Ιστορίες - γεγονότα

Ο χρούσιας ποταμός Της Ιωάννας Συγκούνα, Φιλολόγου
Πολλές φορές όλοι μας έχουμε αναρωτηθεί για την προέλευση του ονόματος «Χρούσιας» του παραπόταμου του Αράχθου που περνάει δίπλα από το Συρράκο δίνοντάς του ζωή, παλμό και μαγευτικούς ήχους στην απέραντη ηρεμία και ησυχία που κυριεύει τον κάθε κάτοικο, περιηγητή, επισκέπτη.
Ανατρέχοντας στο διαδίκτυο καθώς και στο πεντάτομο έργο «Ελληνική Μυθολογία» της Εκδοτικής Αθηνών (της οποίας κύριος συγγραφέας και επιμελητής είναι ο Ιωάννης Κακριδής), θεωρώ ότι ανακαλύπτει κανείς την αλήθεια.

Ας ξεδιπλώσουμε λοιπόν λεπτομερώς τον μύθο:
Στην αρχαιότητα οι άνθρωποι που ζούσαν γύρω στο Πήλιο ή στον Πηνειό, στην Ιωλκό ή στη Λάρισα, στις Φερές ή στη Φθία και σε άλλους τόπους της Θεσσαλίας είχαν να λένε θαυμαστές ιστορίες για τους Λαπίθες, που ήταν μια γιγαντογενιά του πολύ μακρινού καιρού, και για τους Κενταύρους, που ήταν μόνο ως τη μέση άνθρωποι και από εκεί και κάτω άλογα. Μιλούσαν για τον Αίολο και τους απογόνους του που απλώθηκαν σ' όλη την Ελλάδα, ιδιαίτερα για την κόρη του τη Μελανίππη, που αξιώθηκε την αγάπη ενός μεγάλου θεού σαν τον Ποσειδώνα, όπως, αντίθετα, και για τη θεά Θέτιδα που έδωσε την αγάπη της σ' ένα θνητό, τον Πηλέα, και τον έκανε πατέρα του πιο μεγάλου θεσσαλού ήρωα, τον Αχιλλέα.

Ο Αχιλλέας λοιπόν ήταν γιος του Πηλέα και καταγόταν άμεσα από τον Δία, αφού ο παππούς του ο Αιακός ήταν γιος του μεγάλου θεού. Η μητέρα του η Θέτιδα, αθάνατη καθώς ήταν, φυσικό ήταν να θελήσει να χαρίσει την αθανασία και στο γιο της. Κάθε νύχτα τον έβαζε στη φωτιά για να αφανίσει όσα θνητά στοιχεία είχε κληρονομήσει από τον πατέρα του. Όταν ο Πηλέας της πήρε από το χέρι το παιδί για να το γλιτώσει, εκείνη θυμωμένη έφυγε από τη Φθία και γύρισε στον πατέρα της τον Νηρέα, στα βάθη της θάλασσας. Και τότε ο Πηλέας αναγκάστηκε να αφήσει τον απορφανισμένο γιο του στη σπηλιά του Χείρωνα, να τον αναθρέψουν η Φιλύρα, η μητέρα του Κενταύρου, και η Χαρικλώ, η γυναίκα του.
Έτσι ο Αχιλλέας μεγάλωσε κοντά στον σοφό και ήμερο Χείρωνα. Αυτός τον ονόμασε Αχιλλέα –στην αρχή τον έλεγαν Λιγύρωνα–, γιατί τα χείλη του δεν είχαν αγγίξει ποτέ τον μητρικό μαστό (από το στερητικό «α» και «χείλος»). Άλλοι βέβαια ετυμολογούσαν το όνομα από τη λ. «άχος» (=στενοχώρια, καημός) για τη λύπη που προξένησε στη μητέρα του πεθαίνοντας νέος και στους Τρώες πολεμώντας τους· άλλοι πάλι από το στερητικό «α» και «χιλός» (=χόρτα, δημητριακά), επειδή τάχα ο Χείρωνας τον έτρεφε με το μεδούλι των άγριων θηρίων και όχι με ψωμί. Για να τον κάνει λοιπόν αντρειωμένο, ο Χείρωνας τον έτρεφε με το μαυλό και με τα εντόσθια από άγρια ζώα, λιοντάρια και αρκούδες. Ούτε τον άφηνε να παίζει σαν τα αγόρια της ηλικίας του με κότσια και να σέρνει ξύλινα αμαξάκια πίσω του, μόνο τον ασκούσε στο τρέξιμο και στο κοντάρι. Έτσι ο Αχιλλέας συνήθισε να παλεύει με τα άγρια θηρία του Πηλίου, τους κάπρους και τα λιοντάρια, να τα σκοτώνει και να τα κουβαλάει έπειτα στη σπηλιά –κι ήταν δεν ήταν έξι χρονών ακόμα. Κάθε φορά που η Άρτεμη και η Αθηνά τον έβλεπαν να πιάνει και να σκοτώνει ελάφια, χωρίς σκύλους και δίχτυα, γιατί τα πρόφταινε στο τρέξιμο, τον καμάρωναν.

Κοντά στο Χείρωνα ο Αχιλλέας έμαθε και άλλες τέχνες, όπως την ιππασία, την ιατρική και τη μουσική. Τη μουσική, που ημερεύει τους ανθρώπους, ο ήρωας την είχε ιδιαίτερη ανάγκη γιατί από μικρός έδειχνε πως δεν μπορούσε εύκολα να κρατήσει το θυμό του. Λέγεται μάλιστα πως κάποτε ζήτησε από τη Μούσα Καλλιόπη να τον κάνει ποιητή, και η θεά παρουσιάστηκε στον ύπνο του και του είπε: Από μουσική και ποίηση θα σου δώσω μόνο ό,τι χρειάζεσαι για να χαίρεσαι πιο πολύ στο τραπέζι και να κοιμίζεις τους καημούς σου. Επειδή όμως πιστεύω μαζί με την Αθηνά πως είσαι καμωμένος για τον πόλεμο, και αυτό είναι που προστάζουν και οι Μοίρες, πρέπει να ασκήσεις το κορμί σου και να αγαπάς τα έργα του πολέμου. Θα βρεθεί άλλωστε ο ποιητής, σε κατοπινά χρόνια, που θα τον βάλω εγώ να δοξάσει τα έργα σου ο Όμηρος.
Ο Χείρωνας έμαθε ακόμα τον Αχιλλέα να σέβεται τον Δία και να τιμά τους γονείς του, να αγαπά την αλήθεια, να πραγματώνει όλες τις αρετές του καιρού του, την παλικαριά πάνω από όλες, και να αντιμετωπίζει τη ζωή σαν ελεύθερη προσωπικότητα.
Γιος του Αχιλλέα από την ένωσή του με τη Δηιδάμεια, την κόρη του βασιλιά Λυκομήδη στη Σκύρο, ήταν ο Νεοπτόλεμος ή Πύρρος. Τα παιδικά νεανικά του χρόνια τα πέρασε στη Σκύρο, χωρίς να γνωρίσει τον πατέρα του που πολεμούσε στην Τροία. Όταν όμως σκοτώθηκε ο Αχιλλέας, ο μάντης των Τρώων Έλενος προφήτεψε πως η Τροία δεν θα έπεφτε στα χέρια των Ελλήνων αν δεν έφερναν εκεί τα όπλα του Ηρακλή και το γιο του Αχιλλέα. Τότε, σταλμένοι από τους Έλληνες, ο Οδυσσέας και ο Φοίνικας έφτασαν στη Σκύρο να πάρουν τον Νεοπτόλεμο. Του υποσχέθηκαν την ηφαιστότευκτη πανοπλία του πατέρα του και την Ερμιόνη, την κόρη του Μενέλαου και της ωραίας Ελένης για γυναίκα. Ο Νεοπτόλεμος πρόθυμα τους ακολούθησε γιατί λαχταρούσε να βρεθεί στον πόλεμο. Μόλις έφτασε στην Τροία ο Νεοπτόλεμος, χύθηκε ασυγκράτητος στη μάχη, σαν τον πατέρα του, και σκότωνε αλύπητα τους Τρώες. Τότε εκείνοι κάλεσαν από τη Μυσία τον Ευρύπυλο, το γιο του Τηλέφου, που έφερε πολλή συμφορά στους Έλληνες· όμως κι αυτόν τον προκάλεσε σε μονομαχία και έτσι σε λίγο έπεσε κι ο Ευρύπυλος χτυπημένος απ' το κοντάρι του Νεοπτόλεμου.

Στην άλωση της Τροίας είπαν πως ο Νεοπτόλεμος ήταν αρχηγός της ομάδας των ηρώων που, κρυμμένοι στην κοιλιά του Δούρειου Ίππου, μπήκαν πρώτοι στην πόλη του εχθρού και άνοιξαν τις πύλες της. Τότε ο Νεοπτόλεμος φέρθηκε με την πιο μεγάλη αγριότητα στους εχθρούς του πατέρα του: έσφαξε το βασιλιά Πρίαμο, που είχε καταφύγει ικέτης στο βωμό του Δία, γκρέμισε από τα τείχη τον μικρό Αστυάνακτα, το γιο του Έκτορα, και θυσίασε πάνω στον τάφο του Αχιλλέα τη διαλεχτή βασιλοκόρη της Τροίας, την Πολυξένη. Ανάμεσα στα πλούσια λάφυρα και τους αιχμαλώτους, που οι αρχηγοί των Ελλήνων πρόσφεραν στον Νεοπτόλεμο, ήταν και η Ανδρομάχη, η γυναίκα του Έκτορα. Ακόμα έλεγαν πως ο Νεοπτόλεμος πήρε αιχμαλώτους το μάντη Έλενο και τον Αινεία.
Ώσπου να γυρίσει ο Νεοπτόλεμος από την Τροία, στη Θεσσαλία, όπως ιστορούσαν ορισμένοι, οι γιοι του Άκαστου, είχαν ανατρέψει τον γέρο Πηλέα, που σε λίγο έφυγε από τη ζωή γερασμένος και πικραμένος για το θάνατο του γιου του. Τότε ο Νεοπτόλεμος πήρε το βασίλειο του παππού του στη Φθία. Άλλοι όμως είπαν πως ο Νεοπτόλεμος πρόφτασε ζωντανό τον Πηλέα και πως, αφήνοντάς τον να βασιλεύει στη Φθία, ο ίδιος έκανε έδρα το Θετίδειο, μια πόλη που την είπαν έτσι για να θυμούνται τη θεϊκή γιαγιά του Νεοπτόλεμου, τη Θέτιδα. Ύστερα ο Νεοπτόλεμος, για να εκδικηθεί τον Απόλλωνα, που του είχε σκοτώσει τον πατέρα στην τροία, κίνησε πόλεμο κατά των Δελφών και λεηλάτησε το μαντείο. Τότε έλεγαν πως ο Απόλλων τάραξε το μυαλό του Νεοπτόλεμου με μανία.

Σύμφωνα με την υπόσχεση που του είχαν δώσει στον καιρό του Τρωικού Πολέμου, ο Νεοπτόλεμος πήρε γυναίκα την Ερμιόνη που, όπως έλεγαν, αρχικά την προόριζαν για τον εξάδελφό της τον Ορέστη. Στο μεταξύ ο Νεοπτόλεμος είχε αποκτήσει ένα γιο από την Ανδρομάχη. Άλλοι λένε ότι λεγόταν Μολοσσός κι άλλοι Χρούσιος. Η Ερμιόνη δεν έκανε παιδιά και φοβόταν μήπως την παραμερίσουν η ξένη γυναίκα με το γιο της. Έτσι, όταν ο Νεοπτόλεμος ξαναπήγε στους Δελφούς –αυτή τη φορά για να εξευμενήσει τον Απόλλωνα και να αποκαταστήσει τις σχέσεις του με το μαντείο του– η Ερμιόνη με τη βοήθεια του πατέρα της αποπειράθηκε να δολοφονήσει την Ανδρομάχη και το παιδί της, αλλά την εμπόδισε ο γερο-Πηλέας. Ύστερα από αυτό η Ερμιόνη, τρέμοντας για την τιμωρία που την περίμενε, έφυγε από το σπίτι της και ακολούθησε τον Ορέστη. Εκείνος συνάντησε τον Νεοπτόλεμο στους Δελφούς και τον σκότωσε, γιατί, όπως έλεγαν, τον είχε αδικήσει παίρνοντας την Ερμιόνη τη στιγμή που ο Ορέστης μετά τη μητροκτονία είχε αρρωστήσει και δεν μπορούσε να αντιδράσει. Άλλοι πάλι είπαν πως ο Ορέστης βεβαίωσε τους κατοίκους των Δελφών για τους κακούς σκοπούς του Νεοπτόλεμου εναντίον τους, και τότε αυτοί έπιασαν τον Νεοπτόλεμο και τον έσφαξαν μπροστά στο βωμό του Απόλλωνα όπως ο ίδιος είχε σφάξει στην Τροία το βασιλιά Πρίαμο επάνω στο βωμό του Δία. Τότε η Θέτις, φροντίζοντας να μη σβηστεί η γενιά της και η μνήμη της γενιάς της από τους ανθρώπους, πρόσταξε να ταφεί με τιμές ο Νεοπτόλεμος στο ιερό του Απόλλωνα, να πάρει ο μάντης Έλενος την Ανδρομάχη μαζί με το παιδί του Νεοπτόλεμου και να εγκατασταθούν στους Μολοσσούς στην Ήπειρο, όπου έμελλε να βασιλέψουν. Έτσι, όπως έλεγαν, από τη βασιλογενιά της Θεσσαλίας και της Τροίας κρατούσαν οι βασιλιάδες της Ηπείρου, που συχνά έπαιρναν το πρώτο όνομα του Νεοπτόλεμου, δηλαδή είχαν το όνομα Πύρρος. Από αυτούς γεννήθηκε η Ολυμπιάδα, η μητέρα του Μεγαλέξαντρου.

Βέβαια, η σχέση του Νεοπτόλεμου με την Ήπειρο είναι ανάλογη με τη σχέση του Κάδμου πρώτα, και της γενιάς του Ετεοκλή ύστερα, με την ίδια περιοχή, όπως και με τη σχέση του Ηρακλή με την Πελοπόννησο: πρόκειται δηλαδή για έναν πολιτικό μύθο, που εξηγεί την καθοδική πορεία ορισμένων φυλών από την Ήπειρο και την εγκατάστασή τους στον ιστορικό τους χώρο σαν επιστροφή στον τόπο των πατέρων τους. Στην προέκταση αυτού του μύθου σε μεταγενέστερες περιόδους βρίσκεται βέβαια και η δικαιολόγηση για την πολιτική της Ηπείρου και της Μακεδονίας απέναντι στη Θεσσαλία. Ωστόσο πρέπει να σημειωθεί ότι το όνομα Πύρρος ήταν γνωστό στο μύθο του Νεοπτόλεμου πολύ πριν το πάρουν οι Ηπειρώτες ηγεμόνες.
Αυτό βέβαια που ενδιαφέρει εμάς είναι ότι ο Μολοσσός ή Χρούσιος, γιος του Νεοπτόλεμου κι εγγονός του Αχιλλέα, ήταν γενάρχης των βασιλιάδων της Ηπείρου και καταγόταν από τη βασιλογενιά της γειτονικής Θεσσαλίας (Φθίας) και της Τροίας. Μα μήπως και ο ποταμός Χρούσιας δεν περνάει «βασιλικά» μέσα από τα λαγκάδια του χωριού μας και δεν δεσπόζει στο τοπίο και τις ψυχές μας με τον επιβλητικό αχό και τη θαυμαστή ομορφιά του;

Ιωάννα Συγκούνα, Φιλόλογος
Δημοσιευθηκε στην εφημερίδα «Αντίλαλοι του Συρράκου»
τον Μάιο του 2006, αρ. φύλλου 187

8