Ήθη και έθιμα

Η εκκλησία του Αγίου Δημητρίου φωτ. Σμιξιώτης Δημήτριος«Οι κούνιες στο πασχαλινό πανηγύρι του Αγίου Γεωργίου στα βλαχοχώρια της Δυτικής Μακεδονίας και η κοινωνική διάσταση του δρωμένου»
Ένα από τα σπάνια λατρευτικά δρώμενα, που τελούνταν κατά την περίοδο του Πάσχα, είναι και οι κούνιες που συνηθίζονταν στα βλαχοχώρια της Δυτικής Μακεδονίας (Κλεισούρα, Βλάστη, Νυμφαίο), αλλά και σε χωριά του Πόντου, της Ανατολικής Θράκης καθώς και της υπόλοιπης Ελλάδας.
Η παρούσα ανακοίνωση στηρίζεται σε προφορικές κυρίως μαρτυρίες και ελάχιστα σε βιβλιογραφικές πηγές, γιατί το έθιμο μετά το 1970 έχει ατονήσει και δεν τελείται πλέον.

Το δρώμενο αυτό έχει άμεση σχέση με την «αιώρα» των Αθηναίων παρθένων κατά τη διάρκεια της εορτής των Ανθεστηρίων και θεωρείται κατάλοιπό τους . Στην αρχαιότητα μάλιστα η αιώρηση είχε καθαρτική λειτουργία που επιτυγχανόταν μέσω του αέρα. Το έθιμο μάλιστα της αιώρησης συνδεόταν με ένα μύθο που σχετιζόταν με το Διόνυσο και έναν ήρωα τον Ικάριο καταγόμενο από το Δήμο της Αττικής Ικαρία (Διόνυσος).
Δεν πρόκειται δηλαδή για ένα απλό παιχνίδι ή ψυχαγωγία των χωρικών, αλλά για μια συνήθεια όχι σπάνια σε πολλές αγροτικές εορτές, που είχε αρχικά μαγικό μάλλον χαρακτήρα και αποσκοπούσε στην επίτευξη ευφορίας των καρπών και γονιμότητας των γυναικών.
Οι κούνιες συνηθίζονταν την Κυριακή του Πάσχα και τη Δευτέρα της Διακαινησίμου, την Κυριακή του Θωμά, ανήμερα της εορτής του Αγίου Γεωργίου και στην εορτή του Αγίου Μάρκου .
Η αρχική μορφή της κούνιας στα βλαχοχώρια της Δυτικής Μακεδονίας ήταν απλή, αφού ήταν κατασκευασμένη με μια τριχιά στην οποία ήταν προσαρμοσμένο ένα μάλλινο υφαντό, πάνω στο οποίο κάθονταν. Οι κούνιες αυτές στήνονταν συνήθως σε μεγάλα δέντρα είτε στις γειτονιές των οικισμών είτε στα προαύλια των εκκλησιών. Μάλιστα, σύμφωνα με τις σωζόμενες μαρτυρίες, το κούνημα γινόταν ανά άτομο.
Στις βιβλιογραφικές πηγές που εντοπίστηκαν αναφέρεται ότι στα 1900 στην Κλεισούρα Καστοριάς, στη Μηλόβιστα και στο Γκόπεσι της π.Γ.Δ.Μ. οι αιωρούμενοι έπρεπε να κρατούν στα χέρια τους ένα μπουκέτο λουλούδια και να έχουν στο κεφάλι τους ένα μικρό πετραδάκι και στο ζωνάρι τους ένα κόκκινο αυγό. Η λαϊκή πίστη θεωρούσε τα τρία αυτά αντικείμενα απαραίτητα για την τέλεση του δρωμένου, τα λουλούδια γιατί συμβόλιζαν την άνοιξη και την αναγέννηση της φύσης και κατά συνέπεια και την γονιμότητα, το πετραδάκι ως σύμβολο υγείας και δύναμης και το κόκκινο αυγό ως σύμβολο ευθυμίας, κεφιού και χαράς .
Οι αρχικές αυτές τρίχινες κούνιες αντικαταστάθηκαν σταδιακά από πιο περίτεχνες ξύλινες κατασκευές, στοιχείο που καταδεικνύει την αστικοποίηση των βλάχικων κοινωνιών. Τέτοιες ξύλινες κούνιες κατασκευάζονταν στην Κλεισούρα και στη Βλάστη σε αντίθεση με το Νυμφαίο όπου η μορφή της παρέμεινε τρίχινη.
Στην Κλεισούρα οι ξύλινες μεγάλων διαστάσεων κούνιες στήνονταν στις τοποθεσίες Αρίνα, Τσιαΐρι, Κόντουρου και Βλουάγκα μέχρι και την δεκαετία του 1970, ενώ στη Βλάστη στις Κ’νιές, στον Αριστοτέλη, στου Λαγαρά, και στης Θεμέλινας . Στο Νυμφαίο πάλι συναντούσε κανείς κούνιες τρίχινες στην Κουάστα, στην αχλαδιά του Νιτσάγια, στην ιτιά στην Τζεάνα, στην καστανιά του Ντάμπατα και σε μια κερασιά προς το Κουρί .
Τα είδη κούνιας στην Κλεισούρα ήταν τρία, η βαρτικόνιτσα (απλή κούνια) , η αλιάγκουνου (με μορφή τροχού) και η αλιάγκουνου (με μορφή τριγυριστή). Όλες οι κούνιες ήταν κοινοτικές και με δημοπρασία που πραγματοποιείτο την περίοδο πριν το Πάσχα ενοικιάζονταν από τους κλεισουριώτες, που τις θεωρούσαν έναν εύκολο τρόπο βιοπορισμού . Στη Βλάστη αντίθετα συνηθίζονταν δυο είδη, η πεταχτή και η τρουϋριστή (τριγυριστή) .
Το δρώμενο που είχε στην αρχή μαγικό και ευχετικό χαρακτήρα, ήταν άρρηκτα συνδεδεμένο με την ανάγκη των ανθρώπων για γονιμότητα της γης και για προσωπική ευτυχία και ευμάρεια. Αυτό καταδεικνύεται από την εαρινή περίοδο τέλεσης του δρωμένου, αλλά και από την χρήση αντικειμένων όπως τα λουλούδια, το αυγό και την μικρή πέτρα. Είναι χαρακτηριστική η μαρτυρία ότι στο Λέχοβο Φλώρινας οι γυναίκες, που επρόκειτο να κουνηθούν, τοποθετούσαν στο κεφάλι τους μια τσουκνίδα και περιφέρονταν κυκλικά γύρω από την κούνια. Την τσουκνίδα αυτήν κατόπιν την αναρτούσαν πάνω στο δοχείο στο οποίο παρασκεύαζαν το βούτυρο με την πίστη ότι έτσι θα παράγουν αφθονότερο . Παρόμοια σκοπιμότητα φαίνεται να εξυπηρετεί το έθιμο στην Αίνο, όπου οι χωρικοί κουνιούνται το Πάσχα για να κάνουν πολύ σουσάμι, ενώ στη Βιζύη η κούνια πρέπει να γίνει «στο χλωρό, στο δέντρο που θα βλαστήσ’, όχι στο ξερό», επιβεβαιώνοντας για μια ακόμη φορά τον μαγικό χαρακτήρα και την ανάγκη επίτευξης ευφορίας .
Ο μαγικός και ευχετικός χαρακτήρας του δρωμένου επιβεβαιώνεται και από τα τραγούδια που το συνόδευαν και είχαν συγκεκριμένο περιεχόμενο, ανάλογο πάντα με το πρόσωπο που αιωρείτο και τις κρυφές του επιθυμίες. Για την νέα ανύπαντρη κοπέλα και τον ελεύθερο νέο η ευχή μέσω του τραγουδιού ήταν να καλοπαντρευτούν, ενώ για τις νιόπαντρες να γυρίσει σύντομα ο καλός τους από τα ξένα .
Ο αρχικός όμως μαγικός χαρακτήρας αντικαταστάθηκε σταδιακά από την ανάγκη των ανθρώπων για κοινωνικότητα, αλλά και επίδειξη και το δρώμενο μετατράπηκε σε πανηγύρι , το οποίο συνόδευαν παραδοσιακά όργανα και χοροί. Στο πανηγύρι αυτό συνέρρεαν όλοι οι χωρικοί για να φαντάξουν και να δείξουν τα πασχαλινά τους ρούχα καθώς και την όλη παρουσία τους. Αυτό επιβεβαιώνεται από τις μαρτυρίες που υποστηρίζουν ότι οι όμορφες Νεβεσκιωτοπούλες συνήθιζαν να βγαίνουν στις κούνιες ντυμένες με την γιορτινή τους φορεσιά και φτιασιδωμένες με την τοπικής κατασκευής κρέμα, το «μπλιούρι» , που καταδεικνύουν πόσο σημαντική ήταν γι’ αυτές αυτή η μέρα, καθώς τους δινόταν η ευκαιρία να δουν από κοντά κάποιους νέους που ποθούσαν. Αν λάβουμε υπόψη μας την κοινωνική θέση της γυναίκας την εποχή εκείνη και τις ελάχιστες δημόσιες εμφανίσεις της, μπορούμε να καταλάβουμε τη σημασία αυτής της γιορτής για τις νέες κοπέλες που όλο το χρόνο ζούσαν κάτω από ένα καθεστώς κοινωνικών συμβάσεων και καθωσπρεπισμού . Άρα οι κούνιες ήταν συνδεδεμένες με ένα είδος ξεφαντώματος και γλεντιού, απελευθέρωσης αλλά και ευκαιρίας για νέες γνωριμίες και για άνθιση νέων πλατωνικών ερώτων, που στέκονταν αφορμή για τις προξενιές που θα ακολουθούσαν.
Γιατί κατά τη διάρκεια του δρωμένου συχνά τα κορίτσια άφηναν να φανεί κάποιο κρυφό χαμόγελο ή ένα γλυκό βλέμμα σε κάποιο συγκεκριμένο νεαρό και αν υπήρχε ανταπόκριση, οι γονείς της κοπέλας θα έστελναν στην οικογένεια του νεαρού την προξενήτρα. Έτσι, δικαιολογείται και το υπερβολικό στόλισμα των κοριτσιών, που για να εντυπωσιάσουν στολίζονταν με ό,τι πολυτιμότερο διέθεταν, όπως φλουριά, πεντόλιρα κ.ά.
Ακόμα και μέσα στα πλαίσια της ελευθερίας που έδινε αυτό το πανηγύρι, δεν έπαυαν να υφίστανται οι κοινωνικοί διαχωρισμοί και οι αντίστοιχες διακρίσεις μεταξύ των τριών κοινωνικών ομάδων, των πλουσίων, των μεσαίων και των φτωχών. Αυτό φαινόταν και από το γεγονός ότι οι κοπέλες σεβόμενες τους άγραφους νόμους της μικρής κοινωνίας, στην οποία ζούσαν, προσπαθούσαν να μην ξεπεράσουν «τη διαχωριστική γραμμή», δείχνοντας ενδιαφέρον για κάποιον νέο άλλης κοινωνικής τάξης, γιατί κάτι τέτοιο μπορούσε να δημιουργήσει προβλήματα και παρεξηγήσεις.
Στις κούνιες αιωρούνταν συνήθως νέοι και νέες, αλλά και οι νιόπαντροι και οι αρραβωνιασμένοι. Αυτοί οι τελευταίοι μάλιστα εύρισκαν έτσι μια ευκαιρία για να κυκλοφορήσουν μαζί δημόσια, αφού η συντηρητική κοινωνία εκείνων των χρόνων απαγόρευε την συνεύρεσή τους πριν το γάμο .
Η αιώρηση συνοδευόταν συχνά από μελωδικά τραγούδια, αλλά και μαγικές ακατανόητες λέξεις, που δεν έχουν ερμηνευθεί πλήρως μέχρι σήμερα, αλλά όπως μπορούμε να υποθέσουμε σχετίζονταν μάλλον με την αγάπη. Ανάμεσα στα ακατάληπτα λόγια του τραγουδιού που έλεγαν οι κοπέλες στην αιωρούμενη, «έπλεκαν» εκτός από το όνομά της και το όνομα του πατέρα της και το όνομα του αγαπημένου της, αλλά και των γονιών του . Η ίδια μάλιστα δεν αισθανόταν καμία ντροπή, αφού κατά κάποιον τρόπο επεδίωκε να γίνει μια τέτοια αναφορά και ευχόταν μάλιστα μέσω του δρωμένου να πραγματοποιηθεί η επιθυμία της.
Τραγούδια με τέτοια ακατάληπτα λόγια έχουν καταγραφεί στο Νυμφαίο και ένα από αυτά είναι το εξής:

Φέινταμ Νίκο, Αργύρη βότο / αλέ ιό ελό, αλέ ιό έι / Ανθίνα νότο έι / φέινταμ Νίκο ελό αλέ ιό έι / φέινταμ Χρυσούλα / Στέργιο βότο / ελό αλέ ιό ελό, αλέ ιό έι / Λίνα νότο έι, αλέ ιό έι .

Συχνά το δρώμενο έπερνε κωμικό και σατυρικό χαρακτήρα και τα στιχάκια που ακούγονταν διακωμωδούσαν τον αιωρούμενο, ιδιαίτερα αν αυτό το άτομο ήταν μεγάλης ηλικίας στην οποία δεν ταίριαζαν τέτοιες διασκεδάσεις. Στη Βλάστη ακούγονταν τα παρακάτω: «Άπου καραμούζα», «του γλυκό» (κανονικά), «του ξυνό» (ανάποδα), «τ’ ανέβασμα», «του κατέβασμα», «να μια κακιά», «δυό κακιές», «έλα κάτου μωρ’ Μαρία» και έτσι τελείωνε το κούνημα . Αν όμως τύχαινε και ανέβαινε στην κούνια κάποια γυναίκα μεγαλύτερης ηλικίας τότε τα σκωπτικά τραγούδια οργίαζαν. Το ίδιο συνέβαινε και όταν κουνιόταν κάποιος μεγάλης ηλικίας άντρας, που τον χαρακτήριζαν συχνά «γουμάρι που δεν θέλει σχοινί για κούνημα, αλλά για κρέμασμα» .
Και σε αυτό το δρώμενο όμως παρενέβαινε ο οικονομικός παράγοντας, καθώς κάθε κούνημα αντιστοιχούσε και σε σχετικό χρηματικό ποσό. Στις τριγυριστές κούνιες το εισιτήριο ήταν σχετικά ακριβό, ενώ στις πεταχτές ήταν ένα κόκκινο αυγό ή το αντίτιμό του σε χρήμα . Με αυγά πλήρωναν την αιώρηση και στο Σισάνι Βοΐου Κοζάνης . Στη γειτονική Βλάστη οι αρραβωνιασμένοι και οι νιόπαντροι που συνήθως αιωρούνταν ανά ζευγάρι υποχρεούνταν να πληρώσουν ακόμη και τα έξοδα κουνήματος όλης της παρέας τους, ανάλογα βέβαια με την οικονομική τους κατάσταση .
Σε άλλα μέρη της Ελλάδας, όπως στο Μέτσοβο οι τρίχινες κούνιες, που κατασκευάζονταν σε διάφορες τοποθεσίες, διατήρησαν μόνο τον διασκεδαστικό τους χαρακτήρα αποβάλλοντας κάθε μαγικό στοιχείο . Βάσει των προφορικών μαρτυριών που συλλέξαμε, διαπιστώνεται η ύπαρξη του δρωμένου και σε πολλά χωριά της Πελοποννήσου, με κυρίαρχο και πάλι τον διασκεδαστικό χαρακτήρα .
Κοινή μοίρα όμως όλων των δρωμένων που ικανοποιούσαν κοινωνικές ανάγκες είναι να εκλείπουν όταν και αυτές οι ανάγκες παύουν να υφίστανται ή όταν ικανοποιούνται από άλλες δραστηριότητες. Έτσι η κοινωνική απελευθέρωση της γυναίκας, και η πληθώρα ψυχαγωγικών εκδηλώσεων οδήγησε σταδιακά στην απομάκρυνση των ανθρώπων και από αυτό το έθιμο όπως και από πολλά άλλα που έπαψαν να τελούνται και διασώζονται μόνο ως ευχάριστες αναμνήσεις στις διηγήσεις των γεροντότερων.

Αργυρόπουλος Παναγιώτης
Φιλόλογος – Ερευνητής
Α’ Διεθνές Συνέδριο για τον Ελληνικό Πολιτισμό
«Η πανήγυρις: Μία διαχρονική ματιά στον κοινωνικό-οικονομικό και κοινωνικό της ρόλο»
Σουφλί Έβρου (17-20 Νοεμβρίου 2005)

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Βίττης 1981: Φ. Σ. Βίττης, Σταχυολογήματα λαογραφικά – παραδοσιακά – θρυλικά – εκκλησιαστικά – αρχαιολογικά – ιστορικά της Βλάστης και της Επαρχίας Εορδαίας, Πτολεμαΐδα 1981.
Καλινδέρης 1982: Μιχ. Αθ. Καλινδέρης, Ο βίος της κοινότητος Βλάτσης επί τουρκοκρατίας εις το πλαίσιον του δυτικομακεδονικού περιβάλλοντος, Ε.Μ.Σ. 58, Θεσσαλονίκη 1982.
Λούστας 1959: Νικ. Αργ. Λούστας, Οι κούνιες του Νυμφαίου (πασχαλινό έθιμο, περ. Αριστοτέλης 14 (Μάρτιος – Απρίλιος 1959), 52-54.
Λούστας 1996: Νικ. Αργ. Λούστας, Λαογραφική μελέτη Νιβεάστας = Νέβεσκας = Νυμφαίου Φλωρίνης, Θεσσαλονίκη 1996.
Μακρής 1968: Κων. Ν. Μακρής, Λαογραφικά Σισανίου – Βοΐου, Αθήναι 1968.
Μέγας 1992: Γ. Α. Μέγας, Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας, εκδ. 2η, Αθήνα,1992.
Παπαμιχαήλ 1972: Μ. Κ. Παπαμιχαήλ, Κλεισούρα Δυτ. Μακεδονίας. Ακμή-Πολιτισμός-Αγώνες-Θυσίαι-Ιστορία-Ηθογραφία-Λαογραφία (η παλιά Κλεισούρα από αρχαίων χρόνων μέχρι του 1913), ά.τ. 1972.
Σκαφίδας 1964: Βασ. Κ. Σκαφίδας, Ιστορία του Μετσόβου, Ηπειρωτικό Ημερολόγιο 26 (1964), 204-211.
Σπυριδάκης 1969-1972: Γ. Κ. Σπυριδάκης, Περί της κατά το έαρ αιώρας εις τον Ελληνικόν και τους λοιπούς λαούς της Χερσονήσου του Αίμου, Επετηρίς Κέντρου Ερεύνης της Ελληνικής Λαογραφίας της Ακαδημίας Αθηνών 22 (1969-1972), 113.
Τζιώγος 1962: Αρ. Ι. Τζιώγος, Συνοπτική ιστορία της Κλεισούρας Δυτικής Μακεδονίας και το ιστορικόν αυτής μνημείον της χριστιανοσύνης της Ιεράς Μονής Παναγίας – Γεννήσεως της Θεοτόκου, Θεσσαλονίκη 1962.
Φίτζιος 1972: Χαρ. Ηρ. Φίτζιος, Λέχοβον, λαογραφικά θησαυρίσματα, Αθήναι 1972.


Papahagi 1974: T. Papahagi, Dicţionarul dialectului Aromân general şi etimologic, ed. 2a, Bucureşti 1974.
Tocilescu 1900 : Gr. G. Tocilescu “Materialuri folkloristice din Literatura poporana a Aromânilor de Pericle Papahagi” Bucuresci 1900.



8