Ιστορίες - γεγονότα

 Revista Noi Tracii, anul II, nr. 14, octombrie 1975 1. Στο κεφάλαιο «Το κουτσοβλάχικο ζήτημα από πολιτικής πλευράς» (σελ. 94-120) εξετάστηκε διεξοδικά η προσπάθεια της ρουμανικής προπαγάνδας, που με τον αντιβλαχιστή και προδότη των εθνικών μας δικαίων, το όργανό της Απόστολο Μαργαρίτη, από τη Βλαχοκλεισούρα, θέλησε να εκμεταλλευτεί τη γλωσσική συγγένεια των Κουτσόβλαχων και των Ρουμάνων και να οικειοποιειθεί τον περήφανο βλαχόφωνο ελληνικό πληθυσμό.

Και μάλιστα «μίλησε» για «όμαιμους» και «αλύτρωτους» Ρουμάνους που δεν έχουν απελευθερωθεί! κι ακόμα δράστηριοποίησε την προπαγανδιστική της πολιτική στον εκπαιδευτικό και εκκλησιαστικό τομέα. Ακόμη εξετάστηκε και η προσπάθεια της ιταλικής διπλωματίας που -αυτή τη φορά- προπαγάνδισε κατά των Κουτσόβλαχων με τον Αλκιβιάδη Διαμάντη, από τη Σαμαρίνα, όργανο κι αυτός των ύπουλων και σκοτεινών επιδιώξεων των εχθρών των Κουτσόβλαχων και της Ελλάδας.

Όλες αυτές όμως οι κινήσεις έπεσαν στο κενό και όπως ήταν φυσικό δε βρήκαν «ανταπόκριση». Ξεσηκώθηκαν επώνυμοι και ανώνυμοι Κουτσόβλαχοι που οργάνωσαν την αντεπίθεσή τους και ύψωσαν το πατριωτικό τους ανάστημα. Κι όλη αυτή η θλιβερή υπόθεση «έκλεισε» το 1942 με την αποκάλυψη της προπαγανδιστικής δράσης του Αλκιβιάδη Διαμάντη που αυτοαναγορευόταν ως ηγέτης του νέου «Ιταλο-Ρουμανικού» κράτους των Βλάχων στη βαλκανική και δούλευε σύγχρονα και για την επετακτική διάθεση της «Ρωμαϊκής Λεγεώνας»! (σελ. 115-117).

«Έκλεισε» όμως η υπόθεση το 1942; Ή μήπως έτσι, εμείς νομίζαμε; Και βέβαια, για μάς, δεν υπήρχε πρόβλημα, αφού δε συνέβαιναν έντονες και θεαματικές «ανακαινίσεις» πάνω στο ζήτημα της αμφισβήτησης του κουτσοβλάχικου πληθυσμού. Όμως η προπαγάνδα συνέχιζε να «δουλεύει» κι απ’ αυτή ακόμα τη δεκαετία του 1940 εξακολουθητικά και μόνιμα. Γνωστή έγινε σε μας η εκτεταμένη προσπάθεια προπαγάνδας στους βλαχόφωνους Έλληνες, γύρω στη δεκαετία του 1980, όταν φάνηκαν τα «σημάδια» της και έγιναν ορατές οι επιδιώξεις της.

2. Συγκεκριμένα: Τα τελευταία χρόνια αποκαλύφτηκαν τα κέντρα αυτά, που με έδρα τη Γερμανία, τη Γαλλία (Παρίσι), την Αγγλία, τη Ρουμανία, τον Καναδά, τις Η.Π.Α. κ.ά. κατάκλυσαν με έντυπα, περιοδικά, εφημερίδες, μαγνητοταινίες και δίσκους τους βλαχόφωνους πληθυσμούς της χώρας μας. Μέσα από αυτές τις «προσφορές» αναγορεύονται οι προστάτες των «Απανταχού Βλάχων» που ονειρεύονται την «παμβλαχική ενότητα» και εκμεταλλεύονται τη γλωσσική συγγένεια του λατινόφωνου βαλκανικού πληθυσμού. Ακόμη η όλη προσπάθειά τους καλύπτεται και με το πρόσχημα της επιστημονικής έρευνας, ότι δηλαδή, δήθεν ενδιαφέρονται για τη γλώσσα, τα ήθη και έθιμα, τις παραδόσεις και γενικά τον πολιτισμό των Βλάχων!

Έτσι, με κείμενα που «μιλούν» βλαχόφωνα, με ευχετήριες κάρτες και χαιρετισμούς, προσπαθούν να πλησιάσουν στην ευαίσθητη ζωή των Βλάχων, στην ιδιαιτερότητα και τη λεπτότητά τους και να κερδίσουν υστερόβουλα και πονηρά τη συμπάθειά τους. Τα έντυπα αυτά, οι εφημερίδες, που τουλάχιστον για ένα διάστημα στέλνονται χωρίς σταματημό στους Κουτσόβλαχους της επαρχίας και των μεγάλων πόλεών μας είναι: «Frânza Vlaha» («Βλάχικο Φύλλο») και «Fâra Armaneascǎ» («Αρουμουνική Φάρα» - γενιά, φυλή), που συνήθως συνοδεύονταν και με κασέτες με τραγούδια, με χαιρετισμούς και ιστορίες. Εκτός απ’ αυτές τις εφημερίδες, στην Ευρώπη - περισσότερο - κυκλοφορούν και τα περιοδικά: «Bulletin Européen» («Ευρωπαϊκό Δελτίο»), «Noi Tracii» («Εμείς οι Θράκες»), «Europa şi Neamul Românesc» («Ευρώπη και Ρουμανικό Έθνος») κ.ά.

Όλη η παραπάνω κίνηση εκφράζει τη φασιστική Σιδηρά Φρουρά της παλιάς Ρουμανίας. Αυτά βέβαια είναι τα τελευταία δείγματα του ρουμανικής παλιάς «αμετανόητης» νοοτροπίας, που δε βρίσκουν -σε καμιά περίπτωση- υποστηρικτές στην Ελλάδα. Τελευταία αυτές οι δυνάμεις συσπειρώθηκαν στην Κωνστάντζα (της Ρουμανίας), όπου αγωνίζονται οι φασιστικές και υπερεθνικές δυνάμεις της Ρουμανίας, μετά την τελευταία μεταβολή του καθεστώτος.

3. Τα παραπάνω όμως δεν είναι τίποτε άλλο, παρά η κορυφή του παγόβουνου. Η προπαγανδιστική του δράση ξεκίνησε πολύ γρηγορότερα, στη δεκαετία ήδη του 1940, όπως σημειώθηκε. Ενώ εμείς στην Ελλάδα επαναπαυόμασταν και δεν υποψιαζόμασταν τίποτα, οι Ρουμάνοι ανακινούσαν και πάλι το ζήτημα και προπαγάνδιζαν με τη δημιουργία «Ινστιτούτων», βιβλιοθηκών και έκδοση βιβλίων. Ας δούμε λοιπόν, με κάθε δυνατή συντομία, αυτή την πορεία της νεότερης εκμετάλλευσης - προπαγάνδας του βλάχικου -γενικότερα- ζητήματος. Το 1947 (26η Μαΐου) στο Βουκουρέστι συνεδριάζει η «Μακεδονορουμανική Εταιρεία» και «συζητά» για τους «Ρουμάνους που ζουν στην Ελλάδα», συνεχίζοντας έτσι την πάγια τακτική της παρέμβασής τους στους κουτσοβλάχικους πληθυσμούς μας. Συντάσσεται μάλιστα και ψήφισμα, όπου διαμαρτύρονται για την κακομεταχείριση του «Ρουμανικού λαού στην Ελλάδα»! και για τις «διώξεις» που γίνονται σε βάρος του! Επίσης αυτή τη διαμαρτυρία η ρουμανική κυβέρνηση την επέδωσε στον Έλληνα πρεσβευτή στο Βελιγράδι, μέσω του δικού της στην ίδια πόλη. Αυτό το γεγονός έγινε γνωστό στην Ελλάδα και δημοσιεύτηκε στις αθηναϊκές εφημερίδες της 24ης Απριλίου του 19481.

Το 1952, στο Freiburg της Γερμανίας δημιουργείται ρουμανική βιβλιοθήκη και «Ινστιτούτο Ρουμανικών Σπουδών». Το γεγονός αποτελούσε μια ενσυνείδητη πράξη διαμόρφωσης κατάλληλου κλίματος, όπου, με την επίφαση πλέον της επιστημονικής κάλυψης, θα έβγαινε έξω από τα σύνορά της η ρουμανική προπαγάνδα. Έτσι θα «ενημέρωνε» τους Ευρωπαίους για τις θέσεις και απόψεις, στα γενικότερα -βέβαια- θέματα, αλλά μέσα σ' αυτά και για το κουτσοβλάχικο ζήτημα που «ανέκαθεν» το πλησίαζε με συμπάθεια και οικειοποιούνταν το λαό που εξέφραζε.

Mica Antologie Aromâneascǎ, Constantin PapanaceΤο 1952, στο Freiburg της Γερμανίας, ο Constantin Papanace δημοσιεύει το βιβλίο «Mica Antologie Aromâneascǎ» («Μικρή Αρουμουνική Ανθολογία»). Μ' αυτό το βιβλίο «εγκαινιάζεται» ουσιαστικά η εκστρατεία ενημέρωσης και ευαισθητοποίησης των Ευρωπαίων πάνω στο πρόβλημα των Βλάχων, που οι Ρουμάνοι τους θεωρούσαν σαν εθνότητα που έπρεπε να ενοποιηθεί! Βέβαια κάτι τέτοιο δεν προέκυπτε από την έκδοση του συγκεκριμένου βιβλίου, αλλά από το συγγραφέα του και μόνο, έναν πρώην υπουργό της Ρουμανίας και ένα άτομο που κουβαλούσε πάνω την παλιά ρουμανική προπαγάνδα, αφού ήταν Κουτσόβλαχος που δελεάστηκε και προσχώρησε στη ρουμανική «πρόσκληση», βγαίνει αβίαστα το συμπέρασμα πως ετοιμάζονταν γιά μια νέα προπαγανδιστική προσπάθεια - περίοδο.

Το 1959 αποτελεί τη χρονιά, κατά την οποία «δένεται» η παλιά με τη νέα ρουμανική προπαγάνδα, αφού για τα 75 χρόνια της «Μακεδονορουμανικής Μορφωτικής Εταιρείας» δίνεται ιδιαίτερη έμφαση και για να τονιστεί αυτή σαν αφετηρία εκδίδεται ο πρώτος τόμος του «Νέου Μακεδονορουμανικού Λευκώματος», που φιλοδοξεί να αποτελέσει το βήμα που θα προβάλει τις κουτσοβλάχικες σπουδές!

Εδώ πρέπει να τονιστεί πως η χρησιμοποίηση του ονόματος Μακεδονία σε εταιρείες, σε λευκώματα, σε κομιτάτα κ.ά., όπως στο παραπάνω «λεύκωμα», δεν είναι τυχαία, αλλά δηλώνει τη θέληση, αλλά και τη στόχευση σε οικείοποίηση όχι μόνο φυλετική, αλλά και εδαφική. Θυμίζουμε πως το ίδιο όνομα χρησιμοποιήθηκε με έμφαση και το 1860, στην ίδρυση του «Μακεδονο-Ρουμανικού Κομιτάτου», το οποίο στην πρώτη κιόλας προκήρυξή του μιλούσε για μια μελλοντική ίδρυση ενός μεγάλου Ρουμανικού Κράτους που θα περιείχε την Μακεδονία και άλλες περιοχές!

Το 1961, η «ενημέρωση» φτάνει στην Αμερική. Στο Woonsochet των Ην. Πολιτειών ο Puppi ανοίγει την «Tribuna valahǎ», που ασχολείται με εκδόσεις πάνω σε βλάχικα θέματα!

Το 1963 η Ρουμανική Ακαδημία «ανασκουμπώνεται». Διαθέτει ατελείωτα κεφάλαια και χρηματοδοτεί εκδόσεις που καλύπτουν βλαχολογικές έρευνες και μελέτες και χρηματοδοτεί νέους ερευνητές, που βέβαια θα δουλεύουν πάνω στις δικές τους «γραμμές». Ακόμη εκδίδει ανάλογα περιοδικά, αλλά και δίσκους με τραγούδια και ποιήματα. Το βασικότερο έργο μέσα σ’ αυτή την κίνηση είναι το «Dicţionarul dialectului Aromîn» του T. Papahagi, που επανεκδίδεται το 1974.

Το 1967 η Therèse Barré δημοσιεύει σε περιοδικό του Βουκουρεστίου έρευνα που έκανε στην Πίνδο. Η Barré αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα «στρατευμένου ερευνητή», αφού χρηματοδοτήθηκε από τη Ρουμανία και «πέρασε» στη μελέτη της για τους Κουτσόβλαχους όλες τις γνωστές ρουμανικές θεωρίες, επιβεβαιώνοντάς τις μάλιστα με την επιστημονική της έρευνα!

Έτσι, μια Ολλανδή, υπότροφος της Ρουμανίας, περιοδεύει στους περήφανους Κουτσόβλαχους της ηρωικής μας Πίνδου και μας διαφωτίζει με τις ρουμανικές της θέσεις!

Και εμείς, οι επιστήμονες και οι άλλοι -πολιτικοί και λαός- τι κάνουμε; Τίποτε! ή σχεδόν τίποτε. Όταν η Ρουμανία διαθέτει αστείρευτα κεφάλαια και διατηρεί πάντοτε «ζεστό» το θέμα της προπαγάνδας της, ο ελληνισμός εφησυχάζει στα «αυτονόητό» του: Μια στο «Κουτσοβλάχικο», μια στο «Μακεδονικό», μια κάπου αλλού. Και οι ξένοι έμαθαν να «κουνιούνται» και όταν δεν τους «σπρώχνουν», να δουλεύουν συνέχεια και όχι μόνον όταν «πεινάνε»!

Βέβαια, θα πει κάποιος, πως δεν πρέπει να έχουμε παράπονο, αφού τελευταία και κυρίως με τη δεκαετία του 1970, οι κουτσοβλαχικές σπουδές στην Ελλάδα καλλιεργούνται έντονα, γράφονται μελέτες και διατριβές περισπούδαστες και μελετιέται ο βίος και ο πολιτισμός τους. Όμως κάτι τέτοιο δεν αρκεί, οι σπουδές και οι έρευνες δεν έχουν τελειωμό, η επαγρύπνηση για τα λεπτά θέματα της επιστήμης και του Έθνους δε σταματάνε ποτέ. Οι μελέτες δεν πρέπει να μένουν στο σπουδαστήριο και οι μελετητές τους δεν πρέπει να κολλάνε στην καρέκλα τους και να δουλεύουν μόνο για τον εαυτούλη τους, αλλά να βγαίνουν στο κόσμο, να διαφωτίζουν, να εμψυχώνουν, να ενθαρρύνουν, να είναι χρήσιμοι στην κοινωνία. Και βέβαια, η Πολιτεία δεν πρέπει να «λυπάται» τα λεφτά, αλλά να τα δίνει με ευχαρίστηση για να προάγονται οι έρευνες, που είναι μακρόχρονες και πολυδάπανες.

Και κάποιος άλλος μπορεί να πει πως δεν πρέπει να είμαστε βιαστικοί και πως οι Ρουμάνοι μένουν αδιάφοροι ή αδρανείς στην ανακίνηση του προβλήματος στα χρόνια μας* απλώς προάγουν την επιστημονική γνώση γύρω από τη βλαχολογία! Όχι! γιατί τα κεφάλαια που διαθέτουν και η προπαγάνδα τους που δεν «κρυώνει» ποτέ τους προδίνει, τους στιγματίζει...

Το 1967 η «Balcania» (Ρουμανικός Μορφωτικός Οργανισμός) εκδίδει στο Παρίσι τη Θεία Λειτουργία του I. Χρυσόστομου σε κουτσοβλαχική γλώσσα! Μπορούμε να φανταστούμε τι θα γινόταν, αν οι Έλληνες βλαχολόγοι ζητούσαμε να γίνει κάτι τέτοιο στη χώρα μας;

Το 1969 ο M. Ventolière στο περιοδικό «Bulletin Européen» επανέρχεται στα χνάρια της «Μακεδονορουμανικής Εταιρείας». Λίγο ή πολύ μιλάει για ρουμανική μειονότητα στην Ελλάδα που «καταπιέζεται» και υποφέρει από εμάς τους ίδιους!

Το 1971 «ανακαλύπτονται» και άλλοι «όμαιμοι». Εκδίδεται στην Ελβετία μελέτη για τους Κουτσόβλαχους του Γαρδικίου (Τρικάλων), σε ραιτορρωμανική γλώσσα. Μέσα στην εργασία αυτοί οι Βλάχοι μας παρουσιάζονται σαν «αδέρφια».

Το 1974, στο Μόναχο, επανεκδίδεται από το J. Kristopshon το τετράγλωσσο λεξικό του Δανιήλ Μοσχοπολίτη, με σχόλια.

4. Στην όλη νεότερη εκμετάλλευση του κουτσοβλάχικου ζητήματος και όταν οι προπαγανδιστές δυσκολεύονται στις επιθέσεις που τους γίνονται, στηρίζονται σε δυο σημεία-θέσεις που τα αξιοποιούν. Πρώτο: Επικαλούνται το σουλτανικό Ιραδέ του 1905, έγγραφο-φιρμάνι με το οποίο η Πύλη αναγνώριζε ιδιαίτερη εθνότητα Βλάχων στη βαλκανική χερσόνησο, και Δεύτερο: Μνημονεύουν τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου (1913), με την οποία ο Βενιζέ- λος επέτρεπε τη χρήση της γλώσσας και παραχωρούσε «πλήρη ελευθερία» στις εκκλησίες και τα σχολεία των Ρουμάνων (Κουτσόβλαχων) της Μακεδονίας, καθώς επίσης και τις επιστολές που αντάλλαξαν ο Βενιζέλος με τον Μαγιορέσκο, Πρωθυπουργοί των δυο χωρών.

Ειδικά τον Ιραδέ το θυμούνται τακτικά: Το 1965 οι «Σλαβομακεδόνες» της Αμερικής δημοσίευαν άρθρο («Μια σημαντική επέτειος») με το οποίο «γιόρταζαν» τα 60 χρόνια του. Ίδια αναφορά γίνεται από το N. Commen, την ίδια χρονιά, στο δεύτερο τόμο του «Νέου Μακεδονορουμανικού Λευκώματος», που είδαμε παραπάνω. Τέλος, ο M. Peyfuss, το 1974 στη Βιέννη, εκδίδει βιβλίο για τα 70 χρόνια του Ιραδέ του 1905 («Die Aromunische Frage»). Ακόμη τον Ιραδέ, αλλά και τη συνθήκη του Βουκουρεστίου επικαλείται και ο πολύς C. Papanace, που το 1970 επιτίθεται με δριμύτητα εναντίον του Θεοδώρου Σαράντη (διατέλεσε Υπουργός και Πρόεδρος της Εθνικής Ένωσης των Βορείων Ελλήνων), ο οποίος αντέδρασε με σθένος στο ανιστόρητο και άντεθνικό άρθρο του M. Ventolière, όπως είδαμε παραπάνω.

Για τα δυο παραπάνω σημεία-θέσεις έχουμε να κάνουμε τις παρατηρήσεις: Ο σουλτανικός Ιραδές απηχεί σκέψεις και απόψεις υποκειμενικών προτιμήσεων που προέρχονταν από μια εξουσία που παράπαιε και προσπαθούσε να γαντζωθεί από νέες φιλίες και συμμαχίες στα Βαλκάνια. Δεν ήταν λοιπόν δύσκολο για το Σουλτάνο να εκφράζεται παρορμητικά και ωφελιμιστικά, αλλά και απελπισμένα, αφού το γόητρό του είχε πλέον πληγωθεί θανάσιμα. Από την άλλη μεριά ένιωθε και ικανοποίηση, αφού έβαζε σε μπελάδες λαούς που μέχρι χτες τους κυβερνούσε απόλυτα στην ευρύτερη βαλκανική περιοχή.

Όσο για τη θέση του Βενιζέλου, που ήταν βέβαια αρνητική για το κουτσοβλάχικο ζήτημα και κατηγορήθηκε έντονα από τους πολιτικούς του αντιπάλους, μπορεί να δοθεί η εξήγηση πως στα δύσκολα χρόνια που περνούσε η χώρα μας χρειάζονταν την υποστήριξη της Ρουμανίας, που τότε έπαιζε κάποιο σημαντικό ρόλο στους βαλκανικούς λαούς. Για να ισορροπήσει λοιπόν με τις χώρες στα βόρεια σύνορά μας και για την ασφάλεια των Ελλήνων της Ρουμανίας, έκανε αυτή την παραχώρηση για να αποφύγει αρνητικές συμμαχίες εναντίον μας (βλ. Σελ. 110-113).

Πάντως, όπως και να έχει το πράγμα, η παραχώρηση δικαιωμάτων των Ρουμάνων πάνω στους Κουτσόβλαχούς μας, αυτή καθεαυτή θεωρείται ιστορικό σφάλμα και τις συνέπειές του τις πληρώσαμε πικρά. Κατά τα άλλα το φρόνημα των Κουτσόβλαχων δεν επηρεάστηκε ούτε για μια στιγμή και αυτή η θέση είναι που ακύρωσε τις αρνητικές πλευρές του γεγονότος, πράγμα που δυσκόλεψε ακόμα περισσότερο τις προπαγανδιστικές επιθέσεις και διαθέσεις.

5. Πάντως είναι γεγονός πως η εκμετάλλευση του κουτσοβλάχικου ζητήματος συνεχίζεται και μετά τη δεκαετία του 1980, όπου αυτόκλητοι «προστάτες» εμφανίζονται να «ερευνούν» το θέμα. Ένα περιστατικό, που είδε το φως της δημοσιότητας στον αθηναϊκό τύπο, είναι αυτό που εμφάνισε την προσπάθεια κάποιου Βρετανού καθηγητή Νάντρις, ο οποίος το καλοκαίρι του 1991 αλώνιζε την Πίνδο με κλιμάκιο φοιτητών και επιστημόνων και έψαχνε στην Ελλάδα τον κοινό λαό με τους Ρουμάνους! (εφημερίδα ο «Στόχος» 29ης-8ου- 1991).

Τέτοιοι ερευνητές -και άλλοι που δεν τους ξέρουμε- εκμεταλλεύονται την ευαισθησία των αυθόρμητων και άδολων Κουτσόβλαχών μας, που τους κάνουν πιόνια στη σκακιέρα της προπαγάνδας τους. Και κάτι άλλo· με τις κατά καιρό εμφανίσεις τους φοβίζουν τον κουτσοβλάχικο πληθυσμό, ώστε τελικά το καθιστούν καχύποπτο και επιθετικό, γεγονός που δυσκολεύει αφάνταστα τη σωστή έρευνα των Ελλήνων βλαχολόγων.

6. Πρέπει λοιπόν να μην εφησυχάζουμε ούτε να επαναπαυόμαστε και να δουλεύουμε με την επιστήμη διαρκώς για τη θωράκιση του κουτσοβλάχικου ζητήματος, αφού η ιστορία μάς διδάσκει μια βασική αλήθεια: πως η προπαγάνδα πάντοτε επανέρχεται στο προσκήνιο. Για να αντιληφτούμε το μέγεθος του προβλήματος θα αναφερθούμε σε σκέψεις και απόψεις του Ευάγγελου Αβέρωφ, που ήταν ο πρώτος μελετητής που σήκωσε το κουτσοβλάχικο παράστημα -το προσωπικό, σαν γνήσιος Κουτσόβλαχος και το εθνικό, σαν γνήσιος πατριώτης- για να δημοσιοποιήσει την εξύφανση των προπαγανδιστών.

Σχολιάζει λοιπόν ως εξής τη διαμαρτυρία της ρουμανικής κυβέρνησης προς την ελληνική (1948) περί δήθεν «διώξεως των εν Ελλάδι ρουμανικών μειονοτήτων (Ευάγγελου Αβέρωφ «Η πολιτική πλευρά του κουτσοβλάχικου ζητήματος», Αθήνα 1948, σελ. 211-212):

«Είναι μια πρώτη αλλά τρανότατη απόδειξη ότι το ενδιαφέρον και οι προθέσεις της νέας Ρουμανίας εξακολουθούν να υφίσταται. Είναι μια πρώτη κρούση. Τι κρούσεις θα επακολουθήσουν, δεν μπορεί κανείς να προβλέψει. Ποια τακτική θ' ακολουθηθεί, είναι επίσης αδύνατο να λεχθεί. Αλλά ότι θα εξακολουθήσουν οι κρούσεις είναι βέβαιο· ότι θα είναι ισχυρό­τερες από άλλοτε είναι πιθανότατο· ότι θα είναι πιο επικίνδυνες από άλλοτε είναι εξ ίσου πιθανό. Και αυτές οι σκέψεις θα ισχύουν εφ' όσον η Ρουμανία θα βρίσκεται υπό τη ρωσική κυριαρχία, και εφ' όσον η Ρωσία θα ασκεί την επίμονη επεκτατική πολιτική που εγκαινίασε μετά τον τελευταίο πόλεμο...».

Αλήθεια, τι έχουμε να πούμε σήμερα, αφού έχει εκλείψει η ρωσική κυριαρχία πάνω στη Ρουμανία; Κατά τον Αβέρωφ, βέβαια, θα έπρεπε να σταματήσει και κάθε προπαγανδιστική κίνηση. Γίνεται όμως κάτι τέτοιο; Όχι. Πρόσφατα μόλις τέθηκε ζήτημα (στη ρουμανική βουλή) «Βλάχων στην Ελλάδα» που διεκδικούνται ως «Ρουμάνοι»! Συνεχίζουν λοιπόν αμετανόητα...

7. Το γεγονός αυτό εξάλλου τέθηκε απερίφραστα από τον πρωθυπουργό της χώρας μας Κωνσταντίνο Μητσοτάκη, παρουσία και του υπουργού εξωτερικών Αντώνη Σαμαρά στους Ρουμάνους επισήμους, κατά την επίσκεψή τους στη Ρουμανία στις 27 και 28 Νοεμβρίου 1991, που αξίωσε να σταματήσει αμέσως κάθε σκέψη για προπαγάνδα στην Ελλάδα (εφημερίδα «Ελληνικός Βορράς» 1ης 12ου 1991). Υποσχέθηκε βέβαια να «σταματήσει» η ρουμανική κυβέρνηση, αλλά εμείς θα επαναπαυτούμε; Οι καθημερινές «δράστηριότητες» και τα «νέα» μάς αναγκάζουν να είμαστε συνέχεια σε εγρήγορση. Ενώ η επίσημη Ρουμανία καθησυχάζει ο Πατριάρχης της Θεόκτιστος ισχυρίζεται ότι οι Κουτσόβλαχοι είναι «δικοί τους» και αυτά τα θέτει και σε επίσημες συνομιλίες (στον πρώην υπουργό Γεράσιμο Αποστολάτο που επισκέφτηκε τη χώρα του). Ακόμη η Ρουμανία ανοίγει ένα «νέο μέτωπο»: προπαγανδίζει ασύστολα τις θέσεις της ανάμεσα στους βλαχόφωνους Έλληνες της Βόρειας Ηπείρου, στην Αλβανία. Και κάτι από τα περίεργα: Θέμα «εθνικής μειονότητας Βλάχων» στην Ελλάδα θέτουν και τα Σκόπια!!! Δεν πρέπει όμως να εκπλησσόμαστε εύκολα, αφού ακόμα ως και οι φίλοι και σύμμαχοί μας Αμερικανοί βλέπουν μέσα από την ετήσια έκθεση του Σταίητ Ντηπάρτμεντ (αρχές του 1991) «μειονότητα Βλάχων» στην Ελλάδα, άσχετα αν τη «βλέπουν» μόνο ως γλωσσική και όχι ως εθνική...

8. Βέβαια σ' όλες αυτές τις επιθέσεις οι Νεοέλληνες αντιδρούμε. Για παράδειγμα ο συγγραφέας αυτού του βιβλίου, μαζί με άλλους καθηγητές - συγγραφείς κουτσοβλαχικών μελετών (όλοι τους βλαχόφωνοι) έδωσαν, με τον επίσης βλαχόφωνο δημοσιογράφο Νίκο Μέρτζο, την «απάντηση» στις νέες προκλήσεις, από την κρατική τηλεόραση ΕΤ-3 (στην εκπομπή «Αποσαφηνί­σεις» και με θέμα «Οι Βλαχόφωνοι Έλληνες», στις 11 Μαΐου 1991). Ακόμη μελετητές, διανοούμενοι και φορείς (ενώσεις και σύλλογοι Κουτσοβλάχικων κοινοτήτων) παίρνουν θέση και καταρρίπτουν τις συνεχώς αναφαινόμενες προπαγάνδες.

9. Πρέπει όμως να δημιουργηθεί ένας επίσημος «οργανισμός Ρωμανικών Σπουδών» στη χώρα μας, που να λειτουργεί μέσα σε ένα ευρύτερο «Κρατικό Κέντρο Εθνικών Υποθέσεων». Είναι επιτακτική η ανάγκη αυτού του φορέα, που μπορεί να ενταχθεί στο πανεπιστημιακό πλαίσιο, στην Ακαδημία Αθηνών ή να λειτουργεί αυτόνομα και με γενναία συμπαράσταση, υποστήριξη και οικονομική αρωγή από την Πολιτεία, για να μπορέσει η επιστημονική έρευνα να θωρακίζει αταλάντευτα και μόνιμα τα εθνικά μας θέματα.

Έτσι θα μελετιέται σε διάρκεια και βάθος, όχι μόνο το κουτσοβλάχικο ζήτημα, αλλά και οποιοδήποτε άλλο που μπορεί να ανακύπτει. Και μάλιστα, σήμερα που ζούμε σε έναν αλλοπρόσαλλο και αναρχούμενο κόσμο διεκδικήσεων και «μειονοτικών οραμάτων», σε έναν κόσμο ανακατατάξεων και θεαματικών αλλαγών, που κάθε άλλο παρά προοιωνίζουν την ποθούμενη «Νέα Τάξη Πραγμάτων», το θέμα δε σηκώνει άλλες αναβολές.

Θα μπορούμε λοιπόν να έχουμε έτοιμες λύσεις -τελικές ή εναλλακτικές- για τα προβλήματα που δημιουργούν εθνικούς κινδύνους, να ευαισθητοποιούμε διαρκώς με την αλήθεια των δικαίων μας την παγκόσμια κοινότητα, και να μην «ψαχνόμαστε» και να «πιανόμαστε» απροετοίμαστοι. Φοβούμαι πως η οδυνηρή εθνική μας εμπειρία από το δήθεν «Μακεδονικό» πρόβλη­μα θα επανεμφανιστεί και πάνω σε άλλα ζητήματα εθνικής σημασίας, που πάντως δε φαίνεται να μην κινδυνεύει και η προπαγανδιστική εκμετάλλευση του ζητήματος που εξετάσαμε να δημιουργήσει ένα αντίστοιχο «Νεοκουτσοβλαχικό» πρόβλημα... Και όλα αυτά βέβαια, αν δε μάθουμε να φροντίζουμε έγκαιρα και έγκυρα για ο,τιδήποτε αφορά την Πατρίδα και την Εθνική μας υπόσταση και αξιοπρέπεια.

 

Η νεότερη εκμετάλλευση του κουτσοβλαχικού ζητήματος (πολιτική-προπαγάνδα)
Παράρτημα I στο βιβλίο:
Κουτσόβλαχοι, Οι Βλαχόφωνοι Έλληνες

Εθνολογική, Λαογραφική και Γλωσσολογική μελέτη
ΑΝΤΩΝΗΣ ΜΙΧ. ΚΟΛΤΣΙΔΑΣ
Εκδοτικός οίκος Αδελφών Κυριακίδη
Θεσσαλονίκη, 1993
ISBN 960-343-162-1, ISBN-13 978-960-343-162-6
Πρωτοπορία, Public.gr

 

Υποσημειωσεις

1. «Κατά τηλεγράφημα εκ Βελιγραδιού προς το υπουργείον των Εξωτερικών η Ρουμανική Κυβέρνησις επέδωκε δια του εν Βελιγραδίω πρεσβευτού της προς τον εκεί 'Ελληνα πρεσβευτήν διαμαρτυρίαν δια τας δήθεν διώξεις, τας οποίας υφίστανται αι εν Ελλάδι ρουμανικαί μειονότητες. Δια της διακοινώσεώς της η Ρουμανική Κυβέρνησις ζητεί την άμεσον κατάπαυσιν πάσης διώξεως των εν Ελλάδι ρουμανικών μειονοτήτων, την απόδοσιν εις τας εν Ελλάδι ρουμανικός κοινότητας όλων των κτιρίων και σχολείων των ανηκόντων εις την Ρουμανικήν Κυβέρνησιν, το άνοιγμα όλων των ρουμανικών σχολείων και εκκλησιών και την επανόρθωσιν όλων των ζημιών αι οποίαι επηνέχθησαν εις αυτά.» (Ευαγ. Αβέρωφ «Η Πολιτική πλευρά του Κουτσοβλαχικού Ζητήματος», Αθήναι 1948, σελ. 211).