Προσωπικότητες
Γεωργάκης Ολύμπιος (1772-1821)Γεωργάκης Ολύμπιος
Μία θυσία στιγμιαία ή διαχρονική; Ένα νόημα με ημερομηνία λήξης ή αέναο;

Όταν μου προτάθηκε προ ημερών από τον αξιότιμο Δήμαρχο Λιβαδίου κύριο Γαλάνη, να είμαι εγώ ο κεντρικός ομιλητής της φετινής εκδήλωσης στη μνήμη του Γεωργάκη Ολυμπίου, 186 χρόνια από την θυσία του στη Μονή του Σέκου, η πρώτη μου παρόρμηση ήταν να αρνηθώ, σκεπτόμενος ότι δεν είμαι ειδικός επί του θέματος επιστήμων, φιλόλογος ή ιστορικός.
Αμέσως μετά όμως, σκέφθηκα ότι η μορφή και η θυσία του Ήρωα ανήκει σε όλους μας, ανεξαρτήτως επι-στημονικής εξειδίκευσης, επαγγελματικής κατάρτισης, κοινωνικής προέλευσης, χωρικής καταγωγής, μορφωτικού επιπέδου ή όποιας κοινωνικής τάξης, πληθυσμιακής κατηγορίας και ταξινόμησης.



Αποδέχθηκα λοιπόν με το σκεπτικό αυτό την πρόταση και αφού ευχαρίστησα τον Δήμαρχο Λιβαδίου για την τιμή, συνέταξα μετά φόβου γνώσεως τις λίγες αυτές γραμμές που θα σας αναπτύξω, ευελπιστώντας στην επιείκειά σας.

Έχοντας παρακολουθήσει αρκετές φορές το τελετουργικό αυτό, διαπίστωσα ότι οι ενιαύσιες αναφορές την κάθε 1η Κυριακή του Σεπτεμβρίου στην Άγια Μορφή του Γεωργάκη, έδιναν έμφαση κυρίως στο αμιγώς ηρωικό στοιχείο της βιο-γραφίας του, του επαναστατικού απελευθερωτικού αγώνα του και κυρίως του απίστευτα ηρωικού θανάτου του. Με τον τρόπο αυτό, σε κάθε λόγο για τον Γεωργάκη -και όχι μόνον από αυτόν τον άμβωνα της Παναγίας, ίσως χάνονται κάποια βαθύτερα νοήματα που θα ενδιέφεραν περισσότερο τις νέες μας γενιές. Οι γενιές μας αυτές φοβούμαι δυστυχώς ότι διδάσκονται την ιστορία του τόπου μας με τρόπο στερεοτυπικό και αφυδατωμένο, από βιβλία γραμμένα με τρόπους λογιστικής παράθεσης γεγονότων, τα οποία τα παιδιά διαβάζουν δίκην διαδικαστικής αγγαρείας, με απώτερο στόχο την εισαγωγή τους στην τριτοβάθμια εκπαίδευση και όχι την εμπέδωση των βαθύτερων νοημάτων που τέτοιας μορφής υπέρτατες θυσίες εμπεριέχουν.

Θα προσπαθήσω λοιπόν στον λόγο μου αυτό, να καταθέσω και να προσδώσω μία άλλη διάσταση στο θέμα, αφού φυσικά υπογραμμίσω εν τάχει τις βασικές πτυχές του βίου και της πολιτείας του Ήρωα Φιλικού. Την διάσταση της δια-χρονικότητας της θυσίας του, όπως και όλων των άλλων επωνύμων και ανωνύμων ηρώων της Επανάστασης μας και κατά πόσον το νόημά αυτής της θυσίας σήμερα, το έχουμε εμπεδώσει όλοι μας -και δεν εννοώ μόνον τους παρόντες-, εάν δηλαδή και κατά πόσον έχει πιάσει τόπο, όπως λέει ο απλός λαός μας.

Ο εθνικός ήρωας Γεωργάκης Ολύμπιος καταγόταν από την ηρωική οικογένεια των Λαζαίων που είχαν έδρα το Λιβάδι και για 20 χρόνια στη συνέχεια τη Μηλιά Πιερίας, οπού οι Λαζαίοι έκτισαν σε ιδιόκτητη γη και τον περιβόητο Πύργο τους. Η φάρα των Λαζαίων προσέφερε στο βωμό της Εθνικής ανεξαρτησίας πριν και μετά την επανάσταση του 1821 περισσότερους από 400 νεκρούς.

Ο Γεωργάκης γεννήθηκε στο Λιβάδι πριν από 265 χρόνια, τον Μάΐο του 1772. Γονείς του ήταν ο Νικόλαος και η Νικολέτα, η οποία πέθανε πρόωρα και την ανατροφή του ανέλαβε η γιαγιά του Αγνή. Παρακολούθησε μαθήματα στο ονο-μαστό Σχολείο του Λιβαδίου με τους φωτισμένους δασκάλους της εποχής, τον Ιωνά Σπαρμιώτη και τον Ιωάννη Πέζαρο. Μέχρι το 1798 εκπαιδεύεται στο στρατόπεδο του συγγενή του 'Εξαρχου Λάζου, γενάρχη των Λαζαίων και εξελίσσεται σε πρωτοπαλίκαρο του, ως άριστος μαθητής και πολεμιστής. Είναι η εποχή που ο Αλή Πασάς των Ιωαννίνων μεθοδεύ-ει την ίδρυση μεγάλου Αλβανικού κράτους, αποσχιστικά προς τη Μεγάλη Πύλη, όπου άλλοτε με τη διπλωματία και άλ-λοτε με τη βία επιχειρεί το παράτολμο έργο του.

Οι Ολύμπιοι, αρνούμενοι να αλλάξουν αφεντικά, μάχονται και εναντίον των Τούρκων και εναντίον του Αλή Πασά, που με το γιο του Μουχτάρ φτάνουν μέχρι το Λιβάδι. Ο Γεωργάκης, μαζί με άλλους αρματολούς από τη Μακεδονία, καταφεύγει στη Σερβία, όπου ενώνεται με τις δυνάμεις του Καραγεώργη και συμμετέχει στον παμβαλκανικό ξεσηκωμό ενά-ντια στους Τούρκους. Είναι ο οραματιστής και ο εκτελεστής των ιδεών του Ρήγα, είναι ο επιτελικός στρατιωτικός νους της προσπάθειας για την εφαρμογή του Θούριου και της Χάρτας του Βελεστινλή. Πίστεψε με πάθος στην ελευθερία, στη Μεγάλη Ιδέα και στην αδελφική συνεργασία των χριστιανικών λαών της Βαλκανικής χερσονήσου, την οποία προσπά-θησε με όλες του τις δυνάμεις να καλλιεργήσει για μια κοινή εναντίον του κατακτητή δράση, αλλά δυστυχώς οι λαοί αυτοί ήταν ανώριμοι να κατανοήσουν την επιταγή της ιστορίας, την εποχή εκείνη και εγκατέλειψαν τον αγώνα.

Συμμετέχει και διακρίνεται στους νικηφόρους αγώνες στο Όστροβο, το Στούβικ, το Βιδίνιο, και η φήμη του φτάνει στον Αλέξανδρο Υψηλάντη και τον Τσάρο της Ρωσίας Αλέξανδρο.
Αναγορεύεται έτσι σε συνταγματάρχη του ρωσικού στρατού και, λόγω της άριστης κατάρτισης και της συγκροτημένης γεωπολιτικής του σκέψης, συμμετέχει ως ακόλουθος της ρωσικής πρεσβείας στο Συνέδριο της Βιέννης το 1815.

Στα χρόνια της εθνεγερσίας, ως υψηλόβαθμο μέλος της Φιλικής Εταιρίας, διορίζεται αρχιστράτηγος των Ελληνικών Δυνάμεων στο Δούναβη και αρχίζει τη μαρτυρική του διαδρομή στο Δραγατσάνι και το Ιάσιο της Μολδοβλαχίας, σώζο-ντας όσα μέλη του Ιερού μας Λόχου μπόρεσε, ύστερα από την προδοσία του Βλαδιμηρέσκου. Είχε συστήσει τότε να μη αντιμετωπίσουν τους Τούρκους στην πεδιάδα του Δραγανατσίου, αλλά να τους κάνουν κλεφτοπόλεμο από τα βουνά, όμως δεν τον άκουσαν. Δεν μπόρεσε να συγκρατήσει τον Υψηλάντη μετά την ήττα του και γι’ αυτό έφυγε μόνος του στα βουνά της Μολδαβίας, όπου οχυρώθηκε. Από προδοσία κάποιου Μολδαβού Επισκόπου, βρέθηκε πολιορκημένος στο Μοναστήρι του Σέκου, από 8 χιλιάδες Τούρκους, που τον χτυπούσαν με βαρύ πυροβολικό. Αμύνθηκε σκληρά, αρνού-μενος κάθε διαπραγμάτευση με τους Τούρκους κι όταν όλα τελείωναν, πυρομαχικά, τρόφιμα και ελπίδες, έβαλε φωτιά στην πυριτιδαποθήκη του καμπαναριού και μαζί με τους άνδρες του, οι οποίοι αρνήθηκαν να τον εγκαταλείψουν και να παραδοθούν, τινάχτηκε στον αέρα, παρασέρνοντας και αμέτρητους αντιπάλους του στον θάνατο. Εκπλήρωσε έτσι στο ακέραιο ό,τι έγραφε τον Σεπτέμβριο του 1820 στον Αλέξανδρο Υψηλάντη : "Υπόσχομαι να αγωνισθώ ως την υστερινή ρανίδα του αίματός μου, χωρίς ποτέ να με δειλιάσει καμιά ανθρώπινος περίστασις".

Ψηλαφώντας την ιστορία της εποχής, κυρίως ως προς τον αντίκτυπο που είχε η θυσία του Ήρωα στον ευρύτερο ευρωπαϊκό χώρο, εντύπωση μου προκάλεσε το εξής γεγονός :

Ο μεγάλος πνευματικός φιλέλληνας Κλωντ Φωριέλ από το Saint–Εtienne της Γαλλίας (1772–1844), εξέδωσε στο Παρίσι το 1824-1825 σε δύο τόμους τα «Νεοελληνικά Τραγούδια», δείχνοντας στο ευρύτερο κοινό της Ευρώπης τα αναμφισβήτητα πνευματικά δικαιώματα των Νεοελλήνων για ελευθερία και βοηθώντας ηθικά τον αγώνα μας, ίσως πολύ περισσότερο από την οποιαδήποτε υλική εξωτερική βοήθεια. Με φιλελληνικό ζήλο και προσοχή, ο Φωριέλ άρχισε να συγκεντρώνει τα τραγούδια της συλλογής του, αμέσως με τα πρώτα μηνύματα των απελευθερωτικών εκδηλώσεων στην Ελλάδα, και το σπουδαιότερο, μπόρεσε ν’ αξιοποιήσει τον ενθουσιασμό που είχαν οι Έλληνες του εξωτερικού, λόγιοι και εμπορευόμενοι και να καταγράψει μέχρι το 1824, τρία τραγούδια εμπνευσμένα από την ίδια την Επανάσταση (ένα για τον Γεωργάκη Ολύμπιο, ένα για τον θάνατο του Αθανασίου Διάκου κι’ ένα τρίτο για την άλωση της Τριπολιτσάς). Με δεδομένη την αναταραχή της εποχής και την τότε τεχνολογία, είναι άξιο θαυμασμού το πώς ο φιλέλληνας μεγάλος λαογράφος κατάφερε να συλλέξει και αποτυπώσει ταχύτατα τα τρία αυτά άσματα και να τα δημοσιεύσει σχεδόν αμέ-σως.

Εντύπωση μεγάλη μου έκανε το ποίημα-τραγούδι προφανώς για τον Γεωργάκη Ολύμπιο. Δεν το εγνώριζα ούτε και το έχω ακούσει ποτέ. Ο ίδιος ο Φωριέλ μας δίνει, στον πρόλογο του τραγουδιού, τις πρώτες (και πολλές) πληροφορίες, που είχε «από ένα νέον πνευματικόν Έλληνα» για τον Γιωργάκη Ολύμπιο, για την πολεμική δράση και τον ηρωϊκό θά-νατό του. Ενδιαφέρει και η συμπερασματική τότε κρίση του Φωριέλ για τον Ολύμπιο: «Ο θάνατος του καπετάν Γεωργάκη μπορεί να θεωρηθεί η πραγματική καταστροφή του επαναστατικού κινήματος στη Μολδαβία και τη Βλαχία, το 1821. Η ιστορία θα δικαιώσει τις ηρωικές προσπάθειες του γενναίου αυτού καπετάνιου, για να εξασφαλίσει την επιτυχία ενός κινήματος, που ό,τι έγινε μέσα σ’ αυτό αξιόλογο και αξιέπαινο, ήταν έργο δικό του».

Παραθέτω το ποίημα αυτούσιο, μια που ουσιαστικά συμπυκνώνει όλη την αίσθηση του τότε απανταχού Ελληνισμού, ότι αυτός ήταν η ψυχή του αγώνα στη Μολδοβλαχία.

Πέντε πασάδες κίνησαν από την Ιμπραΐλα, στράτευμα φέρνουν περισσό,
πεζούρα και καβάλα, σέρνουν και τόπια δώδεκα και βόλια χωρίς μέτρο.
Έρχεται κι’ ο Τσαπάνογλους από το Βουκουρέστι, έχει ανδρείο στράτευμα,
όλο Γιανιτσαραίους, στα δόντια σέρνουν τα σπαθιά, στα χέρια τα τουφέκια.
Τότ’ ο Γιωργάκης φώναξεν’ από το μοναστήρι: Πού είστε, παλικάρια μου,
λεβέντες μ’ ανδρειωμένοι; γλήγορα ζώστε τα σπαθιά, πάρετε τα τουφέκια,
πιάστε τον τόπο δυνατά, πιάστε τα μετερίζια,
ότι Τουρκιά μας πλάκωσε και θέλει να μας φάει.
Δίχως ψωμί, δίχως νερό, τρεις μέρες και τρεις νύχτες,
βαριά βαρούσαν τον εχθρό κάτου στο Κομπουλάκι.
Τούρκων κεφάλια έκοψαν κοντά στις τρεις χιλιάδες.
Και ο Φαρμάκης φώναξεν από το μοναστήρι: Αφήστε τα τουφέκια σας,
σύρετε τα σπαθιά σας, γιουρούσι απάνω κάμετε, στον Άη Λιάν εβγήτε.
Οι Τούρκοι το εχάρηκαν, τρέχουν στο μοναστήρι.
Τότ’ ο Φαρμάκης, ζωντανός, φώναξ’ από του Σέκου:
Που είσαι, Γιώργο μ’, αδερφέ και πρώτε καπετάνιε;
Τουρκιά πολλή μας πλάκωσε και θέλει να μας φάει.
Ρίχνει τα τόπια σα βροχή, τα βόλια σα χαλάζι.
Ο Γιώργης τότ’ είχε χαθεί, και πλέον δεν τον είδαν
Ο Γιώργης είχε σκοτωθεί, τα βόλια δεν τ’ ακούει



Το άσμα αυτό, το παρέθεσα για να φανεί πώς αμέσως μία θυσία ο λαός μας την μετατρέπει σε στίχους, πώς μία θυ-σία μπαίνει αμέσως μέσα στο αίμα του και πώς η ιστορία γίνεται τραγούδι, όπως λέει και ο ποιητής. Ας το επιλέξουν οι επαΐοντες, ας το μελοποιήσουν και ας το σιγοψιθυρίζουμε ή ας το ψάλλουμε καλύτερα όλοι μας, κάθε χρόνο τέτοια μέ-ρα, σαν μελωδική μακαριά στη μνήμη του Ήρωα. Ο στίχος του είναι κοφτός, όπως του Εθνικού μας Ύμνου.
 
Κυρίες και κύριοι, αγαπητοί συμπατριώτες
Τι σημαίνει άραγε σήμερα πατριωτισμός, δηλαδή η ανιδιοτελής αγάπη για την πατρίδα, η φιλοπατρία, όπως λένε τα λεξικά; Τι νόημα μπορεί να έχει μία τόσο φορτισμένη ιστορικά έννοια και πως εκφράζεται αυτή στη σημερινή μας ε-ποχή; Σήμερα, εν έτει 2007, με δεδομένη την εδαφική ακεραιότητα της πατρίδας μας και την προστασία της από διε-θνείς θεσμούς, οργανισμούς και συμβάσεις, προφανώς η λέξη δεν παραπέμπει σε καρυοφύλλια και απελευθερωτικούς αγώνες, ούτε σε μπουρλοτιέρηδες σε μονές του Σέκου ή του Αρκαδίου, ούτε σε εξόδους του Μεσολογγίου.

Κατά την ταπεινή μου γνώμη, πατριωτισμός σήμερα, σημαίνει να παραδώσουμε την πατρίδα μας στα παιδιά μας καλύτερη απ’ ό,τι την βρήκαμε από τους πατεράδες και τις μανάδες μας. Να την παραδώσουμε καλύτερη σε όλα τα επίπεδα.
•    Στο οικονομικό επίπεδο, κλείνοντας την ψαλίδα μεταξύ πλουσίων και φτωχών και αυξάνοντας το βιοτικό επίπε-δο του λαού
•    Στο μορφωτικό επίπεδο, εξαλείφοντας ει δυνατόν τον αναλφαβητισμό, πραγματικό ή λειτουργικό και εκμηδενίζο-ντας την αγραμματοσύνη
•    Στο πολιτιστικό επίπεδο, προάγοντας την σκέψη, την ευθυκρισία, τις επιστήμες, τις τέχνες και προφυλάσσοντας τις παραδόσεις μας και την τεράστια από αρχαιοτάτων χρόνων διαχρονική πολιτιστική μας παρουσία και κληρο-νομιά από καταστροφές
•    Στο περιβαλλοντικό επίπεδο, προστατεύοντας τους φυσικούς μας πόρους, την χλωρίδα και την πανίδα της πα-τρίδας μας
•    Στο κοινωνικό επίπεδο, αυξάνοντας συνεχώς τους δείκτες της κοινωνικής συνοχής και της κοινωνικής αλληλεγ-γύης μεταξύ μας
•    Στο θεσμικό επίπεδο, διαφυλάττοντας ως κόρη οφθαλμού τους βασικούς συνταγματικούς κανόνες και την εύ-ρυθμη λειτουργία του πολιτεύματος

Αυτό κατά την γνώμη μου είναι σήμερα πατριωτισμός και γι’ αυτά κατά την ταπεινή μου άποψη αγωνίστηκε τον αγώ-να τον καλό, τον αγώνα τον εθνικοαπελευθερωτικό και γι’ αυτά θυσιάστηκε ο Γεωργάκης Ολύμπιος και τόσοι άλλοι ήρωες, της εποχής του και μεταγενέστεροι, επώνυμοι και ανώνυμοι.
Επιτρέψτε μου εδώ να κάνω ένα νοητικό και ανιστόρητο άλμα, να ξεγελάσω την σταθερά του χρόνου που κυλά σε μο-νοδρομική και αυξητική πορεία και να φανταστώ ότι ο Γεωργάκης Ολύμπιος είναι σήμερα μαζί μας, εδώ στη χώρα και τον τόπο μας και παρακολουθεί τα πεπραγμένα μας και τη ζωή μας. Πιστεύω ότι θα ήταν πολύ αυστηρός μαζί μας :

1.    Θα θύμωνε πολύ που στο οικονομικό επίπεδο, η ψαλίδα μεταξύ πλουσίων και φτωχών δεν φαίνεται να μειώνε-ται ή φαίνεται ακόμη και να μεγαλώνει
2.    Θα θλίβονταν που στο μορφωτικό επίπεδο, η χώρα μας δεν εμβαπτίζει την νεολαία μας και γενικότερα τον λαό μας στην κολυμβήθρα της απέραντης μορφωτικής και πολιτιστικής μας προίκας, αλλά αρκείται σε μία τυπική και γραφειοκρατική του επιμόρφωση, χωρίς να προστατεύει κάν την γλώσσα μας, που μας την έδωσαν ελληνική, ό-πως λέει και ο μέγας ποιητής
3.    Θα μας αγρίευε, που στο πολιτιστικό επίπεδο, δεν αντιστεκόμαστε σθεναρά στην ισοπεδωτική παραμορφωτική λαίλαπα της παγκοσμιοποίησης, αποδεχόμενοι φθηνά ψευδοπολιτιστικά προϊόντα εισαγωγής ή ξενόφερτα πρό-τυπα συμπεριφοράς και σκέψης
4.    Θα εξοργίζονταν μαζί μας και θα δάκρυζε, στο περιβαλλοντικό επίπεδο, με την απροσεξία μας, την εγκληματι-κή αδιαφορία μας και την απαράδεκτη συμπεριφορά μας απέναντι στο άγιο τοπίο της Ελλάδας μας, τον ευλογη-μένο αυτό τόπο που τον προστατεύει ο Θεός, αλλά τον καταστρέφουμε εμείς με τα ίδια μας τα χέρια. Καταστρέ-φουμε είτε τον φυσικό μας πλούτο, με την παράλογη αμέλεια και αμετροέπειά με την οποία χειριζόμαστε ακόμη και τον Όλυμπο, την Όσσα, το Πήλιο, τον Ταϋγετο, τον Πάρνωνα, είτε τα μνημεία μας, με τις παράλογες και αλό-γιστες παρεμβάσεις ή την εγκατάλειψή τους. Ίσως να του έφευγε κάποιο δάκρυ για το πατρικό του και για τα άλλα μνημεία του χωριού μας.
5.    Θα μας κατσάδιαζε άγρια, στο κοινωνικό επίπεδο, για την χαλαρότητα της κοινωνικής μας συνοχής, τις απρό-σωπες πολλές φορές κοινωνικές μας σχέσεις, την απάθεια και την αναλγησία που πολλές φορές μας διέπει ως προς την αλληλεγγύη προς τον πλησίον μας.
6.    Θα μας επιτιμούσε, στο θεσμικό επίπεδο, για την πονηριά και κουτοπονηριά μας, την έλλειψη σεβασμού που πολλές φορές δείχνουμε απέναντι στους θεσμούς, και οι μεγάλοι το δέμας και οι μικροί το εκτόπισμα αυτού του τόπου

Δεν γνωρίζω πως θα αντιδρούσε ο Ήρωας, αν άκουγε από τα αναιδή χείλη κάποιων ανιστόρητων, νεόκοπων και ιστορικά απαίδευτων μικροαστών, να ταυτίζουν την λέξη ‘βλάχος’ με την έννοια του άξεστου, μόνο και μόνο επειδή δεν ασπάζεται τα μιμητικά και κατεστημένα πλέον δυτικότροπα πρότυπα συμπεριφοράς. Είναι αυτά τα κοινωνικά στρώμα-τα που απαξιώνουν με περισσή άγνοια, ανωριμότητα, μικρόνοια και ελαφρότητα, παραδόσεις, γλώσσες, ντοπιολαλιές, ιδιώματα και συμπεριφορές των πληθυσμών της περιφέρειας Υποθέτω πως πρώτα θα τους τραβούσε τα αυτιά και μετά θα τους θύμιζε ότι όλοι, μα όλοι οι εθνικοί ευεργέτες πλην του Συγγρού, ήταν βλαχικής καταγωγής και ήταν αυτοί που δώρισαν όλα τα δημόσια κτίρια (Ακαδημίες, Στάδια, Πολυτεχνεία, Πανεπιστήμια, Αστεροσκοπεία, Νοσοκομεία, Πνευματικά Κέντρα κλπ.) στο ελληνικό κράτος.
Η συστηματική και επί πολλά χρόνια αποσιώπηση ή έστω οι επιλεκτικές αναφορές στη μεγάλη προσφορά των Βλά-χων από την επίσημη πολιτεία, η οποία διαφαίνεται ακόμη και σήμερα στην ‘Πελοποννησοκεντρική’ ή έστω ‘Νοτιο-ελλαδοκεντρική’ γραφή της ‘επίσημης’ ιστορίας, είχε ως αποτέλεσμα την έλλειψη ενημέρωσης της ευρύτερης κοινωνίας για τη συμβολή και τις θυσίες των Βλάχων στους εθνικούς αγώνες. Μέσα σ’ αυτό το κλίμα, χάνεται ή υποβαθμίζεται και η τεράστια εθνική προσφορά του Βλάχου Γεωργάκη Ολυμπίου και των άλλων ηρώων της Βόρειας Ελλάδας.

Εκεί που είμαι σίγουρος ότι ο Γεωργάκης Ολύμπιος δεν θα έλεγε τίποτε, αλλά απλώς θα χαμογελούσε ειρωνικά και σαρκαστικά, θα ήταν για τα βιβλία της ιστορίας μας, Συνήθως την δράση και την θυσία του καταφέρνουν και την χωρούν στην καλύτερη περίπτωση σε μία παράγραφο, στην χειρότερη σε δύο σειρές. Ειδικότερα στο περιβόητο βιβλίο της Στ’ Δημοτικού, δεν αναφέρεται κάν το όνομά του, οι αγώνες του και η θυσία του. Ίσως να είναι καλύτερα έτσι, ίσως και να την γλύτωσε ο Ήρωας από μία αναφορά του τύπου ‘Ο Γεωργάκης Ολύμπιος συνωστίστηκε με τα παλληκάρια του στη μονή του Σέκου και ατυχώς το μοναστήρι πήρε φωτιά’, όπως συνέβη με τους δυστυχείς Σμυρνιούς το 1922, κατά τους επισήμους συγγραφείς του θλιβερού αυτού βιβλίου.
Κυρίες και κύριοι, αγαπητοί συμπατριώτες

Αν θέλουμε πραγματικά να τιμούμε τη μνήμη του Ήρωα Φιλικού Γεωργάκη Ολυμπίου και του κάθε Ήρωα, ας μην περιοριζόμαστε σε αποστεωμένες και μιμιτικές ετήσιες εκδηλώσεις μνήμης στο επίπεδο μίας μεταφυσικής, πομπώδους και παρωπιδικής πατριδολαγνείας και προγονολαγνείας. Ας ασχοληθούμε με το να αναδείξουμε, να διαδώσουμε και να εμφυσήσουμε πρώτα απ’ όλα και παντού τις ιδέες του, πρώτα απ’ όλα και παντού όπου υπάρχει νέα γενιά, τις ιδέ-ες του Γεωργάκη, τις ιδέες του Ρήγα, τις ιδέες της Ελευθερίας, τις ιδέες της Επαναστατικής και Ανυπότακτης Σκέψης, τις ιδέες της υπέρτατης θυσίας για αυτό που ο Γεωργάκης θεωρούσε στάση ζωής. Την συνέπεια στα πιστεύω του και την αυταπάρνηση για να τα εφαρμόσει, πέρα και πάνω από την ίδια του τη ζωή.

Με την έννοια αυτή, ας αναφωνήσουμε όλοι μας ‘Αιωνία του η Μνήμη, η Μνήμη των Ευγενών Σκοπών και Στόχων του, η Μνήμη των Ευγενών Ιδεών του, οι οποίες είναι και θα είναι πάντα ανεξίτηλες και πάντα επίκαιρες, ανεξάρτητα από τις χρονικές συγκυρίες της στιγμής και την γκρίζα αντιηρωική μας καθημερινότητα. Ίσως τότε, από εκεί ψηλά που μας κοιτάει συνοφρυωμένη η Άγια Μορφή του Ήρωα, να μας κουνούσε συγκαταβατικά το κεφάλι και να ένοιωθε κι αυτός ότι οι αγώνες του και ο ηρωικός του θάνατος, έπιασαν πραγματικά τόπο. Ίσως τότε να χαιρόταν που η θυσία του ήταν Μία θυσία όχι στιγμιαία αλλά διαχρονική και το νόημά της δεν έχει ημερομηνία λήξης, αλλά είναι αέναο, ανά τους αιώνες των αιώνων. Αμήν.
Σας ευχαριστώ

Γεώργιος Συννεφάκης
Ομιλία στις 2 Σεπτεμβρίου 2007 στο Λιβάδι Ολύμπου

 

8