Ιστορίες - γεγονότα

Το οικιστικό δίκτυο του ΑσπροποτάμουΣτον καθηγητή Johannes KODER ελάχιστο πνευματικό αντίδωρο για τα 65α γενέθλιά του.

ΠΡΟΛΟΓΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ
Το έργο ενός Βενεδικτίνου μοναχού του 12ου αιώνα καταλήγει: «Από το ρόδο του πριν, υπάρχει μόνον το όνομα. Σ’ εμάς έχουν απομείνει ονόματα γυμνά». Το ρόδο του πριν δεν είναι τίποτε άλλο παρά η συμβολική εικόνα του πολυσχιδούς παρελθόντος, κλεισμένο σ’ ένα όνομα. Η προσπέλαση, η κατανόηση της πολλαπλότητας των ονομάτων  συνιστά το πρώτο βήμα γνωριμίας με το παρελθόν αλλά και το παρόν του χώρου της έρευνάς μας, στην προκειμένη περίπτωση της περιοχής του Ασπροποτάμου.


Η ετυμολογία, όπως και η ερμηνεία των γεωγραφικών ονομάτων, προκάλεσαν ανέκαθεν το ενδιαφέρον ειδικών ερευνητών και μή. Όχι αβάσιμα. Η γνώση, στην πραγματικότητα,  της προέλευσης και της σημασίας των τοπωνυμίων των οικιστικών κέντρων είτε μικρών είτε μεγάλων, των ορωνυμίων, των υδρωνυμίων και των μικροτοπωνυμίων συμβάλλει στη διαλεύκανση της χρονολόγησης και του τρόπου συγκρότησης των εγκαταστάσεων καθώς και στον προσδιορισμό της εθνοτικής  και γλωσσικής κατάστασης των πληθυσμών. Επιπλέον μας διαφωτίζει για την οργάνωση του χώρου και τις παραγωγικές  δραστηριότητες που τον χαρακτήριζαν στο παρελθόν. Εκτός αυτών μας παρέχει χρήσιμες γλωσσικές και ιστορικές ειδήσεις, των οποίων η αξία επαυξάνεται, ιδιαίτερα, όταν δεν διαθέτουμε αντίστοιχες γραπτές μαρτυρίες ούτε κάποια άλλη μορφή κειμενικής παράδοσής τους.
Η σύντομη αυτή μελέτη δε φιλοδοξεί να αλώσει αλλότρια πεδία. Η συμβολή της περιορίζεται στην προσπάθεια να δείξει με μερικά κατάλληλα παραδείγματα,  με ποιο τρόπο, κατά τη γνώμη μας, τα τοπωνύμια της περιοχής του Ασπροποτάμου μπορούν να αξιοποιηθούν και να δώσουν απαντήσεις σε μια σειρά ζητημάτων, όπως αναφέραμε και παραπάνω, και τα οποία θα διεξέλθουμε διεξοδικότερα στη συνέχεια.

 

 

ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΩΝ  ΠΗΓΩΝ - ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΚΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ
Πριν προχωρήσουμε σε μια σύντομη περιγραφή και τον προσδιορισμό των γεωγραφικών  ορίων του υπό διερεύνηση χώρου, θα προσπαθήσουμε να παρουσιάσουμε καταρχήν  τα μεθοδολογικά προβλήματα  της έρευνας του τοπωνυμικού του Ασπροποτάμου και στη συνέχεια μέσα από συγκεκριμένα παραδείγματα, θα προσπαθήσουμε να καταδείξουμε, ότι τα τοπωνύμια της περιοχής μπορούν να αξιοποιηθούν ερευνητικά και να απαντήσουν σε ζητήματα που αφορούν  αφενός στην οργάνωση και λειτουργία του χώρου κι αφετέρου στην εθνολογική κατάσταση των πληθυσμών του Ασπροποτάμου κατά τη μεσαιωνική περίοδο.
Τα ερωτήματά μας αφορούν κατά κύριο λόγο στη μεσαιωνική, δηλαδή τη βυζαντινή  περίοδο  της περιοχής.  Καθώς οι γραπτές  μαρτυρίες  που έχουμε στη διάθεσή μας, αναφορικά  με την περιοχή του Ασπροποτάμου, γι’ αυτή την περίοδο είναι από ελάχιστες έως ανύπαρκτες, αποκτά ιδιαίτερη σημασία η μελέτη των τοπωνυμίων τόσο για την περιγραφή της ιστορικής εικόνας του χώρου όσο και για  την ερμηνεία και κατανόηση του χωροχρόνου της.
Σ’ αυτό το σημείο πρέπει να σημειωθεί, ότι θα εξακολουθήσει να παραμένει ένα desideratum για την επιστήμη η διεξοδική και συστηματική έρευνα, καταγραφή και μελέτη τόσο των ονομάτων των οικισμών, όσο και κυρίως του μικροτοπωνυμικού του Ασπροποτάμου. Στόχος μιας τέτοιας έρευνας θα πρέπει να είναι, αφενός η συγκέντρωση των τοπωνυμίων που παραδίδονται  στις μεταγενέστερες, απ’ όσο γνωρίζουμε, γραπτές πηγές κι αφετέρου η επιτόπια έρευνα και καταγραφή τους. Η δεύτερη, από τη μια, συμβάλλει στη συγκέντρωση και καταγραφή του μικροτοπωνυμικού κυρίως υλικού κι από την άλλη, διευκολύνει τον ερευνητή, προκειμένου, να το ταυτίσει με τις συγκεκριμένες τοποθεσίες στις οποίες αναφέρεται και περιγράφει. Έτσι καθίσταται δυνατό να εξαχθούν ασφαλέστερα συμπεράσματα για την οργάνωση του χώρου και ν’ απαντηθούν μια σειρά ερωτημάτων, καθώς τα τοπωνύμια μαρτυρούν μέσω των σημασιών τους ποικίλες φυσικές και ιστορικές καταστάσεις κι εξελίξεις: αλλαγές στο περιβάλλον, στο κλίμα, στο καθεστώς των υδάτων, νέους εποικισμούς, κατακτήσεις και ερημώσεις οικισμών, ανάκτηση εγκαταλελειμμένων τόπων (ακόμη και από αλλότριους πληθυσμούς), αλλαγές στο οικιστικό σύστημα και πολλά άλλα.
Οι γραπτές πηγές από τις οποίες αντλήσαμε το υλικό της παρουσίασης που ακολουθεί είναι ασφαλώς όλες μεταγενέστερες. Η παρούσα εργασία δε συνιστά σε καμία περίπτωση προϊόν διεξοδικής επιτόπιας έρευνας από την πλευρά μας, πράγμα που αποτελεί προς το παρόν αδυναμία  για μια ολοκληρωμένη ιστορικογεωγραφική προσέγγιση κι επεξεργασία του υλικού. Άλλωστε κάτι τέτοιο δεν είναι εδώ η άμεση προτεραιότητά μας, καθώς σκοπός της μικρής αυτής μελέτης είναι  να  αναδείξει, μέσα από το παράδειγμα  του Ασπροποτάμου, τα προβλήματα  που θέτει η τοπωνυμία ως βοηθητική ιστορική επιστήμη σε συνάρτηση και με τη μελέτη της βλαχικής παρουσίας στο συγκεκριμένο χώρο.
Τα έγγραφα και οι προθέσεις των Μονών των Μετεώρων καθώς και τα τουρκικά κατάστιχα, (προερχόμενα από την υστεροβυζαντινή και πρώιμη οθωμανική περίοδο) παραδίδουν τα ονόματα των οικισμών κι αποτελούν την πρώτη ομάδα άντλησης γραπτών ειδήσεων για το χώρο του Ασπροποτάμου. Τοπωνυμικό υλικό αντλεί κανείς κι από τα κείμενα των ξένων περιηγητών.
Η χρονική εγγύτητα των γραπτών αυτών ειδήσεων στην περίοδο, που ερευνούμε, δε μειώνει βέβαια σε τίποτα την αξία του πλούσιου τοπωνυμικού υλικού, που βρίσκεται κατάσπαρτο στις εργασίες τοπικών λογίων και το οποίο καταγράφηκε μεταγενέστερα. Τα δεύτερο έχει σε πολλές περιπτώσεις το πλεονέκτημα της επιτόπιας καταγραφής και της αντίστοιχης περιγραφής των προσδιοριζόμενων θέσεων.
Στη μικρή αυτή μελέτη θα κάνουμε διεξοδικότερη μνεία και χρήση της τοπωνυμικής συλλογής του Αλέξανδρου Χατζηγάκη, «Τ᾽ Ασπροπόταμο Πίνδου. Τοπωνυμικά». Η εργασία αυτή αποτελεί την πρώτη προσπάθεια συλλογής και συστηματοποίησης του τοπωνυμικού υλικού της περιοχής. Η εργασία του Χατζηγάκη είχε σκοπό την εξαγωγή συμπερασμάτων τόσο για τη γλωσσική κατάσταση όσο και για την εθνολογική προέλευση και συγκρότηση των πληθυσμών που κατοικούσαν κατά τους μεσαιωνικούς χρόνους στην «ασπροποταμίτικη χώρα». Η ιδιαίτερη αξία του υλικού της προαναφερόμενης συλλογής έγκειται στο γεγονός της καταγραφής από το συγγραφέα όχι μόνο των ονομάτων των οικισμών αλλά κι ενός αξιόλογου κι ευάριθμου μικροτοπωνυμικού  υλικού. Αυτό καταγράφηκε  και δημοσιεύτηκε στα μέσα του εικοστού αιώνα. Το γεγονός συνέπεσε χρονικά με τη μετάβαση κι οριστική εγκατάσταση στα αστικά κέντρα του μεγαλύτερου μέρους των κατοίκων της περιοχής. Η τελευταία εξέλιξη είχε ως συνέπεια τη διακοπή σημαντικού μέρους των παραδοσιακών δραστηριοτήτων, που ασκούνταν ως τότε αδιάλειπτα στο χώρο του Ασπροποτάμου κι έχουν αποτυπωθεί ιδιαίτερα στα μικροτοπωνύμια. Καθώς αυτές οι δραστηριότητες εγγράφονται  στα φαινόμενα της μακράς διάρκειας, το γλωσσικό υλικό, που τις περιγράφει, αποκτά πολύπλευρα ξεχωριστή σημασία τόσο για τους μελετητές των βλαχικών  ιδιολέκτων, όσο και για  τους ανθρωπολόγους, τους γεωγράφους και τους ιστορικούς. Οι αδυναμίες του έργου του Περτουλιώτη λογίου,  οι οποίες αντανακλούν  στις συχνά  εσφαλμένες τόσο ετυμολογικές όσο και σημασιολογικές ερμηνείες του, εγγράφονται,  ερμηνεύονται και κατανοούνται στα πλαίσια των ρομαντικών κι αρχαιοκεντρικών αντιλήψεων για τη φυλετική καθαρότητα του έθνους. Σ’ αυτές πρέπει να συνυπολογιστεί κι η ιδιαίτερη επίδραση των ιδεολογικών ανταγωνισμών και των συσχετισμών της πρώιμης ψυχροπολεμικής, βαλκανικής, πολιτικής πραγματικότητας. Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο ο συγγραφέας οδηγείται εκ των πραγμάτων σε εσφαλμένη αξιολόγηση του συλλεγμένου υλικού του. Σ’ αυτό συνέβαλλε κι η μη επαρκής γλωσσολογική παιδεία του Χατζηγάκη, πράγμα  που φαίνεται  τόσο στην καταγραφή και φωνητική απόδοση του τοπωνυμικού υλικού του όσο και στις μη αποδεκτές γλωσσολογικά ετυμολογήσεις αυτού. Το γεγονός αυτό αποτυπώνεται αφενός στην κατάρτιση των πινάκων του παραρτήματος και την κατάταξη των τοπωνυμίων σ’ αυτούς κι αφετέρου στο συμπέρασμα, ότι «στην ασπροποταμίτικη χώρα, δεν φαίνεται να γίνηκε σοβαρός σλαβικός εποικισμός» κι ότι οι «σλαβικοί μικροσυνοικισμοί υπήρξαν σποραδικοί».
Γίνεται αντιληπτό από τα παραπάνω, ότι το μεθοδολογικό πρόβλημα καθιστά αναγκαία πρώτον, την εκ νέου συλλογή και καταγραφή του τοπωνυμικού υλικού του Ασπροποτάμου και δεύτερον, την ανάγνωσή του σε συνάρτηση με τα αποτελέσματα της ιστορικής έρευνας και την αρχαιολογική έρευνα στο βαθμό που αυτή είναι δυνατή. Κι αυτό διότι στην περιοχή του, στην οποία ζουν μέχρι σήμερα βλαχικοί πληθυσμοί, εγκαταστάθηκαν Σλάβοι στον πρώιμο κι Αλβανοί καθώς κι Αρβανιτόβλαχοι στον ύστερο Μεσαίωνα. Τα φύλα αυτά εγκαταστάθηκαν μόνιμα  και ιδιαίτερα τα σλαβικά, φαίνεται να διατήρησαν τη γλωσσική τους ταυτότητα για ικανό χρονικό διάστημα. Αυτό μαρτυρούν τα τοπωνύμια, τα οποία σχηματίστηκαν από τη γλώσσα των φύλων αυτών και, μετά την εθνολογική αφομοίωση των αρχικών φορέων, εξακολούθησαν να επιζούν στα βλαχικά ιδιόλεκτα της περιοχής, συνιστώντας μια αντικειμενική ιστορική πηγή. «Πηγή, από την οποία μπορεί ο σημερινός ερευνητής», σύμφωνα με το Μαλιγκούδη, «να αντλήσει λίγες, αλλά αντικειμενικές πληροφορίες τόσο για την εσωτερική ιστορία των επήλυδων, όσο και το φαινόμενο της συμβίωσής τους» με το προϋπάρχον ρωμαϊκό, δίγλωσσο ή λατινόφωνο στοιχείο. Τίθεται λοιπόν το ερώτημα, πώς είναι δυνατό να εξηγηθεί η σημερινή αλλά και η άμεσα μαρτυρούμενη στις πηγές βλαχική παρουσία δέκα τουλάχιστον αιώνων, όταν τα σλαβικά τοπωνύμια, ιδιαίτερα των οικισμών, κυριαρχούν στο χώρο; Η τοπωνυμική μελέτη που έχει ως σκοπό να διευκρινίσει τα διάφορα  τοπωνυμικά στρώματα, μπορεί να δώσει μια απάντηση σ᾽ αυτό το ζήτημα, που να συναρτάται  στις σποραδικές όντως ειδήσεις της βυζαντινής ιστοριογραφίας για τη βλαχική παρουσία στην Πίνδο και τον ευρύτερο κεντρικό ελλαδικό χώρο. Πιο συγκεκριμένα, οι Βλάχοι, που οι ιστοριογραφικές μαρτυρίες του 11ου και 12ου αιώνα αναφέρουν, ότι κατοικούσαν στην περιοχή της Πίνδου (Ηπείρου και Θεσσαλίας), θεωρούμε ότι βρίσκονταν στις εγκαταστάσεις τους αυτές, ήδη, από το 270 μ.Χ. περίπου. Την τελευταία εκείνη περίοδο ο αυτοκράτορας Αυρηλιανός, ενίσχυσε τα φρούρια και τις κλεισούρες του Ιλλυρικού με ρωμαϊκό πληθυσμό που μετέφερε από τη ρωμαϊκή επαρχία Δακία νότια του Δούναβη. Μια σειρά λατινογενών τοπωνυμίων στην Πίνδο αναφορικά  με την οργάνωση του «δημόσιου δρόμου» και του αμυντικού συστήματος ενισχύει την υπόθεση αυτή για  την οποία οι σύγχρονές της γραπτές μαρτυρίες είναι ελάχιστες και κυρίως έμμεσες. Ως τέτοια αναφέρουμε εδώ ενδεικτικά τα τοπωνύμια «Ρόνα» και «Μουργκάνι» που χρονολογούνται στην υστερορωμαϊκή περίοδο. Και τα δύο αφορούν άμεσα στην υπό εξέταση περιοχή και θα τα εξετάσουμε διεξοδικότερα παρακάτω. Σημειώνουμε επίσης, ότι δεχόμαστε, πως η σημαντικότερη έμμεση μαρτυρία της μακρόχρονης παρουσίας των Βλάχων στην Πίνδο, όπως υποστήριξε ο Ευάγγελος Χρυσός για την περίπτωση της Ηπείρου, «μαρτυρείται από το γεγονός ότι οι βλάχικες περιοχές και τα χωριά έχουν σλαβικά ονόματα και η ονοματοθεσία αυτή εξηγείται καλύτερα, εάν υποθέσουμε, ότι η εγκατάσταση του βλαχικού πληθυσμού είχε προηγηθεί της σλαβικής εγκατάστασης κι ονοματοδοσίας». Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι τόσο η σλαβική εγκατάσταση κατά την πρωτοβυζαντινή περίοδο (6ος-8ος  αι.) όσο κι η αλβανική κατά την υστεροβυζαντινή (14ος αι.) έγιναν ειρηνικά. Τόσο η πρώτη όσο κι δεύτερη, παρά τα όποια διαφορετικά χαρακτηριστικά τους, συνέβαλλαν σημαντικά στη δημογραφική ανάπτυξη του κυρίως ελλαδικού χώρου.
Στην ηπειρωτοθεσσαλική Πίνδο, όπου κι ο Ασπροπόταμος, τα γνωστά σλαβικά τοπωνύμια οικισμών συναντώνται σε πυκνότητα τέτοια που θεωρείται από τις μεγαλύτερες στον ελλαδικό χώρο. Στην υπό έρευνα περιοχή πρέπει να υποθέσουμε καταρχήν πολλά διαφορετικά γλωσσικά στρώματα για την προέλευση των τοπωνυμίων: αρχαιοελληνική (ηπειρωτικήθεσσαλική), ρωμαϊκή-πρώϊμη βυζαντινή (ελληνικά και λατινικά ονόματα), σλαβική (από τη φάση της εποίκησης 6ος-7ος αιώνας και την περίοδο της βουλγαρικής κατοχής 10ος-αρχές 11ου αιώνα κατά τη μεσοβυζαντινή περίοδο), βλαχική από την ίδια περίοδο, αλβανική κυρίως και σερβική λιγότερο απ’ το 14ο αιώνα κι ύστερα, τουρκική από την οθωμανική περίοδο και τέλος τα νεοελληνικά ονόματα των οικισμών ως αποτέλεσμα διοικητικών πράξεων κατά τον 20ο αιώνα.

 

ΤΑ ΟΡΙΑ
Ο γεωγραφικός χώρος που ενδιαφέρει την έρευνά μας ορίζεται από την Πίνδο στα δυτικά (η κορυφογραμμή  του Λάκμου ανάμεσα στο Περιστέρι στα βόρεια και την Κακαρδίτσα στα νότια), τον ορεινό όγκο του Κόζιακα (Κερκέτιο όρος) στα ανατολικά, τα Στενά της Πόρτα Παναγιάς  στο νότο και τον άξονα που συνδέει τα αντίστοιχα περάσματα του Μουργκάνι και του Ζυγού στο βορρά.

 

Η ΙΣΤΟΡΙΚΟΓΕΩΓΡΑΦΙΚΗ ΕΙΚΟΝΑ ΤΟΥ ΧΩΡΟΥ
Η πολύ έντονη κατάτμηση που επιβάλλει το ανάγλυφο  του εδάφους της οροσειράς της Πίνδου δεν καθιστά δύσκολες μόνο τις επικοινωνίες. Έχει και είχε ως συνέπεια οι καλλιεργήσιμες εκτάσεις να είναι λίγες και κατακερματισμένες. Πρόκειται για μικρά βαθμιδωτά λεκανοπέδια κατά μήκος των κοιλάδων, τις οποίες διαρρέουν υδάτινα ρεύματα. Οι ημιονικοί οδοί ακολουθούσαν τις αντίστοιχες υδάτινες. Κυριαρχούν οι ορεινοί όγκοι κι οι ζώνες με τα αλπικά βοσκοτόπια, εξού και η δυνατότητα για ανάπτυξη κτηνοτροφικής δραστηριότητας. Τα παραπάνω  δημιούργησαν τις βασικές προϋποθέσεις για την ανάπτυξη του οικιστικού συστήματος της περιοχής. Αυτό παρουσιάζει αναλογίες μεταξύ άλλων με το αντίστοιχο των πρωτοβυζαντινών επαρχιών, όπως της Παλαιάς Ηπείρου, στη Διοίκηση του Ιλλυρικού, ή ακόμη και της Ανατολικής Μακεδονίας του 10ου αιώνα για τις οποίες έχουν γίνει τόσο ειδικές όσο και συγκριτικές έρευνες. Σχηματίζεται από δίκτυα χωριών σε υψόμετρο που κυμαίνεται μεταξύ των 400, ή 800 και των 1200 μέτρων. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα των προαναφερόμενων ερευνών και με βάση τα στοιχεία που έχουμε για τον Ασπροπόταμο, μπορούμε να υποθέσουμε, ότι οι οικισμοί της μεσαιωνικής περιόδου αποτελούνταν συνήθως από μικρό αριθμό σπιτιών και σχημάτιζαν ανά  ομάδες των 4 έως και 8 οικισμών συνοικισμούς. Οι οικισμοί αυτοί μπορεί να αντιστοιχούσαν  σε ένα σύνολο από πατριές, που με τη σειρά τους συγκροτούσαν  μια μικρή φυλή. Οι κάτοικοι ασχολούνταν  με την καλλιέργεια μικρών εκτάσεων στις κοιλάδες ή ασκούσαν ημινομαδική κτηνοτροφία  στις αλπικές ζώνες. Επομένως η παραγωγή  εδώδιμων προϊόντων και δημητριακών φαίνεται να προορίζονταν στην αυτοκατανάλωση ή στις ανταλλαγές σε μικρή απόσταση στα όρια του οικιστικού δικτύου της περιοχής του Ασπροποτάμου. Η συχνότητα με την οποία εμφανίζονται  τοπωνυμίες με πρώτο συνθετικό τη λέξη «παλιό» < παλαιό + κυριώνυμο (δηλ. το όνομα του οικισμού), όπως, «Παλιοχώρι», «Παλιόβλασσα», «Παλιόλαγγα», «Παλιογκορτζιές», «Παλιά Γουδοβάσδα», «Παλιοκαρυά», φανερώνουν το μεταβλητό χαρακτήρα τέτοιων εγκαταστάσεων. Οι μαρτυρούμενες από το τοπωνυμικό υλικό και την επιτόπια έρευνα οχυρωμένες θέσεις όπως, η «Βαλαώρα», το «Γκαρντίστι», «Κεράσοβο», το «Μπούτσιμου», το Παλέτζι, οι «Πέντε Πύργοι», το «Παλιόκαστρο», που χρονολογούνται  στην πρωτοβυζαντινή περίοδο, βρίσκονται σε ζώνες με μέσο υψόμετρο, μεταξύ 400 και 1100 μέτρων περίπου  και σε τοποθεσίες απ’ όπου διέρχονται  κι ελέγχονται οι χερσαίοι δρόμοι επικοινωνίας. Μαρτυρίες για τον εκχριστιανισμό της περιοχής κατά την παλαιοχριστιανική περίοδο δεν διαθέτουμε. Τα κυρίαρχα ελληνικά αγιωνυμικά τοπωνύμια  συνηγορούν  μάλλον  για  μια  μεσοβυζαντινή  χρονολόγησή  του. Η μορφή των παραδιδόμενων  βλαχικών (Σινκέτρου, Σουμπτουλίου, Σταβίνιοι) φανερώνει μια βόρεια διαλεκτική επίδραση. Αυτή υποθέτουμε ότι συντελέστηκε κατά το πρώτο τέταρτο του 14ου αιώνα με την εγκατάσταση αρβανιτοβλάχικων  πληθυσμιακών ομάδων στην περιοχή. Η υπόθεσή μας φαίνεται να ενισχύεται και από την ύπαρξη αντίστοιχων εκκλησιαστικών μνημείων από την τελευταία αυτή περίοδο και μετά. Από τα μέχρι σήμερα γνωστά δεδομένα είναι δύσκολη η ανασύσταση της δημογραφικής κατάστασης της περιοχής έως και τη μεσοβυζαντινή περίοδο.
Οι ιστοριογραφικές  ειδήσεις για την περιοχή της βορειοδυτικής Θεσσαλίας κατά τους πρώιμους μεσαιωνικούς χρόνους είναι σποραδικές. Η συχνότητά τους γίνεται  πιο τακτική κατά τη μεσο- κι υστεροβυζαντινή περίοδο κι οφείλεται στην αυξημένη σημασία που αποκτούν οι δίοδοι της Πίνδου από την περίοδο των νορμανδικών  επιδρομών τον 11ο αιώνα και πολύ αργότερα  εξαιτίας της σερβικής επέκτασης. Η μόνη κοντινή τειχισμένη «πόλις» που αναφέρεται στις πηγές από τους χρόνους του Ιουστινιανού  είναι  η Τρίκα, οι «Τρικαλίται»  Βλάχοι  κάτοικοι της οποίας αναφέρονται  από τον Κεκαυμένο κατά τον 11ο αιώνα. Κατά τους 13ο και 14ο αιώνα αναδεικνύονται  σε σημαντικά, περιφερειακά, πολιτικοστρατιωτικά κι εκκλησιαστικά κέντρα η Πόρτα Παναγιά, τα Τρίκαλα κι η επισκοπή Σταγών αντίστοιχα.
Η πρώτη γραπτή αναφορά  της ονομασίας Ασπροπόταμος για τον ποταμό Αχελώο παραδίδεται στο χρυσόβουλλο του Ανδρονίκου Γ΄ του έτους 1336, όπου ανάμεσα στις κτήσεις της επισκοπής Σταγών αναφέρεται κι η Μονή της Θεοτόκου «ἐν τῷ Ἀσπροποτάμῳ». Από τις προθέσεις των Μονών  των Μετεώρων προκύπτουν  κι άλλα περιεχόμενα  του όρου καθώς αναφέρεται τόσο ως ονομασία μιας ευρύτερης περιοχής όσο και μεμονωμένου οικισμού.
Στην παρούσα σύντομη μελέτη μας απασχολεί εκείνο το περιεχόμενο του όρου που εμπεριέχει κι αφορά στην ευρύτερη γεωγραφική περιοχή. Η κατεξοχήν ορεινή περιοχή  του Ασπροποτάμου  συνδέει τη Θεσσαλία με την Ήπειρο μέσα από διαβάσεις και οδούς που διασχίζουν  τις κοιλάδες των υδάτινων ρευμάτων και τους αυχένες των ορεινών όγκων. Οι άλλοτε ημιονικές αυτές οδοί εξυπηρετούσαν μέχρι και τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο την επικοινωνία με την Άρτα και τα Γιάννινα.
Στη συνέχεια, η ανάλυση, ερμηνεία, και χρονολόγηση των ονομασιών των σημαντικών τοποθεσιών, «Ρόνα» και «Μουργκάνι», του εγκαταλειμμένου  οικισμού «Βαλαώρα»  και του υφιστάμενου  μέχρι σήμερα οικισμού «Γαρδίκι», αποσκοπεί στην ένταξή τους στο ευρύτερο ιστορικό πλαίσιο και τη διαλεύκανση ζητημάτων, που αφορούν  από τη μια στη βλαχική παρουσία και από την άλλη στον σλαβικό εποικισμό της περιοχής. Θεωρούμε ότι μια  τέτοια προσέγγιση,  με βάση τα συγκεκριμένα  γλωσσικά κατάλοιπα και σε συνδυασμό με τις ειδήσεις των ιστορικών πηγών, μπορεί να συμβάλλει στην αναπαράσταση της εθνολογικής συγκρότησης του εξεταζόμενου χώρου κατά τον πρώιμο Μεσαίωνα.
Οι δύο πρώτες εξεταζόμενες τοπωνυμίες προσδιορίζουν το βορειοδυτικό και βορειοανατολικό όριο της περιοχής του Ασπροποτάμου αντίστοιχα. Πρόκειται για τα τοπωνύμια «Ρόνα» του Λάκμου και «Μουργκάνι» στην άνω κοιλάδα του Πηνειού. Τα δύο μορφολογικά διαφορετικά μεταξύ τους τοπωνύμια έχουν την ίδια σημασία, δηλαδή, σημαίνουν όριο, σύνορο. Διόλου τυχαία περιγράφουν αφενός τα φυσικά όρια της περιοχής κι αφετέρου προσδιορίζουν θέσεις απ’ όπου διαχρονικά  διέρχονται βασικές οδικές αρτηρίες στα περάσματα από την Ήπειρο στη Θεσσαλία ή τη Θεσσαλία στη Μακεδονία κι αντίστροφα.
Το τοπωνύμιο «Ρόνα» είναι λατινογενές και το συναντούμε και στις ορεινές διαβάσεις στις περιοχές των ελβετοϊταλικών Άλπεων. Ετυμολογικά ο ρωμανικός τύπος rona προέρχεται όπως κι ο αντίστοιχός του aurona (με τη σημασία πέρασμα, δίοδος, διχάλα, όριο) από τον ύστερο λατινικό όρο orum που σημαίνει το όριο, το σύνορο, το πέρασμα, η δίοδος. Η «Ρόνα» είναι όριο και σημείο ελέγχου της διόδου από τη «χώρα Μετσόβου» προς τη «χώρα Ασπροποτάμου» κι αντίστροφα.
Το  τοπωνύμιο  «Μουργκάνι» είναι  υδρωνύμιο,  προέρχεται  από  λατ. *murga < *morgia < gall. *morgâ και σημαίνει σύνορο, υδάτινο σύνορο. Το συναντούμε, όπως και το «Ρόνα» σε λατινόφωνες περιοχές ως περιγραφικό των ορίων των ρωμαϊκών επαρχιών Gallia Belgica και Raetia με τη μόνη διαφορά ότι αυτό εμπεριέχει αποκλειστικά την έννοια του υδάτινου συνόρου.
Στη δική μας περίπτωση το υδάτινο  ρεύμα του «Μουργκάνι» χωρίζει την ασπροποταμίτικη χώρα από τον ορεινό όγκο των Χασίων και την περιοχή της Καλαμπάκας και τέμνει τις διόδους από Θεσσαλία προς Ήπειρο και Μακεδονία. Η «Ρόνα» είναι το βουνό σύνορο ενώ το «Μουργκάνι» είναι ο ποταμός σύνορο. Και τα δύο τοπωνύμια περιγράφουν  αφενός τα φυσικά κι αφετέρου τα διοικητικά όρια μιας ευρύτερης γεωγραφικής περιοχής. Καθώς αυτά συμβαίνει να τέμνονται ή και να συμπίπτουν εν μέρει μεταξύ τους, εύκολα ταυτίζονται στη συνείδηση του πληθυσμού με τα πλησιέστερα διοικητικά όρια των ρωμαϊκών επαρχιών της Θεσσαλίας και Παλαιάς Ηπείρου το πρώτο, της Θεσσαλίας και Μακεδονίας το δεύτερο. Τα δύο τοπωνύμια που εξετάσαμε, χρονολογούνται  από τους αντίστοιχους μελετητές τους Bandle και Nyffenegger στην ύστερη ρωμαϊκή περίοδο και αποτελούν σημαντική μαρτυρία για την ένταξη της εξεταζόμενης περιοχής ήδη κατά την ύστερη Αρχαιότητα όχι μόνο στο ρωμαϊκό σύστημα διοίκησης αλλά και της λατινοφωνίας συνάμα.
Στη συνέχεια ακολουθεί η επεξεργασία των τοπωνυμίων «Βαλαώρα» και «Γαρδίκι», που απαντώνται και προσδιορίζουν γειτνιάζουσες τοποθεσίες στο νότιο πινδικό πέρασμα του Ασπροποτάμου. Το πρώτο αναφέρεται σε κατεστραμμένο οικισμό και είναι γοτθικής ετυμολογικής προέλευσης ενώ το δεύτερο αναφέρεται σε υπάρχοντα  οικισμό με βλαχικό πληθυσμό κι είναι σλαβικής ετυμολογικής προέλευσης.
Το ελληνικό τοπωνύμιο «Βαλαώρα» προήλθε από παρετυμολόγηση σε βαλάχ+χώρα του σύνθετου παλαιογερμανικού uualachweihs < λατ. Uualachouuis, δηλ. βλαχοχώρι. Η πρώτη μνεία του τοπωνυμίου Uualachouuis, δηλ. βλαχοχώρι γίνεται σε έγγραφο του 8ου αι. από τη Βαυαρία. Πρόκειται για την παλαιογερμανική μετάφραση του ρωμανικού vicus Romaniscus που απαντάται σε έγγραφα του 8ου και 9ου αιώνα για την περιοχή. Το κυριώνυμο Uualachouuis < uualachô (γεν. πληθ.) του παλαιογερμανικού uualach  δηλ. Ρωμαίος + uuîs < weihs < λατ. vicus δηλ. χωριό. Από το παλαιογερμανικό σύνθετο Uualachouuis > βαυαρικό Wals με τη σημασία «βλαχικός οικισμός, χωριό των Βλάχων». Είναι σήμερα αποδεκτό από την ιστορική έρευνα ότι ο όρος Βλάχος κατάγεται από το σλαβικό Vlah, κι αυτός με τη σειρά του από τον γερμανικό όρο Walch, ονομασία με την οποία προσδιόριζαν τα γερμανικά φύλα των Αλαμανών και Βαυαρών τους γείτονές τους Ρωμαίους των Άλπεων. Από αυτούς τον δανείστηκαν οι Σλάβοι της Καρινθίας για να προσδιορίσουν  κι αυτοί στη συνέχεια τους γειτονικούς τους ρωμαϊκούς πληθυσμούς των Άλπεων.
Με τη μετανάστευση των Σλάβων προς το νότο και την εγκατάστασή τους στα εδάφη του ανατολικού ρωμαϊκού κράτους διαδόθηκε κι επικράτησε αργότερα ο όρος στο Βυζάντιο. Θεωρούμε ότι ο αρχικός φορέας του σημερινού ελληνικού τοπωνυμίου «Βαλαώρα» στον Ασπροπόταμο ήταν γερμανόφωνοι μισθοφόροι που συνάντησαν κατά την έλευσή τους στην περιοχή (το αργότερο στα τέλη του 5ου  αιώνα) λατινόφωνη ρωμαϊκή εγκατάσταση. Στη χρονολόγηση αυτή συνηγορεί και το γεγονός ότι το λεκτικό θέμα του τοπωνυμίου μαρτυρεί γοτθικό εποικισμό πριν από τον παλατισμό, δηλαδή τη μετάθεση του συμφώνου (l), Walch > Vlah. Από τα παραπάνω ενισχύεται η αρχική μας υπόθεση ότι στις διαβάσεις της ηπειρωτοθεσσαλικής Πίνδου κατοικούσαν λατινόγλωσσοι ή και δίγλωσσοι ρωμαϊκοί πληθυσμοί ήδη πριν την έλευση κι εγκατάσταση των Σλάβων επήλυδων.
Η ονομασία Γαρδίκι (βλαχικά Γκαρντίστι) του γνωστού ασπροποταμίτικου οικισμού, όπως αναφέρει ο Koder, είναι ευρύτατα διαδεδομένη στην κεντρική και βόρειο Ελλάδα, ακόμη και σε σύνθετη χρήση (π.χ. Παλαιογαρδίκι, Βλαχογαρδίκι). Το λεκτικό του θέμα μαρτυρεί έναν σλαβικό εποικισμό πριν από τη μετάθεση των υγρών *gard>grad και η κατάληξή του (-ικι) ελληνική ανάκτηση. Σημαίνει κάστρο, οχυρό, ή οχυρωμένος οικισμός. Προφανώς ο Σλάβοι έποικοι δε συνάντησαν κάποιο τοπωνύμιο που να μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν στη συνέχεια σε κάποιους ερημωμένους τόπους (ίσως ερείπια ενός στρατοπέδου ή κάστρου) κι έτσι του έδωσαν αυτό το όνομα εξαιτίας των οικοδομικών καταλοίπων που βρήκαν εκεί.
Από την εξέταση των παραπάνω τοπωνυμίων προκύπτει ότι τα δύο πρώτα (Ρόνα, Μουργκάνι) χρονολογούνται  στην ύστερη Αρχαιότητα (το αργότερο έως τον 3ο αι.) και τη φάση του εκρωμαϊσμού της ευρύτερης περιοχής. Το τοπωνύμιο «Βαλαώρα» παραπέμπει στο μεταίχμιο της υστερορωμαϊκής (4ος-5ος αι.) προς την πρώιμη βυζαντινή περίοδο. Σε συνδυασμό με τις ιστορικές μαρτυρίες φανερώνει ότι ο εκρωμαϊσμός είχε συντελεστεί και ο τοπικός πληθυσμός είχε καταστεί τουλάχιστον δίγλωσσος. Το τελευταίο γλωσσικό παράδειγμα (Γαρδίκι), που εξετάσαμε, τοποθετείται χρονικά στην πρώιμη βυζαντινή  περίοδο (7ος αι.) και μαρτυρά τον εποικισμό της μικροπεριοχής από σλαβικό πληθυσμό. Τα τοπωνύμια «Ρόνα», «Μουργκάνι», «Βαλαώρα» είναι δηλωτικά της ρωμαϊκής παρουσίας σε σημαντικές τοποθεσίες της περιοχής, όπως οι ορεινές διαβάσεις, για τον έλεγχο των οποίων ενδιαφέρονταν πάντα η αυτοκρατορική καθώς και η όποια διάδοχή της τοπική εξουσία. Το σλαβικό τοπωνύμιο «Γαρδίκι» βρίσκεται στην ίδια μικροπεριοχή, όπου ο εγκαταλειμμένος οικισμός «Βαλαώρα», κι αποτελεί μαρτυρία ενδεικτική της έκτασης της σλαβικής διείσδυσης κι εγκατάστασης στο χώρο.
Το σλαβικό τοπωνυμικό υλικό του Ασπροποτάμου, ανάγεται  σύμφωνα με τους μελετητές, όπως και στις περισσότερες περιπτώσεις του κυρίως μεσαιωνικού ελληνικού χώρου (Ήπειρος, Θεσσαλία, Στερεά Ελλάδα και Πελοπόννησος), προπάντων  σε μια πρωϊμότατη εξελικτική φάση της σλαβικής γλώσσας (π.χ. Γαρδίκι, Γκλόκοβο, Δολιανά, Γουδοβάσδα, Κεράσοβο, Κλεινό, Οριάχοβο).
Ενδιαφέρον παρουσιάζουν και τα τοπωνύμια, που ανάγονται στους υστεροβυζαντινούς χρόνους. «Οἱ τά ὀρεινά τῆς Θετταλίας νεμόμενοι Ἀλβανοί ἀβασίλευτοι» του Ιωάννη Καντακουζηνού φαίνεται να είναι οι ονοματοθέτες του υστεροβυζαντινού οικισμού Χαλίκι, που, όπως γνωρίζουμε, μνημονεύεται το 1336 στο χρυσόβουλλο του Ανδρονίκου Γ΄  ανάμεσα στα «χωρία» της επισκοπής Σταγών. Η παρουσία των Αλβανών στα ορεινά της Πίνδου ήδη από το 1334 μας ενθαρρύνει να δεχθούμε ότι η ονομασία του οικισμού Χαλίκι, προέρχεται από το αλβανικό φυτωνύμιο halë, hala δηλ. μαύρη πεύκη + κατάληξη –ικι (ελληνική ανάκτηση). Αλβανικής ετυμολογικής προέλευσης είναι κι η ονομασία του ορεινού όγκου της Κακαρδίτσας, που σημαίνει σαλαμάνδρα και είναι περιγραφική του σχήματός του.
Η βλαχική ονομασία Τζούρτζια < Γεώργιος του ομώνυμου οικισμού είναι προσωπονυμική. Κάποια σχέση με τον ευρισκόμενο στον οικισμό ναό του αγίου Γεωργίου δεν τεκμηριώνεται επαρκώς αν και η πλέον πιθανή. Χρονολογείται προς τα τέλη της υστεροβυζαντινής περιόδου αν και ο οικισμός αναφέρεται με βεβαιότητα για πρώτη φορά ως «χωρίον Τζούρτζα» της επισκοπής Σταγών σε πρόθεση της Μονής Δουσίκου του 1688.
Στην περίοδο της Σερβοκρατίας αποδίδεται  ο σχηματισμός μεταξύ άλλων των τοπωνυμίων  Αιβάν < Γιοβάνον < Ιβάν δηλ. στου Ιωάννη και Κράλη < κράλης, ο τίτλος του σέρβου ηγεμόνα. Μέσα από το τοπωνυμικό υλικό που εξετάσαμε ξεδιπλώνεται το πολύπτυχο της ιστορικογεωγραφικής  εικόνας του Ασπροποτάμου. Τα ονόματα μας επέτρεψαν να προσεγγίσουμε την καθημερινή ζωή του «κόσμου της αγροτικής καλύβας», για να χρησιμοποιήσουμε την επιτυχή περιγραφική έκφραση του Μαλιγκούδη. Διαφορετικές εκφάνσεις της, όπως η μορφή και η οργάνωση του χώρου, η γεωργική και κτηνοτροφική δραστηριότητα, η οικιακή οικονομία, οι μεταφορές εγγράφονται  στα ονόματα των μικρών τόπων. Το ίδιο καθαρά τα τοπωνύμια μας παρουσιάζουν την εθνολογική συγκρότηση των πληθυσμών που κατοίκησαν στην περιοχή του Ασπροποτάμου.
Από τα παραδείγματα  που παρουσιάσαμε παραπάνω ενισχύεται η αρχική μας υπόθεση ότι ένα μέρος του πληθυσμού της περιοχής ήταν γλωσσικά εκρωμαϊσμένο (ή είχε καταστεί δίγλωσσο) ήδη πριν την έλευση κι εγκατάσταση των Σλάβων νεήλυδων κατά τον πρώιμο Μεσαίωνα. Καθώς φαίνεται να ήταν προσδεμένο στο άρμα της κεντρικής αυτοκρατορικής εξουσίας θα πρέπει να έπαιξε σημαντικό ρόλο στη διαδικασία  ένταξης κι αφομοίωσης των σλαβικών πληθυσμιακών ομάδων στο βυζαντινό  σύστημα. Ανάλογες διαδικασίες υποθέτουμε και για την υστεροβυζαντινή περίοδο, όταν οι αλβανικοί κι αρβαντοβλάχικοι  πληθυσμοί εγκαταστάθηκαν στο χώρο του Ασπροποτάμου. Γι’ αυτό και θα πρέπει εδώ να σημειώσουμε, ότι οι διαδικασίες αφομοίωσης κι επιπολιτισμού ήταν αρκετά περίπλοκες, για να μπορούμε να ισχυριστούμε σήμερα ότι είναι εύκολη η παρακολούθησή τους, παρά το γεγονός της τελικής εθνολογικής αφομοίωσης του σλαβικού κι αλβανικού στοιχείου από τον προϋπάρχοντα  λατινόφωνο ή και δίγλωσσο ρωμαϊκό πληθυσμό, ο οποίος διασώθηκε σε όλη τη διάρκεια του Μεσαίωνα, όπως φανερώνει η παρουσία των Βλάχων του Ασπροποτάμου, ως τις μέρες μας.

ΣΤΕΡΓΙΟΣ ΛΑΪΤΣΟΣ

ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΒΙΕΝΝΗΣ

 

ΤΑ ΤΟΠΩΝΥΜΙΑ ΩΣ ΠΗΓΗ ΤΗΣ ΜΕΣΑΙΩΝΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΤΟΥ ΑΣΠΡΟΠΟΤΑΜΟΥ

9ο Συμπόσιο Ιστορίας, Λαογραφίας, Βλάχικης Παραδοσιακής Μουσικής και Χορών,

 Ασπροπόταμος Τρικάλων 11-12-13 Μαΐου 2007