Ήθη και έθιμα

Αυτοσχέδια σαρμανίτσαΓενικά
Η γέννηση θεωρούνταν αναμφισβήτητα ένα σημαντικό γεγονός στη ζωή του νέου ζευγαριού, των συγγενικών του προσώπων αλλά και της μικρής κοινότητας που λάμβανε χώρα. Ήταν το ποθούμενο και επιδιωκόμενο παρά τις δυσκολίες της κυήσεως του τοκετού και της έλλειψης οργανωμένης ιατρικής φροντίδας.
Όλος ο κόσμος παλιά έδινε μεγάλη σημασία στη μεγάλη οικογένεια με πολλά παιδιά και δεν υπολόγιζαν, όπως σήμερα, τη φτώχεια και τις στερήσεις. Επιθυμούσαν περισσότερο τα αγόρια για πολλούς και διάφορους λόγους. Για παράδειγμα, ήθελαν αρσενικά για να ‘κρατηθεί το όνομα’, όπως επίσης και για τις δουλειές που ήταν βαριές και σκληρές.
Βέβαια ένας σημαντικός λόγος που υπήρχε υπεργεννητικότητα ήταν γιατί η παιδική θνησιμότητα ήταν παλιά αυξημένη Από τα πολλά παιδιά που γεννιούνταν τελικά επιζούσαν πολύ λίγα. Για να επιζήσουν τα παιδιά τους, τα έδιναν και ‘μαγικά’ ονόματα. Αν ήταν, δηλαδή, κορίτσι το ονόμαζαν Ζωή ( Ζόϊα), ή αν ήταν αγόρι το έλεγαν Ζήση ή Στέργιο (να στεργιώσει) κλπ.

Όταν τα παιδιά μιας γυναίκας πέθαιναν ‘αράδα’, αυτή έπρεπε να βάλει στην Αγία Τράπεζα μια μαύρη φάσα ή ένα μαύρο πουκάμισο για να λυθούν τα μάγια. Όταν τα έβγαζε από την Αγία Τράπεζα τα περνούσε από ένα σίδερο για να είναι γερό το νεογέννητο που θα τα φορούσε.
Όταν ήθελαν να περιορίσουν τις γεννήσεις, οι γυναίκες έφεραν πάνω τους στειροβότανο. Το έτρωγαν ή το μύριζαν για να μη συλλαμβάνουν. Το στειροβότανο, καθώς και το αγοροβότανο ή αρσενικοβότανο (για να γεννήσουν αρσενικά), λίγοι τα γνώριζαν (κυρίως βοσκοί).

Πολύ πιο έντονα απ’ ότι σήμερα, η γυναίκα θεωρούνταν άξια και προκομμένη μόνο εάν έκανε παιδιά. Με αγωνία περίμεναν όλοι να δουν έγκυο τη νιόπαντρη γυναίκα, όπως και η ίδια η γυναίκα το επιθυμούσε διακαώς. Ήθελαν να ξέρουν αν γεννάει και ζητούσαν γρήγορη εγκυμοσύνη για να ‘κλείσουν’ τα στόματα των εχθρών και των περίεργων. Σε δυο τρεις μήνες ο κόσμος άρχιζε να ρωτάει: «αβέμ τσιβά; = έχουμε τίποτα;».

Όταν αργούσε η εγκυμοσύνη, όλοι ανησυχούσαν και άρχιζαν να σκέπτονται διάφορα. Μήπως η νύφη ήταν στείρα (στιάρπα), μήπως είχε κανένα ‘σακατλίκι’, μήπως την έφτιαξαν μάγια και πολλά άλλα. Ποτέ δεν πήγαινε ο νους τους στον άντρα που κι εκείνος θα μπορούσε να είναι η αιτία της ατεκνίας.

 

Εγκυμοσύνη (ιάστι γκριάου = είναι έγκυος)

Όταν πλέον η εγκυμοσύνη δεν έρχονταν, έκαμναν τάματα για να τους βοηθήσει ο Θεός (σν’ατζούτ. Ντουμνιτζέλου). Επίσης επισκέπτονταν πρακτικούς γιατρούς και μαμές για να πάρουν συμβουλές, βότανα, (ιλιάτσ. - γιατρικά). Αν τύχαινε να γεννήσουν παιδί μετά από επίσκεψη σε πρακτικές μαμές, τότε τις ευχαριστούσαν και τις φιλοδωρούσαν. Εάν νόμιζαν ότι η νιόπαντρη ήταν ‘φτιαγμένη από μάγια’ (λια αντρά λα μέγι), κατέφευγαν σε ειδικούς. Στη Βέροια παλιά επί τουρκοκρατίας την πήγαιναν στο Χότζα (Τούρκος ιεροδιδάσκαλος και γνώστης νομικών) για να ‘λύσουν’ τα μάγια. Συνήθως για τα μάγια υποψιάζονταν άτομα του στενού περιβάλλοντος, που τυχόν δεν την ήθελαν για νύφη ή σε ‘εχθρούς’ γείτονες, κυρίως γυναίκες. Πάντως οι πιο λογικοί έλεγαν: «Ντουμνιτζέλου νου βα ζντά φιτσιόρ» ή «αέστι σούντου του μούν. αλ ντουμνιτζέλου» = Ο Θεός δεν θέλει να μας δώσει παιδί ή αυτά είναι στο χέρι του Θεού». Κανένας δεν περιφρονούσε τη στείρα γυναίκα και απέφευγε να την πληγώσει για το θέμα αυτό, εκτός βέβαια από λίγες φορές σε περιπτώσεις γυναικείων συνήθως καυγάδων.

Μερικά πρακτικά μέσα που οι ειδικοί, συνήθως γυναίκες, συμβούλευαν για τη στειρότητα ήταν τα εξής:

-Να πηδήξουν τρεις φορές το στρώμα και τα υπολείμματα από τη γέννα μιας γυναίκας.

-Να σηκώσουν τα καπάκια (σμούτ. λιγκουρίτσιλι - μπουμπουρέτσλι). Η γυναίκα που γνώριζε αυτή τη τέχνη ανασήκωσε για κάμποση ώρα τους κοιλιακούς μυς και τις λαπάρες της στείρας γυναίκας, ψιθυρίζοντας μαγικές λέξεις κλπ.

-Να χρησιμοποιήσουν ακόμα διάφορους άλλους τρόπους (π.χ. η γυναίκα να κάθεται πάνω από καζανάκι με ατμούς που προέρχονταν από το βράσιμο βότανων, με βεντούζες στο αφαλό της κ.α.). Ένα είδος βεντούζας στις βλάχες ήταν ένα μικρό κιούπι, ουάλ. το έλεγαν, που το ζέσταναν και έβαζαν στον ομφαλό της γυναίκας για να ‘βάλει’ τη μήτρα στη θέση της, εάν αυτή ‘έπεφτε’ κάτω.

Όταν η γυναίκα έμενε έγκυος έκαναν διάφορα προγνωστικά, όπως τα παρακάτω: Αν αυτή είχε καθαρό πρόσωπο και ομόρφαινε, έλεγαν πως θα γεννήσει κορίτσι. Αν έβγαζε πέκνα (καφέ ή μαύρες κηλίδες) στο πρόσωπο, περίμεναν να γεννήσει αγόρι. Αν είχε ορθή (μπρουάστα) κοιλιά, θα γεννούσε κορίτσι. Αν την είχε πλατιά (λάργκ.), θα γεννούσε αγόρι. Αν η κοιλιά της ήταν χωρισμένη ( ντισπ.ρτσ΄.τ.), θα γεννούσε δίδυμα. Αν είχε μαύρη γραμμή στη κοιλιά, θα γεννούσε αγόρι. Όταν η γυναίκα ήταν σβέλτη, θα έκαμνε αγόρι. Όταν είχε βαριεστημάρα (ιαρά γκριάου), θα έκαμνε κορίτσι. Αν είχε χοντρά πισινά (γκρουάσι κούρ. ), θα γεννούσε κορίτσι κλπ.

Από τη στιγμή που η γυναίκα έμενε έγκυος, η ίδια και η πεθερά της, άρχιζαν να υφαίνουν, να πλέκουν και να ράβουν τ’απαραίτητα ρουχαλάκια για το νεογέννητο. Ύφαιναν συνήθως ένα ή δυο σπάργανα στο χρώμα του μαλλιού, που τα κεντούσαν με διάφορα χρώματα (συνήθως ροζ για τα κοριτσάκια και μπλε για τα αγοράκια), έπλεκαν μάλλινα πανάκια, έραβαν κανένα πουκαμισάκι ή φουστανάκι και έφτιαχναν μια δυο φάσες για να φασκιώνουν το μωρό. Όλα αυτά πριν τα βάλουν στη ντουλάπα, τα περνούσαν σ’ένα σίδερο για να είναι το νεογέννητο γερό, τα σταύρωναν τρεις φορές και τα έφτυναν άλλες τόσες για να μη ματιαστεί.

Η έγκυος δεν έπρεπε να κλέψει τίποτε, διότι ό,τι έκλεβε, το έβγαζε το παιδί πάνω στο σώμα του. Επίσης το χειμώνα στις 4 γιορτές (Άγιο Μηνά, Άγιο Χρυσόστομο, Άγιο Ελεήμονα και Άγιο Συμεών), δεν έκοβε με ψαλίδι, ούτε κι έραβε για να μη βγάλει το παιδί της σημάδι. Τα ψαλίδια τα είχαν κλειστά, ‘τα έδεναν’, ‘να είναι κλειστό το στόμα του λύκου και να μη φάει τα πρόβατα’. Γενικά δεν δουλεύανε σε γιορτές.

Η έγκυος δεν έπρεπε να σηκώνει βάρη, ούτε να κάνει βαριές δουλειές. Επίσης δεν έβαζαν τα ξύλα στη φωτιά ανάποδα (το λεπτό προς τα πάνω και το χοντρό προς τα κάτω). Έπρεπε πρώτα να καεί το λεπτό μέρος του ξύλου για να μη γεννηθεί το μωρό ανάποδα.

Εάν μια γυναίκα έγκυος είχε αιμορραγία και κινδύνευε να πεθάνει, της έβαζαν ένα δαχτυλίδι που το έλεγαν ‘σταματίδι’. Αυτό γίνονταν από ένα γυάλινο υλικό σαν κεχριμπάρι, το οποίο υπήρχε μερικές φορές στα πασχαλινά αυγά που τα έβαζαν για ένα χρόνο στο εικονοστάσι. Πρέπει να τονιστεί ότι κάθε χρόνο οι παλιοί αλλάζανε το πασχαλινό αυγό με καινούργιο από το εικονοστάσι και το παλιό το έθαβαν. Αυτό το υλικό το επεξεργάζονταν σε χρυσοχόο και έκαναν αυτό το δαχτυλίδι. Επίσης το δαχτυλίδι - σταματίδι το έβαζαν και σε γυναίκα που έχανε τα παιδιά της (για να σταματήσει ο θάνατος) και γενικά για κάθε κακό. Βέβαια ήταν σπάνιο και δεν το είχε ο κάθε ένας.

Επίσης μερικές γυναίκες για να μην αποβάλλουν, ‘έφτιαχναν τον κρατήρα’. Ο κρατήρας ήταν μια στρογγυλή πέτρα με μια τρύπα στη μέση. Τον έδεναν από την τρύπα με ένα μαύρο σχοινί και τον είχαν οι έγκυες συνέχεια στη τσέπης τους.

Το παιδί που αποβάλλονταν ή γεννιόταν νεκρό, έλεγαν ότι ‘έπαθε σκότωμα’, το ονόμαζαν ‘χαμένη ψυχή’ και το έθαβαν στο νεκροταφείο, αλλά σε μια άκρη, σε κάποια γωνία.

Τοκετός (βιάστα αμιντέ, λισουρέ = η νύφη γέννησε, ξαλάφρωσε)

Όταν οι πόνοι έπιαναν την έγκυο γυναίκα, και αυτή αλλά και το άμεσο περιβάλλον της προσεύχονταν ή πήγαιναν στην εκκλησία να ανάψουν κερί για να πάνε όλα καλά. Όταν - μετά την εκκλησία - η γυναίκα γύριζε στο σπίτι, έπρεπε να περάσει γέφυρα τρεις φορές για να φύγει το παιδί από την κοιλιά της, όπως φεύγει το νερό κάτω από τη γέφυρα.

Μόλις την έπιαναν οι δυνατοί και συχνοί πόνοι, τότε έριχναν από το πουκάμισο της ένα αυγό να γλυστρίσει και να πέσει το παιδί, όπως γλυστράει το αυγό από το πουκάμισο.

Κατά τη γέννα φώναζαν στο σπίτι τη μαμή. Αυτή, όταν έρχονταν, δεν μιλούσε καθόλου στην έγκυο, αν πρώτα δεν της έριχνε νερό στο κεφάλι. Το νερό το έριχνε τρεις φορές με τα χέρια της λέγοντας ταυτόχρονα ψιθυριστά και τα λόγια: Κουμ βιάρσ. άπα, αξί σ’φούγκ. σι νίκλου (όπως χύνεται το νερό, έτσι να φύγει και το παιδί). Επίσης η μαμή για να μετριάσει τον πόνο, άλειφε την κοιλιά με λάδι, την έδινε να πιει χαμομήλι με λάδι και την γυρνούσε με τη μέση στη φωτιά για να πυρωθεί. Της έδινε επίσης ένα φλιτζάνι κρασί με ζεστό λάδι για να ‘καθαριστούν τα αίματα’. Ποτέ δεν της έδινε να πιει νερό.

Στο στάδιο της εξώθησης, συνήθως έδεναν μια τριχιά από τις γριντιές κι έκαναν μια κούνια, στην οποία η έγκυος ακουμπούσε το στήθος, ενώ τα χέρια της και τα γόνατά της τα στερέωνε στο πάτωμα και το κεφάλι της ήταν αγκαλιά σε μια γυναίκα. Επίσης ξεκάρφωναν όλα τα μπηγμένα καρφιά, που ήταν στο δωμάτιό της, για να ξεκαρφωθεί και το παιδί. Της έδιναν ακόμη να δαγκώσει τις κοτσίδες της, ώστε να αναγουλιάσει. Ετσι έβαζε δύναμη κι έβγαινε το παιδί ευκολότερα.

Αφού γεννιόταν το παιδί, η μαμή του έδενε τον αφαλό και έκοβε το κομμάτι που περίσσευε Μετά έκαιγε μαλλί και τη στάχτη του την έβαζε πάνω στον αφαλό για να κλείσει η πληγή και να μη μολυνθεί. Για να πέσει καλά το μπουρίκλου - ‘ύστερο’ (πλακούντας - υμένας) πιο εύκολα και γρήγορα, πατούσε τη κοιλιά της. Μετά παράχωναν το ύστερο μέσα στη στάχτη του τζακιού, όπου χώνευε και χανόταν. Πολλά παιδιά γεννιόταν με σκέπη (λεπτή μεμβράνη). Αυτήν την έβαζαν στα κεραμίδια να στεγνώσει και μετά την έφτιαχναν γιατρικό (ιλιάτσι). Λέγανε πως τα παιδιά που γεννιόντουσαν με σκέπη, ήταν τυχερά.

Στο τέλος η μαμή έπαιρνε τη ρόκα, στην οποία περνούσε ένα κρεμμύδι κομμένο και μιτάρια του αργαλειού που τα έβαζε στο προσκέφαλο της λεχώνας για να διώξουν τα κακά πνεύματα.

Οι σπιτικοί επίσης ‘έπαιρναν σχαρίκια’ (νι λουάρ. σιχ.ρίκι), δηλαδή ανάγγελναν με ένα παιδί του σπιτιού τη γέννηση στους συγγενείς, οι οποίοι το έδιναν φιλοδώρημα.
Σαρμανίτσα

Λοχεία - λεχώνα (λιχουάν.) - βρέφος

Το παιδί το αλάτιζαν καλά για να μη συγκαεί και το τύλιγαν με φασκιές και μάλλινα σπάργανα. Βέβαια πρόσεχαν και τη λεχώνα να μην κρυώσει, ιδιαίτερα σε κρύα περίοδο. Έβαζαν το παιδί δίπλα από τη μητέρα του και περνούσαν οι συγγενείς - και ο πατέρας του βέβαια που περίμενε από έξω - για να το δουν και να το ασημώσουν. Όταν το κερνούσαν έλεγαν: «Ντι λα ιό ψ΄.νι, ντι λα Ντουμνιτζέλου μούλτι = Από μένα λίγα, από το Θεό πολλά» ή « άϊντι σ’πάππου = άϊντε και παππούς», αν ήταν αγόρι και «άϊντι σ’μάϊα = άϊντε και γιαγιά», αν ήταν κορίτσι. Το ξετύλιγαν και του έκαμαν μπάνιο μετά από τρεις μέρες, όπως επίσης άλλαζαν και τη λεχώνα και καθάριζαν το πάτωμα κάτω από το στρώμα. Στις τρεις μέρες ακόμα η λεχώνα άρχιζε να κυκλοφορεί μέσα στο σπίτι και φορούσε μια κόκκινη κορδέλα στο κεφάλι. Την τρίτη ημέρα καλούσαν τον παπά να διαβάσει ευχές. Αυτήν ακριβώς την ημέρα, καλούσαν όλους τους συγγενείς και τους φίλους και βάζανε ‘το τραπέζι της Παναγίας’ ( μπ.γκά μάσιλι αλ Στ.μ.ρίι). Έβαζαν και μια σουπιέρα με νερό κι εκεί μέσα έριχναν χρήματα για το μωρό (το ασήμωναν). Οι συγγενείς εύχονταν: «Χαϊρλίτικο και με άλλο» (Χαϊρλίτκου, σ’κου αλάντου).

Και τις άλλες ημέρες μετά από μια εβδομάδα από τη γέννα έρχονταν η νουνά, γνωστές και συγγενείς γυναίκες για να δούνε το νεογέννητο και τη λεχώνα, δηλ. να πάνε το ‘λιχουνιάτκο’ (σ’ατσέμ λιχουνιάτκου - να πάμε το λιχουνιάτκο). Ηταν συνήθως ‘τούρτα’ = ψωμί στο ταψί ( κουλάκλου) με μια σουπιέρα πιλάφι ρύζι καθώς επίσης και τηγανίτες, λαγγίτες, γλυκίσματα κλπ.

Όταν έβλεπαν το βρέφος φτύνανε τρεις φορές στο κόρφο του για να μη το ματιάσουν κι έβαζαν το κέρασμά κάτω από το μαξιλάρι του στη σαρμανίτσα (ξύλινη κούνια). Η σαρμανίτσα ήταν συνήθως δώρο του παππού ή της γιαγιάς από τη μεριά του πατέρα του μωρού. Η για πρώτη φορά εναπόθεση του βρέφους στη σαρμανίτσα ήταν αυστηρά τελετουργική: Το ‘σταύρωναν’, δηλαδή, έκαναν τρεις φορές το σημάδι του σταυρού επάνω του και στο μαξιλάρι. Εάν βασίλευε ο ήλιος, και οι επισκέπτες έπρεπε να φύγουν, έβγαζαν μια κλωστή από τα ρούχα τους, έφτυναν το μωρό τρεις φορές και έβαζαν επάνω του την κλωστή.

Ένα ολόκληρο 24ωρο μετά τη γέννα δεν άφηναν τη λεχώνα να κοιμηθεί γιατί πίστευαν ότι, αν λιποθυμούσε στον ύπνο, θα πέθαινε. Μόλις την έπαιρνε ο ύπνος, την κτυπούσαν για να ξυπνήσει. Εάν αυτή ζαλιζόταν, έκαιγαν ένα μαύρο πανί για να το μυρίσει. Δεν την άφηναν μόνη για τρεις ολόκληρες μέρες. Αν κατά ανάγκη έμενε μόνη, τοποθετούσαν ανάποδα τη σκούπα ή τη μασιά του τζακιού πίσω από τη πόρτα. Η σκούπα μέχρι τα σαράντα πίστευαν ότι ‘σκουπίζει’ όλα τα κακά από το σπίτι.

Τα τρία πρώτα βράδια μετά τη γέννα πίστευαν ότι οι Μοίρες έρχονταν για να ‘μοιράνουν’ το παιδί κι έβαζαν κάτω από το μαξιλάρι του χρήματα και θυμίαμα και δίπλα από την σαρμανίτσα μια σκούπα. Η πίστη στη δύναμη της Μοίρας και γενικά η Μοιρολατρία ήταν γνωρίσματα όλων των παραδοσιακών κοινωνιών. Γνωστή είναι η παροιμία: «Ότι γράφουν οι μοίρες, δεν ξεγράφεται».

Για 40 μέρες δεν έβγαινε από το σπίτι και, όταν σουρούπωνε, θυμιάτιζαν το δωμάτιο της, δεν δάνειζαν τίποτα και δεν άφηναν κανένα να μπει μέσα γιατί το είχαν για κακό και γιατί κόβονταν το γάλα της. Για να μη ματιάζεται η λεχώνα φορούσε ένα μαντήλι, στο οποίο κομπόδεναν ένα κομμάτι λεμοναριά, σκόρδο, κάρβουνο, σπυρί, θυμίαμα, καρφί κ.α. Γενικά ήταν απεριποίητη για να μη ‘τραβάει’ το μάτι. Για να κατεβάσει γάλα, της έδιναν κρασί, λαχανόπιτες, καβουρντισμένα καρύδια, ωμό κρεμμύδι, λαδερά φαγητά, σούπες, άσπρο και πηχτό ρύζι κ.α. Δεν έτρωγε λαγό για να μη λαγοκοιμάται και τρομάζει το παιδί της, ούτε χοιρινό και ούτε κοκκινοπίπερο για να μη ‘κοκκινίζουν’ τα μάτια του παιδιού. Μέχρι η λεχώνα να κατεβάσει γάλα, έδιναν στο μωρό χαμομήλι.

Η ασαράντιστη γυναίκα δεν κοιταζόταν στο καθρέφτη γιατί ισκιωνόταν, δεν έκανε να δει λείψανο γιατί το παιδί θα γινόταν κιτρινιάρικο και δεν έπρεπε να την δει ο ήλιος βασιλεύοντας γιατί το παιδί της θα βασίλευε (πέθαινε) γρήγορα.

Το πρώτο της γάλα (κουλιάστρ.) το μάζευαν, έσβηναν μέσα τρία κάρβουνα και μετά τα τοποθετούσαν στο εικόνισμα. Αν κόβονταν το γάλα της, έπαιρναν τα ίδια κάρβουνα και τα έριχναν στη φωτιά ν’ανάψουν πάλι για να ξανάρθει το γάλα. Αν η λεχώνα δεν είχε πολύ γάλα, καλούσαν τη βυζάχτρα, μια γυναίκα που είχε μικρό παιδί και πολύ γάλα για να βυζάξει το νεογέννητο. Οι βλάχες θήλαζαν για πολύ καιρό τα μωρά τους. Η ‘αποκοπή’ του παιδιού από το μητρικό γάλα γινόταν με αλάτι ή άλλες πικρές ουσίες (κινίνο κλπ), με τις οποίες άλειφαν το στήθος έτσι ώστε το παιδί δεν ήθελε να θηλάσει άλλο.

Έπλεναν το μωρό με αλατόνερο για σαράντα μέρες. Το πρώτο πλύσιμο του, όπως είπαμε, γινότανε συνήθως στις τρεις μέρες. Επίσης μέχρι τις σαράντα μέρες έδεναν το κεφάλι του μωρού μ’ένα μαύρο μαντήλι για να μη ματιάζεται αφενός, και αφετέρου να γίνουν τα αυτιά του όρθια και το κεφάλι στρογγυλό. Ύστερα από τα σαράντα το φορούσαν σκουφάκι με φλουρί για να είναι γερό και να γίνει πλούσιο και του έβαζαν σκόρδο ξερό για το ‘μάτι’. Οι γονείς καρφίτσωναν επίσης φυλαχτό με μια παραμάνα στο φανελάκι του μωρού αριστερά στο μέρος της καρδιάς ή το κρεμούσαν από το λαιμό στο κάτω από το αριστερό χέρι. Το παιδί κρατούσε το φυλαχτό μέχρι τα εφηβικά του χρόνια. Για τα αγόρια, όταν πήγαιναν στο στρατό έφτιαχναν καινούργιο φυλαχτό.

Δεν έκοβαν ούτε τα νύχια ούτε τα μαλλιά του μωρού πριν χρονίσει για να μη βγει κλέφτης (σνου ιάσ. φούρ.). Αν το νεογέννητο έκλαιγε πολύ, του ‘έριχναν τη κλάψα’. Δηλαδή τα μεσάνυχτα η γιαγιά (ή η μητέρα) άναβε τρία δαδιά και, κρατώντας στο ένα χέρι τα δαδιά και στο άλλο το μωρό, άνοιγε ένα από τα παράθυρα του σπιτιού. Ετσι έριχνε την κλάψα του μωρού σε άλλο σπίτι, κουνώντας με αποτροπή τα τρία δαδιά και λέγοντας τρεις φορές: «κάπρ. λα τίνι , σ’νιέλου λα ιό = το κατσίκι σε σένα, κι το αρνί σε μένα». Αυτό γιατί το κατσίκι είναι ανάποδο, ενώ το αρνί είναι ήμερο.

Όταν η λεχώνα σαράντιζε, καθάριζαν το δωμάτιό της κι έπλεναν τα στρωσίδια της στο ποτάμι. Το απόγευμα η πεθερά με το παιδί στην αγκαλιά και η νύφη της πίσω της πηγαίνανε στην εκκλησία για να πάρουν την ευχή. Αν το παιδί ήταν αγόρι, τότε ο παπάς το έβαζε στο Άγιο Βήμα και το περιέφερε κυκλικά. Αν ήταν όμως κορίτσι, δεν το έβαζαν στο Άγιο Βήμα.

Κλεισουριώτισσα που πλέκει δίπλα στη σαρμανίτσα.

Βάπτιση (π.τιτζάρεα)

Από την ημέρα που θα γεννιόταν το παιδί και μέχρι που θα το βαπτίζανε, αν ήταν αγόρι, το έλεγαν μπέμπη, αν ήταν κορίτσι το έλεγαν μπέμπα. Όσο το παιδί ήταν αβάπτιστο δεν το πηγαίνανε στην εκκλησία. Σε φυσιολογικές συνθήκες βάπτιζαν το παιδί στην εκκλησία (μετά τα σαράντα μέχρι και στους έξη μήνες). Εάν το μωρό έκλαιγε πολύ ή είχε πονάκια, το βάπτιζαν στο σπίτι πολύ νωρίς (πριν τα σαράντα) γιατί πίστευαν ότι το λάδι του παπά θα του έκοβε το κλάμα. Σε τέτοιες περιπτώσεις οι γονείς βιάζονταν να το βαπτίσουν, ούτως ώστε, αν συνέβαινε τίποτε και πέθανε, να είναι βαπτισμένος χριστιανός. Επίσης το ‘βάπτιζαν στον αέρα’ εάν υπήρχε ετοιμοθάνατος στο σπίτι. Στα πολύ παλιά χρόνια βάπτιζαν τα παιδιά στις τρεις μέρες.

Όταν όλα ήταν φυσιολογικά, η βάπτιση γινόταν στην εκκλησία. Την παραμονή της βάπτισης προσκαλούσαν τον νουνό (νούνλου) με τη νουνά με δυο συγγενικά παιδιά (ένα αγόρι κι ένα κορίτσι) με κουλούρα, κρασί και κάλτσες. Ο νουνός, που ήταν συνήθως ο κουμπάρος των γονιών του μωρού, προμηθεύονταν ότι ήταν απαραίτητο (δοχεία με νερό, σαλιαρίστρα,, λαμπάδα με φιόγκο, σταυρουδάκι, κούκο, λαδόπανο κλπ) για τη βάπτιση και πήγαινε στην εκκλησία πιο μπροστά. Αυτός έντυνε το παιδί με πολύ απλά ρουχαλάκια. Το παιδί το έφερνε η γιαγιά του (από τη μεριά του πατέρα του) και εκεί βρίσκονταν όλοι οι στενοί συγγενείς του, εκτός από τους γονείς του (για να τους πάρουν σιχαρίκια). Κατά τη βάπτιση η μια από τις γιαγιές κρατούσε το παιδί στην αγκαλιά και η άλλη το νερό.

Στη διάρκεια της βάπτισης, τη στιγμή κατά την οποία ο νουνός έλεγε το όνομα, τα παιδιά της σχολικής ηλικίας, που προσμένανε να το ακούσουν με ανυπομονησία, έσπευδαν τρέχοντας να το αναγγείλουν στους γονείς του μωρού για να πάρουν το φιλοδώρημά τους. Το πρώτο παιδί που θα πήγαινε έπαιρνε το περισσότερο φιλοδώρημα (κίνητρο). Μετά τα παιδιά γύριζαν πίσω στην εκκλησία για να πάρουν κέρασμα και από το νουνό.

Ο νουνός μόνο είχε το δικαίωμα να δώσει το όνομα στο παιδί. Τον θεωρούσαν δε σεβαστό πρόσωπο και τον τιμούσαν πάρα πολύ. Υπήρχαν, όμως, φορές που γινότανε συνεννόηση με τους γονείς του παιδιού. Συνήθως τα παιδιά έπαιρναν το όνομα των παππούδων και των γιαγιάδων. Δεν έδιναν δυο ονόματα στο παιδί.

Τα περισσότερα βαπτιστικά ονόματα ήταν χριστιανικά ονόματα. Δεν έλειπαν, όμως, και να δίνουν ονόματα αρχαίων ιστορικών (Σωκράτης, Βιργίλης κλπ), φυτωνύμια (Δάφνη κλπ), ηθικών αξιών (Αγνή) κλπ. Οι Βλάχοι είχαν τεράστια ποικιλία των χαϊδευτικών ονομάτων επάνω στο κύριο βαπτιστικό όνομα. Για παράδειγμα, για το όνομα Γεώργιος είχαν τα: Γούλας, Γιώργης, Γιωργούσιας, Γάκης κ.α., για το Δέσποινα τα: Δέσπα, Πέπα, Δισπούλα κ.α. για το Δημήτριος τα: Τάκης, Τάκος, Μήτρης, Μήτσιους κ.α. και ούτω καθεξής.

Μετά τη βάπτιση ο νουνός έπαιρνε το παιδί στην αγκαλιά του και το πήγαινε στο σπίτι, όπου το παρέδινε στη μάνα του, ευχόμενος να ζήσει. Η μάνα έκανε τρεις μετάνοιες στο νουνό (δείγμα σεβασμού) και παραλάμβανε το παιδί. Οι γονείς του μωρού δώριζαν στον νουνό συνήθως ένα πουκάμισο. Αν ο νουνός είχε και γονείς, τότε δώριζαν και σε αυτούς από ένα ζευγάρι κάλτσες. Μετά ακολουθούσε τραπέζι, ανάλογο με τις οικονομικές δυνατότητες της οικογένειας.

Πρέπει να τονιστεί ότι ο νουνός και η νουνά (εφόσον ο νουνός ήταν παντρεμένος), ήταν οι πνευματικοί πατέρες του παιδιού (το μάθαιναν τρόπους καλής συμπεριφοράς, τραγουδάκια, χορούς, παιχνιδάκια, προσευχές κλπ).

(κύριοι πληροφοριοδότες: Γιάννα Σαμαρά και Ηλιάνα Ζέρβα από το Ξηρολίβαδο Ημαθίας)

 

 

Ιωάννης Τσιαμήτρος
εκπαιδευτικός, λαϊκός ερευνητής και συγγραφέας

 

8