προφανώς από ανάγκη έγινε αγροφύλακας και κάτοικος Κρανιάς. Άλλωστε γνωρίζουμε ότι την εποχή της ακμής της η Τούργια-Κρανιά, λόγω της θέσεως της, οι ταξιδιώτες και οι αγωγιάτες την είχαν κάνει γνωστή όπου πήγαιναν.
Καθώς συνειδητοποιούσε ο Μεσίρης, για το τι επρόκειτο να συμβεί με τά έγγραφα που παρέδωσαν, το μυαλό του πήρε αμέσως γρήγορες στροφές και αναλογιζόμενος κάποιο σχέδιο, αποφασίζει να δράσει. Αμέσως πηγαίνει στο ποτάμι που φέρνει νερό από τις Μπάλτσες και τη Βάλια Κάλντα, κι εκεί που συνήθιζαν να ψαρεύουν πέστροφες, πιάνει αρκετές και ζωντανές όπως ήταν, τις βάζει σε δυο τουλούμια (ασκιά) με νερό. Περνώντας από το χωριό ο Μεσίρης με τ' άλογο του, φορτώνει κι ένα ασκί με κρασί κόκκινο ντόπιο και βιαστικά παίρνει το δρόμο για τα Γρεβενά, για να προλάβει να συναντήσει τους απεσταλμένους με τα χαρτιά. Το πρόσχημα του ήταν να τους βρει, για να στείλει τις ζωντανές πέστροφες πεσκέσι στον Αλή Πασά, όμως άλλος ήταν ο σκοπός του.
Φθάνοντας στο γνωστό φυλάκιο Καζάρμα, στο χωριό Κοσμάτι, βρίσκει τους απεσταλμένους να κάθονται και να ξεκουράζονται. Τους χαιρέτησε κρύβοντας την ανησυχία του και το σκοπό του. Στη συνέχεια για να τους εντυπωσιάσει, αδειάζει τ' ασκιά του με το περιεχόμενο σε μια σκάφη. Οι πέστροφες, καθώς ήταν ζωντανές, σπαρταρούσαν στο νερό. Τις θαύμασε τότε ο υπασπιστής του Αλή Πασά, θεωρώντας πως θα ήταν καλό να φέρουν και στον Αφέντη τους από αυτό το δώρο, που τους πρόσφερε ο Γεώργιος Μεσίρης. Ο Μεσίρης δεν έφερε αντίρρηση στη γνώμη του υπασπιστή, αρκεί να τ' απολάμβαναν κι αυτοί τα ψάρια. Έτσι λοιπόν οι απεσταλμένοι, αφού έψησαν ψάρια, έφαγαν ήπιαν από το καλό στυφό κρασί που είχε μαζί του ο Μεσίρης και μπήκανε στο κέφι, για να μεθύσουν τελικά. Χωρίς να χάσει τότε χρόνο ο Γιώργος Μεσίρης, τους παίρνει τα χαρτιά που είχαν για τα τσιφλίκια και τα ρίχνει στη φωτιά. Μετά μαζεύει τη στάχτη τους και την πετάει στον Βενετικό ποταμό, για να μην γίνει ποτέ τσιφλίκι η περιοχή.
Την άλλη μέρα, όταν συνήλθαν οι απεσταλμένοι του Αλή Πασά, κατάλαβαν τι είχε συμβεί, αλλά ήταν πολύ αργά για να περισώσουν τα χαρτιά. Συνέλαβαν τον Μεσίρη και δεμένο χειροπόδαρα τον έφεραν στα Γιάννενα, αλλά ο μοχθηρός Αλή Πασάς δεν ήθελε ούτε να τον δει στα μάτια του, γιατί εξαπάτησε τους απεσταλμένους του και κατέστρεψε τα χαρτιά o τους. Ο Μεσίρης επέμεινε για να τον δει και να του εξηγήσει ότι εκείνος έφταιγε που δεν κράτησε το λόγο του, που έδωσε στην Κρανιά. Ανένδοτος ο δόλιος Αλής, διέταξε τη φρουρά του να τον βάλουν στο υπόγειο, που ήταν ένα υγρό σκοτεινό κελί. Για να βασανίσουν τον Μεσίρη γι' αυτό που έκανε, έριχναν μέσα στο κελί του, σκόνη από ασβέστη για να την αναπνέει ο κρατούμενος και σιγά-σιγά να δηλητηριαστεί και να πεθάνει μαρτυρικά. Πράγματι, με αυτόν τον τρόπο και με τη στέρηση της τροφής του, ο Γιώργος Μεσίρης δεν άντεξε πολύ και πέθανε μετά από λίγες μέρες.
Ο Σουλτάνος όμως τα έβαλε με τον Αλή Πασά, για την καταστροφή και την απώλεια που είχαν τα χαρτιά, από τον Κρανιώτη αγροφύλακα Γιώργο Μεσίρη. Έκτοτε ο Αλή Πασάς δεν ξαναενόχλησε για τον ίδιο πάλι λόγο την Κρανιά, ούτε και τ' άλλα χωριά της περιοχής. Η θυσία όμως του Μεσίρη δεν πήγε χαμένη, γιατί στο μεταξύ οι Βλαχόφωνοι έστειλαν επιστολές στον Σουλτάνο και ανάφεραν, ότι είναι πιστοί και νομοταγείς πολίτες που καταβάλλουν το νόμιμο φόρο τους, από χωράφια που δεν είναι καμπίσια με αυξημένη απόδοση, αλλά ορεινά και πετρώδη με αμφίβολη παραγωγή που δεν είναι ιδιαίτερα ωφέλιμα και δεν προσφέρονται για τσιφλίκια στην υπηρεσία της Αυτού Μεγαλειότητας του.
Ο Σουλτανός Μωάμεθ ο Β' κατανόησε τη θέση και τη διαμαρτυρία των Βλαχόφωνων της Πίνδου και τους παραχώρησε από τότε ορισμένα προνόμια, μεταξύ των οποίων, η εκμετάλλευση του δάσους του κάθε χωριού, να γίνεται από τους ίδιους τους κατοίκους του και η παραχώρηση τίτλων ιδιοκτησίας από το κράτος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Έτσι συνέχισαν να υπάρχουν τα κεφαλοχώρια, τα οποία είχαν την εύνοια και την ανοχή των Τουρκικών αρχών. Χάρη λοιπόν στην τόλμη και τη θυσία του Γιώργη Μεσίρη, τη περιοχή της Τούργιας-Κρανιάς, όπως και οι υπόλοιπες γύρω περιοχές δεν έγιναν, όπως φοβόταν, τσιφλίκια, αλλά παρέμειναν κεφαλοχώρια και μάλιστα, με το φιρμάνι και τη βούλα του Σουλτά-νου. Το καθεστώς αυτό για τα κεφαλοχώρια διατηρήθηκε μέχρι τη λήξη του Β' Παγκοσμίου πολέμου, ο οποίος έφερε ως γνωστόν μεγάλες αλλαγές στο χωριό. Οι Κρανιώτες, για να τιμήσουν τη θυσία του Γιώργου Μεσίρη, έδωσαν τ' όνομα του στο σημείο του ποταμού που ψάρεψε τις πέστροφες για να τις προσφέρει στους απεσταλμένους του Αλή Πασά. Είναι ένας Βράχος, στη βάση του οποίου είχαν στήσει παγίδα (σ λ πί) κι έπιαναν τις πέστροφες. Το μέρος εκείνο παρέμεινε να λέγεται μέχρι σήμερα Πέτρα του Μεσίρη (λα κιάτρα αλ Μισίρι).

πηγή Κρανιά Γρεβενών

 

8