Ιστορίες - γεγονότα

Φωτογραφία της εφημερίδας Θάρρος Τρικάλων, φύλλο της 2ας Απριλίου 1942 όπου δημοσιευεται η διακύρηξη του Αλκιβιάδη Διαμάντη με τον τίτλο «Οι Βλάχοι της Πίνδου, Θεσσαλίας και Μακεδονίας, αρχαίος λατινικός λαός». πηγή: Η πολιτική πλευρα του κουτσοβλαχικου ζητήματος, Ευάγγελος Αβέρωφ.Η απελευθέρωση της χώρας από τα γερμανικά στρατεύματα (Οκτώβριος 1944) έθρεψε προσδοκίες κοινωνικής δικαιοσύνης, αποκατάστασης της τάξης και κάθαρσης από τα εγκληματικά εκείνα στοιχεία που συνεργάστηκαν με τους κατακτητές πολιτικά ή οικονομικά κατά τη διάρκεια της Κατοχής. Παρά τη μεσολάβηση των Δεκεμβριανών, το κοινό αίσθημα έτρεφε έκδηλη εχθροπάθεια εναντίον όλων αυτών που επέδειξαν δοσιλογική συμπεριφορά και απεκόμισαν τεράστιες περιουσίες εις βάρος του ελληνικού λαού.

Οι κυρώσεις θα επισημοποιηθούν από την κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας με τη δημοσίευση της Συντακτικής Πράξης υπ’. αρ 1, «Περί επιβολής ποινικών κυρώσεων κατά των συνεργασθέντων μετά του εχθρού»[1]. Αργότερα η κυβέρνηση θα επανέλθει στο ζήτημα αυτό, τον Ιανουάριο του 1945, με τη Συντακτική Πράξη υπ’. αρ. 6 η οποία καταργεί την προηγούμενη υπ’. αρ 1 πράξη, γνωστή ως Νόμος «περί δοσιλόγων»[2]
Όπως προαναφέραμε μεταξύ της δημοσίευσης αυτών των δύο νόμων, στο ενδιάμεσο χρονικό διάστημα παρεμβάλλονται πολιτικές εξελίξεις με αποκορύφωμα τα γεγονότα του Δεκέμβρη 1944, οι οποίες θα έχουν σοβαρές επιπτώσεις στο θέμα αυτό. Έτσι θα υπάρξει μεταστροφή στο ζήτημα της εκκαθάρισης, μιας και οι αντιστασιακές οργανώσεις δεν αναφέρονται με το όνομά τους αλλά ως συμμαχικές οργανώσεις.

Η ΣΥΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΕΙΔΙΚΩΝ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩΝ ΔΟΣΙΛΟΓΩΝ, (ΤΟ ΝΟΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ)

Έτσι τα Ειδικά Δικαστήρια Δοσιλόγων συστάθηκαν το 1945 προκειμένου να εκδικάσουν τα αδικήματα που είχαν διαπράξει οι δοσίλογοι , όσοι είχαν συνεργαστεί με τις αρχές Κατοχής. Οι κατηγορίες των δοσίλογων ήταν τρεις: α) οι υπουργοί των κατοχικών κυβερνήσεων που είχαν συνεργαστεί με τον εχθρό β) μέλη της Αστυνομίας, της Χωροφυλακής και των Ταγμάτων Ασφαλείας γ) και οι κοινοί εγκληματίες, δηλ. μαυραγορίτες, κερδοσκόποι, πράκτορες της Gestapo καταδότες και Έλληνες Ναζί.

Η σύνθεση και λειτουργία των δικαστηρίων αυτών ρυθμίστηκε με τον αναγκαστικό νόμο 533 τον Σεπτέμβριο του 1945, όπου βεβαίως περιγράφονται και τα αδικήματα που βάρυναν τους κατηγορούμενους, αδικήματα που αναφέρονται και στις σχετικές δικαστικές αποφάσεις. Η ποινή για τους ενόχους των παραπάνω πράξεων ήταν ο θάνατος ή πρόσκαιρα δεσμά. Σε περιπτώσεις δε ελαφρυντικές προβλεπόταν η ποινή της ειρκτής ή ισόβιας ή πρόσκαιρης υπερορίας, δηλ. απέλαση του κατηγορουμένου έξω από τα σύνορα του κράτους. Ακόμη το δικαστήριο είχε τη δυνατότητα επιβολής μερικής ή ολικής δήμευσης της περιουσίας ανάλογα με τη βαρύτητα της πράξης. Η μετατροπή των επιβαλλόμενων ποινών σε χρηματική καθώς και η αναστολή τους απαγορευόταν. (άρθρα 2-5).

Αυτά τα δικαστήρια συστάθηκαν στην έδρα κάθε Εφετείου και Πρωτοδικείου και αποτελούνταν από τον πρόεδρο, δύο τακτικούς δικαστές , δύο λαϊκά μέλη δηλ. ενόρκους, τον ειδικό επίτροπο που ασκούσε καθήκοντα Εισαγγελέα, και φυσικά τον γραμματέα ή γραφέα (άρθρο 9, 11). Ο Ειδικός Επίτροπος ασκούσε την ποινική δίωξη αυτεπάγγελτα ή μετά από μήνυση (άρθρα 13, 14). Με το άρθρο όμως 11 του αν. 217/1945 δόθηκε το δικαίωμα στον ειδικό επίτροπο του Ε.Δ. Δοσίλογων, για πρώτη φορά, να ζητάει την αναθεώρηση «πάσης αποφάσεως» τούτου. Ήταν μια επιτυχία, αλλά όχι αυτό που επιδίωκαν οι δοσίλογοι. Ο στόχος τους ήταν να επιτραπεί και για τις ερήμην αποφάσεις των Ε. Δ. Δοσιλόγων το δικαίωμα της ανακοπής.[3]

Για τα αδικήματα του παραπάνω νόμου δεν επιτρεπόταν η χορήγηση αμνηστίας (άρθρο 31). Επίσης δεν επιτρεπόταν κανένα τακτικό ή έκτακτο ένδικο μέσο ούτε ανακοπή κατά των βουλευμάτων και αποφάσεων του Ειδικού Δικαστηρίου (άρθρα 15, 28).

Στην περίπτωση όμως της ανακοπής, μολονότι δεν επιτρεπόταν από τη Συντακτική Πράξη 6, προβλέφθηκε από τον αναγκαστικό νόμο 533/1945 σύμφωνα με το οποίο άρθρο 7 του συγκεκριμένου νόμου: «Τα αδικήματα τα προβλεπόμενα υπό των άρθρων 1 και 4 θεωρούνται παραγεγραμμένα, εάν δεν ασκηθεί η ποινική δίωξη αυτεπαγγέλτως ή εάν δεν υποβληθεί κατά των ενόχων μήνυσις μέχρι την 20 Ιουνίου 1945 δια τα τελεσθέντα εν τη περιφερεία του Εφετείου Αθηνών και μέχρι 31 Οκτωβρίου 1945 δια τα τελεσθέντα αλλαχού (εκτός της περιφερείας του Εφετείου Αθηνών.)»

Έτσι αν εξαιρέσουμε τους Κατοχικούς πρωθυπουργούς και υπουργούς η αυτεπάγγελτος δίωξη δεν αφορούσε κανέναν άλλο δοσίλογο πλην αυτών. Εφόσον βέβαια υπήρχαν και γενναίοι που θα υπέβαλαν μηνύσεις αψηφώντας τους φοβερούς παρακρατικούς τρομοκράτες, κυρίαρχους τότε, και ανεξέλεγκτους σε όλη τη χώρα. Όσο για την αυτεπάγγελτη δίωξη ποιος θα τη διέτασσε, όταν το ίδιο το κράτος θεωρούσε τα εγκλήματα παραγραμμένα;

Στις 2 Μαρτίου 1946 με την υπ’ αριθμόν 107 Σ.Π. οι δοσίλογοι πετυχαίνουν και νέα τροποποίηση του νόμου 533/1945, που αφορά τους συνεργάτες των κατακτητών οι οποίοι πλούτισαν από τη συνεργασία τους με τους κατακτητές. Έτσι η αρχική αυστηρότερη των συντακτικών πράξεων 1/1944 και 6/1944 από μήνα σε μήνα αμβλύνεται με τις νεότερες νομοθετικές πράξεις.

Ακολουθούν οι διατάξεις των άρθρων 14 παρ. 4 και 5, 15, 23, 28 παρ.1 εδ. 2, 3 τα οποία τροποποιήθηκαν ή συμπληρώθηκαν με ευνοϊκότερες για τους δοσίλογους διατάξεις με τα άρθρα 1 και 2 του ΙΘ΄ ψηφίσματος της 18/20-12-1946. Ειδικά με αυτές τις διατάξεις του ΙΘ΄/1946 ψηφίσματος επιτράπηκε το ένδικο μέσο της ανακοπής κατά των καταδικαστικών αποφάσεων που είχαν εκδοθεί ερήμην των κατηγορουμένων δοσίλογων. Στην περίπτωση των δοσίλογων η ερημοδικία ήταν ευσυνείδητη και σκόπιμη επιλογή.

Επίσης το ένδικο μέσο ανακοπής επιτράπηκε και κατά των βουλευμάτων των Ε. Δ. Δοσιλόγων, ενώ η προγενέστερη σχετική διάταξη του Αν. Νόμου 533/1945 δεν επέτρεπε την άσκηση κατ’ αυτών τακτικών ή έκτακτων ένδικων μέτρων.[4]

ΤΟ ΕΙΔΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΙΣΑΣ ΚΑΙ Η «ΡΩΜΑΪΚΗ ΛΕΓΕΩΝΑ»

Το Ειδικό Δικαστήριο Δοσιλόγων του Εφετείου της Λάρισας εγκαινίασε την έναρξη της λειτουργίας του στις 29 Οκτωβρίου 1945 και για τελευταία φορά συνεδρίασε στις 16 Οκτωβρίου 1948. Κατά σύμπτωση τόσο στην πρώτη όσο και στην τελευταία δικάσιμο οι κατηγορούμενοι ήταν λεγεωνάριοι. Σ’ αυτό το δικαστήριο έγιναν οι περισσότερες δίκες γιατί στην περιοχή αυτή εκδηλώθηκε η μεγαλύτερη δραστηριότητα της Λεγεώνας. Παρόμοιες δίκες έγιναν και σε άλλα Εφετεία της χώρας (π.χ. Ε.Δ.Δ. Καστοριάς, Ιωαννίνων, Γρεβενών).

Μετά την κατάρρευση του μετώπου μαζί με τα ιταλικά στρατεύματα, θα εμφανισθεί και ο εκλεκτός πράκτορας, ο γνωστός Αλκιβιάδης Διαμάντης, ο οποίος θα ξεκινήσει αμέσως περιοδείες στη Θεσσαλία, Ήπειρο και Δυτική Μακεδονία, για να επισκεφθεί το τοπικό βλάχικο στοιχείο που κατοικούσε στις πόλεις και τα χωριά της Λάρισας, των Τρικάλων, των Ιωαννίνων, Γρεβενών και Τυρνάβου.

Με τη βοήθεια ενός δικτύου συνεργατών (Ρουμανοδιδάσκαλοι των ρουμανικών σχολείων), που του είχε εξασφαλίσει από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η Ρουμανική Κυβέρνηση, διακηρύττει πως έφθασε η κατάλληλη ώρα δημιουργίας του «Πριγκιπάτου της Πίνδου», όπου θα βρουν τη θέση που τους αρμόζει οι Βλαχόφωνοι, ενώ τους προέτρεπε να πάρουν όπλα και να ενταχθούν στη «Ρωμαϊκή Λεγεώνα», όπως ονόμασε το ένοπλο σώμα των Βλαχόφωνων το οποίο επρόκειτο να ιδρυθεί.

Μάλιστα για να δώσει ανάλογο κύρος στις ενέργειές του υπέβαλε ένα υπόμνημα στον πρωθυπουργό Τσολάκογλου, όπου εξιστορούσε τη συμβολή του βλάχικου στοιχείου στην παρουσία του ελληνικού έθνους ενώ αξίωνε την ισότιμη μεταχείριση των Βλάχων από την ελληνική πολιτεία καθώς και τον διορισμό προέδρων, δημάρχων και νομαρχών Βλαχόφωνων σε πόλεις και χωριά που ο ίδιος θα υποδείκνυε. Ακόμη υποστήριζε πως πρέπει να ενισχυθούν και να λειτουργήσουν τα ρουμάνικα σχολεία όπως και οι Βλαχόφωνοι με αγροτικά κτήματα και βοσκοτόπια. [5]

Πρόκειται για τη νέα προσπάθεια ανακίνησης του Κουτσοβλαχικού ζητήματος και ίδρυσης του βλάχικου κράτους. Η συγκεκριμένη κίνηση θα εκφραστεί με τρεις μορφές: α) το πολιτικό μέρος, που αποβλέπει στη σύσταση κοινοτήτων ρουμανιζόντων σε πόλεις και χωριά και σε υποβολή υπομνημάτων από Βλάχους με αίτημα την αυτονόμηση της Πίνδου β) το οικονομικό μέρος, για σύσταση κονσόρτσιουμ, με μονοπωλιακή εκμετάλλευση πλουτοφόρων πηγών της περιοχής και γ) το στρατιωτικό μέρος, που στόχο έχει τη συγκρότηση στρατού του κράτους της Πίνδου με την ονομασία «Λεγεών των Βλάχων».

Ωστόσο η ‘Ρωμαϊκή Λεγεώνα’ δεν είναι μόνο ο ξενόφερτος τυχοδιώκτης –πράκτορας Αλκιβιάδης Διαμάντης αλλά και ο ληστοτρόφος- κτηνοτρόφος Βασίλειος Ραποτίκας από τη Ροδιά Τυρνάβου. Η συγκεκριμένη κίνηση πλαισιώθηκε από «μορφωμένους» και «καταξιωμένους» βλαχόφωνους, όπως γιατρούς, δικηγόρους, καθηγητές, δημοσίους υπαλλήλους, αλλά και από ευκατάστατους εμπόρους, γεωργούς, κτηνοτρόφους και επιχειρηματίες. Αυτοί συνετέλεσαν να προσελκυσθεί και ένα μικρό ποσοστό απληροφόρητων και χαμηλού μορφωτικού επιπέδου Βλαχόφωνων, οι οποίοι επάνδρωσαν ως ένοπλοι τη Ρωμαϊκή Λεγεώνα.[6]

Αμέσως μετά τον Διαμάντη, αρχηγός και εκπρόσωπος των Βλάχων της Κάτω Βαλκανικής, ο πρώτος ιεραρχικώς, βρίσκεται ο Νικόλαος Ματούσης, γνωστός δικηγόρος της πόλης και «προοδευτικός» εκείνης της εποχής, αφού διετέλεσε μέλος της Κ.Ε. του ΚΚΕ και αργότερα στέλεχος του Αγροτικού Κόμματος του Παγκούτσου, ο οποίος ασκούσε μεγάλη επιρροή στους Βλαχόφωνους.

Χωρίς τον Ν. Ματούση και τους συνεργάτες του που υπέγραψαν το Μανιφέστο της 1 Μαρτίου 1942 [7], ο Διαμάντης ίσως δεν κατόρθωνε να πετύχει αυτά που πέτυχε με τη συνεργασία αυτών: την οργάνωση του ‘Πριγκιπάτου της Πίνδου’, την παγίδευση αφελών βλαχόφωνων και τη στρατολόγηση εκείνων που συγκρότησαν το ένοπλο τμήμα της Λεγεώνας, τους γνωστούς Λεγεωνάριους.

Η δράση της Λεγεώνας θα έχει ως αντικείμενο την κατάδοση στους Ιταλούς Ελλήνων –Βλαχόφωνων και μη- που κατείχαν όπλα, ακόμα και κυνηγετικά, τα οποία κατέσχεσαν. Μάλιστα οι επιδρομές θα συνοδευτούν από ιταλικά τμήματα καραμπινιέρων με τους οποίους συλλάμβαναν, βασάνιζαν απάνθρωπα, φυλάκιζαν και μέσω των ιταλικών αρχών εξόριζαν στην Ιταλία όσους αντιστέκονταν στους ανθελληνικούς τους σκοπούς. Ταυτόχρονα λήστευαν νόμιμα ή όχι τις περιουσίες των Ελλήνων, Βλαχόφωνων και μη. [8]

Τη συνεργασία με τους Ιταλούς την αξιοποιούσαν ενσυνείδητα για τον εύκολο και γρήγορο πλουτισμό τους. Οι δικηγόροι ως έχοντες τα «μέσα» στους κατακτητές να προσελκύουν πελατεία, ενώ οι έμποροι υπό την σκέπη των κατακτητών αγόραζαν μισοτιμής ή τζάμπα, δια της μεθόδου της επιτάξεως, κατασχέσεως ή και αρπαγής, τα γεωργικά και κτηνοτροφικά προϊόντα των χωρικών.

Αξίζει να υπενθυμίσουμε πως από την αρχή του έτους έχουν αντικατασταθεί σε αρκετά χωριά τα κοινοτικά συμβούλια με πρόσωπα της αρεσκείας της Λεγεώνας.[9] Το ίδιο θα συμβεί και με την αναδιοργάνωση του σώματος της Αγροφυλακής «συμφώνως προς τας σημερινάς συνθήκας». Έτσι πολλοί λεγεωνάριοι διορίσθηκαν ως αγροφύλακες.[10]

Αυτές οι ορδές των λεγεωνάριων βοήθησαν τους Ιταλούς να ανακαλύψουν όπλα, κυνηγετικά και πολεμικά, που είχαν στην κατοχή τους οι Έλληνες, για να μην πέσουν στα χέρια ανταρτών που είχαν ήδη αρχίσει να εμφανίζονται στην περιοχή. Ταυτόχρονα εκβίαζαν τους κτηνοτρόφους να τους παραδίδουν το γάλα και μέσω συνεργατών-τυροκόμων τους να το εμπορεύονται οι ίδιοι. Δεν έλειπαν φυσικά και οι επιδρομές σε συγκεκριμένα σπίτια αντιστασιακών όπου, αφού πρώτα τα λεηλατούσαν, στη συνέχεια τα έκαιγαν και βασάνιζαν τους συγγενείς τους.[11]

H ίδρυση και δράση του ΕΑΣΑΔ (Eθνικός Αγροτικός Σύνδεσμος Αντικομμουνιστικής Δράσης)

Η οργάνωση θα προστάτευε τα ιδιαίτερα συμφέροντα των αγροτών όπως ήταν η αγροτική ιδιοκτησία ταυτιζόμενη με την πατρίδα, η οικογένεια, η θρησκεία και οι τοπικές παραδόσεις δηλ. «τα ιερά και τα όσιά τους» από κάθε προσβολή και ιδιαίτερα από την κομμουνιστική ιδεολογία.

Αυτοί οι στόχοι του ΕΑΣΑΔ συγκινούσαν τα μέλη του και ιδιαιτέρως τους επικεφαλής του στη Θεσσαλία. Κάποιοι βέβαια από αυτούς κάλυπταν και τους ιδιοτελείς υπολογισμούς τους: το ξεκαθάρισμα παλαιών λογαριασμών με τον γείτονα ή και την ευκαιρία εύκολου πλουτισμού.

Τον πρώτο ένοπλο πυρήνα του ΕΑΣΑΔ αποτέλεσαν 17 ταγματασφαλίτες που έφθασαν στον Βόλο από την Αθήνα στα τέλη Μαρτίου 1944. Σκοπός τους να βοηθήσουν στην τήρηση της εσωτερικής ασφάλειας. Η άφιξή τους ανακοινώθηκε με καθυστέρηση, στις 27 Απριλίου 1944, από το ραδιόφωνο της Αθήνας. Σκοπός τους «είναι η καταστροφή του κομμουνισμού και η εξουδετέρωση όλων των κινήσεων που ήταν πιθανό να βλάψουν τα εθνικά συμφέροντα.»[12]

Ως αρχηγός φερόταν ο Τάκης Μακεδών, Σκοπελίτης. Στην πόλη του Βόλου εγκαταστάθηκαν στην οικία Καρτάλη, και άνοιξαν γραφεία στην πλατεία Ελευθερίας. Ως φυλακές χρησιμοποιούσαν την «Κίτρινη αποθήκη», άλλοτε καπναποθήκη. Μετά τον Βόλο, ομάδες ενόπλων ΕΑΣΑΔ εμφανίστηκαν σε όλες τις πρωτεύουσες των νομών της Θεσσαλίας, ιδιαιτέρως στη Λάρισα.[13] Επικεφαλής τους είναι και μόνιμοι αξιωματικοί.[14]

Στον ΕΑΣΑΔ κατέφυγαν, επίσης και άλλοι, που προηγουμένως ήταν ενταγμένοι στον ΕΔΕΣ ή ακόμα και στο ΕΑΜ,[15] οι οποίοι, κατά καιρούς, είχαν εκδιωχθεί από τις γραμμές του. Αυτοί εντάχθηκαν στο ΕΑΣΑΔ για να αποφύγουν τις διώξεις και την εξόντωσή τους και για να εκδικηθούν τους διώκτες τους. Σ’ αυτό το μόρφωμα θα προσέλθουν και οι οικονομικώς δεινοπαθούντες, με την ελπίδα ότι οι αποδοχές που ανέμεναν από την ένταξή τους θα ανακούφιζαν τη δυστυχία τους καθώς και πολλά περιθωριακά στοιχεία που διείδαν «λούφα» και πλιάτσικο.

Ένας άλλος σημαντικός παράγοντας δυσφήμισης του ΕΛΑΣ ήταν και η εσφαλμένη απόφαση του Σιάντου, τον Ιανουάριο του 1944, για οργάνωση στρατοπέδων συγκέντρωσης «αντιδραστικών», κατά τα πρότυπα της άλλης πλευράς. Έτσι αυτή η δυσφήμιση του ΕΛΑΣ έπιασε τόπο και η κατάταξη στα Τάγματα Ασφαλείας φαινόταν σωτήρια.[16]

Τα ΕΑΣΑΔ πραγματοποιούσαν τις επιδρομές τους κατά των κωμοπόλεων και των χωριών της περιφέρειάς τους κατά κανόνα, με τη συνοδεία ένοπλων γερμανικών τμημάτων, τα αυτοκίνητα των οποίων μετέφεραν τους ενόπλους του, όπως και τα προϊόντα των αρπαγών τους, τα οποία μοιράζονταν κατά συμφωνημένα ποσοστά.[17]

Εασαδίτες πέρασαν από στρατοδικείο του ΕΛΑΣ δύο μήνες αργότερα. Είχε προηγηθεί η επίθεση του 1/38 Συντάγματος Ευζώνων του ΕΛΑΣ στο Φανάρ-Μαγούλα, στις 25 Μαΐου 1944, όπου μία ομάδα από 29 ΕΑΣΑΔίτες έπεσαν στα χέρια των ανταρτών. Παραπέμφθηκαν στο στρατοδικείο της 1ης Μεραρχίας του ΕΛΑΣ και η δίκη τους έγινε στις 19, 20, 21 Ιουλίου 1944. Από τους κατηγορουμένους 9 καταδικάστηκαν σε θάνατο, 9 σε ισόβια δεσμά, 2 κηρύχθηκαν ένοχοι λόγω σύγχυσης και οι υπόλοιποι αθωώθηκαν. Οι καταδικασθέντες ζήτησαν χάρη από την ΠΕΕΑ. Άγνωστη η περαιτέρω τύχη τους.[18]

ΟΙ ΔΙΚΕΣ ΚΑΙ ΟΙ ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΤΟΥΣ

Α) Η δίκη της ‘Λεγεώνας’

Εδώ έλαβε χώρα και η δίκη των πρωτεργατών της Λεγεώνας (Αλκιβιάδη Διαμάντη και Νικολάου Ματούση και άλλων σαράντα τριών). Μάρτυρες κατηγορίας σ’ αυτή τη δίκη ήταν, κυρίως, επιφανείς Βλάχοι, τους οποίους η Λεγεώνα καταδίωξε αγρίως, επειδή όχι μόνο δεν προσχώρησαν σ’ αυτή αλλά και αντιτάχθηκαν στη δράση της.[19]

Το δικαστήριο δίκασε τους Αλκιβιάδη Διαμάντη, Νικόλαο Ματούση και Δημοσθένη Τσούτρα σε θάνατο, τους Καζάνα Γεώργιο, Μητσιμπούνα Νικόλαο και Στέφανο Κώτσιο σε ισόβια δεσμά και τους Τάχα Κων/νο, Φράγκο Νικόλαο, Πιτένη Περικλή και Αράια Ζήκο σε πρόσκαιρα δεσμά δέκα πέντε (15) ετών. Ενώ για τους Βασιλάκη Γεώργιο, Κόπανο Ιωάννη και Μπαλοδήμο Αθανάσιο φυλάκιση (3) τριών ετών. Διέταξε επίσης και τη δήμευση ολόκληρης της περιουσίας των Αλκ. Διαμάντη, Νικ. Ματούση και Δημοσθ. Τσούτρα.

Ο νικ. Ράπτης (πρώτος αριστερα), ο Ευ. Αβέρωφ (δεύτερος από δεξιά) και άλλοι Κουτσόβλαχοι που είχαν αντιδράσει ανοιχτά στην κίνηση Διαμάντη. πηγή: eranistis.netΕιδικά οι Ματούσης και Διαμάντης δικάστηκαν ερήμην διότι βρίσκονταν εκείνο το διάστημα στη Ρουμανία. Συγκεκριμένα ο πρώτος δικάστηκε δύο φορές εις θάνατον με τις υπ.’ αριθμ. 35 της 23/1/1946 και 314 της 13/12/1948 αποφάσεις του Ειδικού Δικαστηρίου Δοσιλόγων Εφετείου Λάρισας για την εγκληματική δράση που ανέπτυξε: «Στο Βόλο, Λάρισα, Θεσσαλία και Μακεδονία από του μηνός Μαΐου 1941 μέχρι Σεπτεμβρίου 1943, κατ’ εξακολούθησιν και διά πολλών μικροτέρων πράξεων εν συνεργασία και με την βοήθειαν του εχθρού».[20]

Επίσης δικάζεται από το Ειδικό Δικαστήριο Δοσιλόγων Εφετείου Αθηνών εις θάνατον με την υπ.’ αριθμ. 535 της 17/6/1948 απόφαση μαζί με άλλους δύο συγκατηγορούμενούς του διότι: «Εγένοντο συνειδητά όργανα του εχθρού προς διάδοσιν της προπαγάνδας του εξαίροντες το έργον του κατακτητού και προκαλούντες την ηττοπάθειαν παρά του ελληνικού λαού και την περιφρόνησιν προς τον εθνικόν και συμμαχικόν αγώνα, ήτοι οικειοθελώς ανέλαβαν υπηρεσίαν παρά τη, μετά των Γερμανών στενώς συνεργαζόμενη οργάνωση ΕΣΠΟ συγκαταλεχθέντες μεταξύ των επίλεκτων μελών της οργάνωσης ταύτης». Πρέπει να προσθέσουμε και τα πρόσκαιρα δεσμά 12 ετών με την υπ’. αριθμ. 334 της 31/3/1948 απόφασης του ιδίου δικαστηρίου διότι: «είχε διορισθεί έμμισθος ή άμισθος πράκτορας και πληροφοριοδότης του εχθρού εργαζόμενος εις την προδοτικήν οργάνωσιν της Γερμανικής υπηρεσίας «Μονάς 3000» και παρέσχον συστηματικώς εις τον εχθρόν πληροφορίας…».[21]

Αξίζει να σημειωθεί πως στη δίκη της ‘Λεγεώνας’ οι κυριότεροι μάρτυρες κατηγορίας υπήρξαν οι Ε. Αβέρωφ , Ε. Ρούσσας και Ν. Ράπτης από τους πρωτεργάτες αποκάλυψης της προπαγάνδας της Λεγεώνας την περίοδο της Κατοχής στη Λάρισα. Ωστόσο οι κατηγορούμενοι λεγεωνάριοι μέσω των συνηγόρων τους, οι οποίοι ζητούν από τον Πρόεδρο την απαλλαγή των πελατών τους ‘λόγω αμφιβολιών’ και ‘λόγω βλακείας’, κατόρθωσαν να πετύχουν διαχωρισμό της δίκης τους και αργότερα να ζητήσουν και να κερδίσουν ανακοπή.

Είναι χαρακτηριστικό πως σχεδόν όλα τα εγκλήματά τους έχουν κοινή αφετηρία τους δύο αρχηγούς. Σ’ αυτούς επισυνάπτονται οι καθολικές ευθύνες των πράξεων της ‘Λεγεώνας’.

Β) Η δίκη των «Εασαδιτών»

Η πρώτη δίκη του ΕΑΣΑΔ στη Λάρισα θα γίνει τον Οκτώβρη του 1945 με κατηγορούμενους τους Μπόκαρη, Καραγιώργο, Νάνο (παρών) κτλ. Οι συγκεκριμένοι ωστόσο αρχηγοί δικάζονται ερήμην[22] γιατί δεν «βρέθηκαν» να πιαστούν για να δώσουν λόγο για τα εγκλήματά τους. Ο μεν Καραγιώργος πριν λίγες μέρες οργάνωνε και εκτελούσε με τις συμμορίες του τα μπλόκα στα χωριά Νίκαια, Ζάππειο κτλ. Οι δε Μπόκαρης και Δημητρίου προκαλούσαν τους Λαρισαίους με την παρουσία τους αλλά ήταν ‘επί εγγυήσει’ ελεύθεροι και γι’ αυτό δεν παρουσιάστηκαν.

Το δικαστήριο παραδέχτηκε «μετρία σύγχυση» για τον Νάνο και τον καταδίκασε σε ισόβια δεσμά όπως και τον Ιάκωβο Μπόκαρη, ενώ καταδίκασε σε θάνατο τον Χαρ. Γνησούλη, απόστρατο ταγματάρχη Χωρ/κής.

Γ) Η δίκη της Ε.Ε.Ε.

Τον επόμενο μήνα (Δεκέμβριος 1945) θα αρχίσει η δίκη των τριών ηγετών της Ε.Ε.Ε. Ι. Τσιριγγάκη, Β. Σχινά και Ι. Βιανέλλη, οι οποίοι κατηγορούνται για εκβιασμούς, προπαγάνδα υπέρ του κατακτητή, λεηλασίες, βιασμούς και για παράδοση πατριωτών στους Γερμανούς. Ο δε συνήγορος υπεράσπισης (Δ. Χατζηγιάννης) θα διαμαρτυρηθεί έντονα γιατί ο πελάτης του (Ι. Τσιριγγάκης) έμεινε στη φυλακή υπόδικος 14 μήνες, ενώ ο εισαγγελέας κ. Κόλλιας όχι μόνο δεν βρήκε ενοχή αλλά χαρακτήρισε την οργάνωση Ε.Ε.Ε. ως νόμιμη πολιτική οργάνωση, όπως όλες οι άλλες οργανώσεις και ότι τα μέλη της δεν συνεργάστηκαν με τους κατακτητές.

Τελικά το δικαστήριο αθώωσε τον Ι. Τσιριγγάκη, καταδίκασε τον Β. Σχινά σε 2,5 χρόνια φυλάκιση και τον Ι. Βιανέλλη σε ισόβια δεσμά.

Οι ανακοπές των καταδικαστικών αποφάσεων

Όπως είδαμε και προηγούμενα, το άρθρο1 του ψηφίσματος ΙΘ΄/1946 έδωσε τη δυνατότητα και το δικαίωμα της άσκησης του ένδικου μέσου «της ανακοπής» κατά των καταδικαστικών αποφάσεων. Εδώ πρέπει να προσθέσουμε πως ο κατηγορούμενος δοσίλογος θα δικαζόταν τώρα με άλλους δικαστές και όχι με εκείνους που τον ερημοδίκασαν και τον καταδίκασαν. Ακόμη οι μάρτυρες κατηγορίας λόγω των συνθηκών που επικρατούσαν στη χώρα, εξαιτίας της εμφύλιας διαμάχης, ήταν τρομοκρατημένοι και δεν ήταν λίγες οι φορές που δέχονταν απειλές και συστάσεις από τους ίδιους τους κατηγορούμενους για να μην καταθέσουν κάποιο επιβαρυντικό στοιχείο.

Οι πιο χαρακτηριστικές «ανακοπές» ήταν του «Προέδρου» της Λεγεώνας, Νικολάου Ματούση, του εμπόρου-τυροκόμου Γεωργίου Ιωάννη Αγορογιάννη και του Αργύρη Μποχώρη-Μπάσδου που υπηρετούσε στο ένοπλο τμήμα του Βασίλη Ραποτίκα.

Στην τελευταία του δίκη, αρκετοί από τους μάρτυρες κατηγορίας δεν εμφανίστηκαν στο δικαστήριο. Όσοι προσήλθαν, με τη νέα τους κατάθεση προσπάθησαν να αμβλύνουν την κατηγορία και να τον βοηθήσουν. Οι δε μάρτυρες υπεράσπισης κατέθεταν ό,τι ήθελε ο κατηγορούμενος. Το δικαστήριο με την υπ’ αριθ.14/21-2-1948 απόφασή του, τον καταδίκασε μόνο για παράβαση του άρθρου 4 του αν. νόμου 533/1945, δηλ. για συνεργασία μετά του εχθρού «κατά τρόπον ανάξιον Έλληνος», «εις φυλάκισιν δύο (2) ετών», ενώ, ένα από τα λαϊκά μέλη του δικαστηρίου μειοψήφησε και ζήτησε να κηρυχθεί αθώος ο κατηγορούμενος λόγω αμφιβολιών.[23]

Οι «ανακοπές» του Νικολάου Ματούση

Νικόλαος ΜατουσηςΟ Νικόλαος Ματούσης ενώ βρισκόταν στη Ρουμανία, μετά την απελευθέρωση παραπέμφθηκε στα Ειδικά Δικαστήρια Δοσιλόγων του Εφετείου Λάρισας και Αθήνας. Επακολούθησαν οι δίκες του και οι καταδίκες του, ερήμην δύο φορές σε θάνατο, με τις υπ’ αριθμούς 35/1946 και 314/1947 του Ε.Δ.Δ. Εφετείου της Λάρισας καθώς και τις υπ’ αριθμούς 334 και 535/1948 του Ε.Δ.Δ. του Εφετείου Αθηνών με τις οποίες είχε καταδικαστεί σε δωδεκαετή ειρκτή και σε θάνατο.

Έτσι την 25 Ιουνίου 1964 που εκδικάστηκαν οι ανακοπές του, εκδόθηκε η απόφαση 9/1964 απόφαση του Ε.Δ.Δ. του Εφετείου της Αθήνας με την οποία ο Ν. Ματούσης έλαβε και το αποφυλακιστήριό του παραγγελία του ειδικού επιτρόπου με αριθμό 39/25-6-1964 και έτσι αφέθηκε ελεύθερος από τις φυλακές Αβέρωφ. Μόνο για τη μία του πράξη κηρύχθηκε αθώος, ενώ για όλες τις άλλες πράξεις έπαυσε η ποινική δίωξη λόγω παραγραφής. Από τότε ο Νικόλαος Ματούσης και μέχρι τον θάνατό του στις 11 Μαρτίου 1991 έζησε ελεύθερος. Μετά από δύο χρόνια παραμονής στην Αθήνα θα επιστρέψει και θα εγκατασταθεί στη Λάρισα.

Η αποκατάσταση και η χορήγηση αμνηστίας

Αφού τελείωσε ο εμφύλιος πόλεμος και σταμάτησε η λειτουργία των Ειδικών Δικαστηρίων Δοσιλόγων, θα χορηγηθεί αμνηστία με το περιβόητο Ψήφισμα ΚΘ΄, η οποία (αμνηστία) αφορούσε τα αδικήματα που είχαν γίνει κατά τη διάρκεια της εχθρικής Κατοχής της χώρας και είχαν σχέση με το «συμμοριακό ή αντισυμμοριακό αγώνα», όπως αναφέρεται σ’ αυτό.

Πολλοί καταδικασθέντες στα πρώτα μετεμφυλιακά χρόνια θα εκμεταλλευτούν τις πολιτικές συνθήκες υπέρ τους και θα κάνουν πολλές αιτήσεις αντίρρησης κατά της εκτελεστότητας των αποφάσεων των Ειδικών Δικαστηρίων, οι οποίες παλαιότερα είχαν απορριφθεί με το αιτιολογικό ότι τα αδικήματα συνεργασίας με τον εχθρό εξαιρούνταν από την αμνηστία.

Συγχρόνως όμως έγιναν πολλές αιτήσεις ανακοπής των παλαιοτέρων αποφάσεων, βασιζόμενες στο γεγονός ότι οι κατηγορούμενοι είχαν καταδικαστεί ερήμην και δεν είχαν λάβει το κλητήριο θέσπισμα λόγω αλλαγής τόπου διαμονής. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις το δικαστήριο έκανε δεκτή την αίτηση ανάκλησης και εξαφάνισης της απόφασης με το εξής σκεπτικό: «Eπειδή ο ανακόπτων κατηγορούμενος αρκούντως δικαιολογεί την μη εμφάνισίν του κατά την ερήμην δίκην , ήτις προήλθεν ουχί εξαπειθείας αλλά από ανεξάρτητα της θελήσεώς του περιστατικά και εξ ανωτέρας βίας, δέον συνεπώς όπως γίνη αύτη δεκτή, ανακληθή δε και εξαφανισθή η ανακοπτόμενη απόφασις καθ’ όλας αυτής τας διατάξεις πλην της περί τελών τοιαύτης».[24]

Έτσι από τη μελέτη των πρακτικών των Ειδικών Δικαστηρίων αυτής της περιόδου γίνεται φανερή η διάθεση της πολιτείας να αποσύρει τις κατηγορίες των συνεργασθέντων με τις δυνάμεις ξένης Κατοχής, αφού στη διάρκεια του Εμφυλίου πολέμου εχθρός του κράτους θεωρούνταν πλέον οι κομμουνιστές και στην προσπάθεια δίωξης των τελευταίων, οι δοσίλογοι έρχονταν ως αρωγοί. Με αυτή τη λογική συνεπώς η δίωξη των Ελλήνων κομμουνιστών νομιμοποιούσε τη δραστηριότητα των μελών της οργάνωσης. «Τα ΕΑΣΑΔ συνειργάζοντο με τους Γερμανούς και κυνηγούσαν τους κομμουνιστάς»[25] είναι μία χαρακτηριστική φράση που απαντά συχνά στις συνεδριάσεις κατά τις οποίες συζητείτο η ανακοπή της κατηγορίας.

 

Αναστάσιος Αναστασίου
πηγή: website Ομάδας Μελέτης Σύγχρονης Ιστορίας Ν. Βοιωτίας

[1] Εφημερίς της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ), αρ. φ. 12, 6 Νοεμβρίου 1944

[2] Συντακτική Πράξη 6, «Περί επιβολής κυρώσεων κατά των συνεργασθέντων μετά του εχθρού», ΦΕΚ 12, 20 Ιανουαρίου 1945

[3] Αν. Νόμος 217/1945 άρθρο 11 ‘Περί τροποποιήσεωςκαι συμπληρώσεως διατάξεων τινών της υπ’ .αριθμ.. 6/1945 Συντακτικής Πράξεως’

[4] Εφημερίς της Κυβερνήσεως ΦΕΚ Α 224/1945 ,Αναγκαστικός Νόμος 533/1945 «Περί τροποποιήσεως, συμπληρώσεως και κωδικοποιήσεως της υπ’.αριθμ. 6/1945 Συντακτικής πράξεως περί επιβολής κυρώσεων κλπ. ωςέχει τροποποιηθή».

[5] Υπόμνημα-ντοκουμέντο του Αλ. Διαμάντη προς τον πρωθυπουργό Τσολάκογλου την 25/9/1941, ως εκπροσώπου των Βλάχικων Κοινοτήτων της Πίνδου και του Βλάχικου στοιχείου της Νοτίου Βαλκανικής.

[6] Εφημερίδα ‘Ημερήσιος Κήρυκας’ Κυριακή 8/11/1992-‘Η Ρωμαϊκή Λεγεώνα και το μανιφέστο της’

[7] Εφημερίδα ‘Λαρισαϊκός Τύπος’ Πέμπτη 2/4/1942 ‘Επιβεβλημένη Απάντησις’

[8] Δ. Ανέστης ‘Το Κουτσοβλαχικό Ζήτημα’ Λάρισα, 1962 σελ.93-94.- Ντοκουμέντοτης Ιταλικής Καραμπινερίας υπ’αριθμ.24/8/1 από 25/11/1941

[9] Εφημ. Λαρισαϊκός Τύπος, 16-1-1942

[10] Εφημ. Λαρισαϊκός Τύπος, 27-1-1942

[11] Κ. Γκόλτσου ‘Στην ανάγκη της ανέμης’ σελ. 32-34

[12]Ό. π,υποσημ.2, σ.121

[13]Εφημ, «Λαϊκή Φωνή», όργανο της περ/κης επιτροπής Λάρισας του ΚΚΕ στις 30-4-1944, εμφάνιση των ΕΑΣΑΔιτών στη Λάρισα.

[14]Υπολοχαγός ΧρήστοςΚροντήρης, (Πρακτικά Ε,Δ.Δ. Λάρισας ,υπ’ αριθμ. 40/1946)

[15]Αλέξης Σεβαστάκης’’ΚαπετάνΜπουκουβάλας’’, εκδ. Διογένης, Αθήνα 1978 σ.149(διάλογος του καπετάνιου και του διδασκάλου Κων/νου Καραγεώργου)

[16] Μαρτυρία Κώστα Κουτίνα, κατοίκου Αργυροπουλίου Τυρνάβου:» Το 1944 οι ‘βασιλικοί’ και ‘μεταξικοί’ του χωριού οδηγήθηκαναπό τον Εφεδρικό ΕΛΑΣ του χωριού στη Βερδικούσια για ‘απομόνωση’. Αυτό διήρκησε λίγο χρονικό διάστημα καθώς αυτή η απόφαση δημιούργησε αντιδράσεις στους ίδιους τους κόλπους του ΕΑΜ. Έτσι σύντομα επέστρεψαν στο χωριό αλλά βρίσκονταν πάντα υπό την επιτήρηση της οργάνωσης».

[17]Εφημ. «Λευτεριά, 18-6-1944

[18] Εφημ, «Ρήγας» 7-8-1944

[19] Πρακτικά Ε.Δ.Δ. Εφετείου Λάρισας, 16-23/1/1946

[20] Πρακτικά Ε.Δ.Δ.Εφετείου Λάρισας, 16-23/1/1946 και 13/12/1948

[21] ΠρακτικάΕ.Δ.Δ. Εφετείου Αθηνών, 31/3/1948 και 17/6/1948

[22] Εφημ. ‘Αλήθεια’ 18/10/1945 ‘Η πρώτη δίκη Εασαδιτών’

[23]Πρακτικά με αριθμόν 14/1948 του Εφετείου της Λάρισας

[24] Αρχείο Ειδικού Δικαστηρίου Δοσιλόγων Βόλου,τ.Γ΄, απόφαση 61/15-12-1950 στην Εταιρεία συλλογής διάσωσης ιστορικών αρχείων Ν. Λάρισας 1940-1974.

[25] Αρχείο Ε.Δ. Δοσιλόγων Βόλου, τ. Γ΄ πρακτικά συνεδρίασης 18/22-6-1951.

 

8