Πολιτισμός

 Κοπάδι στην Βάλια Κάλντα. Το χωριό Περιβόλι βρίσκεται στο νομό Γρεβενών. Οι κάτοικοι του είναι βλαχόφωνοι και ακολουθούν τον ημινομαδικό τρόπο ζωής. Δηλαδή τους ανοιξιάτικους και καλοκαιρινούς μήνες τους περνάνε στα βουνά ενώ τους χειμωνιάτικους στα χειμαδιά. Στην περιοχή της Μαγνησίας εντοπίζουμε Περιβολιώτες εγκατεστημένους στο Βελεστίνο, μέρος που αποτελεί και τον κυριότερο τόπο χειμερινής τους διαμονής, στο Μικρό Περιβολάκι, χωριό το οποίο κατοικείται εξ’ ολοκλήρου από Περιβολιώτες, στα Κανάλια, στην Αγία Παρασκευή Βόλου, της οποίας ο αρχικός πυρήνας αποτελούνταν από Περιβολιώτες, στην Άλλη Μεριά καθώς και μεμονωμένους στην πόλη του Βόλου. Επίσης Περιβολιώτες βρίσκονται στα χωριά της Λάρισας, Νέο Περιβόλι, Καλοχώρι, Χειμάδι, Μακρυχώρι, Αγναντερή. Ακόμα Περιβολιώτες κατοικούν στα χωριά Σκυλίτσι, Σταυρός και Διαβατό, κοντά στη Βέροια, καθώς και στα Γρεβενά, στα Τρίκαλα (στη συνοικία Κουτσομήλια), στη Θεσσαλονίκη και την Αθήνα1 . Εξετάζοντας κάποιος τις επαγγελματικές ασχολίες των κατοίκων του χωριού θα εντυπωσιαστεί από την ποικιλία των δραστηριοτήτων στις οποίες επιδίδονταν οι Περιβολιώτες. 

Σε αντίθεση με την παγιωμένη αντίληψη που εξομοιώνει τον Βλάχο αποκλειστικά με τον κτηνοτρόφο, οι Περιβολιώτες, όπως και οι υπόλοιποι Βλάχοι, θα μπορούσαμε να πούμε ότι αναδεικνύονται σε παντεχνίτες, ασχολούμενοι με τον πρωτογενή και δευτερογενή τομέα αλλά και με το εμπόριο, τις μεταφορές και την επιστήμη.

Στην παρούσα εργασία θα εξετάσουμε αυτή την ποικιλία στις επαγγελματικές ασχολίες των Περιβολιωτών στηριζόμενοι κυρίως σε στοιχεία που μας παρέχει ο εκλογικός κατάλογος του χωριού, ο οποίος συντάχτηκε το 1914. Ο κατάλογος περιλαμβάνει 932 εγγραφές. Αναφέρεται το επώνυμο, το όνομα, το όνομα πατρός, το έτος γέννησης ,το επάγγελμα και ο τόπος κατοικίας (σε όλους αναφέρεται το Περιβόλι). Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι στη στήλη του επωνύμου καταγράφεται σε αρκετές περιπτώσεις και το οικογενειακό παρωνύμιο (π. χ. Αποστολίνας ή Τέφας, Αποστολίνας ή Μποτζέλης, Τάχος ή Σατραζέμης) 2 .Αξιοσημείωτος επίσης είναι ο μεγάλος αριθμός των επωνύμων που έχουν πάψει πλέον να συναντιούνται στο χωριό, όχι μόνο στις μέρες μας, αλλά εδώ και πολλά χρόνια.

Μέσα από τον εκλογικό κατάλογο επιβεβαιώνονται τόσο οι προφορικές όσο και οι γραπτές μαρτυρίες που αναφέρουν ότι το Περιβόλι ήταν ένα χωριό κυρίως κιρατζήδων, κτηνοτρόφων και υλοτόμων. Πράγματι με τα τρία αυτά επαγγέλματα ασχολούνταν το 50,2 % του συνόλου των εργαζομένων. Συγκεκριμένα αναγράφονται 255 αγωγιάτες, 154 κτηνοτρόφοι και 67 υλοτόμοι.

Εντύπωση προκαλεί ο αριθμός των εργατών, ο οποίος είναι 182, μεγαλύτερος ακόμα και από αυτόν των κτηνοτρόφων. Σίγουρα θα μπορούσαμε να δικαιολογήσουμε έναν αριθμό εργατών, δεχόμενοι ότι ορισμένοι Περιβολιώτες απασχολούνταν ως εργάτες στα αστικά κέντρα στα οποία παρέμεναν το χειμώνα. Ο αριθμός τους όμως θα έπρεπε σίγουρα να είναι κατά πολύ μικρότερος. Πώς εξηγείται λοιπόν αυτό το πλήθος των εργατών;

 Περιβολιώτες που γύρισαν απο την Αμερική μετά απο πολλά χρόνια για αυτό διακρίνονται οι περισοτεροι με άσπρες καινούργιες φορεσιές Η εξήγηση θα πρέπει να αναζητηθεί στους μετανάστες στην Αμερική. Σύμφωνα με τα στοιχεία από την επίσημη ιστοσελίδα του Ellis Island, την περίοδο 1902-1924 τουλάχιστον 189 άτομα έχουν φτάσει από το Περιβόλι στην Αμερική3 . Συγκρίνοντας τα στοιχεία από την ιστοσελίδα του Ellis Island και τον εκλογικό κατάλογο βλέπουμε ότι τουλάχιστον οι 52 από τους 182 εργάτες είναι μετανάστες στην Αμερική. Θα μπορούσαμε ενδεικτικά να αναφέρουμε την περίπτωση του Δημήτριου Τέτσα, ο οποίος αναφέρεται στον εκλογικό κατάλογο του 1914 ως εργάτης ενώ από το 1909 βρίσκεται στην Αμερική. Το ίδιο συμβαίνει και με τους υπόλοιπους εργάτες.

Εκτός όμως από τις τέσσερεις παραπάνω επαγγελματικές κατηγορίες, στο Περιβόλι παρατηρείται ποικιλία επαγγελμάτων καθώς αναφέρεται η ύπαρξη κρεοπωλών, παντοπωλών, εμπόρων, ραφτών, τσαρουχάδων, αρτοποιών αλλά και επιστημόνων. Συνολικά αναφέρονται 43 διαφορετικά επαγγέλματα. Σύμφωνα με τα στοιχεία και εξετάζοντας τα δεδομένα της εποχής θα μπορούσαμε να πούμε ότι το Περιβόλι ήταν σε πολύ μεγάλο ποσοστό ένα αύταρκες χωριό.

 

ΕΠΑΓΓΕΛΜΑ

ΑΡΙΘΜΟΣ

ΕΠΑΓΓΕΛΜΑ

ΑΡΙΘΜΟΣ

ΕΠΑΓΓΕΛΜΑ

ΑΡΙΘΜΟΣ

ΕΠΑΓΓΕΛΜΑ

ΑΡΙΘΜΟΣ

Αγωγεύς

255

Σανδαλοποιός

15

Ζωέμπορος

3

Εργολάβος

1

Εργάτης

182

Καραγωγεύς

12

Ιατρός

3

Κηροποιός

1

Ποιμήν

145

Αρχιποιμήν

9

Ιερεύς

3

Μάγειρος

1

Υλοτόμος

67

Ξενοδόχος

8

Καφεπώλης

3

Μαθητής

1

Κρεοπώλης

28

Αγροφύλαξ

7

Υπηρέτης

3

Μαχαιροποιός

1

Αρτοποιός

23

Γεωργός

6

Βιβλιοπώλης

2

Μυλοθρός

1

Κτηματίας

23

Διδάσκαλος

6

Επιστάτης

2

Οινοπνευ/ποιός

1

Ράφτης

23

Σαγματοποιός

5

Λαναράς

2

Πρόεδρος

1

Έμπορος

21

Αλευροπώλης

4

Λιναράς

2

Στραγαλοποιός

1

Παντοπώλης

18

Χρυσοχόος

4

Γραμματεύς

1

Ταχυδρόμος

1

Στρατιώτης

16

Δικολάβος

3

Εμποροϋπάλληλος

1

Εργολάβος

1

 

 

Ας εξετάσουμε κάπως διεξοδικότερα μερικές από αυτές τις επαγγελματικές ομάδες. Η πιο πολυάριθμη στο Περιβόλι είναι οι αγωγιάτες, οι κιρατζήδες. Πρόκειται για ένα κοινό επάγγελμα όχι μόνο στους Περιβολιώτες αλλά στους περισσότερους Βλάχους. Οι συχνές μετακινήσεις τους, που δημιούργησαν την ανάγκη κατοχής μεγάλων ζώων, ικανών για μεταφορές φαίνεται πως ευνόησαν την ανάπτυξη του επαγγέλματος του κιρατζή.

Η ακμή του επαγγέλματος τοποθετείται από τα μέσα του 17ου αιώνος μέχρι τα μέσα περίπου του 19ου. Η ανάπτυξη των ελληνικών βιοτεχνικών προϊόντων την εποχή εκείνη οδήγησε στον πολλαπλασιασμό των μέσων μεταφοράς και συγχρόνως στην καλύτερη οργάνωσή τους. Τα καραβάνια των Περιβολιωτών την εποχή εκείνη εκτελούσαν μακρινά δρομολόγια. Ταξίδευαν στο Μπεράτι, στον Αυλώνα, στο Μοναστήρι, στη Θεσσαλονίκη, στην Κωνσταντινούπολη. Ακόμη έφταναν σε μεγάλες ευρωπαϊκές πόλεις., όπως το Βελιγράδι, το Σεμλίνο, τη Βουδαπέστη, τη Βιέννη, το Βουκουρέστι.4

Τα ταξίδια αυτά ήταν πολυήμερα και ιδιαίτερα κοπιαστικά και δύσκολα. Οι κιρατζίδες ταξίδευαν κατά μέσο όρο 8 ώρες τη μέρα. Ξεκινούσαν πριν την αυγή, σταματούσαν τo μεσημέρι και ξεκινούσαν πάλι το απόγευμα, όταν δρόσιζε. Οι στάσεις, τα κονάκια, γίνονταν σε καθορισμένα σημεία. Είτε σε χάνια και καραβάν – σεράια είτε σε μέρη στην ύπαιθρο που έπρεπε να είναι απαραιτήτως κοντά σε νερό και να εξασφαλίζουν χορτάρι για τη βοσκή των ζώων. Κάθε ταξίδι καθοριζόταν από τα κονάκια που έπρεπε να κάνουν.

Ας παρακολουθήσουμε τη διαδρομή που, σύμφωνα με τις γραπτές πηγές, θα μπορούσε να ακολουθεί το 19ο αιώνα ένα καραβάνι από το Περιβόλι μέχρι το Βουκουρέστι. Από το Περιβόλι περνώντας τα Γρεβενά, τη Σιάτιστα, την Κοζάνη, το Καϊλάρ, σημερινή Πτολεμαϊδα, τη Φλώρινα έφτανε στα Μπιτώλια (Μοναστήρι). Από εκεί διέσχιζε τα εδάφη της Πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας και σταματούσε στο χωριό Κρίβα Παλάνκα, στα σημερινά σύνορα με τη Βουλγαρία. Στη Βουλγαρία από το Κισταντίλ έφτανε στο Καρά Μουσταφαλάρ. Από εκεί μέσω του δρόμου που περνούσε από το Τίρνοβο έφτανε στο Σιστόβι και τη Ζεμενίτζα. Έπειτα πλέοντας το Δούναβη μετά από δεκαοχτώ ώρες έφτανε στις περιοχές κοντά στο Βουκουρέστι. Ολόκληρο το ταξίδι διαρκούσε περίπου 206 ώρες. 5

Στα ταξίδια τους αυτά οι κιρατζίδες μετέφεραν βαμβάκι από τη Θεσσαλία, νήματα από τα Αμπελάκια, υφαντά, δέρματα, μετάξι από την Αγιά και το Πήλιο και επιστρέφοντας έφερναν μαζί τους βιομηχανικά προϊόντα από τις ευρωπαϊκές πόλεις, όπως τσόχες, υφάσματα, γυαλικά, σιδερικά, επιχρυσώματα.

Κάθε κιρατζής είχε συνήθως στην κατοχή του πέντε έως και δεκαπέντε μουλάρια και ένα άλογο και κάθε καραβάνι συγκροτούνταν από εκατό έως εκατόν πενήντα ζώα. Έχουμε πληροφορίες όμως ότι έχουν συγκροτηθεί καραβάνια από πολύ μεγαλύτερο αριθμό ζώων. Συγκεκριμένα ο Henry Holland μας αναφέρει ότι το 1810 ένας Γερμανός έμπορος είχε αποστείλει από τη Θες/νίκη μια ομάδα από χίλια εκατό άλογα, τη μεγαλύτερη μέχρι εκείνη την εποχή. 6

Κάθε καραβάνι συγκροτούνταν από πολλούς κιρατζίδες, οι οποίοι διάλεγαν έναν υπεύθυνο, που ονομαζόταν Κάπο-Καρβάνης. Αυτός ήταν υπεύθυνος να βρει αγώγι, να πληρωθεί και να μοιράσει τα χρήματα στον κάθε κιρατζή ανάλογα με τα μουλάρια του. Κάθε κιρατζής μπορούσε να ελέγχει περίπου πέντε ή έξι μουλάρια. Αν είχε παραπάνω έπαιρνε στην κατοχή του και βοηθό.

Μετά τα μέσα του 19ου αιώνα, με την ανάπτυξη των συγκοινωνιών και κυρίως του σιδηροδρόμου, το επάγγελμα άρχισε να παρακμάζει. Τότε τα δρομολόγια των κιρατζίδων γίνονται πιο κοντινά. Συνήθως κουβαλάνε στάρι από την Καλαμπάκα προς το Περιβόλι και άλλα ορεινά χωριά, σανίδια από τα νεροπρίονα του Περιβολίου προς τα Γιάννενα και άλλες πόλεις της Ηπείρου, προϊόντα από τον κάμπο προς το Πήλιο, απ’ όπου έφερναν λάδι, ελιές και μήλα. Ένα ακόμα συνηθισμένο δρομολόγιο ήταν η μεταφορά των οικογενειών των Περιβολιωτών από τα χειμαδιά προς τα βουνά.7

Δεύτερη επαγγελματική ομάδα αναδεικνύονται οι κτηνοτρόφοι. Στον εκλογικό κατάλογο αναφέρονται 145 άτομα ως ποιμένες και ακόμα 9 ως αρχιποιμένες. Προφανώς με τον όρο αρχιποιμένες εννοούνται οι τσέλιγκες.

Το τσελιγκάτο ήταν ένα είδος άτυπου συνεταιρισμού ανάμεσα σε κτηνοτρόφους. Πέντε έως δέκα ίσως και περισσότεροι κτηνοτρόφοι ένωναν τα κοπάδια τους δημιουργώντας έτσι ένα μεγάλο κοινό κοπάδι. Στο τσελιγκάτο ο κτηνοτρόφος με τα περισσότερα πρόβατα, κατά κανόνα πάνω από 800, γίνεται τσέλιγκας. Από τους υπόλοιπους, όσοι έχουν γύρω στα 100- 200 ονομάζονται σμίχτες, ενώ όσοι έχουν λιγότερα είναι οι τσοπάνηδες. Ο κάθε κτηνοτρόφος είχε την απόλυτη κυριότητα πάνω στο κοπάδι του, το οποίο σημάδευε για να ξεχωρίζει από τα άλλα.

Ο τσέλιγκας έχει το γενικό πρόσταγμα του τσελιγκάτου, το κουμάντο. Οι υπόλοιποι υπακούν στις αποφάσεις του γι’ αυτό και ο τσέλιγκας πρέπει να είναι έξυπνος, ικανός στις διαπραγματεύσεις αλλά και στη διαχείριση των διαφόρων κρίσεων που ενδεχομένως προκύψουν και να εμπνέει το σεβασμό. Ένας νεαρός θα ήταν αρκετά δύσκολο να αναλάβει το ρόλο του τσέλιγκα. Είναι χαρακτηριστικό ότι από τους εννέα αρχιποιμένες, που βρίσκουμε στο Περιβόλι το 1914, μόνο ένας είναι κάτω των πενήντα ετών, ο Γεώργιος Τσουκαντάνας που είναι 45. Οι υπόλοιποι επτά είναι ανάμεσα στα πενήντα και στα εξήντα ενώ ο μεγαλύτερος σε ηλικία είναι ο Ιωάννης Σκρίμπας, ογδόντα ετών. Ο τσέλιγκας εκπροσωπεί το τσελιγκάτο σε όλες τις εμπορικές υποθέσεις. Τα έξοδα του κοπαδιού αλλά και οι πωλήσεις των προϊόντων γίνονται από κοινού. Ο τσέλιγκας κάνει τις διαπραγματεύσεις αλλά γυρνώντας στο κοπάδι ενημερώνει τους υπόλοιπους κτηνοτρόφους. Αυτοί σημειώνουν και ουσιαστικά διατηρεί ο καθένας μια κατάσταση εσόδων- εξόδων. Η εκκαθάριση γίνεται δύο φορές το χρόνο. Μία την άνοιξη και μία το φθινόπωρο. Σαν συμβολικές ημερομηνίες χρησιμοποιούνται η 23η Απριλίου, γιορτή του Αγίου Γεωργίου και η 26η Οκτωβρίου, γιορτή του Αγίου Δημητρίου. Η χρονική αυτή περίοδος ανάμεσα στις δύο παραπάνω ημερομηνίες ήταν και το διάστημα για το οποίο συμφωνούσαν να συνεργάζονται ο τσέλιγκας και οι σμίχτες και οι τσιομπαναραίοι8 . Με τη λήξη της περιόδου η συμφωνία μπορούσε είτε να ανανεωθεί για ένα εξάμηνο είτε ο κτηνοτρόφος να πάρει το κοπάδι του και να φύγει. Ο τσέλιγκας στην αρχή της περιόδου έδινε σε κάθε κτηνοτρόφο ένα ζευγάρι τσαρούχια και ένα φόρτωμα αλεύρι.

 Περιβολιώτες πριονάδες στη θέση ΜΠΑΪΤΑΝΗΠολυπληθή επαγγελματική ομάδα στο Περιβόλι αποτελούσαν και οι υλοτόμοι ή πριονάδες. Τα χιλιάδες στρέμματα δασικής έκτασης του χωριού χρησιμοποιούνταν για να εξυπηρετήσουν τις εγχώριες ανάγκες του σε ξυλεία αλλά και για εμπορικούς σκοπούς. Στον εκλογικό κατάλογο, 67 άτομα αναφέρεται ότι ασκούσαν το επάγγελμα του υλοτόμου ενώ μέχρι το 1930 υπάρχει η πληροφορία ότι λειτουργούσαν στο Περιβόλι 29 υδροπρίονα9 . Η επεξεργασία του ξύλου γινόταν στα νεροπρίονα. Η εφαρμογή του νεροπρίονου έχει αρκετά πλεονεκτήματα και ίσως μπορεί να θεωρηθεί η καταλληλότερη για την εκμετάλλευση του δασικού πλούτου, στο φυσικό περιβάλλον της ορεινής Ελλάδας. Έχει μικρό κόστος παραγωγής, αφού είναι φτιαγμένο σχεδόν εξ’ ολοκλήρου από ξύλο, λειτουργεί μόνο με την ενέργεια του νερού, μειώνει τον χρόνο παραγωγής και αυξάνει τη δυνατότητα παραγωγής πριονισμένης ξυλείας, η οποία χρησιμοποιείται για στέγες, πατώματα, κουφώματα.

Απαραίτητη προϋπόθεση για την καλή λειτουργία ενός νεροπρίονου ήταν η σωστή επιλογή του χώρου. Το νεροπρίονο έπρεπε καταρχήν να είναι εγκατεστημένο σε μέρος, όπου θα μπορούσε να εκμεταλλεύεται την ορμή και τη δύναμη από την πτώση του νερού. Επίσης θα έπρεπε να μπορεί να εξυπηρετεί και ορισμένες λειτουργικές ανάγκες όπως είναι η αποθήκευση, το στέγνωμα της παραγωγής και η ύπαρξη χώρου για την παραμονή των εργατών. Πολύ σημαντικό ήταν επίσης να βρίσκεται κοντά στον χώρο της υλοτομίας, προκειμένου να είναι πιο εύκολη η μεταφορά της κομμένης ξυλείας. Η μεταφορά γινόταν είτε με τα μουλάρια είτε κυλώντας τους κορμούς στις πλαγιές των βουνών. Το υλικό κατασκευής του νεροπρίονου ήταν το ξύλο10 .

Νεροπρίονο στο δάσος Περιβολίου στη θέση ΜπαϊτανηΤα νεροπρίονα δεν ήταν μόνιμα αλλά ο χρόνος λειτουργίας τους ήταν περιορισμένος. Γι’ αυτό τον λόγο ίσως και η κατασκευή ήταν αρκετά χαλαρή και όχι ιδιαίτερα στέρεη. Όταν τελείωνε η δουλειά σε ένα μέρος το νεροπρίονο διαλυόταν, ορισμένα κομμάτια, που μπορούσαν να ξαναχρησιμοποιηθούν μεταφέρονταν και ένα άλλο νεροπρίονο στηνόταν κάπου αλλού. Στη δημιουργία ενός νεροπρίονου συμμετείχαν αρκετά άτομα και μερικές φορές μπορούσαν να συμμετέχουν, ως μέτοχοι κατά κάποιο τρόπο, και μη υλοτόμοι11 . Οι υλοτόμοι ήταν οργανωμένοι σε συντεχνίες, τα λεγόμενα ισνάφια.

Δυναμικό ισνάφι στο Περιβόλι, στις παλαιότερες εποχές, φαίνεται ότι αποτελούσε εκτός από τους υλοτόμους και αυτό των ραφτάδων. Μάλιστα σε εικόνα που βρίσκεται στην κεντρική εκκλησία του Αγίου Γεωργίου υπάρχει χαραγμένο το εξής : δυα εξόδων ρουφετίων τερζήδων και έπειτα αναφέρονται τα ονόματα των ανθρώπων που αφιερώνουν την παραπάνω εικόνα. Ανάμεσα σε άλλα μπορούμε να διακρίνουμε τα ονόματα : νικολάου χρισοχόου, κυρ Γιάκου, στεργίου ιω. αδάμου, γεωργίου μίσιου, γεωργίου αποστολ12 . Οι τερζήδες ήταν η ειδική κατηγορία ραφτάδων που κεντούσαν με τις κλωστές τα σχέδια πάνω στις στολές. Στην εικόνα δεν υπάρχει ημερομηνία αλλά σε διπλανή εικόνα, παρόμοιας πιστεύω τεχνοτροπίας, βλέπουμε τη σημείωση : χειρ ιω. Καπεσοβήτου Αθανασίου 1770. Πιστεύω πως δε θα ήταν παρακινδυνευμένο να θεωρήσουμε ότι και η πρώτη εικόνα φιλοτεχνήθηκε την ίδια εποχή.

Οι Περιβολιώτες ραφτάδες γυρνώντας από τα χαράματα από σπίτι σε σπίτι έραβαν τις όμορφες παραδοσιακές στολές των Βλάχων. Πολλές φορές έφευγαν από το χωριό και δούλευαν και στην ευρύτερη περιοχή της Δυτικής Μακεδονίας. Εκτός από τις παραδοσιακές περιβολιώτικες φορεσιές οι ράφτες έραβαν και ρούχα ευρωπαϊκά, αυτοί ήταν οι λεγόμενοι «φραγκοράφτες». Ονομαστός ράφτης, που έζησε κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα στο Βελεστίνο, ήταν ο Νικόλαος Τσέκος. Δούλευε όχι μόνο στο Βελεστίνο αλλά και στα υπόλοιπα χωριά του κάμπου, καθώς ήξερε να ράβει και «Καραγκούνικα». Φημιζόταν για τη μαστοριά και τη νοικοκυροσύνη του, ενώ υπό την εποπτεία του είχε και 5-6 τσιράκια, παιδιά δηλαδή, στα οποία μάθαινε την τέχνη του. Το συγκεκριμένο επάγγελμα εξασκούσαν και αρκετά μέλη των οικογενειών Λαμπράκη και Παπαδάμ13 .

Αξιοσημείωτη έφεση έδειξαν στα πρώιμα αυτά χρόνια οι Περιβολιώτες και στα γράμματα και τις επιστήμες. Στον εκλογικό κατάλογο αναφέρεται η ύπαρξη τριών ιατρών στο χωριό, του Ιωάννη Λιάπη, του Ζήση Σακελλαρίδη και του Κωνσταντίνου Σκύφτη. Επίσης στην ιατρική προσέφερε και η οικογένεια Μπομπότη. Με ιδιαίτερη επιτυχία επιδόθηκαν οι Περιβολιώτες στον παραπάνω κλάδο μέχρι και τα νεότερα χρόνια με χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτό του αείμνηστου Ιωάννη Βαρδούλη, χειρούργου, διευθυντή της χειρουργικής κλινικής του νοσοκομείου Βόλου και καθηγητή του πανεπιστημίου Θράκης, ο οποίος έφυγε από τη ζωή το 2011. Αξίζει επίσης να αναφερθούμε στην περίπτωση του δικηγόρου Ιωάννη Γραμματικού. Ο Ιωάννης Σ. Γραμματικός το 1894, αφού τελείωσε το Γυμνάσιο Βόλου, εισάγεται στη Νομική Σχολή Αθηνών. Το 1907 στο Ετυμολογικό Λεξικό της Κουτσοβλαχικής Γλώσσας του Κωνσταντίνου Νικολαϊδη 14 διαβάζουμε ότι ο Ιωάννης Γραμματικός, δικηγόρος ἐν Βόλῳ, ἐκ Περιβολίου, Επαρχίας Γρεβενών, πιστοποιεί ότι στο λεξικό αποδίδεται με ακρίβεια η βλάχικη γλώσσα. Ιδιαίτερη μνεία πρέπει πιστεύω να γίνει και στον καθηγητή της Γεωλογίας στα Πανεπιστήμια Αθηνών, Πάτρας, Εθνικού Μετσόβειου Πολυτεχνείου, Ζυρίχης αλλά και Ακαδημαϊκό, Αθανάσιο Πανάγο.

Κλείνοντας θα ήθελα να αναφερθούμε λίγο σε μία επαγγελματική ασχολία στην οποία επιδόθηκαν οι Περιβολιώτες, που δε συνηθίζεται ιδιαίτερα μεταξύ των Βλάχων. Είναι η αγροτική εργασία. Στον εκλογικό κατάλογο αναφέρονται 23 κτηματίες. Κάποιοι από αυτούς μπορούμε να υποθέσουμε ότι αγόρασαν χωράφια για να μπορούν να εξυπηρετήσουν τις ανάγκες των κοπαδιών τους για βόσκηση. Είναι αλήθεια όμως ότι μετά την απελευθέρωση της Θεσσαλίας, το 1881, αρκετοί Περιβολιώτες αποφάσισαν να εγκατασταθούν μόνιμα στις πεδινές περιοχές και έτσι ασχολήθηκαν με γεωργικές εργασίες. Και πριν την απελευθέρωση όμως, από τα μέσα περίπου του 19ου αιώνα, βλέπουμε ότι οι Περιβολιώτες που κατοικούν στην περιοχή όπου βρίσκεται η σημερινή Αγία Παρασκευή Βόλου, έχουν διακόψει τις σχέσεις τους με το Περιβόλι και ασχολούνται με την καλλιέργεια της γης.

 

Σαββανάκης Γεώργιος,

Ιστορικός-Αρχαιολόγος, ΜΔΕ Ιστορίας, Αρχαιολογίας και Κοινωνικής Ανθρωπολογίας, Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας.

12ο Συμπόσιο Ιστορίας, Λαογραφίας, Βλάχικης Παραδοσιακής Μουσικής και Χορών «Οι Βλάχοι της Δημητριάδος και των Δύο Αλμυρών»,

Αλμυρός Βόλου 10-11 Σεπτεμβρίου 2011.

 

 

Εικόνες

 Εικόνα στην εκκλησία του Αγ. Γεωργίου Περιβολίου. Στη βάση της αναφέρονται τα ονόματα των δωρητών, οι οποίοι ανήκουν στη συντεχνία των τερζήδων.

Εικόνα 1: Εικόνα στην εκκλησία του Αγ. Γεωργίου Περιβολίου. Στη βάση της αναφέρονται τα ονόματα των δωρητών, οι οποίοι ανήκουν στη συντεχνία των τερζήδων.

  Εικόνα 2: Μεταφορά προϊόντων από Βλάχους κιρατζήδες (Φωτογραφία αδελφών Μανάκια).

Εικόνα 2: Μεταφορά προϊόντων από Βλάχους κιρατζήδες (Φωτογραφία αδελφών Μανάκια).

  Περιβολιώτες κτηνοτρόφοι στην περιοχή της Valia Calda.

Εικόνα 3: Περιβολιώτες κτηνοτρόφοι στην περιοχή της Valia Calda.

 

 

Αρχεία

  • Εκλογικός κατάλογος της κοινότητας Περιβολίου του έτους 1914.

Βιβλιογραφία

  • Αρσενίου Λάζαρος, Τα Τσελιγκάτα: Οι άτυποι συνεταιρισμοί των ορεινών κτηνοτρόφων στην ειρηνική παραγωγή και τους εθνικούς αγώνες, 2 η έκδ. , Αθήνα 1972.

  • Βακαλόπουλος Απόστολος, Ιστορία του νέου Ελληνισμόυ, Τόμος ‘Δ, Ηρόδοτος, Θεσσαλονίκη 1974,

  • Νικολαΐδου Κωνσταντίνου, Ετυμολογικόν Λεξικόν της Κουτσοβλαχικής Γλώσσης, β’ έκδοση, Πελεκάνος, Αθήνα 1999.

  • Ντόντος Γιαννάκης- Παπαθανασίου Γιάννης, Το Περιβόλι. Η αετοφωλιά της Πίνδου, Θεσσαλονίκη 1973.

  • Σαράντης Θ. Κ. Π. , Το χωριό Περιβόλι Γρεβενών (Συμβολή στην ιστορία του αρματολικίου της Πίνδου), Αθήνα 1977.

  • Holland Henry, Ταξίδι στη Μακεδονία και Θεσσαλία (1812-1813), Μτφ. Γιώργος Καραβίτης, επιμ. Τάσος Βουρνάς, Αφοί Τολίδη, Αθήνα 1989.

  • Δρομοδείκτης των ακολούθων οκτώ μερών. Μεθ’ αξιολόγων υποσημειώσεων του καθενός μέρους. Πελοποννήσου, Βοιωτίας, Αττικής, Θεσσαλίας, Ηπείρου, Μπόσνας, Μακεδονίας, και Θράκης , Εν Βενετία 1829.

  • Η οικονομική δομή των Βαλκανικών χωρών (15 ος -19 ος αι.) , επιμ. Σπ. Ασδραχάς, Μέλισσα, Αθήνα 1979.

  • Οι Βλάχοι της Μαγνησίας. Περιβολιώτες και Αρβανιτόβλαχοι, ΕΚΠΟΛ Μαγνησίας, Βόλος 2009.

  • Παγκαρπία Μακεδονικής Γης. Μελέτες Απόστολου Βακαλόπουλου, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 1980.

  • Γουργιώτη Λένα, «Οι Περιβολιώτες κιρατζίδες του Βελεστίνου», Υπέρεια, Πρακτικά Α’ επιστημονικού συνεδρίου «ΦΕΡΑΙ-ΒΕΛΕΣΤΙΝΟ-ΡΗΓΑΣ», Αθήνα 1990, σελ. 117-133.

  • Φ. ∆ασούλας, «H υδροκίνηση στην ξυλουργική βιοτεχνία της Πίνδου», Ηπειρωτικά Χρονικά, 41, (2007), σελ. 295-346.

  • Φ. Δασούλας «Η εφαρµογή της υδροκίνησης στην ξυλουργική βιοτεχνία της Πίνδου. Το παρελθόν της βιοτεχνίας και µια πρόταση µουσειακής ανάδειξης», 5ο Διεπιστημονικό Διαπανεπιστημιακό Συνέδριο του Ε.Μ.Π. και του ΜΕ.Κ.Δ.Ε. του Ε.Μ.Π. με θέμα «Παιδεία, Έρευνα, Τεχνολογία. Από το χθες στο Αύριο».

  • Στ. Μουζάκης, « Τιμές αγαθών και πολιτισμικά στοιχεία για τους κινητούς κτηνοτροφικούς πληθυσμούς του Βελεστίνου. Μαρτυρίες από έγγραφα και δεφτέρια του τέλους του 19ου αι. Αρχείο Βασιλάκη Βοβουσιώτου κατοίκου Βελεστίνο», Υπέρεια, Πρακτικά Β’ Συνεδρίου «Φεραί-Βελεστίνο-Ρήγας, Αθήνα 1994, σελ. 315-344.

  • Στ. Μουζάκης, «Τα νεροπρίονα στην Πίνδο. Μια ελάχιστα γνωστή εφαρμογή υδροκίνησης», περ. Τεχνολογία, τχ. 7, 1994.

  • Anoyatis – Pele Dimitrios, «Les communications terrestres dans la peninsule hellenique au XVIIIe siècle», διδακτορική διατριβή, Ecole des Hautes Etudes en sciences sociales (EHESS), Γαλλία 1984.

 

 

1 Περισσότερα για τους τόπους χειμερινής διαμονής και τη διασπορά των Περιβολιωτών βλ. Γ.Ντόντου- Γ. Παπαθανασίου,Το Περιβόλι η αετοφωλιά της Πίνδου, Θεσσαλονίκη 1973 και Θ.Κ.Π Σαράντη, Το Χωριό Περιβόλι Γρεβενών ( Συμβολή στην ιστορία του Αρματολικίου της Πίνδου ) , Αθήνα 1977.

2 Εκατό περίπου χρόνια μετά βλέπουμε ότι πολλά παρωνύμια συνεχίζουν να ισχύουν ενώ σε μερικές περιπτώσεις έχουν εξελιχθεί σε επίσημα επώνυμα.

3 Γ. Σαββανάκης, «Οι Περιβολιώτες της Μαγνησίας. Ιστορία», Οι Βλάχοι της Μαγνησίας (Περιβολιώτες και Αρβανιτόβλαχοι), ΕΚΠΟΛ Μαγνησίας, Βόλος 2009, σελ. 63. ,όπου και υπάρχει πίνακας με τους Περιβολιώτες μετανάστες στην Αμερική. Με την εξέλιξη της έρευνας ο αριθμός τους έχει ξεπεράσει τους 200. Ενδεικτικά αναφέρουμε κάποια καινούρια ονόματα, τα οποία λείπουν από τον πίνακα του βιβλίου : Γραμματικός Στέργιος ( έφτασε στην Αμερική το 1906), Παλλάτος Κυριάκος (έφτασε στην Αμερική το 1912 και το 1923 έκανε αίτηση για να λάβει την Αμερικάνικη υπηκοότητα), Τσέκος Βασίλειος (έφτασε στην Αμερική το 1907 και το 1921 έκανε αίτηση για να λάβει την Αμερικάνικη υπηκοότητα), Τσέκος Δημήτριος (έφτασε στην Αμερική το 1921 και το 1927 έκανε αίτηση για να λάβει την Αμερικάνικη υπηκοότητα), Θεόδωρος Κουντούρης, ο οποίος άλλαξε το επώνυμό του σε Douris (έφτασε στην Αμερική το 1915 και το 1925 έκανε αίτηση για να λάβει την Αμερικάνικη υπηκοότητα) κ.α.

4 Λ. Γουργιώτη, «Οι Περιβολιώτες κιρατζίδες του Βελεστίνου», Υπέρεια, Πρακτικά Α’ επιστημονικού συνεδρίου «ΦΕΡΑΙ-ΒΕΛΕΣΤΙΝΟ-ΡΗΓΑΣ», Αθήνα 1990, σελ. 117-133.

5 Δρομοδείκτης των ακολούθων οκτώ μερών. Μεθ’ αξιολόγων υποσημειώσεων του καθενός μέρους. Πελοποννήσου, Βοιωτίας, Αττικής, Θεσσαλίας, Ηπείρου, Μπόσνας, Μακεδονίας, και Θράκης , Εν Βενετία 1829, σελ. 14-15. Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τους εμπορικούς δρόμους βλ. Arno Mehlan, «Οι εμπορικοί δρόμοι στα Βαλκάνια κατά την Τουρκοκρατία», Η οικονομική δομή των Βαλκανικών χωρών (15ος-19ος αιώνας), Μέλισσα, Αθήνα 1979, σελ. 367-391 και Anoyatis – Pele Dimitrios, «Les communications terrestres dans la peninsule hellenique au XVIIIe siècle», διδακτορική διατριβή, Ecole des Hautes Etudes en sciences sociales (EHESS), Γαλλία 1984.

6 H. Holland, Ταξίδι στη Μακεδονία και Θεσσαλία (1812-1813), Αφοί Τολίδη, Αθήνα 1989 σελ. 202.

7 Γ. Σαββανάκης, «Οι Περιβολιώτες της Μαγνησίας. Ιστορία», ο. π. , σελ. 42.

8 Λ. Αρσενίου, Τα τσελιγγάτα, Αθήνα 1972, σελ. 18.

9 Θ.Κ.Π Σαράντη, Το Χωρίό Περιβόλι Γρεβενών ( Συμβολή στην ιστορία του Αρματολικίου της Πίνδου ) , ο. π. , σελ. 82.

10 Σχετικά με τα νεροπρίονα Στ. Μουζάκης, «Τα νεροπρίονα στην Πίνδο. Μια ελάχιστα γνωστή εφαρμογή υδροκίνησης», περ. Τεχνολογία, 7, (1994) , Φ. ∆ασούλας, «H υδροκίνηση στην ξυλουργική βιοτεχνία της Πίνδου», Ηπειρωτικά Χρονικά, 41, (2007), σελ. 295-346 και Φ. Δασούλας «Η εφαρµογή της υδροκίνησης στην ξυλουργική βιοτεχνία της Πίνδου. Το παρελθόν της βιοτεχνίας και µια πρόταση µουσειακής ανάδειξης», 5ο Διεπιστημονικό Διαπανεπιστημιακό Συνέδριο του Ε.Μ.Π. και του ΜΕ.Κ.Δ.Ε. του Ε.Μ.Π. με θέμα «Παιδεία, Έρευνα, Τεχνολογία. Από το χθες στο Αύριο».

11 Στ. Μουζάκης, « Τιμές αγαθών και πολιτισμικά στοιχεία για τους κινητούς κτηνοτροφικούς πληθυσμούς του Βελεστίνου. Μαρτυρίες από έγγραφα και δεφτέρια του τέλους του 19ου αι. Αρχείο Βασιλάκη Βοβουσιώτου κατοίκου Βελεστίνο», Υπέρεια, Πρακτικά Β’ Συνεδρίου «Φεραί-Βελεστίνο-Ρήγας, Αθήνα 1994, σελ. 315-344.

12 Δυστυχώς δεν έχω ακόμα καταφέρει να διαβάσω τα υπόλοιπα ονόματα, καθώς σε μερικά σημεία η εικόνα παρουσιάζει σημαντικές φθορές.

13 Γ. Σαββανάκης, «Οι Περιβολιώτες της Μαγνησίας. Ιστορία», ο. π. , σελ. 52.

14 Κ. Νικολαϊδου, Ετυμολογικόν λεξικόν της Κουτσοβλαχικής γλώσσης, β’ έκδοση, Πελεκάνος, Αθήνα 1999.

 

8