Ήθη και έθιμα

Βέροια, Καπεταναραίοι-Βοσκοπούλες-ΜάγκεςΠΑΛΙΟ ΑΠΟΚΡΙΑΤΙΚΟ ΕΘΙΜΟ ΣΤΗ ΒΕΡΟΙΑ
Στην Βέροια το καρναβάλι ήταν εντυπωσιακό, όμως στις αρχές της 10ετίας του ‘60 ατόνησε εξαιτίας ενός θανάτου κάποιου πλούσιου Εβραίου πιθανόν από καρναβαλιστές κατά την περίοδο της Αποκριάς. Από τότε έγιναν κάποιες προσπάθειες αναβίωσης του καρναβαλιού από μέρους του Δήμου της Βέροιας, πιστεύουμε με λάθος προσανατολισμό (ξενικά και μοντέρνα πρότυπα) με κάποια επιτυχία αλλά χωρίς διάρκεια
Αυτό που ήταν σημαντικό την περίοδο της Αποκριάς στην Βέροια ήταν το έθιμο των «Καπεταναραίων, Βοσκοπούλων και Μαγκών», το οποίο είχε ανθήσει πολύ στα χρόνια του μεσοπολέμου. Το έθιμο τελούνταν με μπουλούκια ντόπιων Βεροιωτάδων, διπλανών χωριών (π.χ. Κόκοβα σημερινό Πολυδένδρι) και από βλαχόφωνους της πόλης. Τo μπουλούκι των Βλάχων από το Ξηρολίβαδο ήταν το πιο εντυπωσιακό. Από τα άλλα βλαχοχώρια (Σέλι, Κουμαριά) δεν είχαμε ιδιαίτερο μπουλούκι. Εάν ήθελε κάποιος από αυτά τα χωριά να συμμετέχει στο έθιμο πήγαινε με το μπουλούκι των Ξηρολιβαδιωτών. Όταν οι Βεροιώτες δεν έβγαζαν μπουλούκι, τότε έρχονταν και ντύνονταν με το μπουλούκι των Βλάχων. Από τους ντόπιους Βεροιώτες που ντύνονταν Καπεταναραίοι, αναφέρεται ο Κολοκοτρώνης (μαρτυρία του μακαρίτη Τσιαμήτρου Η. Κώστα).

 

Την περίοδο του μεσοπολέμου οι Καπεταναραίοι της Βέροιας δε φορούσαν προσωπίδες ούτε και έφεραν πάλες. Φορούσαν μόνο μαντήλια δεμένα στο λαιμό. Στο μπουλούκι συμμετείχαν μόνο άντρες και μικρά παιδιά αλλά ποτέ γυναίκες. Κατά τη μαρτυρία του Κώστα Η. Τσιαμήτρου (πατέρα μου) τελευταία φορά που ντύθηκαν Καπεταναραίοι οι Βλάχοι της Βέροιας με αρχηγό του μπουλουκιού τον ίδιο, ήταν το 1940. Μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο δυστυχώς το έθιμο ατόνησε και χάθηκε. Τα τελευταία χρόνια γίνεται μια προσπάθεια αναβίωσής του, με κάποια όμως διαφοροποίηση, που αλλοιώνει, την παραδοσιακή λειτουργικότητά του, κατά τη γνώμη μας όπως θα εξηγήσουμε παρακάτω.

Το έθιμο είχε πολλές ομοιότητες με τις ‘Μπούλες’ της Νάουσας. Στον 19ο αιώνα οι ‘Καπεταναραίοι’ της Βέροιας είχαν και μάσκες, όμως μετά την απελευθέρωση το 1912 τις έβγαλαν. Από τον Αϊ Δημήτρη οι νεαροί άντρες της Βέροιας (καλοί χορευτές) προετοιμάζονταν από μόνοι τους με δικά τους χρήματα και χωρίς την παρέμβαση κάποιου συλλόγου ή του Δήμου.

Είναι ένα χορευτικό-θεατρικό δρώμενο, με ρίζες που δύσκολα ανιχνεύονται, όπως συμβαίνει με τα περισσότερα από τα έθιμά μας. Σίγουρα όμως, όπως είπαμε, οι ρίζες αυτές είναι κοινές με άλλα έθιμα της περιοχής, όπως οι Μπούλες και τα Ρουγκάτσια. Τώρα, όπως το βλέπουμε, δείχνει να έχει να κάνει με την αναβίωση και την νοσταλγία της ‘Κλεφτουριάς’ επί Τουρκοκρατίας με διονυσιακά στοιχεία, κάτι που κατά την γνώμη μας συμβαίνει και με τις «Μπούλες» της Νάουσας, όπως προαναφέραμε.

Γραπτές αναφορές για το έθιμο :

Ο ιστορικός της Βέροιας Αναστάσιος Χριστοδούλου αναφέρει σχετικά με τις Αποκριές στη Βέροια προ της απελευθέρωσης αλλά και κατά τη διάρκεια του μεσοπολέμου:

«Η Βέροια εφημίζετο πάντοτε για τα εξαιρετικά καρναβάλια που παρουσίαζε κάθε χρόνο τις αποκριές, ιδίως κατά τους χρόνους της δουλείας, στους οποίους οι Βεργιώτες ξεφάντωναν εις εθνικάς εκδηλώσεις μέχρι παρεξηγήσεως. Παρέες διάφορες ντυμένοι με την δοξασμένη του αρματολού φουστανέλα και τα επακόλουθα εξαρτήματα, πισλιά, τσαρούχια, σιάπκα, κάλτσες, βουδέτες και άφθονα ασημικά, περιέτρεχον την πόλιν χορεύουσαι και τραγουδούσαι Εθνικά άσματα.

Ο Λάκης Καλλιάνδρας ντυμένος γυναικεία ευρωπαϊκά, κοκώνα αποκαλούμενος, με την ομπρέλα αναποδογυρισμένη, συνέλεγε τα εκ των παραθύρων και των κύκλω θεωμένων, ριπτόμενα νομίσματα, γροσάκια, μεταλλίκια, προς ψυχαγωγίαν των μεταμφιεσμένων.

Τους αρματολούς και κλέφτες, τους οποίους ημείς αποκαλούσαμε "Καπεταναραίους" συνώδευαν όργανα εγχώρια. Οι οργανοπαίκται καίτοι Τουρκόγιουφτοι, εγνώριζον εν τούτοις και τα Εθνικά μας τραγούδια, τα οποία ευχαρίστως ηκούοντο, παιζόμενα».

Ο Βεροιώτης Στέφανος Ζάχος στο βιβλίο του ‘Αναμνήσεις ενός Βεροιώτη’, μας περιγράφει τις Αποκριές στη Βέροια κατά την περίοδο προ της απελευθέρωσης:

«Η Βέροιά μας δεν ήταν μόνο θεατρόφιλη και μουσικόφιλη, αλλά ήταν και καρναβαλόφιλη. Και επί τουρκοκρατίας το καρναβάλι ήταν πάντα στην πρώτη γραμμή. Γραικοί και Βλάχοι ντυμένοι Καπεταναίοι ασημοστολισμένοι, βοσκοπούλες με τις χρυσοκέντητες φορεσιές και τα φλωριά στο λαιμό, με εγχώρια όργανα γύριζαν στους δρόμους και ασταμάτητα χοροπηδούσαν δίδοντας χαρά και κέφι σ’ όλη την πόλη».

Η ομάδα (μπουλούκι) συγκεντρώνονταν πολύ πριν από τις αποκριές και ιδιαίτερα οι Βλάχοι έλεγαν «Τσε βα σφουτσιέμ λα Παριάσινι; = Τί θα κάνουμε τις Αποκριές;». Ετοίμαζαν τις φορεσιές τους με μεγάλη προσοχή και φροντίδα. Οι περισσότεροι είχαν δικές τους φορεσιές, μερικοί όμως τις δανείζονταν από παλιούς χορευτές, φίλους και συγγενείς τους. Ήταν το μόνο μέλημα τους και περιμένανε πως και πως τις Αποκριές. Μάζευαν πολλά ασήμια, σιρίτια, στολίδια, κιουστέκια (διπλές, τριπλές ασημένιες αλυσίδες) για να τα βάλουν στο στήθος.

Το ντύσιμο του νέου τελεστή του εθίμου ξεκινούσε από το Σάββατο το βράδυ της Αποκριάς. Στο σπίτι του νέου που επρόκειτο να ντυθεί ‘Καπετάνιος’ βοηθούσαν οι γυναίκες της οικογένειας, όπως και παλιοί καπετάνιοι που ξέρανε. Τα ασημικά ράβονταν όλα στο χέρι από μοδίστρα ή από τις γυναίκες της οικογένειας.

Την Κυριακή της Αποκριάς τα μπουλούκια, συναντιόντουσαν στην πλατεία Ωρολογίου ή στην πλατεία του Άγιου Αντωνίου μετά το σχόλασμα της εκκλησίας και αρχίζανε τις πατινάδες με όργανα στους μαχαλάδες της πόλης. Ξεκινούσαν από την ‘παλιά Κεντρική’, όπως λέμε τώρα, όχι από την Μητροπόλεως (αυτή ήταν τότε μικρή πάροδος). Σε κάθε σπίτι που πήγαιναν (συγγενικό ή φιλικό τους) έβαζαν και τον νοικοκύρη να χορέψει, πράγμα που συμβαίνει στην Νάουσα ακόμα και τώρα και ασφαλώς είχαμε τα σχετικά κεράσματα από τα κορίτσια του σπιτιού. Βέβαια στις στάσεις του μπουλουκιού στους μαχαλάδες χορεύανε συνήθως οι νέοι που ήταν από εκείνον το μαχαλά και ο κάθε ένας είχε τον δικό του χορό. Χορεύανε επίσης και σε κεντρικά σημεία της πόλης (πχ. μπροστά στο καφενείο «ΑΛΤ», μπροστά στην Ελιά, κλπ).

Τα όργανα που χρησιμοποιούσαν από παλιά ήταν οι ζουρνάδες που παίζονταν κυρίως από τουρκόγυφτους μουσικούς της περιοχής. Αργότερα από τις αρχές του 20 ου αι. όταν καθιερώθηκαν στη μουσική ζωή του τόπου τα χάλκινα όργανα (τρομπέτα-κλαρίνο-τρομπόνι), οι Βλάχοι κυρίως, έπαιρναν για το έθιμο κομπανίες με χάλκινα από τη Νάουσα και την Έδεσσα.

Τα μέλη του μπουλουκιού μοιράζονταν τα έξοδα για τα όργανα. Το μπουλούκι μάζευε και λεφτά από τον κόσμο. Συνήθως μια ‘βοσκοπούλα’ γυρνούσε μια ομπρέλα ανάποδα και όλοι οι θεατές, άλλοι από τα μπαλκόνια και άλλοι κάτω στο δρόμο, έριχναν μέσα ό,τι ψιλά είχαν.

Το βράδυ το γλέντι συνεχιζόταν σε καφενείο μέχρι τις πρωινές ώρες, κοιμόντουσαν λίγο με την φορεσιά και την Καθαρά Δευτέρα το έθιμο επαναλαμβανόταν με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Τέλος κατέληγαν στην τοποθεσία Ελιά, όπου σερβιρόταν και ο παραδοσιακός Βεροιώτικος φασουλοταβάς.

Το μπουλούκι αποτελούνταν :

α) Από νέους άνδρες φουστανελοφόρους, ντυμένους με την κλεφταρματολίτικη φορεσιά των καπεταναίων (Καπεταναραίοι).

β) Από νέους άνδρες ντυμένους με γυναικεία φορεσιά (Βοσκοπούλες). Τις γυναικείες μορφές τις υποδύονταν ΠΑΝΤΑ άνδρες.

γ) Από δύο άνδρες ντυμένους στα μαύρα με την αρβανίτικη Μπουραζάνα που φορούν μαύρες περούκες και στα χέρια κρατούν καμτσίκια (Μάγκες).

Ο Κώστας Η. Τσιαμήτρος μας περιγράφει πώς κινούνταν το μπουλούκι στους δρόμους της Βέροιας:

«Οι Μάγκες πήγαιναν ένας μπροστά από το γκρούπ και ένας πίσω, αυτοί κάνανε κουμάντο στο μπουλούκι! Όταν ο μπροστινός μάγκας γυρνούσε και χτυπούσε το καμτσίκι, σταματούσαν όλοι, σχημάτιζαν κύκλο και άρχιζαν το χορό, μετά χτυπούσε πάλι το καμτσίκι και ξεκινούσαν την πατινάδα. Όποτε αποφάσιζαν οι Μάγκες, το μπουλούκι έκανε στάση. Όταν το μπουλούκι άλλαζε κατεύθυνση τότε ο τελευταίος μάγκας γινόταν πρώτος. Όταν χτυπούσε το καμτσίκι όλοι οι Καπεταναραίοι έκαναν σβούρα. Χόρευαν και οι καπεταναραίοι και οι βοσκοπούλες. Στο δρόμο δεν τραγουδούσαμε γιατί τα όργανα, τα χάλκινα, παίζαν πολύ γερά»

Στους μαχαλάδες έκαναν συνήθως το εξής έθιμο: Ένας ‘Μάγκας’ προκαλούσε έναν «Καπετάνιο» και στην συνέχεια πάλευαν. Στο τέλος ο ‘Μάγκας’ ‘τρυπούσε’ με το μαχαίρι του τον αντίπαλό του και τον έριχνε κάτω. [Οι μουσικοί έπαιζαν έναν αργό τούρκικο σκοπό, το ‘ Κισά Μπαζάκ’, που το χορεύανε με το μαχαίρι]. Ο ‘Μάγκας’ έρχονταν από επάνω και έκανε αναπαράσταση γδαρσίματος αρνιού χρησιμοποιώντας το ζωνάρι του ‘Καπετάνιου’, σαν να έβγαζε τα έντερα του ‘νεκρού’. Σε κάποια στιγμή ο πεθαμένος ζωντάνευε (στοιχείο νεκρανάστασης) και συνεχίζονταν ο χορός. Ο χορός αυτός ήταν τόσο παραστατικός, ώστε οι γυναίκες φώναζαν τρομαγμένες, νομίζοντας ότι ήταν αλήθεια.

Το μπουλούκι αποτελούνταν από Φουστανελοφόρους, Βοσκοπούλες και Μάγκες και ΟΛΟΙ ΤΟΥΣ ΗΤΑΝ ΑΝΤΡΕΣ. Δεν υπήρχαν ΓΥΝΑΙΚΕΣ στο μπουλούκι.

Τα ρούχα πού αποτελούσαν το ντύσιμο του Καπετάνιου ήταν:

Τα τσαρούχια, που ήταν συνήθως κόκκινα με μαύρη φούντα.

Τα σκουφούνια, (κάλτσες), που γίνονταν από τις νοι­κοκυρές με κάτασπρο μαλλί.

Το μπινιβρέκι ήταν ένα μακρύ ανδρικό εσώρουχο μέχρι τον αστράγαλο που έδενε με υφασμάτινο κορδόνι.

Οι μπέτσφες ήταν άσπρες κάλτσες που έφταναν από το μηρό μέχρι τον αστράγαλο και φοριούνται πάνω από το μπινιβρέκι.

Τα χολέβια (τσουάριτς) ήταν άσπρα υφάσματα ραμμένα εφαρμοστά γύρω από τον μηρό και το κάτω μέρος του ποδιού μέχρι τους αστραγάλους. Αυτά τα είχαν οι Βλάχοι. Εάν δεν φορούσαν τσουάριτς, τότε είχαν τα μπινιβρέκια και τις μπέφτσες.

Η κοντέλα (κ.μά6ια) ήταν ένα πουκάμισο με πολύ φαρδιά μανίκια. Στην περίπτωση των Βλάχων η κ.μά6ια είχε την θέση της φουστανέλας γιατί στο μπροστινό της μέρος είχε πολλές δίπλες, όπως η ξεχωριστή φουστανέλα. Μέσα από την κοντέλα φορούσανε μάλλινη άσπρη φανέλα (κατασάρκου) με κεντήματα στα μανίκια.

Το τσιπούνι . Είναι επενδύτης και ήταν συνήθως ένα άσπρο, ψιλό καλοδουλεμένο υφαντό με δίπλες στο πίσω μέρος, όπως γίνεται στη φουστανέλα. Το φορούσαν οι Βλάχοι Καπεταναραίοι.

Η φουστανέλα ήταν το βασικότερο κομμάτι στη φορεσιά του Καπετάνιου. Ηταν κοντή αρματωλική και έφτανε 4-5 δάχτυλα πάνω από το γόνατο. Οι Βλάχοι είχαν συνήθως καμάσια και τσιπούνι αντί της φουστανέλας. Μπορούσαν να έχουν, όμως, και φουστανέλα.

Το πισλί (τσαμαντάνι) ήταν ένα είδος γιλέ­κου που φοριόταν πάνω από το πουκάμισο. Ηταν φτιαγμένο από βελούδινο ή μάλλινο ύφασμα και παλιότερα πάνω του ρά­βονταν τ' ασήμια.

Οι βουδέτες , μαύρες υφασμάτινες ταινίες, που κρατούσαν τις κάλτσες (με φούντα στην άκρη τους) και δένονταν κάτω από το γόνατο στις μπέτσφες.

Το μαν­τήλι που φοριόταν γύρω από το λαιμό και συχνά στερεώνονταν με ομφαλωτό κόσμημα.

Τα ασημικά περιλάμβαναν μια μεγάλη ποικι­λία από κοσμήματα. Παλιά, όλα ράβο­νταν ένα-ένα πάνω στον Καπετάνιο το Σαββατόβραδο, παραμονή της Αποκριάς. Μπροστά στο στήθος είναι ραμμένα τα ρούπια (κέρματα). Είναι περασμένα σε αλυσίδες που καταλήγουν σε σταυρούς και χαϊμαλιά. Χαμαϊλιά είχαμε κυρίως τετράγωνα που εικόνιζαν τον Άγιο Γεώργιο και τον Άγιο Δημήτριο. Όλα είχαν στο εσωτε­ρικό τους, όπως και οι σταυροί, τίμιο ξύλο. Τουςτοκάδες τους έβαζαν περασμένους από λουριά κάτω από τη μέση στη φουστανέλα από τις δύο μεριές. Εντυπωσιακά ήταν και τα κολάνια που φορούσαν στη μέση και τα κιουστέκια στο στήθος ή την πλάτη.

Οι άλλοι μισοί άντρες ήταν μεταμφιεσμένοι σε «Βοσκοπούλες» και οι «Μάγκες» (συνήθως δύο) φορούσαν Αρβανίτικη φορεσιά (φυσικλίκια, πιστόλια, μαύρη ζίβρα = σαλβάρι, μαύρο πουκάμισο και μαύρο γιλέκο, μαύρο καπέλο στο κεφάλι με ψεύτικα μεγάλα μαλλιά για να είναι αγριωποί). Αυτοί φύλαγαν το μπουλούκι με καμτσίκια (ένας μπροστά κι ένας από πίσω). Οφείλουμε να τονίσουμε ότι το μπουλούκι είχε έναν Καπετάνιο ως αρχηγό.

Οι χοροί που χορεύονταν ήταν: Πατρώνα, Τσάμικα (Καραϊσούφ, Σάλωνα, Μάγια κλπ), Μπεράτικα, Συρτά, Καραπατάκι, Λεωνίδας, Γκάιντα, Χασαπιές, Ζαχαρούλα και πολλοί άλλοι ξεχασμένοι τώρα χοροί. Ο καθένας είχε το χορό του. Ήταν καταπληκτικοί χορευτές και εντυπωσίαζαν με την χορευτική τους δεινότητα. Το στοιχείο του αυτοσχεδιασμού του πρωτοχορευτή ήταν εμφανές και απαράμιλλο. Σπουδαίοι χορευτές Καπεταναραίοι στον μεσοπόλεμο ήταν ο Γιάννης Κοτρώνης (Τσιαμήτρος), ο Τάκης Κυρίτσης, ο Γιώργης Αράβας, ο Μόκανος, ο Αρίστος Ζαρογιάννης, ο Περικλούσιος Δημούλας, ο Τάκης Πατσιαβούρας, ο Νίκος Βουρδούνης και άλλοι πολλοί.

Τελειώνοντας αυτό το σημείωμα θα επαναλάβουμε αυτό που γράψαμε πριν δυο χρόνια στον τοπικό τύπο. Εάν επιθυμούμε σαν πόλη να έχουμε ένα ‘στίγμα’, μια τουριστική ‘ατραξιόν’, για τις Αποκριές στην πόλη μας (όπως συμβαίνει στις γειτονικές μας πόλεις) ο Δήμος της Βέροιας (πολιτιστικός του φορέας) επιβάλλεται να εστιάσει το ενδιαφέρον του σε αυτό το έθιμο και μόνο και να δώσει έτσι μια παραδοσιακή νότα (και όχι μοντέρνα και ξενική όπως συνήθως γίνεται) στο βεργιώτικο καρναβάλι. Αυτό θα γίνει εάν αγκαλιάσει όλους τους Συλλόγους της πόλης, έτσι ώστε να έχουμε πολλά μπουλούκια «Καπεταναραίων» τις ΚΑΝΟΝΙΚΕΣ ημέρες τέλεσης του εθίμου. Είναι μια πρόταση, που την καταθέτουμε, γιατί πιστεύουμε ακράδαντα ότι θα ευοδωθεί με επιτυχία και γιατί στο παρελθόν αποτελούσε έθιμο ΟΛΩΝ των Βεργιωτών (ντόπιων και βλαχοφώνων), αλλά και των περιχώρων, όπως μας λένε οι παλιότεροι.

 

Τσιαμήτρος Γιάννης, εκπαιδευτικός - χοροδιδάσκαλος.

 

[Για το έθιμο πληροφοριοδότες μας είναι οι μακαρίτες Ξηρολιβαδιώτες Τάκης Κυρίτσης, Γιώργης Αράβας και Κώστας Τσιαμήτρος (Ψωμάς), οι οποίοι συμμετείχαν ενεργά στο έθιμο στον μεσοπόλεμο και ήταν σπουδαίοι χορευτές.

Πηγή επίσης: Άρθρο του Χρήστου Ζάλιου με τίτλο ‘ΟΙ ΚΑΠΕΤΑΝΑΡΑΙΟΙ ΤΗΣ ΒΕΡΟΙΑΣ’ που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό "ΝΙΑΟΥΣΤΑ", Αρ. τεύχους 146, Ιανουάριος-Μάρτιος 2014]