Ήθη και έθιμα

Βέροια 1908, Κατάδηση του Τιμίου ΣταυρούΚăρτ6ούν αλ Αρμăν’ ντι Βέργια
Τα Χριστούγεννα (Κăρτ6ούν) είναι μια από τις μεγαλύτερες γιορτές της Χριστιανοσύνης. Η νηστεία αυτής της Σαρακοστής ξεκινάει από τη γιορτή του Αγίου Φιλίππου (14 Νοεμβρίου). Πριν τα Χριστούγεννα οι Βλάχες της Βέροιας καθάριζαν τα σπίτια τους και έφτιαχναν τα γλυκά τους (κουραμπιέδες, ρεβανί, μπακλαβά, κλπ). Σαν Χριστόψωμο έφτιαχναν το γνωστό επτάζυμο ψωμί( φταζμίτκου πăνι), το οποίο ήταν ένα ποιοτικό, αφράτο και μυρωδάτο ψωμί φτιαγμένο με μαγιά από ρεβίθι. Η Βλάχα ασχολούνταν σχεδόν μια ημέρα για να το πετύχει και όταν το έφτιαχνε, δεν ήθελε κανέναν δίπλα της για να μην ‘ματιαστεί’ και δεν φουσκώσει όπως έπρεπε. Η αλήθεια ήτανε ότι η παρασκευή του ήθελε πολύ προσοχή και κατάλληλη θερμοκρασία.

 

 

Την Παραμονή των Χριστουγέννων (Πρίντου Κăρτ6ούν) τα παιδιά έλεγαν τα κάλαντα (Κόλιντι) στα σπίτια των συγγενών και φίλων τους. Με τις ματσούκες ( τ6ουμάκăτς) χτυπούσαν τις πόρτες και όταν τους άνοιγαν, αυτά έλεγαν:

«Κόλιντι μέλιντι, ντεν μαϊ κουλάκλου, ŝi bãnetzi paplu , κă σαφλέ Χριστόλου, του παχνί αλ μπόϊλăρ, ντι φρίκă αλ Οβρέϊλορ = Κόλιντα μέλιντα ,δώσε γιαγιά την κουλούρα ,να ζήσει ο παππούς, γιατί γεννήθηκε ο Χριστός ,στο παχνί των βοδιών ,από τον φόβο των Εβραίων».

Μετά έμπαιναν στα σπίτι και τους έδιναν αλάτι , τα παιδιά το ρίχνανε στο τζάκι για να ‘παρπαρίσει’ η φωτιά και έτσι συμβολικά εύχονταν στο σπιτικό:

«6ι τζουάκă έζιι, ζμπăνάτζă νιέρλι, βιάστιλι 6ι τζινιράτς = Να χορέψουν τα κατσίκια ,να ζήσουν τα αρνιά, οι νύφες και οι γαμπροί».

Στο τέλος η νοικοκυρά έδινε, ή έριχνε στο πάτωμα ξεραμένα σύκα, ξυλοκέρατα, καρύδια, στραγάλια, καραμέλες κλπ. (συμβολικά, με τον βλάχικο τρόπο, όπως τρέχουν τα πρόβατα και τα γίδια ,έτσι έτρεχαν και τα παιδιά) .

Την Παραμονή επίσης των Χριστουγέννων έσφαζαν το γουρούνι (τιλιέ πόρκουλου). Κάθε σπίτι είχε και ένα καλά ταϊσμένο ( χăρνίτου) γουρούνι, προετοιμασμένο για αυτόν τον σκοπό. Το τάϊζαν περισσότερο με καλαμπόκι (κăτσăμάκλου = κατσαμάκι), πίτουρα, ζεστό νερό , αλάτι και έπρεπε να γίνει πάνω από 90 κιλά. Το σφάξιμο του γουρουνιού ήταν πραγματική ιεροτελεστία και ανάγεται στις θυσίες στους θεούς αποκλειστικά με χοίρους, που έκαναν οι αρχαίοι (Έλληνες και Λατίνοι ) στις 17-25 Δεκεμβρίου. Για το σφάξιμο του γουρουνιού χρειάζονταν 3 και παραπάνω άντρες και ο σφάχτης έπρεπε να ήταν έμπειρος. Μετά το σφάξιμο και πριν το γδάρσιμο του, το σταυρώνανε για να φύγουν τα κακά πνεύματα. Η νοικοκυρά με ένα φτυάρι με λίγο κάρβουνο και ‘θυμιάμα’ το θυμιάτιζε, έβαζε ένα κρεμμύδι (τσιάπρă) στο στόμα του ζώου, το σταύρωνε και μετά το γυρνούσε σε όλους τους παρευρισκομένους ,οι οποίοι έσκυβαν με ευλάβεια 3 φορές κι έλεγαν: «Αϊντενα ίντι, μα μάρι = Του χρόνου μεγαλύτερο». Τα παιδιά περίμεναν να βγάλουν τη φούσκα, δηλαδή την ουρήθρα (κι6ιτούρα) γιατί ήθελαν να την χρησιμοποιήσουν ως μπάλα , για να παίξουν. Από τα εντόσθια (ιχικάτιλι) του ζώου την Παραμονή ,εκεί επί τόπου, τηγάνιζαν μεζέδες και όλη η παρευρισκόμενη παρέα έπινε ρακί. Τεμαχίζανε το γουρούνι ,τα κομμάτια τα ξεχωρίζανε(λă μπăρτσă ) και τα κρεμούσαν.

Την άλλη ημέρα το επεξεργάζονταν από το πρωί γιατί τότε κόβονταν πιο καλά (ήταν κρύο) και συνέχιζαν το φαγοπότι.. Σημαντικό βέβαια φαγητό ήταν και οι βλάχικοι (σăρμάτζ) σαρμάδες (λαχανοντολμάδες- συμβολισμός του τυλίγματος του νεογέννητου Χριστού με τα πανιά). Οι σαρμάδες γίνονταν πιο νόστιμοι με τα κομμάτια από λίπος του γουρουνιού. Ξεχώριζαν όλα τα μέρη του γουρουνιού: λίπος (παστόλου), ψαχνό (ψαχνόλου ), κόκαλα με κρέας (ουόσιλι κου κάρνι), πλευρά (πλιβρέτς), κεφάλι (κάπλου), πόδια ( τσουάρλι) γιατί όλα έπρεπε να χρησιμοποιηθούν. Τίποτε δεν πήγαινε χαμένο ακόμα και το τομάρι , που το έγδερναν (μπιλιέστι ) με προσοχή , το χρησιμοποιούσαν για να φτιάξουν γουρουνοτσάρουχα.

Το κρύο (αράτσι) παστό το έκοβαν κομματάκια ,τα έβαζαν σε καζάνια με φωτιά και το έλιωναν (τουκίν) για να βγάλουν την ‘λίγδα’ = λίπος, την οποία χρησιμοποιούσαν σαν λάδι για το φαγητό όλη τη χρονιά και την διατηρούσαν σε ‘γκαζίνες’ (τενεκέδες). Ότι έμενε από το λιωμένο παστό ήταν οι ‘τσιγαρίδες’ (υπέροχος μεζές).

Οι Βλάχοι δεν χρησιμοποιούσαν ελαιόλαδο (όπως και όλοι οι ορεισίβιοι) αλλά και γενικά όλος ο τότε κόσμος, γιατί το ελαιόλαδο ήταν ακριβό. Το κρέας το ‘πάστωναν’ και το διατηρούσαν σε κρύο μέρος σε κομμάτια (δεν υπήρχαν ψυγεία ). Τα πλευρά και τα κόκαλα με κρέας τα διατηρούσαν για να φτιάξουν κεμπάπ και κοντοσούβλια για το μέλλον , το κεφάλι και τα πόδια για πατ6ά. Το ψαχνό το είχαν για μαγειρευτό φαγητό και βέβαια με αυτό έφτιαχναν τα πεντανόστιμα σπιτικά λουκάνικα , τεμαχίζοντάς το σε λεπτά κομμάτια κρέας (σαν κιμά) , με μπαχαρικά και κομμάτια λίπος ,όλα βαλμένα μέσα στα έντερα του γουρουνιού (μάτσăλι ντι πόρκου).

 

(λέξεις σε ορισμένες παρενθέσεις είναι στα βλάχικα, ă = άφωνο φωνήεν,  6 = σίγμα παχύ)

(Πληροφοριοδότες: Τσιαμήτρος Κώστας (Ψωμάς), Τσιαμήτρου Βασιλική, Τσιαμήτρος Ηλία Γιάννης (Ψωμάς), Χοντραντώνης Κώστας, Κουκουτέγος Γιάννης ,Κουυκουτέγος Γιώργος, Τσιαμήτρος Αντώνης (Γιάντσος) και Χαζημασούρας Γιώργος).

 

Ιωάννης Τσιαμήτρος
Εκπαιδευτικός – Χοροδιδάσκαλος
24/12/2010


 

8