Πολιτισμός

 Κεφαλόβρυσο. Κατσίκες, photo Margaret Hasluck
Οι ανθρώπινες κοινωνίες χαρακτηρίζονται από μεγάλη προσαρμοστικότητα στο φυσικό περιβάλλον, ενώ αξιοποιούν όλους τους διαθέσιμους πόρους, προκειμένου να προμηθευτούν τα αναγκαία για την επιβίωσή τους. Με άλλα λόγια, οι οικονομίες και οι κοινωνίες προσαρμόζονται στους γεωγραφικούς και οικολογικούς όρους, που τους έχουν τεθεί εξαρχής.

Παράλληλα όμως, επιδρούν ουσιαστικά στο περιβάλλον, μεταβάλλοντας και μετασχηματίζοντας το φυσικό χώρο, ώστε να μετατρέπεται σε τόπο. Μερικές φορές όμως, αυτή η επίδραση αποδεικνύεται καταστροφική.

Σήμερα, αναγνωρίζεται ολοένα και περισσότερο το γεγονός ότι οι ορεινές περιοχές αποτελούν ένα εύθραυστο περιβάλλον, όπου η ανθρώπινη παρέμβαση μπορεί να δημιουργήσει σοβαρό εκφυλισμό των εδαφικών πόρων, με τη μορφή φαινομένων όπως αυτών της διάβρωσης, των κατολισθήσεων, της μεταφοράς ιλύος μέσω των ποταμών, καθώς και της απώλειας της ευφορίας του εδάφους. Τα προβλήματα αυτά οδήγησαν πολλούς επιστήμονες να μελετήσουν συγκριτικά διάφορες ορεινές περιοχές στον κόσμο. Τις τελευταίες δεκαετίες, η συγκριτική μελέτη του ορεινού χώρου περιλαμβάνει συνήθως θέματα που σχετίζονται με την καταγραφή του πληθυσμού(τη δημογραφία), την εθνολογία, την οικονομία και τις οικολογικές μεταβολές.

Η Ελλάδα, ως μεσογειακή χώρα χαρακτηρίζεται από γεωγραφικές αντιθέσεις, οι οποίες και διαμορφώνουν την πολιτισμική της φυσιογνωμία, όπως λέει χαρακτηριστικά ο Braudel. Από τη μία υπάρχουν οι ορεινές εκτάσεις, ενώ από την άλλη η θάλασσα με τα διάσπαρτα νησιά της. Η Ελλάδα μπορεί δικαίως να θεωρηθεί ορεινή χώρα, καθώς σε ένα μεγάλο ποσοστό αποτελείται από βουνά, ενώ σε ένα μικρότερο από πεδινές εκτάσεις.

Ποιο όμως είναι το είδος της οικονομίας που μπορεί να χαρακτηρίσει ένα ορεινό χώρο; Είναι γεγονός ότι οι ίδιες οι γεωργικές εργασίες κατανέμονται αναλόγως με το υψόμετρο της εκάστοτε περιοχής, ενώ και οι μορφές της κτηνοτροφίας (στατική, σταβλισμένη μεταβατική/ημινομαδική, κοπαδιάρικη κ.λπ.) κατανέμονται με τον ίδιο τρόπο. Περαιτέρω παράγοντες, όπως η βλάστηση, το είδος των δασών, το βραχώδες ή όχι έδαφος, τα υψίπεδα και τα οροπέδια, καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό και τη μορφή της κτηνοτροφίας. Αυτό ισχύει πάντα σε συνάρτηση με την ύπαρξη πεδινών εκτάσεων κοντά στα βουνά για το ξεχείμασμα των ζώων. Εάν αυτό δεν συμβαίνει, τότε αναγκαστικά τα κοπάδια πρέπει να μετακινούνται σε μεγαλύτερες αποστάσεις, υπό μορφή ημινομαδικής κτηνοτροφίας μεγάλων αποστάσεων.

Το θέμα που θα μας απασχολήσει σε αυτό το κείμενο είναι η διαμόρφωση της κτηνοτροφίας του ορεινού χώρου, στον οποίο θα επικρατούν διαφορετικές συνθήκες. Και τούτο, παρά τις δυσκολίες ενός τέτοιου εγχειρήματος, καθώς εκτός από τις ενδεχόμενες, επιμέρους εθνογραφικές ή άλλες μελέτες που εξετάζουν συγκεκριμένες κοινότητες, δεν υπάρχουν ευρύτερες μελέτες πάνω στο θέμα των ορεινών χώρων, με αφετηρία ένα κοινό σημείο αναφοράς. Η εργασία αυτή στηρίζεται κυρίως σε υλικό προερχόμενο από προσωπική επιτόπια εθνογραφική έρευνα και επιπλέον σε αδημοσίευτες και δημοσιευμένες εργασίες, αναφερόμενες τόσο στον ελληνικό όσο και στον εκτός Ελλάδας χώρο.

Η έρευνα για τη Δίκτη έγινε τον Οκτώβριο του 2003 και τον Ιούνιο του 2006 στον Άγιο Γεώργιο του οροπεδίου Λασιθίου, ενώ αυτή για τη Μερόπη -μία μεγάλης διάρκειας εθνογραφική έρευνα- πραγματοποιήθηκε κατά διαστήματα, από το 1993 έως το 2004, στο χωριό Κεφαλόβρυσο Πωγωνίου. Τέλος, για το Μενοίκειο, η έρευνα που ήταν συγκεκριμένη και αφορούσε στις κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις, κυρίως τις πέτρινες στρογγυλές καλύβες των κτηνοτροφών, πραγματοποιήθηκε τον Οκτώβριο του 2005 στο Χιονοχώρι.

Οι συγκεκριμένοι υπό εξέταση ορεινοί χώροι

Δίκτη ή Λασιθιώτικα βουνά: Έτσι καλείται το ορεινό πεταλοειδές σύμπλεγμα της ανατολικής Κρήτης που υψώνεται ανάμεσα στους νομούς Ηρακλείου και Λασιθίου και το οποίο συγκροτεί τα απόκρημνα όρη του Λασιθίου. Στην αρχαιότητα ονομαζόταν και Αργαίον, Αιγαίον όρος, Αιγιδόκιον ή Αιγός όρος, επειδή στις πλαγιές του βοσκούσαν πολλές αίγες. Στα αρχαία χρόνια ήταν σκεπασμένο από πυκνά δάση, επομένως, ετυμολογικά, η περιοχή πήρε το όνομα Λασίθι από το λάσιος, που στην αρχαιότητα σήμαινε «πυκνός», «δασώδης».

Η Δίκτη, που βρίσκεται στην επαρχία Λασιθίου, αποτελείτο κέντρο από το οποίο εκτείνονται οι ψηλές οροσειρές στις γύρω επαρχίες -πεδιάδας, Μονοφατσίου, Βιάννου, Ιεράπετρας, Σητείας και Μεραμβέλλου οι οποίες χωρίζονται μεταξύ τους με κοιλάδες και ποτάμια. Έτσι, η Δίκτη συγκροτεί ένα πολύπλοκο σύμπλεγμα κορυφών, κοιλάδων και υψιπέδων, αποτελούμενο από διαφορετικά υψόμετρα που κυμαίνονται από 123 μ. (Σπίνα Λόγγα) έως 2.155 μ. (Αφέντης Χριστός). Ο νότιος όγκος της Δίκτης, τα κυρίως Λασιθιώτικα βουνά, περιβάλλει με πολλές κορυφές το οροπέδιο του Λασιθίου, δηλαδή όλη την επαρχία μήκους 9-10 χλμ. και πλάτους 5-6 χλμ., που συγκοινωνεί με τις γΰρω επαρχίες με πολλές και δύσβατες διαβάσεις. Το οροπέδιο είναι μία από τις μεγαλύτερες πεδιάδες της Κρήτης, ενώ το ύψος του κυμαίνεται μεταξύ 866-900 μ. και το εμβαδόν του περίπου μεταξύ 110-120 τ.χλμ. Διαιρείται δε, σε δύο παραφυάδες που αποτελούν ξεχωριστά τμήματα: της Δίκτης του Αφέντη Χριστού και της Σελένας.

Κατά την προϊστορική εποχή, το οροπέδιο αυτό ήταν λίμνη. Η διάβρωση όμως που προκάλεσαν τα νερά σχημάτισε μια υπόγεια καταβόθρα που σήμερα λέγεται Χώνος και στη συνέχεια ξεχύθηκαν προς τη θάλασσα. Τα νερά βγαίνουν ξανά στην επιφάνεια στη θέση Φλέγες. Το οροπέδιο διασχίζεται από ένα χείμαρρο, το Μεγάλο Ποταμό, ο οποίος πολλές φορές προκαλεί σημαντικές ζημιές στις καλλιέργειες.

Οι ψηλότερες κορυφές των διακλαδώσεων στις άλλες επαρχίες είναι η Σελένα (1.585 μ.), ο Θύλακας (558 μ.) προς το Μεραμβέλλο, ο Αφέντης (1.383 μ.) προς την Πεδιάδα Ηρακλείου, ο Αφέντης Καβουσής (1.472 μ.), ο Μέμπρωνας (1.011 μ.), το Ρωμανάτι (948 μ.), ο Δρυζές (831μ.), το Μήδι (558 μ.), το Λαμνώνι (820 μ.), μεταξύ Ιεράπετρας και Σητείας, ο Κοφινάς (αρχ. Αστερούσια 1.250 μ.), ο παράλιος όγκος της Μεσσαράς, η Πλατειά κορυφή (1.485 μ.) προς την Ιεράπετρα, καθώς και πολλές άλλες. Κατ’ επέκταση, η ονομασία Δίκτη περιλαμβάνει και τα όρη της Σητείας.

Όπως ανέφερα, η Δίκτη παραμένει έως σήμερα ένα από τα πιο δασωμένα βουνά της Κρήτης. Περιλαμβάνει δασικές εκτάσεις κυπαρισσιών, τραχείας πεύκης και πουρναριών, καθώς και πολλά σπάνια και ενδημικά είδη λουλουδιών, μεταξύ των οποίων και ο δίκταμνος. Στη Δίκτη (Δικταίο Άντρο) γεννήθηκε, σύμφωνα με το μύθο, ο Δίας και εκεί τον γαλούχησε η αίγα Αμάλθεια, επειδή στο όρος έβρισκαν τροφή πολλοί αίγαγροι.

Μενοίκειο όρος ή Μποζ Νταγ (Γκρίζο Βουνό): Όρος της ανατολικής Μακεδονίας, το οποίο βρίσκεται μεταξύ των νομών Δράμας και Σερρών. Αρχίζει από τα Όρη της Βροντούς, εκτείνεται νοτιοανατολικά, στα όρια των δύο νομών, ενώ οι απολήξεις του πλησιάζουν τον ποταμό Αγγίτη. Το μήκος του είναι περίπου 25 χλμ. Ειδικότερα, το όρος Μενοίκειο αποτελεί τη νότια διακλάδωση-απόληξη του όρους Όρβηλου και των ορέων της Βροντούς, καθώς υψώνεται βορειοανατολικά της πόλης των Σερρών και καταπίπτει προς τις πόλεις Νέα Ζίχνη, Αλιστράτη και Προσοτσάνη. Έχει γενική διεύθυνση βορειοδυτική-νοτιοανατολική. Το Μενοίκειο, που βρίσκεται στα όρια των Νομών

Δράμας και Σερρών, διαχωρίζεται από το όρος Φαλακρό με τη Διάβαση Καλοσκοπίου. Η υψηλότερη κορυφή του Μενοίκειου, με υψόμετρο 1.963 μ. βρίσκεται στο νομό Σερρών και ονομάζεται Καραγκιόζ Γκιόλ (Δρόμος του Μαυρομάτη). Άλλες σημαντικές κορυφές του είναι ο Κοΰσκουρας (1.623 μ.) και τέσσερις ανώνυμες κορυφές, με ύψος 1.567 μ., 1.453 μ.,1.203 μ. και 1.000 μ. Η ορεινή έκτασή του χαρακτηρίζεται από χωροσταθμικές καμπύλες των 200-1.920 μ., ενώ το μέσο υπερθαλάσσιο ύψος, στη μεγαλύτερη έκταση, φτάνει τα 1.400 μ.

Το έδαφος του Μενοίκειου είναι γενικά αβαθές (16-30 εκατ.) και η έκταση του βοσκότοπου είναι 49.280 στρέμματα. Από γεωλογικής άποψης, υπερέχουν τα ασβεστολιθικά πετρώματα. Σε μικρό μόνο τμήμα, στις νότιες κλιτύες,και κυρίως κάτω από το χωριό Χιονοχώρι, υπάρχουν και πυριτικά πετρώματα. Οι αποστάσεις από το Χιονοχώρι έως τη θέση Ρουστάκα είναι16 χλμ., ενώ έως τη θέση Χάνια 20 χλμ.

Λόγω της γεωλογικής δομής του εδάφους, παρατηρείται απουσία επιφανειακά ρεόντων υδάτων σχεδόν σε όλη την έκταση. Έτσι, οι βροχοπτώσεις καταλήγουν είτε σε υπόγειες απορροές είτε σε απορροές υπό την επιφάνεια. Επιπλέον, η ασβεστολιθική σύσταση των πετρωμάτων συντελεί στην κατακόρυφη κίνηση των υδάτων και της εμφάνισής τους σε χαμηλότερα σημεία (χαράδρες). Ως συνέπεια των παραπάνω συνθηκών, πηγαία ύδατα παρατηρούνται σε ορισμένα μόνο σημεία και προέρχονται από υδρομαστεύσεις. Τα νερά δεν φτάνουν για την κάλυψη των αναγκών των ζώων. Γι’ αυτό πραγματοποιούνται τρεις υδρομαστεύσεις από πηγαία ύδατα σε δεξαμενές και τέσσερις ομβρολεκάνες που οδηγούν σε δεξαμενές.

Το Μενοίκειο είναι σε πολλές περιοχές, ιδίως τις χαμηλότερες, πυκνά δασωμένο. Στην υψηλότερη περιοχή όπου σχηματίζεται ένα είδος οροπεδίου, υπάρχει χαμηλή βλάστηση. Ειδικότερα, το δάσος αποτελείται από δενδρώδη βλάστηση (μαύρη πεύκη, οξιά, οστριά, γαύρο) θαμνώδη (πουρνάρι, κέδρο, φράξο, λεπτοκαρυά) και ποώδη (μολόχα, γαϊδουράγκαθο, φτέρη, τριφύλλι, βάτο, τσάι, αγριοτριαντάφυλλα κ.ά).

Μερόπη ή Νεμέρτζικα (Ντούσκο): Οροσειρά της Ηπείρου, παρά τα σύνορα Ελλάδας και Αλβανίας, με πολλές διακλαδώσεις. Ένα μέρος της βρίσκεται στο αλβανικό έδαφος, με υψόμετρο που φτάνει στα 2.198 και 1.852 μ. (ανώνυμες κορυφές). Προς το Νότο, εισέρχεται στο νομό Ιωαννίνων, όπου πλησιάζει την Τύμφη. Η οροσειρά της Μερόπης σταματάει στον Αώο ποταμό, πέρα από τη δεξιά όχθη του οποίου αρχίζει η μεγάλη οροσειρά της Πίνδου, η μεγαλύτερη της χώρας. Η Μερόπη είναι γνωστή και με την ονομασία Μπιτσικόπουλο. Ειδικότερα, το ελληνικό μέρος χωρίζεται σε δύο τμήματα, στα βορειοδυτικά τον Μακρύκαμπο (Μπόζοβο) με υψόμετρο 1.672 μ., κοντά στα σύνορα με την Αλβανία, ενώ στα βορειονατολικά το Μπιτσικόπουλο με υψόμετρο 2.207 μ. Το τμήμα αυτό, όπως το βλέπει κανείς ερχόμενος από τα Γιάννενα, μοιάζει με την Κοιμωμένη του Χαλεπά.

Στη Μερόπη, από την ελληνική πλευρά, βρίσκεται το χωριό Κεφαλόβρυσο (Μετζιτιέ), ενώ από την αλβανική το χωριό Κλεισούρα. Μεγάλο μέρος του τελευταίου καλύπτεται από δάση, κυρίως όμορφα δάση βελανιδιάς, από όπου και η ονομασία Ντούσκο (αλβανική λέξη). Υπάρχουν όμως πολλά ακόμη είδη δένδρων και θαμνοειδών, όπως γραβή, πλατύγραβος, λιπαθιά, φράξος, σφεντάμι, γκρεπούνι (είδος δρυός), κέδρος, πλάτανος, δρυς (είδος μικρής βελανιδιάς), κρανιά, βσύζια (αφροξυλιές), αγριοκυδωνιές, αγριοκαστανιές, αγριοφουντουκιές, αγριαχλαδιές (γκορτσές).

Στη Μερόπη μπορεί κανείς να βρει και πολλών ειδών φυτά, όπως τσάι, τρεντελίνα (είδος τριφυλλιού), πιλώνιο (επίσημη ονομασία άψινθος), τούφα (χόρτο που τρώνε τα ζώα), αγριοκολοκυθιά (την τρώνε τα ζώα και κάνουν κίτρινο γάλα με πολλά λιπαρά), τάρταρο (είδος αγκαθιού), αμάραντος κ.ά.

Στην περιοχή δεν υπάρχουν υδάτινα ρεύματα, αλλά πολλοί χείμαρροι. Πηγές συναντάμε σε τρία σημεία: Στα Μπαλάματα, στο Κόκκινο (ονομάζεται έτσι από το κοκκινόχωμα), όπου βρίσκονται και τα ερείπια της Παλιόχωρας, και στο Μπιτσικόπουλο. Επειδή όμως για τις κτηνοτροφικές ανάγκες χρειαζόταν περισσότερο νερό, οι ντόπιοι κατασκεύαζαν «λούτσες», στις οποίες συγκεντρωνόταν το νερό της βροχής, όπως π.χ., η «Λούτσα του Μπέη στο Μπιτσικόπουλο κ.ά.

Οικονομικές δραστηριότητες: Η κτηνοτροφία

Δίκτη: Πρόκειται να αναφερθούμε στο χωριό Άγιος Γεώργιος του οροπεδίου Λασιθίου, το οποίο είναι οργανωμένο με μεικτή οικονομία. Το χωριό αυτό διαμορφώθηκε από δύο οικισμούς, γι’ αυτό υπάρχουν και οι δύο ενορίες του Αγίου Δημητρίου και του Αγίου Γεωργίου, από όπου και το όνομα. Είναι κτισμένο σε υψόμετρο 840 μ. και το 1991 είχε 781 κατοίκους. Το 1951 γνώρισε τη μεγαλύτερη πληθυσμιακή του ανάπτυξη, με 1.312 κατοίκους. Από τότε, όμως, λόγω της αστυφιλίας και της αγροτικής εξόδου, ο πληθυσμός μειώθηκε. Οι κάτοικοί του εγκαταστάθηκαν στις παραθαλάσσιες περιοχές, όπου διέθεταν μετόχια (χειμαδιά), καθώς και στο Ηράκλειο, όπου ασχολούνταν με άλλες εργασίες, (π.χ., τουρισμό), στην Αθήνα, στον Πειραιά κ.α.

Η οικονομία του χωριού Άγιος Γεώργιος -και γενικά των χωριών του οροπεδίου- ήταν και παραμένει μεικτή, με ιδιαίτερα ανεπτυγμένη τη γεωργία. Ενδεικτικά αναφέρουμε κυρίως την παραγωγή πατάτας και οσπρίων (φασολιών). Είναι τόσο μεγάλη η παραγωγή τη πατάτας, ώστε πολλοί ταΐζουν με αυτές και τα ζώα τους. Η καλλιέργεια -ανάλογα με την έκταση που διέθετε ο ιδιοκτήτης- γινόταν με αμειψισπορά, εναλλασσόμενη δηλαδή καλλιέργεια σιτηρών και άλλων προϊόντων, συνήθως οσπρίων, όπως φασόλια, φάβα, φακές και κουκιά, προκειμένου να εμπλουτίζεται το έδαφος με άζωτο, ενώ σπανιότερα χρησιμοποιούσαν τη μέθοδο της αγρανάπαυσης. Σε αυτές τις περιπτώσεις, τα θερισμένα χωράφια παραχωρούνταν με ενοίκιο στους κτηνοτρόφους, ώστε να βοσκήσουν τα ζώα και να κοπρίσουν τη γη. Παλαιότερα, αυτό γινόταν συστηματικότερα και έπειτα από καθορισμένες συμφωνίες. Σήμερα, όμως, τα πράγματα έχουν κάπως αλλάξει.

Η ελαιοκαλλιέργεια δεν ήταν εφικτή στο οροπέδιο, λόγω του υψόμετρου. Όλοι όμως διέθεταν μεγάλο αριθμό ελαιόδενδρων στα πεδινά χειμαδιά (μετόχια). Υπήρχαν οικογένειες που διέθεταν έως και 1.500 ελαιόδενδρα και έκαναν παραγωγή 5-6 τόνους λάδι το χρόνο. Οι κτηνοτρόφοι όργωναν τα ελαιοχώραφα το χειμώνα, όταν διαχείμαζαν με τα ζώα τους, ενώ συγκέντρωναν τον καρπό όταν κατέβαιναν στα χειμαδιά, το φθινόπωρο. Από τα παραπάνω συνάγεται ότι η γεωργοκτηνοτροφική οικονομία των κατοίκων του οροπεδίου Λασιθίου ήταν εμπορευματική. Εμπορεύονταν το κρέας, το τυρί, το γάλα, το λάδι, τις πατάτες και άλλα γεωργικά προϊόντα.

Η γεωργία θεωρείτο και θεωρείται η σημαντικότερη οικονομική δραστηριότητα του Αγίου Γεωργίου -και γενικότερα του οροπεδίου-, ενώ νοικοκύρης ήταν αυτός που είχε άφθονη γη και μεγάλη παραγωγή. Εδώ παρατηρείται μια σημαντική διαφορά σε σχέση με το σύστημα αξιών της ορεινής περιοχής Ρεθύμνου (Ψηλορείτη) και Χανίων (Λευκά Όρη). Παρ’ όλ’ αυτά, ο μέσος κλήρος είναι μικρός. Κυμαίνεται από 10 έως 15 στρέμματα, ενώ σπάνια κανείς έχει 50 στρέμματα. Πολλοί όμως είναι εκείνοι που διαθέτουν μεγάλες εκτάσεις βοσκότοπων. Σήμερα, στα πατατοχώραφα εργάζονται κατά την περίοδο της συγκομιδής και Αλβανοί εργάτες, οι οποίοι όμως, σύμφωνα με τους ιδιοκτήτες, ζητούν πολύ υψηλό μεροκάματο, με αποτέλεσμα, λόγω της χαμηλής τιμής της πατάτας στην αγορά, να μην τους μένει τίποτα. Κέρδος έχουν μόνο εάν τη διαθέσουν οι ίδιοι στις λαϊκές αγορές και όχι μέσω των εμπόρων.

Σήμερα, πάντως, η γεωργία έχει εκμηχανιστεί σε μεγάλο ποσοστό. Γίνεται χρήση τρακτέρ για το όργωμα, καθώς και άλλων μηχανών για τη σπορά και τη συγκομιδή. Στην πατατοκαλλιέργεια, για παράδειγμα, εκτός από τους Αλβανούς που χρησιμοποιούνται στο μάζεμα, υπάρχουν και ειδικές μηχανές, οι οποίες μαζεύουν τις πατάτες, τις κοσκινίζουν για να φύγει το χώμα και τις βάζουν στα σακιά. Άλλες μηχανές σπέρνουν τον πατατόσπορο συμμετρικά στα χωράφια. Παλαιότερα, η εργασία αυτή γινόταν από τις γυναίκες.

Ο άλλος δυναμικός πόλος της οικονομίας ήταν και παραμένει η κτηνοτροφία των αιγοπροπροβάτων, που διαθέτουν σε μεγάλο αριθμό οι Λασιθιώτες του οροπεδίου και ειδικότερα του χωριού Άγιος Γεώργιος. Μερικοί είχαν και συνεχίζουν να έχουν κοπάδια με περισσότερα από 1.000 ζώα. Η κτηνοτροφία τους στηρίζεται στον τροπαλισμό, δηλαδή είναι μεταβατική (transhumance). Οι κτηνοτρόφοι μετακινούνταν με τα ζώα σε τρεις φάσεις. Το χειμώνα κατέβαιναν στα χειμαδιά που τα ενοίκιαζαν από τα μοναστήρια ή ήταν ιδιωτικά (μετόχια). Αυτά βρίσκονταν στις βόρειες περιοχές της Κρήτης, όπως η Χερσόνησος, η Ανάληψη, το Καλοχώρι, τα Αγριανά, η Επισκοπή το Σγουροκέφαλο κ.α. Στη νότια πλευρά ήταν τα Φαβριανά κ.ά. Σε ό,τι αφορά τα χειμερινά βοσκοτόπια, τα πράγματα ήταν κάπως ευκολότερα παλαιότερα, σήμερα όμως, λόγω της ελαιοκαλλιέργειας και της κηποκαλλιέργειας που συνηθίζονται εκεί, τα διαθέσιμα λιβάδια έχουν μειωθεί. Παρατηρούνται συχνά συγκρούσεις μεταξύ καλλιεργητών και κτηνοτροφών, γιατί τα ζώα μπαίνουν στους κήπους και κάνουν ζημιές. Οι κτηνοτρόφοι τιμωρούνται σύμφωνα με το νόμο «Περί αδεσποσίας». Γι’ αυτό το λόγο πλέον, το χειμώνα χρησιμοποιούνται και ζωοτροφές (τριφύλλι, καλαμπόκι κ.λπ.) αγορασμένες από το εμπόριο. Στις μέρες μας, τα ζώα μεταφέρονται με φορτηγά, όπως συμβαίνει και στην υπόλοιπη Ελλάδα.

Την άνοιξη, κατά το μήνα Απρίλιο, τα ζώα μεταφέρονταν στα ορεινά της Δίκτης, όπου υπήρχαν οι λεγόμενοι «συρμοί», βοσκότοποι όπου δικαίωμα βοσκής των ζώων τους είχαν μόνο ορισμένα σόγια. Εκεί βρίσκονταν τα μητάτα με τα μαντριά και τα τυροκομεία. Από τον Ιούλιο έως το Σεπτέμβριο, όσοι είχαν τη δυνατότητα κατέβαζαν τα ζώα στην περιφέρεια των χωριών του οροπεδίου, όπου είχαν θεριστεί τα χωράφια, εκεί δηλαδή όπου υπήρχαν ιδιόκτητες ή ενοικιασμένες εκτάσεις, φυτεμένες με χασίλια ή ειδικές καλλιέργειες για ζωοτροφές. Όσοι είχαν δικά τους κτήματα, έβαζαν τα ζώα τους στα θερισμένα χωράφια, ενώ όσοι δεν είχαν, ενοίκιαζαν την καλαμιά στα χωράφια από άλλους, που δεν είχαν πολλά ζώα. Τέλος, τα μεγάλα κοπάδια τα κατέβαζαν το Νοέμβριο στα χειμαδιά. Αυτοί που είχαν λίγα ζώα, τα κρατούσαν όλο το χρόνο στο οροπέδιο. Τσελιγκάτα δεν υπήρχαν, όπως στην κυρίως Ελλάδα. Συνεργασία (πατούλια, ορτακιά) των κτηνοτροφών (αδελφών κ.λπ.) για την τυροκόμηση γινόταν παλαιότερα, το καλοκαίρι, που λιγόστευε το γάλα. Αυτό όμως συμβαίνει πλέον σπάνια, καθώς το γάλα, αφού τοποθετηθεί σε ψύκτες, μεταφέρεται με βαρέλια, βυτιοφόρα και άλλα μέσα κατευθείαν στην αγορά και στα οργανωμένα τυροκοκομεία. Σημειώνω ότι και η ράτσα των ζώων έχει «βελτιωθεί». Παλαιότερα, οι κτηνοτρόφοι είχαν τα λεγάμενα «λασιθιωτάκια», μικρόσωμα πρόβατα, τώρα όμως έχουν μεγαλόσωμα πρόβατα, κατάλληλα για κρεατοπαραγωγή και γαλακτοπαραγωγή.

Οι ντόπιοι υποστηρίζουν ότι παλαιότερα οι οικογένειες είχαν κοπάδια με λιγότερα ζώα (π.χ., 100,150, 200). Αυτό συνέβαινε γιατί όλα τα χωράφια τα έσπερναν για δικές τους ανάγκες και δεν υπήρχε μεγάλο περιθώριο για ζωοτροφές και βοσκοτόπια. Σήμερα όμως, η σιταροκαλλιέργεια και γενικότερα η καλλιέργεια των δημητριακών έχει περιοριστεί. Η γεωργία έχει στραφεί κυρίως στα κηπευτικά, στις περιοχές όπου υπάρχει νερό, ενώ τα ξηρικά χωράφια έχουν μετατραπεί σε βοσκότοπους. Πρέπει να αναφερθεί, άλλωστε, ότι στο οροπέδιο υπήρχε άφθονο νερό γι’ αυτές τις καλλιέργειες. Παλαιότερα μάλιστα, υπήρχαν στην πεδιάδα εκατοντάδες ανεμόμυλοι για την άντληση του νερού από τα πηγάδια, καθ’ όλη την έκταση του οροπεδίου, γεγονός που αποτελούσε και την τουριστική «ατραξιόν» της περιοχής. Επιπλέον, καλλιεργούνταν και τα χωράφια στις πλαγιές της Δίκτης, υψομέτρου έως και 1.400 μ., σε ειδικά κτισμένες πεζούλες.

Συνήθως οι περισσότερες οικογένειες διέθεταν μέχρι 100 στρέμματα ιδιόκτητο θερινό βοσκότοπο, ενώ σπανιότερα 200 στρέμματα. Αν οι βοσκότοποι δεν επαρκούσαν, ενοίκιαζαν ή έδιναν στα ζώα ζωοτροφές. Σήμερα, λόγω της επιδότησης από την Ευρωπαϊκή Ένωση και της ανάπτυξης της κτηνοτροφίας, πολλοί κτηνοτρόφοι χρησιμοποιούν τα ξένα χωράφια χωρίς την άδεια ή χωρίς να έχει προηγηθεί συμφωνία με τον ιδιοκτήτη, ενώ μερικές φορές τα περιφράσσουν. Αυτό γίνεται συχνά, χωρίς να καταβάλλουν νόμιμο ενοίκιο για βοσκή σε χρήματα ή είδος (ζώα, τυρί, μαλλί κ.λπ.).

Μενοίκειο: Στον ορεινό χώρο του Μενοίκειου σημαντική ήταν και είναι η κτηνοτροφία, η οποία παλαιότερα ήταν εκτατική, ενώ μετά το 1950 περισσότερο στατική. Υπήρχαν μεγάλα κοπάδια αιγοπροβάτων, βούβαλων και αλόγων. Η νομαδική και ημινομαδική κτηνοτροφία στηριζόταν και εδώ στον τροπαλισμό. Οι βλαχοποιμένες, δηλαδή κυρίως οι Σαρακατσάνοι και οι Βλάχοι, ανέβαιναν το καλοκαίρι στα ορεινά βοσκοτόπια και το χειμώνα κατέβαιναν στα πεδινά. Ήταν οργανωμένοι σε τσελιγκάτα, παρ’ όλο που κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας, οι κτηνοτροφικές επιχειρήσεις ήταν άμεσα εξαρτημένες από τους λεγάμενους Αρβανίτες μπέηδες της περιοχής, οι οποίοι διέθεταν τους βοσκότοπους. Τα τσελιγκάτα ήταν κοινοπραξίες μικρών κτηνοτροφών υπό την αρχηγία ενός μεγάλου κτηνοτρόφου, του τσέλιγκα, που αναλάμβανε και το ρίσκο ενοικίασης των βοσκότοπων.

Έπειτα από το Β' Παγκόσμιο πόλεμο, η παραγωγή βούβαλων περιορίστηκε και οι κτηνοτρόφοι στράφηκαν περισσότερο στην εκτροφή αγελάδων για το γάλα και το κρέας. Η αγελαδοτροφία αποτελεί έως σήμερα σημαντική οικονομική δραστηριότητα. Στα ορεινά όμως, μπορεί να δει κανείς και κοπάδια αγελάδες ελεύθερες, χωρίς την άμεση επίβλεψη των βουκόλων ή κάποιο άλλου είδους εκμετάλλευση, παρά μόνο την επιδότηση από την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Σε όλη την έκταση του νομού Σερρών, σύμφωνα με τα στοιχεία του Υπουργείου Γεωργίας για το έτος 1979, εκτρέφονταν 92.000 βοοειδή, 174.000 πρόβατα, 97.000 γίδια, 24.200 χοίροι, 11.650 ίπποι-ημίονοι-όνοι, 700 βουβάλια, ενώ παράγονταν 8.543 τόνοι βοδινού κρέατος, 1.706 τόνοι πρόβειου, 848 τόνοι γίδινου και 2.888 τόνοι χοιρινού. Παράγονταν επίσης 51.000 τόνοι γάλα αγελάδας, 124.000 τόνοι πρόβειο, 95.00 τόνοι γίδινο και 612 τόνοι γάλα βούβαλων.

Ειδικότερα στο Μενοίκειο Όρος, μεγάλη κτηνοτροφική δραστηριότητα επέδειξαν οι Βλαχόφωνοι ημινομάδες κτηνοτρόφοι του Χιονοχωρίου (πρ. Καρλίκιοϊ) και οι κάτοικοι του χωριού που βρίσκεται χαμηλότερα, της Οινούσας (πρ. Δερβέσιανη), όπου έχουν εγκατασταθεί τα τελευταία χρόνια και πολλοί κάτοικοι του Χιονοχωρίου. Άλλωστε, μέχρι πρόσφατα, διοικητικά η Οινούσα ήταν οικισμός της Κοινότητας Χιονοχωριού. Το Χιονοχώρι είναι κτισμένο σε υψόμετρο 660 μ. και το 1991 είχε μόνο 82 κατοίκους. Ο μεγαλύτερος πληθυσμός του χωριού ήταν το 1940, με 413 κατοίκους. Από τότε, λόγω της αγροτικής εξόδου και των ανώμαλων πολιτικών καταστάσεων (πολέμων κ.λπ.), οι κάτοικοι εγκαταστάθηκαν στις Σέρρες και σε χαμηλότερα μέρη, όπως η Οινούσα, η οποία είναι κτισμένη σε υψόμετρο 130 μ. και το 1991 είχε 487 κατοίκους.

Οι εν λόγω Βλάχοι προέρχονταν από την Ήπειρο (κυρίως από τα χωριά Αβδέλα, Συράκο, Γράμμουστα, Μότσα κ.λπ.) της Πίνδου και έφυγαν κυνηγημένοι από τον Αλή Πασά, την περίοδο μεταξύ 1780 και 1800. Αφού πέρασαν τον Αλιάκμονα, έφτασαν αρχικά στην περιοχή της Θεσσαλονίκης και από εκεί εγκαταστάθηκαν στα Άνω Πορρόια Σερρών. Κατόπιν στον Λαϊλιά της Βροντούς, όπου υπάρχουν ερειπωμένα κτίσματα σε υψόμετρο 1.500 μ., -γεγονός που επιβεβαιώνει την άποψη ότι οι Βλάχικοι οικισμοί κτίζονται πάντα σε υψόμετρο πάνω από 1.000 μ. - και τέλος στο Χιονοχώρι, χωριό που εγκατέλειψαν οι σλαβόφωνοι κάτοικοί του. Στην περιοχή όμως είχαν εγκατασταθεί και ελληνόφωνοι νομάδες κτηνοτρόφοι, δηλαδή Σαρακατσάνοι, επίσης διωγμένοι από τον Αλή Πασά από τις αρχές του 19ου αιώνα και έπειτα.

Στο Μενοίκειο, λόγω της φυσιολογίας του βουνού, της ουσιαστικής απουσίας δασών στις υψηλότερες περιοχές και του ομαλού εδάφους, ενδεικνυόταν η προβατοτροφία, Η φύση του εδάφους και της βλάστησης στο υψίπεδο είναι τέτοια, ώστε οι κτηνοτρόφοι λόγω της ομοιομορφίας του τοπίου, προκειμένου να αναγνωρίζουν την περιοχή τα βοσκοτόπια, κατασκεύαζαν μικρές στήλες με σωρούς από πέτρες. Η κτηνοτροφία εξάλλου των βούβαλων, η οποία παλαιότερα ήταν ευρύτερα διαδεδομένη στο βορειοελλαδικό χώρο, διευκολυνόταν στη συγκεκριμένη περιοχή και από τις πεδιάδες και τα υψίπεδα, καθώς και από το νερό που αφθονούσε στη λεκάνη του Στρυμόνα. Είναι γνωστή η συνήθεια αυτού του ζώου να μπαίνει στο νερό. Επίσης, οι πεδιάδες και τα υψίπεδα ήταν κατάλληλα για τις αγελάδες. Σημειώνω ότι τα βουβάλια και οι αγελάδες, εκτός από το όργωμα, χρησιμοποιούνταν επίσης για την έλξη των μεταφορικών μέσων.

Η ορεινή περιοχή του Μενοίκειου είναι γνωστή για τα πέτρινα στρογγυλά τυροκομεία, παρόμοια με τους κούμους της ορεινής κεντρικής και δυτικής Κρήτης (Ψηλορείτη ή Ίδη και Λευκά Όρη), τα οποία βρίσκονται σε μεγάλο υψόμετρο (τα παρουσίασα λεπτομερώς σε σχετική εισήγησή μου σε Διεθνές Συνέδριο στις Σέρρες τον Απρίλιο του 2006). Αναφέρω την πέτρινη στρογγυλή καλύβα της θέσης «Γκρέκο Καλύβα» (υψόμετρο 1.200 μ.), ίσως γιατί κάποια περίοδο τη χρησιμοποιούσαν Σαρακατσάνοι κτηνοτρόφοι. Η εν λόγω καλύβα βρίσκεται σε απόσταση 6 χλμ. περίπου από το Χιονοχώρι, κοντά στο δρόμο (ανεβαίνοντας αριστερά), ενώ οι μεγάλες πέτρινες στρογγυλές καλύβες στις θέσεις Καραμάνδρα (υψόμετρο 1.700 μ.), Ρουστάκα (υψόμετρο 1.600 μ.) και Καρδασίμου στο οροπέδιο. Υπάρχουν όμως και άλλες πρόχειρες πέτρινες στρογγυλές καλύβες μεταξύ Καραμάνδρας και Ρουστάκας, καθώς και μερικά υπανέμια (μικρά πέτρινα στρογγυλά κτίσματα που προστατεύουν τους βοσκούς από τον αέρα, τα οποία στην περιοχή ονομάζουν οντζικλίκια.

Τα κτίσματα προορίζονταν αρχικά για κτηνοτροφική χρήση. Από το 1960 όμως, έπειτα από τις αλλαγές στην κτηνοτροφική οικονομία (οργανωμένα τυροκομεία κ.λπ.) πέρασαν στην αχρησία. Το γάλα μεταφερόταν πλέον στα τυροκομεία. Ωστόσο, ορισμένα από αυτά, κυρίως στην περιοχής της Βροντούς, συνέχιζαν να χρησιμοποιούνται για άλλες ανάγκες. Έτσι εξηγείται η ύπαρξη του αλωνιού στην περιοχή Κουρί, καθώς και τα πατατοχώραφα στο θέση Κουτέλι. Ήταν δηλαδή καλύβες για την εκεί παραμονή των καλλιεργητών. Χρησίμευαν όμως και ως καταφύγια των κυνηγών και των άλλων εργαζομένων στην ύπαιθρο. Αυτό ίσχυε περισσότερο για τις πέτρινες καλύβες στα ημιορεινά και πιο πεδινά μέρη, παρά για το υψίπεδο του Μενοίκειου, όπου λόγω του υψόμετρου και της φύσης του εδάφους η καλλιέργεια σιτηρών και άλλων σχετικών προϊόντων δεν ήταν δυνατή.

Τα πρόβατα συγκεντρώνονταν στα μαντριά και αρμέγονταν. Εισέρχονταν από τις μικρές πόρτες που υπήρχαν περιμετρικά, στις πλευρές, και εξέρχονταν από τις απέναντι μικρές πόρτες. Σε κάθε πόρτα κάθονταν σε ειδικά καθίσματα (βλαχ. σκάμνου) δύο αρμεχτές. Το γάλα το έριχναν σε μεγάλα ξύλινα βαρέλια τα τάλαρου, όπου οι άνδρες το κτυπούσαν και έβγαζαν το βούτυρο. Το ξινόγαλα που έμενε το έχαναν μυζήθρα (γκίζα ή ούρδα στην τοπική διάλεκτο). Οι γυναίκες δεν ανέβαιναν στα μαντριά ούτε ασχολούνταν με τα κοπάδια. Το βούτυρο κατόπιν το μετέφεραν στα διπλανά τετράγωνα κτίσματα και το έκαναν κασέρι. Η μάνδρα στα βλάχικα λεγόταν κοντάρου και ο χώρος αρμέγματος, όπως και αλλού, στρούγκα, ενώ το τυροκομείο, κεσάρε. Οι καλύβες αυτές στο σλαβικό ιδίωμα των ντόπιων λέγονται κολίμπε. Τα τυριά αποθηκεύονταν στα βοηθητικά κτίρια/αποθήκες και το φθινόπωρο οι κτηνοτρόφοι τα κατέβαζαν στην πόλη και τα πωλούσαν στους εμπόρους.

Δεδομένου ότι μέχρι σήμερα στην περιοχή ασχολούνται με τη ημινομαδική/μεταβατική κτηνοτροφία ελληνόφωνοι (κυρίως Σαρακατσάνοι), βλαχόφωνοι και σλαβόφωνοι, είναι φανερό πόσο δύσκολο είναι οι κατασκευές αυτές να αποδοθούν σε συγκεκριμένη ομάδα. Η μορφολογία πάντως της εγκατάστασης (με τη στρογγυλή καλύβα και την αντίστοιχη τετράγωνη δίπλα -πάντα κατασκευασμένη από χόρτα-, που χρησίμευε ως αποθήκη) συναντάται εξίσου και στους Σαρακατσάνους αλλά και στους Αρβανιτόβλαχους, οι οποίοι όμως ως ομάδα δεν εμφανίζονται σήμερα στην περιοχή. Ονόματα κτηνοτροφών που αναφέρονται είναι τα: Κιρκινέζος, Λεβέντης (Βλάχος αλλά όχι από το Χιονοχώρι), Σερέτης (Βλάχος από το Χιονοχώρι) κ.ά.

Μερόπη: Ο ορεινός χώρος της Μερόπης είναι ο τόπος της οικονομικής δραστηριότητας, (κτηνοτροφίας) των Αρβανιτόβλαχων κατοίκων του χωριού Κεφαλόβρυσου (πρ. Μετζιτιέ) Πωγωνίου, το οποίο είναι κτισμένο στους πρόποδες του βουνού. Το Κεφαλόβρυσο είναι κτισμένο σέ υψόμετρο 650 μ. Την παλαιό ονομασία του (Μετζιτιέ) την οφείλει, σύμφωνα με την παράδοση, στο σουλτάνο Αβδούλ Μετζίτ, ο οποίος διέθεσε το χώρο για να χτιστεί το χωριό, μεταφέροντας τους κατοίκους από την Παλιόχωρα (της οποίας τα ερείπια βρίσκονται σε υψόμετρο 1.000 μ. περίπου) στη Νεμέρτσικα. Αυτό συνέβη μετά την εξόντωση του Αλή Πασά από τους Τούρκους, με τον οποίο οι ντόπιοι Αρβανιτόβλαχοι είχαν πολύ στενές σχέσεις. Το μέτρο αυτό απέβλεπε στον άμεσο έλεγχό τους από τις τουρκικές αρχές, γιατί ήταν πάντα ανήσυχα και επαναστατικά στοιχεία. Το 1991 το Κεφαλόβρυσο είχε 1.122 μόνιμους κατοίκους, ενώ το 1940, ο πληθυσμός του ήταν 1.463 κάτοικοι. Μεγάλο μέρος των κατοίκων μετοίκισε μετά το 1960 στη Γερμανία, ενώ πολλοί άλλοι εγκαταστάθηκαν στα Γιάννενα, την Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη.

Οι Βλάχοι του Κεφαλόβρυσου είναι ημινομάδες κτηνοτρόφοι μεγάλων αποστάσεων. Η μετακίνηση (τροπαλισμός) τους είναι του τύπου transhumance inverse (αντίστροφος ημινομαδισμός), γιατί το σημείο αφετηρίας τους είναι το χωριό Κεφαλόβρυσο (Μετζιτιέ). Στο χωριό έπεφτε χιόνι το χειμώνα και τα ζώα έπρεπε να κατέβουν κάτω στα χειμαδιά (αρίον). Έφταναν έτσι μέχρι την Αυλώνα και το Μούρσι της Αλβανίας. Έπειτα όμως από το κλείσιμο των συνόρων κατά το Β' Παγκόσμιο πόλεμο και τον Εμφύλιο, περιορίστηκαν (μειώνοντας παράλληλα και τα ζώα τους) στην περιοχή της ελληνικής Ηπείρου, και κυρίως στις περιοχές γύρω από τη Σαγιάδα, το Ασπροκλήσι, τη Λουρίδα κ.α.

Η οικονομία τους μέχρι το 1960 στηριζόταν σχεδόν αποκλειστικά στην κτηνοτροφία των προβάτων. Αναφέρεται ότι την περίοδο της ακμής του, πριν από το 1940, το χωριό διέθετε 80.000-100.000 ζώα, κυρίως πρόβατα, γιατί ελάχιστοι τότε είχαν γίδια, ενώ τώρα υπολογίζονται γύρω στα 25.000, κυρίως γιδοπρόβατα. Από αυτά, τα 7.500 βρίσκονται γύρω από το χωριό, ενώ τα υπόλοιπα είναι διασκορπισμένα σε μεγάλο υψόμετρο στη Νεμέρτσικα, στο Γράμμο, ακόμα και την Πίνδο, και χαμηλά στα άλλα χωριά του Πωγωνίου (Βήσσανη, Κακόλακκο, Δελβινάκι, Δρυμάδες, Βασιλικό, Πωγωνιανή, Δολό κ.α.), όπου οι Βλάχοι αναζητούσαν βοσκότοπους.

Ένας τόσο μεγάλος αριθμός ζώων είχε ανάγκη, όπως ήταν φυσικό, από μία μεγαλύτερη έκταση που θα περιλάμβανε όχι μόνο τη σημερινή ελληνική περιοχή της Ηπείρου, αλλά και τη Βόρειο Ήπειρο (νότια Αλβανία). Στο χωριό υπήρχε κοινοτικός βοσκότοπος που τον χρησιμοποιούσαν και συνεχίζουν να τον χρησιμοποιούν όλοι. Εκεί βοσκουσαν τα ζώα της κοινότητας, όμως ο χώρος μόλις που επαρκουσε για 6.000 ζώα. Η κοινότητα, επειδή δεν είχε άλλα έσοδα επέβαλλε ένα μικρό φόρο, ανάλογα με τα κεφάλια των ζώων. Πλήρωναν 18,20 ή ακόμη 25 δρχ. το κεφάλι, ανάλογα με την περίοδο, τη δεκαετία του 1970, πέρα από το όριο των δεκαπέντε ζώων, το οποίο ήταν και συνεχίζει να είναι δωρεάν. Από το 2000, ο φόρος κατά κεφάλι αυξήθηκε σε 120 δρχ. για τη μικρή κτηνοτροφία και σε 240 δρχ. για τη μεγάλη. Σήμερα, γι’ αυτό το λόγο, παρέχεται οικονομική ενίσχυση από τη Νομαρχία. Συνήθως, υστέρα από το θερισμό, όπως και σε άλλες περιοχές της Ελλάδας, οι ντόπιοι άφηναν τα ζώα ελεύθερα στους περιορισμένους αγρούς που διέθεταν. Έλεγαν χαρακτηριστικά: «Αλάσεμ άγκρε ελεύτερα». Για τους βοσκότοπους που χρησιμοποιούν, υποστηρίζουν ότι αρχικά δεν ήταν κοινοτικοί, αλλά ότι ανήκαν σε έναν ορισμένο αριθμό οικογενειών (μελετιών).

Τα μαντριά με τα ζώα είναι διασκορπισμένα γύρω από το χωριό, καθώς και σε όλη την περιοχή της Νεμέρτσικας, μέχρι την αλπική ζώνη σε κάποια απόσταση το ένα από το άλλο. Συνήθως οι κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις των συγγενών (ξαδέλφων κ.λπ.) βρίσκονται κοντά ή μία στην άλλη. Η εγκατάσταση περιλαμβάνει όλα τα απαραίτητα: Καλύβα ή οικίσκο για τον τσοπάνο, στρούγκες για το άρμεγμα, στάλο για να δροσίζονται τα ζώα το μεσημέρι, τυροκομείο (μπατζαριό), ενώ τριγύρω υπάρχουν σκόρπιες οι αλατισιές (σερίνιε στα βλάχικα), δηλαδή οι πλατιές πέτρες όπου οι κτηνοτρόφοι ρίχνουν το αλάτι για να τρώνε τα ζώα. Παλαιότερα οι στρούγκες ήταν κατασκευασμένες από πέτρες και βάτα. Σήμερα όμως, κατά κανόνα, είναι φτιαγμένες με παλούκια και σύρμα. Οι στρούγκες των προβάτων είναι διαφορετικές, μεγαλύτερες από εκείνες των γιδιών. Τελευταία, ο δήμος έχει αναλάβει να τους προμηθεύει με λυόμενα ξύλινα σπιτάκια στο βουνό. Οι κτηνοτρόφοι επισημαίνουν τις ευκολίες που υπάρχουν σήμερα στην κατασκευή των μαντριών. Εκείνη την εποχή, έπρεπε να κόψουν ξύλα (παλούκια) στο δάσος, ενώ σήμερα υπάρχουν τα καδρόνια, οι τσίγκοι κ.λπ.

Σημειώνω πάντως ότι μαντριά υπήρχαν μέσα στο χωριό έως το 1920-1930, γεγονός που υποδηλώνει ότι το χωριό εξελίχθηκε με πύκνωση από παλαιότερες πρόχειρες εγκαταστάσεις, θα έλεγα κατούνες, εφόσον κάθε μαχαλάς αποτελεί και ένα γένος (μελιέτι). Άλλωστε, σε φωτογραφίες του 1900 διακρίνονται καθαρά οι καλύβες, αλλά και ο τσάρκος για τα νεογέννητα ζώα. Σήμερα, είτε μέσα είτε κοντά στο χωριό, στις παρυφές (εύκολη πρόσβαση με σύντομη πεζοπορία), εκτρέφουν ζώα μόνο οι Γραμμοζαίοι, οι Μαναίοι και οι Ποριχαίοι. Τα τελευταία χρόνια, τα περισσότερα ζώα βρίσκονται μακριά, σε περιοχές έξω από το χωριό, εκτός από τα 5-6 οικόσιτα (μπραβάρια) που διατηρούσε πάντα κάθε οικογένεια ή τα μικρά κοπάδια 10-20 ζώων.

Πριν από το 1960, οι κτηνοτρόφοι του Κεφαλόβρυσου ήταν οργανωμένοι σε τσελιγκάτα ή στάνες (τονρέση στο τοπικό βλάχικο ιδίωμα, από τη λατινική λέξη turn, δηλαδή ομάδα, συν την κατάληξη -έστι που δηλώνει τόπο). Με τον όρο αυτόν εννοούμε, όπως ήδη ανέφερα, την ομάδα συνεργασίας περισσότερων κτηνοτροφών, οι οποίοι, ένωναν τα κοπάδια τους υπό την αρχηγία ενός ισχυρού και πλούσιου ιδιοκτήτη, του τσέλιγκα ή αρχιτσέλιγκα, ο οποίος διέθετε τα περισσότερα ζώα. Τούτο γινόταν, γιατί ο μεγάλος αυτός κτηνοτρόφος μπορούσε να νοικιάσει ευκολότερα βοσκότοπους (λιβάδια) στα χειμαδιά από τις κοινότητες και από τους ιδιοκτήτες, που ήταν συνήθως Τουρκαλβανοί μπέηδες και αγάδες από την Κονίσπολη. Ήταν προτιμότερο να συνεργάζονται, αφού στην πράξη ήταν αδύνατον οι μικροί κτηνοτρόφοι να ανταγωνιστούν επιτυχώς τους μεγάλους στη διεκδίκηση των βοσκότοπων. Ενοίκιαζαν τα λιβάδια συνήθως για ένα εξάμηνο (στην καλύτερη περίπτωση για δύο χρόνια), ενώ οι πληρωμές γίνονταν τότε με το σκληρό νόμισμα της εποχής, τα «ναπολεόνια». Οι πληροφορίες αναφέρουν χαρακτηριστικά ότι όι βοσκότοποι ήταν ακριβοί και συχνά οι τσέλιγκες και οι άλλοι κτηνοτρόφοι έπεφταν έξω στους υπολογισμούς τους για τη δυνατότητα του λιβαδιού να συντηρήσει έναν ορισμένο αριθμό ζώων. Αυτό είχε ως συνέπεια οι κτηνοτρόφοι να βγαίνουν χρεωμένοι αρκετά συχνά. Τότε οι μπέηδες τους έπαιρναν τα ζώα, λέγοντάς τους μάλιστα ότι «Από δήμαρχοι κατέληξαν κλητήρες».

Παλαιότερα τυροκομούσαν στο ίδιο το βουνό, όπου υπήρχε ειδική εγκατάσταση γι’ αυτή τη δουλειά, το μπατζαριό, κατασκευασμένο από χόρτα και κλαδιά. Αυτό γίνεται και σήμερα, μερικές φορές το καλοκαίρι. Οι κτηνοτρόφοι φτιάχνουν κεφαλοτύρι και μυζήθρα, ενώ βγάζουν και το φρέσκο βούτυρο και το ξινόγαλο, χτυπώντας το γάλα σε ειδικό ξύλινο δοχείο, την τρουμπολίτσα. Από το 1950 και πέρα δημιουργήθηκαν οργανωμένα τυροκομεία με πρώτο εκείνο του Αλέκου Πότση. Ακολούθησαν ο Μήτσος Πορίχης, ο Δημήτρης Γραμμόζης κ.ά. Σήμερα, σε όλες τις περιοχές που ανέφερα, το μεγαλύτερο μέρος της γάλακτοπαραγωγής μεταφέρεται με σύγχρονα μέσα στην αγορά και στα σύγχρονα τυροκομεία.

Οικολογία και προσαρμογή

Γενικά, από οικολογικής απόψεως, η κτηνοτροφική ημινομαδική/μεταβατική οικονομία βρισκόταν και βρίσκεται σε αμοιβαία αλληλεπίδραση με το φυσικό περιβάλλον, τις γεωργικές κοινότητες, τους δημογραφικούς παράγοντες και τους πληθυσμούς των ζώων. Από ορισμένους μελετητές είχε θεωρηθεί ότι η πτηνοτροφία αυτής της μορφής αποτελούσε ένα παρωχημένο σύστημα, όμως παρ’ όλ’ αυτά, απεδείχθη βιώσιμο είτε στράφηκε στην αγορά είτε παρέμεινε στην αυτοκατανάλωση.

Ουσιαστικά, η εκτατική πτηνοτροφία (νομαδική/ημινομαδική και μεταβατική) αντιμετώπισε τρεις μεγάλες απειλές: Η πρώτη σημειώθηκε στα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ού αιώνα, με τη μεγάλη αγροτική μεταρρύθμιση, την απαλλοτρίωση των τσιφλιπιών και την αναδιανομή της γης. Και αυτό, γιατί η μεγάλη κτηνοτροφία (τσελιγκάτα) βρισκόταν σε αλληλεξάρτηση, στηριζόταν δηλαδή στην ύπαρξη της μεγάλης γαιοκτησίας (τσιφλίκια) στα πεδινά, όπου οι κτηνοτρόφοι είχαν τα χειμαδιά τους. Στο εξής, έπρεπε να έρχονται σε συνεννόηση με τους μιπροϊδιοπτήτες και να επιστρατεύουν φιλικές σχέσεις (πατρωνίες, κουμπαριές π.λπ.) -γεγονός πολύ πιο δύσκολο-, προκειμένου να μπορούν να νοικιάζουν τα θερισμένα χωράφια. Γι’ αυτό το λόγο, τα τσελιγκάτα αρχίζουν να διασπώνται και να περιορίζονται.

Η δεύτερη και η μεγαλύτερη απειλή ξεκίνησε τις τελευταίες δεκαετίες με την εντατικοποίηση της γεωργίας και τη μετατροπή των καλλιεργειών των δημητριακών σε μικροϊδιοπτησίες, κηποπαλλιέργειες, αμπελοκαλλιέργειες, και δεντροκαλλιέργειες (ελαιόδεντρα, εσπεριδοειδή π.λπ.). Σημαντικό ρόλο σε αυτή την κατεύθυνση έπαιξαν και οι γεωτρήσεις για την αναζήτηση νερού. Το πρόβλημα λύθηκε με τη μεγαλύτερη σε έκταση χρήση ζωοτροφών, που με τη σειρά της προϋποθέτει και τις ανάλογες εμπορενματικές καλλιέργειες, αλλά και μια σημαντική επιβάρυνση στο κόστος παραγωγής στην κτηνοτροφία.

Η τελευταία δοκιμασία αυτού του κλάδου της οικονομίας επήλθε με την εσωτερική και εξωτερική μετανάστευση που πραγματοποιήθηκε τα τελευταία χρόνια, καθώς και τη στροφή σε άλλα επαγγέλματα (υπηρεσίες π.λπ.). Τότε διαλύονται και τα τελευταία τσελιγκάτα. Οι ορεινές κοινότητες συρρικνώνονται πληθυσμιακά και αυτό φαίνεται από τις ανεστραμμένες δημογραφικές πυραμίδες ηλικιών στον ορεινό χώρο. Επειδή όμως η ζήτηση πρωτεϊνών και η κατανάλωση κρέατος αυξήθηκαν λόγω της ανόδου του βιοτικού επιπέδου και της αλλαγής των διατροφικών συνηθειών, η Ευρωπαϊκή Ένωση με τις επιδοτήσεις ενίσχυσε τους κτηνοτρόφους, ώστε να διατηρήσουν την απασχόλησή τους. Σημαντικό ρόλο σε αυτό έπαιξε και είσοδος των μεταναστών (κυρίως Αλβανών), οι οποίοι σε πολλές περιοχές εργάζονται ως τσοπάνοι. Διαφορετικά, υπήρχε κίνδυνος να χαθούν ολοσχερώς οι παραδοσιακοί τρόποι εκμετάλλευσης του χώρου, που στηρίζονταν σε μια πολύχρονη γνώση και εμπειρία, η οποία, μεταξύ των άλλων, συντελούσε στη διατήρηση και την αναπαραγωγή ποικίλων κοινωνικών και οικοσυστημικών ενοτήτων. Γι’ αυτό το λόγο, έχουν σχεδιαστεί από το κράτος ειδικές μελέτες, ενώ έχουν προταθεί σχετικά αναπτυξιακά προγράμματα (κατασκευή κτηνοτροφικών δρόμων, υδροδεξαμενών για πότισμα κ.λπ.), που έχουν υλοποιηθεί εν μέρει.

Ο ειδικός όρος για τη μελέτη της γεωργοκτηνοτροφικής οικονομίας των ορεινών χώρων προέρχεται από τη γερμανική λέξη Alpwirschaft, επειδή οι πρώτες μελέτες που έγιναν αφορούσαν στις Άλπεις, και συγκεκριμένα την περιοχή της γερμανόφωνης Ελβετίας. Η μελέτη όμως του ορεινού χώρου δεν μπορεί να εννοηθεί, όπως έγινε φανερό, χωρίς την παράλληλη εξέταση του πεδινού χώρου. Γι’ αυτό θεωρείται πιο κατάλληλη η μελέτη των κάθετων ζωνών. Με αυτό τον τρόπο μπορεί να διευκρινιστεί περισσότερο πώς οι πληθυσμοί προσαρμόζονται στο ορεινό περιβάλλον. Ένας επιπλέον λόγος είναι ότι κατ’ αυτό τον τρόπο μπορεί να μελετηθεί καλύτερα ο βαθμός αυτάρκειας των πληθυσμών, η ανεπαρκής ή όχι πρόσληψη θερμίδων, καθώς και η πλήρης απασχόληση ή υποαπασχόληση τους (οικονομικά και οικολογικά όρια).

Κατά τον Guillet, μία εξειδικευμένη οικονομική στρατηγική αυξάνει το ρίσκο, ενώ μία σύνθετη/μεικτή στρατηγική το μειώνει. Επιπλέον, ο ίδιος θεωρεί τη γεωργία και την κτηνοτροφία στους ορεινούς χώρους εξαιρετικά ριψοκίνδυνες. Αυτό οφείλεται σε πολλούς λόγους, κυρίως φυσικές/καιρικές καταστροφές, ασθένειες ζώων κ.λπ. Ιδιαίτερα για τους κτηνοτρόφους, μπορώ να αναφέρω πολλά παραδείγματα από την προσωπική εθνογραφική έρευνά μου στο Κεφαλόβρυσο, όπου σημειώθηκαν σημαντικές απώλειες στα κοπάδια. Μεγαλοτσελιγκάδες έχασαν από στιγμή σε στιγμή όλο το κοπάδι τους και έμειναν χωρίς κανένα ζώο. Δεν είναι τυχαίο ότι η κτηνοτρόφοι αποκαλούν την περιουσία τους σε ζώα «τίπουτας» και οι γεωργοί λένε ότι «Τα ζώα είναι δροσιά και η γη τράπεζα». Η δροσιά χάνεται το πρωί μόλις βγει ο ήλιος. Έτσι εξηγείται, γιατί οι κτηνοτρόφοι είναι πολύ δεισιδαίμονες σε ό,τι αφορά το κοπάδι (βασκανία κ.λπ.). Παρ’ όλ’ αυτά, στην κτηνοτροφική κοινωνία υπήρχαν δικλείδες ασφαλείας στις συγκεκριμένες περιπτώσεις. Οι άλλοι κτηνοτρόφοι της κοινότητας ή της στάνης έπρεπε να συνδράμουν τον ατυχήσαντα με την προσφορά τουλάχιστον ενός ζώου.

Μία άλλη διάσταση που απασχολεί τους μελετητές είναι η καταστροφή των ορεινών λιβαδιών από την υπερβόσκηση, λόγω μεγαλύτερου αριθμού ζώων, με συνέπεια τη διάβρωση του εδάφους. Θα αναφερθώ στη δική μας περίπτωση και στην καταστροφή του δάσους του πρίνου από τα γίδια, όχι μόνο γιατί τα ζώα τρώνε τα κλαδιά και τον καρπό (βελανίδια), με αποτέλεσμα το φυτό να μην μπορεί να αναπαραχθεί. Από εκεί και η γνωστή απαγόρευση της αιγοτροφίας στην Αττική, κατά τη δικτατορία του Μεταξά (πρβ. και το σχετικό «Ό,τι κάνει ή γίδα στο πουρνάρι, το κάνει το πουρνάρι στο τομάρι της» γιατί τα βελανίδια χρησιμοποιούνταν στη βυρσοδεψία). Το θέμα αυτό θεωρείται συζητήσιμο, γιατί υπάρχουν και αντίθετες απόψεις στη βιβλιογραφία, όπως του Guillet, ο οποίος υποστηρίζει ότι πολλές φορές αποτέλεσμα της υπερβόσκησης είναι το δυνάμωμα της βλάστησης, το οποίο μπορεί όμως να αποδειχθεί ανθυγιεινό και πολύ βλαβερό για τα ζώα. Αυτό συμβαίνει γιατί η διάβρωση παρατηρείται μόνο σε επικλινή εδάφη, ενώ σε επίπεδα (οροπέδια κ.λπ.) αυτό δεν ισχύει. Αντίθετα, λόγω της υπερβόσκησης, εκεί μπορούν να επικρατήσουν (ρυτά που δεν καταναλώνονται από τα ζώα, τα οποία ενδεχομένως είναι βλαβερά (αφάνες κ.ά.). Ιδανική θεωρείται η ήπια βόσκηση, ενώ επιζήμια, η υπερβόσκηση και η υποβόσκηση. Εξάλλου, αυτό προϋποθέτει αδυναμία του κτηνοτρόφου να ελέγξει την αύξηση του κοπαδιού του και τον πολλαπλασιασμό των ζώων του κάτι όμως που δεν έχει αποδειχθεί. Ο έλεγχος επιτυγχάνεται είτε με φυσικό τρόπο (κακή διατροφή των ζώων σε περίπτωση υπερβόσκησης και επομένως μειωμένη αναπαραγωγή, μη αναμενόμενη ξηρασία, επιζωοτία, άλλες ασθένειες, λύκοι κ.λπ.) είτε με τεχνικό/πολιτισμικό (κατανάλωση μεγάλου αριθμού ζώων στις μεγάλες γιορτές, στα πανηγύρια και στους γόμους, πωλήσεις κ.ά.), όπως θα δείξω παρακάτω.

Άλλωστε, ως απάντηση στην υπερβόσκηση μπορεί ακριβώς να θεωρηθεί η εναλλάξ μετακίνηση στα ορεινά και τα πεδινά, η οποία εκτός από την πρακτική της σημασία αποβαίνει τελικά και σημαντικός ιδεολογικός παράγοντας (πρβ. την «κοινωνική μεταβατικότητα» ή social transhumance ανθρώπων της πόλης, καταγόμενων από ορεινές κοινότητες, οι οποίοι δεν είναι πλέον κτηνοτρόφοι, αλλά ανεβαίνουν εθιμικά το θέρος στο βουνό, δηλαδή ό,τι θα ονομάζαμε ειδικό habitus). Το βουνό γι’ αυτούς είναι «η ιδεολογική πατρίδα» τους.

Το ζήτημα της αύξησης των ζώων, σε συνδυασμό με την υπερβόσκηση αλλά και τη ρύπανση του περιβάλλοντος (περισσότερο στη στατική και σταβλική κτηνοτροφία) έχει απασχολήσει τους μελετητές. Το ερώτημα είναι γιατί οι κτηνοτρόφοι επιθυμούν να πολλαπλασιάσουν τα ζώα τους πέρα από τα πλαίσια των αναγκών τους και της οικογενειακής τους αυτάρκειας, με κίνδυνο να δημιουργούνται δυσκολίες; Ας θυμηθούμε την ευχή των δικών μας κτηνοτροφών να «χιλιάσουν τα πρόβατα», για να τους καλούν «τσέλιγκες», οι οποίοι να βγουν εθιμικά στις ράχες να τα «διαλαλήσουν», να πουν δηλαδή ότι απέκτησαν χίλια πρόβατα. Θα μπορούσαν ενδεχομένως να πουλήσουν τα επιπλέον ζώα και να καταθέσουν στην τράπεζα το εισόδημα. Η έρευνα έδειξε ότι ο πολλαπλασιασμός και η διατήρηση των ζώων, όπως μας λέει McPeak, θεωρείται ένας τρόπος αυτασφάλισης, έναντι του γνωστού κυκλικού φαινομένου της άνθησης/χρεωκοπίας (boom and bust cycle) που παρατηρείται στην κτηνοτροφία. Πρόκειται δηλαδή για την απώλεια και τη μείωση του κοπαδιού, για πολλούς λόγους. Από χρηματοοικονομικής άποψης, τα χρήματα στη τράπεζα δεν αποδίδουν το ίδιο με το κοπάδι (και τις γέννες), ενώ και στην περίπτωση που οι κτηνοτρόφοι θα ήθελαν να αυξήσουν τα ζώα τους με αγορές, υπάρχει η αντίληψη ότι αυτά που διατίθενται στη αγορά δεν είναι πάντα καλής ποιότητας.

Σήμερα οι κτηνοτρόφοι προγραμματίζουν χρονικά τις γέννες, ώστε να υπάρχει μεγάλη παραγωγή αρνιών τις περιόδους των Χριστουγέννων και του Πάσχα, κατά τις οποίες παρατηρείται αυξημένη κατανάλωση. Κατ’ αυτό τον τρόπο, μειώνεται η πίεση στο βοσκότοπο την περίοδο του χειμώνα και της άνοιξης, που οι κτηνοτρόφοι ετοιμάζονται να ανέβουν στα ορεινά -ή θερινά αντίστοιχα- βοσκοτόπια. Αυτό παρατηρείται γενικά σε όλη την Ελλάδα, αλλά και στα υπόλοιπα Βαλκάνια. Ειδικότερα, μεγάλη κατανάλωση αρνιών γίνεται και στα καλοκαιρινά πανηγύρια της Παναγίας (Δεκαπενταύγουστο), της Αγίας Παρασκευής και του Προφήτη Ηλία, γιορτές πολύ σημαντικές για τους κτηνοτρόφους (Βλάχους κ.ά.). Δεν είναι εξάλλου τυχαίο ότι και οι γάμοι των κτηνοτροφών γίνονται το καλοκαίρι, προς το τέλος του καλοκαιριού, πριν κατέβουν στα χειμαδιά. Με τη μεγάλη κατανάλωση κρέατος μειώνεται ο αριθμός των ζώων που πρέπει να μεταφερθούν στα πεδινά βοσκοτόπια. Στο Κεφαλόβρυσο ιδιαίτερα, οι περισσότεροι γάμοι γίνονταν και συνεχίζουν να γίνονται τον Ιούλιο, το δεύτερο μισό του Αυγούστου και το Σεπτέμβριο. Η κατανάλωση κρέατος ήταν πολύ μεγάλη, εάν σκεφτεί κανείς ότι κάθε συγγενής ήταν υποχρεωμένος να φέρει στο γάμο δώρο (κανίσκι) ένα αρνί. Έτσι, καταναλωνόταν τεράστιος αριθμός ζώων. Στο οροπέδιο, εξάλλου, μεγάλος κτηνοτρόφος με πληροφόρησε ότι στο γάμο του γιου του έσφαξε 140 ζώα. Σε άλλη περίπτωση από το οροπέδιο, δύο αδελφοί είχαν το χειμώνα 2.000 ζώα και το καλοκαίρι 1.700. Τα υπόλοιπα πωλήθηκαν ή καταναλώθηκαν.

Υπάρχουν όμως και άλλες παράμετροι που καθορίζουν επιμέρους πρακτικές και οικονομικές στρατηγικές, οι οποίες συνδέονται με το φυσικό περιβάλλον, όπως για παράδειγμα, η αναλογία βοσκότοπων και καλλιεργήσιμων εδαφών. Αυτή είναι γνωστή στους γεωγράφους ως σχέση ager (συνολική έκταση αρόσιμων γαιών) και saltus (συνολική έκταση βοσκοτόπων και δασών), η οποία καθορίζει τη μορφή του αγροτικού συστήματος και του τοπίου. Αναφέρω παραδείγματα: Το έδαφος της Ηπείρου παρουσιάζει αξιοσημείωτη δυσαναλογία μεταξύ της γεωργικής γης, των βοσκότοπων και των δασών. Με λίγα λόγια, στην Ήπειρο το σύνολο της έκτασης των αγρών είναι δυσανάλογα μικρότερο από το αντίστοιχο σύνολο της έκτασης των βοσκότοπων και των δασών. Ειδικότερα, τα ορεινά εδάφη έχουν έκταση 4.426 τ.χλμ. (88,7%), τα ημιορεινά 401 τ.χλμ. (8%) και τα πεδινά 162 τ.χλμ. (3,3%), ενώ το μέσο σταθμικό υψόμετρο του νομού Ιωαννίνων είναι 628 μ. Για το νομό αυτό, η μοναδική πεδινή περιοχή είναι 150.000 στρέμματα γύρω από τα Γιάννενα. Το ακριβώς αντίθετο συμβαίνει με το νομό Σερρών. Οι ορεινές περιοχές είναι 765 τ.χλμ. (19,3%), οι ημιορεινές 1.348 τ.χλμ. (33,8 %) και οι πεδινές 1.870 τ.χλμ. (48,9 %), ενώ η λεκάνη του Στρυμόνα είναι 770 τ.χλμ.

Είναι ευνόητο ότι στο νομό Ιωαννίνων μπορεί να διατηρηθεί μεγάλος αριθμός ζώων στα ορεινά, αλλά το πρόβλημα παρουσιάζεται το χειμώνα, όταν τα χειμαδιά δεν επαρκούν και οι κτηνοτρόφοι πρέπει να μετακινούνται για μεγάλες αποστάσεις (ημινομαδισμός μεγάλων αποστάσεων). Αντίθετα, στο νομό Σερρών οι χειμερινοί βοσκότοποι εκτείνονται -λόγω του πεδινού εδάφους- και σε κοντινές αποστάσεις. Έχουμε, λοιπόν, ημινομαδισμό μικρών αποστάσεων.

Στο Λασίθι τα πράγματα είναι ακόμα πιο σύνθετα λόγω της ποικιλομορφίας του φυσικού χώρου και ιδιαίτερα του οροπεδίου (έκταση 110 τ.χλμ., στα οποία μπορούν να προστεθούν και οι καλλιέργειες σε πεζούλες στις πλαγιές της Δίκτης). Η έκταση του ager εδώ αυξάνεται με τις καλλιέργειες στα πεδινά και ιδιαίτερα την ελαιοκαλλιέργεια. Η αναγκαστική πάντως κάθοδος των ζώων το χειμώνα στα παράλια της Κρήτης, όπου οι πεδινές εκτάσεις είναι και εκεί περιορισμένες, (αλλά και μη διαθέσιμες στο σύνολό τους τα τελευταία χρόνια), υποχρεώνει τους κτηνοτρόφους να τα τρέφουν, όπως ανέφερα, με ζωοτροφές (τριφύλλι, καλαμπόκι κ.λπ.).

Με οποιονδήποτε όμως τρόπο και να υπολογιστούν οι βοσκότοποι και τα ζώα, οι δυνατότητες (βοσκοϊκανότητα) ενός λιβαδιού είναι περιορισμένες. Έχει υπολογιστεί ότι χρειάζονται 2,5 στρέμματα χειμερινού βοσκότοπου για κάθε ζώο. Εάν γίνει υπέρβαση αυτού του ορίου, τα ζώα υποσιτίζονται. Τότε είναι απαραίτητες οι ζωοτροφές. Σχετικά με αυτό, υπολογίζεται ότι ένα πρόβατο χρειάζεται ένα κιλό καρπό και ένα κιλό σανό ή τριφύλλι την ημέρα.

Επιπλέον, υπάρχει η δυνατότητα εντατικοποίησης της γεωργίας με τη λίπανση των ορεινών καλλιεργήσιμων εδαφών από τα κοπάδια, με αποτέλεσμα την παράλληλη ενίσχυση της βοσκοϊκανότητας των θερισμένων χωραφιών, την περίοδο μεταξύ Ιουλίου-Σεπτεμβρίου, που τα ζώα δεν έχουν κατεβεί ακόμα στα χειμαδιά. Η περίπτωση αυτή φυσικά ισχύει μόνο για το οροπέδιο, όπου η οικονομία είναι σύνθετη, γεωργοκτηνοτροφική, αλλά όχι και για το Μενοίκειο ή τη Μερόπη. Εκεί οι κτηνοτρόφοι κατέβαιναν σε χειμαδιά στους αγρούς, κατά τη περίοδο της αγρανάπαυσης. Οι αγροί όμως -κατά κανόνα- ήταν ξένη ιδιοκτησία.

Σημασία για την αυτάρκεια του πληθυσμού έχει και το είδος των ζώων που αποτελούν τα κοπάδια (πρόβατα, γίδια, αγελάδες). Οι Βλάχοι του Κεφαλόβρυσου, για παράδειγμα, παλαιότερα προτιμούσαν τα πρόβατα, τα οποία ήταν περισσότερο παραγωγικά, γιατί το γάλα τους είναι καλύτερο (έχει περισσότερες θερμίδες, πρωτεΐνες και λίπος) και ακριβότερο στην τιμή, καθώς επίσης για το μαλλί τους. Από τους υπολογισμούς που έχουν κάνει ειδικοί, δέκα προβατίνες είναι επαρκείς για τη συντήρηση ενός ατόμου, ενώ αντίθετα για τον ίδιο σκοπό χρειάζονται είκοσι γίδες. Τα πρόβατα όμως χρειάζονται περισσότερη φροντίδα. Αυτά άλλωστε είναι πιο ευαίσθητα στο κρύο, ενώ τα γίδια μπορούν να βγουν έξω και με χιόνια και να βρουν, όπως λένε, «Ξύλο για να φάνε». Σημαντικός όμως παράγοντας για τη διατήρηση προβάτων είναι και η φύση του εδάφους, που είναι ομαλό, ελάχιστα βραχώδες (αστοιβιές, βάτοι κ.λπ., ενώ απουσιάζουν οι ακανθώδεις θάμνοι), καθώς και της χαμηλής βλάστησης. Σημειώνω ότι με τη μεταφορά των ζώων στα ορεινά, η γαλακτοφορία τους παρατεινόταν τουλάχιστον για ένα μήνα, αντίθετα με ότι συνέβαινε υπό φυσιολογικές συνθήκες.

Η στενή σχέση των ανθρώπων αυτών με τα ζώα χαρακτηρίζεται από το λεγόμενο «σύνδρομο της ζωομανίας», που χαρακτηρίζει όλους τους κτηνοτρόφους. Το κοπάδι είναι μια κοινωνία ζώων οργανωμένη από τον άνθρωπο, η οποία βασίζεται στην αρχή ότι τα ζώα έχουν ορισμένες συνήθειες, όπως για παράδειγμα, να ακολουθούν έναν αρχηγό και να μετακινούνται ανάλογα με τις εποχές (κρύο, ζέστη), αναζητώντας χόρτο για βοσκή. Ο κανόνας στην οργάνωση του κοπαδιού για οικονομική εκμετάλλευση, συνίσταται στο να κρατούν οι κτηνοτρόφοι τα θηλυκά για αναπαραγωγή και γαλακτοπαραγωγή, ενώ από τα αρσενικά, να κρατούν μόνο όσα θα χρησιμεύσουν για το ζευγάρωμα (βαρβάτα, κριάρι ή τράγος) και για αρχηγοί του κοπαδιού (γκεσέμια). Τα υπόλοιπα πωλούνται στους κρεοπώλες.

Το κοπάδι μπορεί να χωριστεί στα γαλακτοφόρα, στα στείρα, στα νεογέννητα κ.λπ. Στο κοπάδι αναλογεί ένα κριάρι ή τραγί για κάθε είκοσι ζώα. Επομένως, σε ένα κοπάδι 200 ζώων αναλογούν 10 κριάρια, σε κοπάδι 500 ζώων 50 κριάρια, κ.ο.κ. Τα γκεσέμια (οδηγοί του κοπαδιού) επίσης αντιστοιχούσαν ανάλογα με το κοπάδι. Για παράδειγμα, στο Κεφαλόβρυσο, ο Βασίλης (Ράπος) Μεντής σε κοπάδι 700-800 είχε δεκαπέντε γκεσέμια. Για την εξυπηρέτηση, εξάλλου, ενός κοπαδιού 400 ζώων χρειάζονται τουλάχιστον δύο ενήλικες άνδρες.

Σε ευρύτερες ομάδες συνεργασίας, όπως τα τσελιγκάτα, είναι απαραίτητη η επιστράτευση και άλλων συγγενών, καθώς και ξένων, προκειμένου να δημιουργηθεί μια βιώσιμη οικονομική μονάδα. Οι συγγενείς δεν ανήκουν πάντα στην πατροπλευρική ομάδα του τσέλιγκα. Μπορούν να συμμετέχουν και γαμπροί, καθώς και ανιψιοί, καταγόμενοι από αδελφές. Παρ’ όλα αυτά, το τσελιγκάτο δεν είναι απόλυτα ένα «συγγένεια» (parentele), γιατί συμμετέχουν και ξένοι. Η ανάγκη συνεργασίας, που εξαρτάται από το είδος των ζώων του κοπαδιού (πρόβατα, γίδια), οδήγησε ορισμένους μελετητές να υποστηρίξουν -γενικεύοντας- (κατά την άποψη μου λανθασμένα), ότι το σύστημα που εφαρμόζουν οι κτηνοτρόφοι του ορεινού χώρου είναι πάντα το αμφιπλευρικό. Στις δικές μας περιπτώσεις όμως, αυτό δεν ισχύει, καθώς και στις τρεις περιπτώσεις έχουμε πατρογραμμικές ομάδες με διαφορετικούς βαθμούς συνοχής. Πιο συνεκτικές είναι οι πατρογραμμικές ομάδες συγγένειας (μελέτια) των Αρβανιτόβλαχων του Κεφαλόβρυσου, όπου η υπάρχει το έθιμο της βεντέτας καθώς και η εξωγαμία του γένους (απαγόρευση γάμου σε απεριόριστο βαθμό μέσα στην ομάδα επωνύμου). Πατρογραμμικές, αν και ενδογαμικές, θεωρούνται και οι ομάδες συγγένειας των Κρητών στο οροπέδιο του Λασιθίου, αλλά και των Βλάχων στις Σέρρες.

Ένα άλλο θέμα είναι ο ανταγωνισμός των ομάδων συγγένειας που επικρατεί για τους βοσκότοπους. Το ζήτημα των συγκρούσεων και κατ’ επέκταση των αιματηρών αντεκδικήσεων έχει εξετάσει με μεγάλη προσοχή ο Collier, ο οποίος διατύπωσε και τη θεωρία του «καμπύλου μοντέλου», υποστηρίζοντας ότι ανάλογα με την πίεση που δέχεται η γη, εξίσου αναλόγως διαμορφώνονται, λόγω του ανταγωνισμού, και οι ομάδες συγγένειας. Ο Collier θεωρεί ότι σε χαμηλή πίεση το σύστημα μπορεί να είναι αμφιπλευρικό, ενώ σε υψηλή μονογραμμικό. Επιπλέον -σε αυτή την περίπτωση-, μπορεί να είναι πατρογραμμικό, ενώ όταν υπάρχει παρά πολύ μεγάλη πίεση (με κίνδυνο διάσπασης της κοινότητας/κοινωνίας), επανέρχεται στο αμφιπλευρικό.

Είναι γεγονός ότι στον ορεινό χώρο της Δίκτης και του Μενοίκειου έχουμε μέσες πιέσεις. Έτσι, τα πατρογραμμικά συστήματα εκεί είναι πιο χαλαρά, σε αντίθεση με τη Μερόπη, λόγω του αριθμού των ζώων των Αρνανιτόβλαχων. Και στις τρεις περιοχές όμως, έχουμε ζωοκλοπές (μεταξύ των άλλων και ως στρατηγική διεύρυνσης των βοσκότοπων και απόκτησης γης ορισμένων κοινοτήτων) και απαγωγές γυναικών, ως ιδιαίτερες μορφές παραβατικότητας, οι οποίες ενδημούν κατά κανόνα στις κτηνοτροφικές κοινωνίες. Ενδιαφέρουσα θα ήταν η σύγκριση με την κεντρική και δυτική Κρήτη (Ρέθυμνο, Χανιά), όπου ο ανεξέλεγκτος ανταγωνισμός για τους βοσκότοπους έχει οδηγήσει πολλές φορές τις σχέσεις των πατρογραμμικών ομάδων συγγένειας (σογιών) σε τραγική κατάσταση.

Πρέπει να σημειώσω, πάντως, ότι τα προβλήματα, τα οποία προαναφέρθηκαν, στις σχέσεις μεταξύ των ιδιοκτητών χωραφιών του οροπεδίου και κτηνοτροφών αυξάνουν συνεχώς και δεν γνωρίζω εάν με τον πολλαπλασιασμό των ζώων, λόγω των επιδοτήσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, έχουμε και εδώ παρόμοια εξέλιξη με εκείνη στην κεντρική και δυτική Κρήτη.

Παρ’ όλ’ αυτά, κλείνοντας, δεν μπορούμε να γενικεύσουμε, θεωρώντας ότι οι κτηνοτρόφοι δεν συνεργάζονταν καθόλου μεταξύ τους πέρα από τα τσελιγκάτα και τις πρόσκαιρες κοινοπραξίες το καλοκαίρι (πατούλιες, ορτακιές, σμίξιμο κ.λπ.). Υπήρχαν εργασίες, όπως η κουρά (κούρος) των ζώων, όπου χρειάζονταν πολλά χέρια. Τότε συγκεντρώνονταν πάνω από 20 άτομα και συνεργάζονταν με αμοιβαιότητα (δανεικά) συγγενείς, κουμπάροι, φίλοι και γείτονες, χωρίς να τους χωρίζουν διαφορές Η κουρά ήταν ένα μικρό πανηγύρι. Έσφαζαν μάλιστα και ζώα, τα έψηναν και έπιναν κρασί, τσικουδιά κ.λπ. Η συνεργασία αυτού του είδους, η οποία ανάγεται σε προκαπιταλιστικούς τρόπους παραγωγής (κοινοτικό κ.λπ.), συναντάται σε κοινωνίες που στηρίζονται σε σχέσεις μικρής εμπορευματοποίησης και όχι σε πλήρη εκχρηματισμό της οικονομίας, δηλαδή σε κοινωνίες που βρίσκονται, όπως μας λέει ο Guillet, σε συνθήκες περιφερειακού καπιταλισμού.

Ελευθέριος Π. Αλεξάκης
Δρ. εθνολόγος, τέως διευθυντής ερευνών στο Κέντρο Ερευνών Ελληνικής Λαογραφίας της Ακαδημίας Αθηνών.
Κτηνοτρόφοι και κτηνοτροφία στον ορεινό χώρο
δημοσιευμένο στο: Ορεινός χώρος και δάση
Επιμέλεια: Ηλίας Ευθυμιόπουλους, Μιχάλης Μοδινός
ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ
ΔΙΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟ ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΩΝ ΕΡΕΥΝΩΝ (ΔΙΠΕ)
ΑΘΗΝΑ 2007
πηγή: academia.edu

 

Βιβλιογραφία
Agraval Arun and Vasant K. Saberval, 2004, “Wither South Asian pastoralism? An Introduction”. Nomadic Peoples 8/2: 36-54.
Allbaugh L.G.,1953, Crete. A Case Study of an Underdeveloped Area. Princeton University Press (μτφρ. Εκδόσεις Τροχαλία).
Αλεξάκης Ε. Π., 2005, «Τα τσελιγκάτα και οι μετακινήσεις των Αρβανιτόβλαχων κτηνοτροφών της Ηπείρου», Γεωγραφίες 5:114-134.
Αλεξάκης Ε. Π., 2006, «Η συγγένεια από γυναίκες σε μια πατρογραμμική κοινωνία. Η περίπτωση του οροπεδίου Λασιθίου Κρήτης», Πρακτικά Διεθνούς Κρητολογικού Συνεδρίου (Χανιά, Οκτώβριος 2006), (υπό έκδοση).
Αλεξάκης Ε. Π., 2007, «Μητάτα, κατούνες, μετόχια. Οικονομία και οργάνωση του χώρου στην Κρήτη», Ευ. Γρ. Αυδίκος (επιμ), Κρήτη:Λαϊκός πολιτισμός. Τοπικότητες: αντιστάσεις, μεταβολές, συνθέσεις. «Ταξιδευτής», Αθήνα.
Braudel F., 1991, Η Μεσόγειος και ο μεσογειακός κόσμος την εποχή του Φιλίππου Β' της Ισπανίας. Μορφωτικό Τδρυμα Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος.
Βλαχοχρήστος Κων/νος, 1977, Τα βιομηχανικά δάση της Ηπείρου. Υπουργείο Συντονισμού κ.λπ. Ιωάννινα.
Brush Stephen Β., 1976, “Introduction: Cultural Adaption to Mountain Village”, Human Ecology: An Inerdisciplinary Journal 4/2:125-33
Chang Claudia, 1993, “Pastoral transhumance in Southern Balkans as Social Ideology. Ethnoarcheological research in Norhern Greece”, American Anthropologist 95: 687-703.
Collier G.A., 1975, Fields of the Tzotzil. The ecolological bases of tradition in highlands Chiapas. University of Texas Press. Austin and London.
Crapanzano Vincent, 2003, “Pastured Landscapes”, Current Anthropology 44/1: 136-137.
Γάτσιος Δ. A., 2002, Κτηνοτροφών άνοδος και κάθοδος. Σύνδεσμος Συρρακιωτών Ιωαννίνων/Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Ιωαννίνων. Ιωάννινα.
Ελλάδα 2000. Γεωγραφία-Πατριδογνωσία. Η Ελλάδα κατά διαμερίσματα - Άτλαντας. Ηλεκτρονική έκδοση Junior Ε.Π/Ε. Αθήνα.
Guillet D., 1980, “Reciprocal labor and peripheral capitalism in the Central Andes”, Ethnology 19:151-67.
Guillet D., 1983, “Towards a cultural ecology of mountains. The Central Andes and the Himalayas compared”, Current Anthropology 24/5: 564.
Herzfeld M., 1983, “Reciprocal animal theft in Crete, At the intercessions of Ideologies”, στο Production Pastorale et Societe no 13: 47-54.
Herzfeld Μ.,1985, “Agency, Speech and Bride-Theft in a Cretan Mountain Village”, Anthropology 9: 25-44.
Κασσωτάκης M., 1967, Οροπέδιο Λασιθίου (χειρ. συλλ. στο Σπουδαστήριο Λαογραφίας Πανεπιστημίου Αθηνών αρ. 108).
Κούβαρης Λεωνίδας I., 1964, κ.ά., Νέα εικονογραφημένη γεωγραφία - Άτλας της Ελλάδος. Εκδόσεις Αφοί Σπυρόπουλοι και Κ. Κουνδουρέας, Αθήναι.
Kreutzmann Hermann, 2004, “Pastoral practices and their transformation in the north Karakoran”, Nomadic Peoples 8/2: 54-89.
McPeak John, 2005, “Individual and collective rationality in pastoral production: evidence from northern Kenya”, Human Ecology: An Inerdisciplinary Journal 33/2:171-198.
MacVeyn Colleen, 2004, “Himalayan herding is alive and well: the economics of pastoralism in the Langtang Valley”, Nomadic Peoples 8/2:107-125.
Μαυρακάκης Γιάννης, 1985, Λαογραφικά Κρήτης. Τα ποιμενικά. Ιστορικές Εκδόσεις. Στέφανος Βασιλόπουλος, Αθήνα.
Μουτσιος Γ., 1998, Τα πανοχώρια της Μονργκάνας. Γιάννενα.
Νικολακάκης Γ., 1988, «Η κτηνοτροφία στο ορεινό συγκρότημα του Ψηλορείτη στην Κρήτη. Διαπιστώσεις και προβλήματα», Πρακτικό. Συνεδρίου: Κτηνοτροφία στο Αιγαίο. Μυτιλήνη: 209-0218.
Nikolakakis Georges, 1981, Le plateau de Lassithi en Crete. Contribution a V etude des structures economiques et socials. These de doctorat de 3e cycle,sous la direction de M. le professeur Paul-Henri Stahl. Ecole des Hautes Etudes en Sciences Sociales. Παρίσι (πολυγραφημένη).
Νιτσιάκος Βασίλης, 1997, «Τσιφλίκι και τσελιγκάτο: η συμπληρωματικότητα δυο κοινωνικοοικονομικών σχηματισμών», σταΛαογραφικά Ετερόκλητα. Οδυσσέας, Αθήνα: 88-95.
Νιτσιάκος Βασίλης, 1998, Νομός Ιωαννίνων. Σύγχρονη πολιτισμική γεωγραφία. Έκδοση Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ιωαννίνων.
Παπαδογιάννης Μ. Α., 1984, «Οι ρίζες της ζωοκλοπής στην Κρήτη», Κρητική Εστία 35: τεύχ. 222-226, 302-303,
Pitt-Rivers, 1989, “Marriage par rapt”, στο συλλογικό J. Peristiany, Marie-Elizabeth Handman (επιμ.), Leprix de T alliance en Mediterranee, CNRS, Παρίσι.
Πολίτης-Στεργίου Βαγγέλης, 2000, «Ερευνητικές προσεγγίσεις του ορεινού χώρου στις κοινωνικές επιστήμες. Από τον 18ο στο πρώτο μισό του 20ού αιώνα», στο συλλογικό Β. Νιτσιάκος - X. Κασίμης (επιμ.), Ο Ορεινός Χώρος της Βαλκανικής. Συγκρότηση και Μετασχηματισμοί. Πλέθρον-Δήμος Κόνιτσας, σ. 23-33.
Rae Allan Ν. and Anna Strutt, 2001, “Livestock production and environment: some of growth and trade liberalisation’, New Zealnd Economic Papers 35/2: 176-195.
Σπανάκης Στ. Γ., 1984, Συμβολή στην ιστορία τονΛασιθίον κατά την Βενετοκρατία. Β' έκδοση. Εκδόσεις Σηφάκης, Ηράκλειο Κρήτη.
Συράκης Δ., 1925, «Η νομαδική κτηνοτροφία εν Ελλάδι», Γεωργικόν Δελτίον της Ελληνικής Γεωργικής Εταιρείας 12/169: 651-777.
Τσαντηρόπουλος Α., 200, Η βεντέτα στη σύγχρονη ορεινή κεντρική Κρήτη. Πλέθρον, Αθήνα.
Τσίπηρας Κώστας, 1993, Στα ελληνικά βουνά. Τόμ. β'. Νέα Σύνορα - Λιβάνης
Watrous Livingston V. 1982, Lasithi. A History of Settlement in Highland Plain in Crete. Hesperia Supllement XVIII.
Φανουριάκης K. Γ., 1911,Άγιος ΓεώργιοςΛασιθίου (χειρ. συλλ. στο Σπουδαστήριο Λαογραφίας Πανεπιστημίου Αθηνών, αρ. 1235).
Vincent Laios, 1980, “Peasent Animal Husbandry: A Dialectic Model of Thechno-Environmental Integration in Agropastoral Societies”, Ethnology 19: 387-403.
Wehausen John, 1999, “Rapid extinction of mountain sheep populations revisited”, Conservation Biology 13/2: 378-385.

8