Περιηγήσεις

ΚαλαρρύτεςΘα ήταν αδιανόητο να εγκαταλείψουμε το Συρράκο, χωρίς να γευτούμε την εμπειρία ν' ακολουθήσουμε τα χνάρια τόσων γενιών στο δύσκολο μονοπάτι που διασχίζει το Φαράγγι του Χρούσια και κάποτε αποτελούσε την μοναδική οδό σύνδεσης των δύο γειτονικών χωριών, των Καλαρρυτών και του Συρράκου. Μια ξύλινη πινακίδα στο κέντρο του χωριού μας δείχνει την κατεύθυνση ανατολικά προς Καλαρρύτες. Βαδίζουμε αρχικά σ' ένα παλιό καλντερίμι που μετά από λίγο συναντάει ένα καινούργιο. Σε ελάχιστα λεπτά φτάνουμε στην ανατολική έξοδο του χωριού, όπου μπορεί να φτάσει κανείς και με αυτοκίνητο. Το πρόσφατο ανακαινισμένο καλντερίμι κατηφορίζει με έντονη κλίση στην απότομη πλαγιά του φαραγγιού, αντίθετα όμως από ό,τι θα περίμενε κανείς είναι αρκετά κακότεχνο και προχειροφτιαγμένο. Απουσιάζει η λεπτοδουλειά, το φινίρισμα της πέτρας και γενικά το μεράκι των παλιών μαστόρων. Θα περιμέναμε από τους σύγχρονους τεχνίτες μεγαλύτερη ευαισθησία στην ανακατασκευή αυτής της παραδοσιακής χερσαίας οδού, που ένωνε τα δύο χωριά. Το αποτέλεσμα είναι απογοητευτικό, τόσο για την αισθητική μας όσο –και κυρίως– για τα πόδια μας, που ταλαιπωρούνται αρκετά. 

Μετά από μερικά λεπτά συναντάμε και τμήματα του παλιού καλντεριμιού, που δυστυχώς παραμένει ασυντήρητο και αρκετά δύσβατο ανάμεσα στα χόρτα. Αυτές ωστόσο οι διαπιστώσεις μας δεν μειώνουν την συνολική αίσθηση που αποπνέει το φαράγγι. Βράχοι κατακόρυφοι, με ύψος δυσθεώρητο, ορθώνονται σαν ένα συμπαγές τείχος, τόσο πάνω απ' τα κεφάλια μας όσοκαι στην αντικρινή πλαγιά, δημιουργώντας μια πελώρια φυσική ρωγμή, άγριο μεγαλείου και απίστευτης ομορφιάς. Πυκνότατη βλάστηση με φράξεις, κέδρα, πουρνάρια και πλατάνια συνοδεύουν τα βήματά μας. Αναρίθμητα εκθαμβωτικά κίτρινα κρινάκια είναι σκαρφαλωμένα στις σχισμές των βράχων ή ξεφυτρώνουν ανάμεσα στα πόδια μας, μετριάζοντας με την ειδυλλιακή τους παρουσία την άγρια εικόνα της χαράδρας. Ακόμα και αυτή τη στεγνή εποχή του έτους, το νερό σταλάζει από παντού, δημιουργώντας κρυστάλλινα ρυάκια, που καταλήγουν χαμηλά στον Χρούσια ποταμό. Ο υπόκωφος ήχος του νερού που μας συντροφεύει από την αρχή, γίνεται σε κάθε βήμα εντονότερος. Μετά από ένα δεκάλεπτο περίπου, η αθέατη ως εκείνη της στιγμή κοίτη, ξεπροβάλλει ανάμεσα στα πυκνά φυλλώματα των πλατανιών. Ένα στενό μονοπάτι ανηφορίζει για λίγο αντίθετα από τη ροή του ποταμού και σε δύο λεπτά μας οδηγεί στις νεροτριβές και στον παλιό νερόμυλο, που έχει θαυμάσια αναστηλωθεί αλλά είναι εξαιρετικά αμφίβολο αν ποτέ θα λειτουργήσει.
Επιστρέφοντας στο αρχικό μονοπάτι συναντάμε άλλον ένα νερόμυλο, ερειπωμένο, και μετά από λίγο φτάνουμε στο γεφύρι που συνδέει τις δύο όχθες του Χρούσια ποταμού. Κάποτε υπήρχε τοξωτή γέφυρα, που σύμφωνα με την παράδοση χτίστηκε επί πρωθυπουργίας Ι. Κωλέττη. Οι δύο πέτρινες βάσεις εξακολουθούν να παραμένουν, το 1928 όμως η γέφυρα καταστράφηκε και αντικαταστάθηκε με μια σιδερένια γέφυρα ανάγκης, ένα κατασκεύασμα παράταιρο μέσα στο συνολικό μεγαλείο της φύσης. Το μήκος της γέφυρας είναι 9 περίπου μέτρα. Ακόμη και στα μέσα Σεπτέμβρη το νερό κυλάει ορμητικά κάτω από τα πόδια μας. Το χειμώνα και την άνοιξη η στάθμη ανεβαίνει σημαντικά, όπως φαίνεται από τα ίχνη του νερού πάνω στους βράχους. Θα περίμενε κανείς, ότι βρισκόμαστε στο τέλος της διαδρομής μας, το φαράγγι μοιάζει αδιέξοδο. Πώς να φανταστεί ο ανυποψίαστος επισκέπτης, ότι η ανάγκη των παλιών οικιστών των δύο χωριών για επικοινωνία, τους ώθησε να λαξεύουν μια απίθανη σχεδόν δίοδο ανάμεσα σ' αυτές τις ιλιγγιώδεις ορθοπλαγιές!
Στενό μονοπάτι, μικρό πέτρινο εικονοστάσι, αμέσως μετά αρχίζω να μετράω σκαλοπάτια, κολλημένος σχεδόν πάνω στην κάθετη επιφάνεια των βράχων. Σκαρφαλώνουμε διαρκώς, 35 σκαλοπάτια, μικρή ανάσα μονοπατιού, ύστερα άλλα 62, η κοίτη ξεμακραίνει, μετά άλλα 50, το φαράγγι θεριεύει, το θέαμα γίνεται μεγαλειώδες, απερίγραπτο. Ιδρώτας πολύς, ανάσα γοργή από τα σκαλοπάτια και το δέος. Για λίγο το μονοπάτι ημερεύει, περνάει λαξευμένο κάτω από μια βραχοσπηλιά. Είν' ένα σημείο απρόσμενα φιλικό σ' αυτή την κατακόρυφη κόψη του βράχου, μα ταυτόχρονα και τόσο μοναχικό, που θα το ζήλευε κάθε ερημίτης. Πως νάταν άραγε μια νύχτα εδώ, πάνω απ' το φαράγγι, πλάι σε μια καλή φωτιά! Ίσως μόνον κάποιος παλιός βοσκός θα μπορούσε να απαντήσει.
Ένα σιδερένιο κιγκλίδωμα μας προστατεύει από τον γκρεμό, τα σκαλοπάτια στον βράχο τελειώνουν, μπαίνουμε σε ήπιο μονοπάτι, που περνάει ανάμεσα από δάσος πουρναριών. Ο Παναγιώτης μας εγκαταλείπει, θα επιστρέψει στο Συρράκο και θα πάει με το αυτοκίνητο να μας παραλάβει από τους Καλαρρύτες. Κάτω από τον φλογερό μεσημεριάτικο ήλιο προβάλλει απέναντί μας το ΒΑ τμήμα του Συρράκου, όπου δεσπόζει η εκκλησία της Παναγίας. Αυτή την εκπληκτική θέα του χωριού απολαμβάνουμε, προφυλαγμένοι στο κοίλωμα ενός βράχου. Επίπεδο πια το μονοπάτι, περνάει ανάμεσα από κέδρα και πουρνάρια, μας ταλαιπωρεί για λίγο με μια τελευταία ανηφόρα και μετά δίνει τη τη θέση του σε καινούργιο καλντερίμι.
Πίσω μας το Συρράκο χάνεται, παύει να μας συντροφεύει. Στα μάτια μας προβάλλουν οι Καλαρρύτες, μια ώρα μετά την έναρξη της πορείας μας. Διασχίζουμε το ωραίο χωριό και καταλήγουμε πάνω απ' την πλατεία στο παμπάλαιο και γραφικότατο καφενεδάκι του Ναπολέοντα, ιδιοκτήτη τέταρτης γενιάς. (Τηλ. ταβέρνας και ξενώνα Ναπολέοντα: 2659061518). Ο φίλος μας απουσιάζει για ψώνια στα Ιωάννινα, μας υποδέχεται η Κυρά–Κατίνα η μητέρα του, καλοσυνάτη και αεικίνητη στα 77 της χρόνια. Μας κερνάει δροσερό νερό και ωραίο τσιπουράκι. Δεν χρειαζόμαστε τίποτε άλλο.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Πριν χαθεί το Συρράκο από τα μάτια μας, ανηφορίζουμε στο λόφο του Αϊ–Γιώργη. Ατενίζουμε για τελευταία φορά την Αετοφωλιά της Πίνδου, συνοψίζουμε τις εντυπώσεις μας και στέλνουμε χαιρετισμούς και ευχαριστίες στους καλούς μας φίλους.
Ο ήλιος χαμηλώνει μέσα στα χρώματα της δύσης, το Συρράκο βυθίζεται στη σκιά, έρχονται στο νου μας τα λόγια του Κρυστάλλη:
«Πίσω από μακρινές κορφές
ο ήλιος βασιλεύει
και τ' ουρανού τα σέννεφα
χίλιες βαφές αλλάζουν»

www.syrrako.gr

8