Ήθη και έθιμα

Τα Αργκουτσιάρια στην Κλεισούρα ΚαστοριάςΈνα έθιμο στενά δεμένο με την Κλεισούρα είναι τα αργκουτσιάρια (argutsiarli) και τελείται ανήμερα της Πρωτοχρονιάς. Τα αργκουτσιάρια σηματοδοτούν το χαρακτήρα της Κλεισουριώτικης Πρωτοχρονιάς και συνδυάζουν το ηρωικό στοιχείο με την πανάρχαια διονυσιακή τελετή.
Το δρώμενο αυτό διατηρεί πάντα το παλιό τυπικό και κάθε χρόνο σκορπά ρίγη σιγκίνησης στους παλιούς αλλά και τους νέους, που το κάνουν δική τους υπόθεση. Γλωσσολογικά, αν προσπαθήσει κανείς να βρει την ετυμολογία της λέξης, ίσως θα πρέπει να αποδεχτεί ως ρίζα την λατινική λέξη ROGATOR (= ζητιάνος) και το ρήμα της βλάχικης γλώσσας rogu ή arogu που σημαίνει παρακαλώ, δέομαι. Η λέξη ίσως προέρχεται και απ’ την λατινική RUGA (= ρυτίδα προσώπου) και το ρήμα RUGOARE (= ρυτιδούμαι, ασχημίζω), που στα βλάχικα μεταπλάστηκαν σε RUGA-TSI-ARE (= αυτός που έχει ρυτιδωμένο πρόσωπο). Πράγματι, παλαιότερα, η ομάδα των μεταμφιεσμένων ανδρών περιφερόταν στους δρόμους τον χωριού χορεύοντας και μαζεύοντας φαγητά, γλυκά ή χρήματα που στο τέλος τα κατανάλωναν σε κοινό γλέντι ( σήμερα διατηρούνται ελάχιστα κατάλοιπα αυτής της πράξης). 

Η Κλεισούρα, κατοικούμενη από Βλάχους, διατήρησε τη ρωμαϊκή περίοδο μεταμφίεσης, δηλαδή την περίοδο τον Δωδεκαημέρου και ιδιαίτερα για τα αργκουτσιάρια την ημέρα της Πρωτοχρονιάς. Το έθιμο λοιπόν αυτό της πλήρους μεταμφίεσης μεταφυτεύτηκε στους Βλάχους γύρω στο 14δ π.Χ. με την Ρωμαιοκρατία. Επόμενο ήταν να αγγίξει περισσότερο τις περιοχές της Πίνδου και των κορυφογραμμών, όπου εγκαταστάθηκαν ρωμαϊκές λεγεώνες για, να φυλάγουν τα στενά περάσματα και ήρθαν σε επιμειξία με τους ντόπιους πληθυσμούς. Το έθιμο όμως ανδρώθηκε στην Κλεισούρα κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας. Πήρε το ρόλο του δρώμενου και απέκτησε συμβολικό χαρακτήρα. Τα αργκουτσιάρια, απετέλεσαν μια, ομάδα με αρχηγό και παλικάρια και πήραν χαρακτήρα εθνικοαπελευθερωτικό. Η ομάδα αυτή φανερώνει τον περιορισμό της δράσης ενός Τούρκου δυνάστη, τον «Γκέκα ή Γκέγκανου» και της αρπακτικής του όρεξης για μια ντόπια κοπέλα, της γνωστής στο δρώμενο «Κοκόνας». Όμως τα παλικάρια, του απαγάγουν μαζί με την κοπέλα και τον οδηγούν δέσμιο και δεσμώτη πια, σε κωμικούς και χορευτικούς εξευτελισμούς. Αργότερα, κύρια μετά την απελευθέρωση από τους Τούρκους, το έθιμο συνδέθηκε με πολλά σκωπτικά τραγούδια και αφορούσε τη διακωμώδηση ανθρώπων τον χωριού. Απλώθηκε δηλαδή σε ερωτοδουλειές, σε κοινωνικές αποτυχίες, σε απαγωγές κοριτσιών κ.ο.κ. Αρκετές φορές περιλάμβαναν σ’ αυτά τα τραγούδια και τους ξενιτεμένους της Κλεισούρας με τα ατοπήματα που δημιουργούσαν και τους έβγαζαν τα άπλυτα στη φόρα.

Το έθιμο πύκνωσε αργότερα και για πολλές δεκαετίες, δύο μήνες πριν, ετοιμάζονταν οι παρέες, οι τάϊφες, που θα το απάρτιζαν. Και ήταν τρεις ή τέσσερις ή και περισσότερες οι παρέες (οι γέροντες, οι μεσήλικες, οι νέοι και οι μικροί). Βα να αντράμου (=Θα γίνουμε) ήταν η φράση που πηγαινοερχόταν στα στόματά τους. Κάθε παρέα αποτελείται από τα εξής «πρόσωπα »:
α. Τον «Τσερκέζο». Είναι ο επικεφαλής της ομάδας, είναι αυτός που την διευθύνει. Είναι ντυμένος με μαύρο μάλλινο παντελόνι, μαύρο πουκάμισο και αμάνικο γιλέκο και φορά τσαρούχια. Δεν φοράει μάσκα στο χέρι κρατά γκλίτσα με την οποία διευθύνει την παρέα προπορευόμενος αυτής.
β. Τον «Γκέκα». Είναι ο Τούρκος που έχει αρπάξει την «Κοκόνα». Φοράει μαύρο κοντό ως το γόνατο παντελόνι με μάλλινο καλτσόν από κάτω και τσαρούχια, πουκάμισο και γιλέκο με υπέροχα κεντήματα, μεταξωτό μαντήλι στο κεφάλι και μάσκα στο πρόσωπο. Χαρακτηριστικό είναι το τούρκικο γιαταγάνι που φέρει στη μέση, δεμένο με δύο πολύχρωμα ζωνάρια,. Θα γίνουμε
γ. Την «Κοκόνα». Είναι η βασική γυναικεία μορφή της ομάδας που την παριστάνει πάντα άνδρας, μια και στο έθιμο συμμετέχουν μόνο άνδρες. Η κοκόνα παλιότερα φορούσε την τοπική φορεσιά που αργότερα αντικαταστάθηκε από ευρωπαϊκά ρούχα. Στο χέρι κρατά μια ομπρέλα (παρασόλι). Αφού χορέψει θα γυρίσει την ομπρέλα ανάποδα και θα μαζέψει φιλοδωρήματα από τους θεατές μέσα σ’ αυτήν.
δ. Τους «Αργκουτσιάρηδες». Είναι ντυμένοι με τους τοπικούς μαύρους ντουλαμάδες, τους μανδύες, στολισμένους στο στήθος, στις τσέπες, στα μανίκια και στην αριστερή κάτω άκρη τον μανδύα με κόκκινο βελούδο κεντημένο με χρυσοποίκιλτα σιρίτια.. Φορούν επίσης μαύρο πουκάμισο με σιρίτια στο στήθος και στα φαρδιά μανίκια στους ώμους του πουκαμίσου υπάρχει κέντημα με πούλιες και κουμπάκια. Η φορεσιά συμπληρώνεται με δύο μονόχρωμα ζωνάρια, το φυσεκλίκι, την κάμα (= ξιφολόγχη), το μεταξωτό μαντίλι που δένεται με έναν μεγάλο κόμπο στην αριστερή πλευρά τον κεφαλιού και την μάσκα. Έχει σαν βάση ένα άσπρο προσωπείο με κόκκινα χείλη και κόκκινη μετωπική ταινία. Η προσωπίδα ζώνεται με δέρμα λαγού που μιμείται τα γένια και είναι στολισμένη μ’ ένα μεγάλο μαύρο μουστάκι φτιαγμένο από μαλλί προβάτου. Κοσμήματα έχουμε μόνο επιστήθια. Η μάσκα εσωτερικά είναι καλυμμένη με κερί για να μην καταστρέφεται από την υγρασία που δημιουργούν ήθως σταυρωτό κιουστέκι ή αλυσίδες με νομίσματα και έναν σταυρό. Για το γιορτάσι αυτό έφερναν τους ζουρνάδες και τα νταούλια (βλαχ. τάμπανλι), από τη Γουμένισσα ή την Αλεξάνδρεια. Καμιά φορά τα ρόλο αυτό αναλάμβαναν και ντόπιοι οργανοπαίχτες (ζουρνατζήδες).

Κάτω λοιπόν από τον μαγικό θόρυβο του αυλού, σαν τους κορύβαντες της αρχαίας Ελλάδας, χόρευαν και χαλούσαν τον κόσμο οι καρναβαλοπαρέες της Κλεισούρας. Πρώτα στο παζάρι, ας ήταν και όγκοι τα χιόνια, ύστερα μέσα στο καφενείο και μετά από σπίτι σε σπίτι. Η παράδοση ρίζωσε στο χωριό μας σήμερα οι στολές που κατασκευάζονται από τις γιαγιάδες για τα εγγόνια, παραδίδονται από τον παλιότερους στους πιο νέους. Ο τεχνικός πολιτισμός, η πολυποίκιλη σύγχρονη εξέλιξη δεν σταμάτησε το έθιμο. Στάθηκε όρθιο και ριζοβολάει ακόμη και σήμερα, πάντα νέο, ακμαίο και αναβαπτισμένο και αξίζει έπαινος σ’ αυτούς που το συνεχίζουν. 


Σιώκης Δημ. Νικόλαος, «Τα Αργκουτσιάρια στην Κλεισούρα Καστοριάς», Πρακτικά του 16ου Διεθνούς Συνεδρίου για την Έρευνα του Χορού «Ο χορός ως άυλη κληρονομιά», Κέρκυρα 30 Οκτωβρίου – 3 Νοεμβρίου 2002, Ίδρυμα Δώρα Στράτου & Διεθνής Οργάνωση Λαϊκής Τέχνης, Αθήνα 2002, σ. 339-348

8