Προσωπικότητες

rigas.jpg«Δεν τεκμηριώνεται η βλάχικη καταγωγή του Ρήγα αλλά και δε μπορεί να αποκλεισθεί. Ποιά η διαφορά δηλαδή αν ήταν βλαχικής η μη καταγωγής ο πρωτομάρτυρας του Νέου Ελληνισμού; Ούτε η σημασία του έργου του αλλάζει αλλά ούτε κι η θυσία του. Αμφότερα, αντί κοκορομαχιών, απαιτούν το σεβασμό μας»

Οι αναγνώσεις της προσωπικότητας του Ρήγα είναι πολλαπλές και σε διαφορετικά επίπεδα. Ξεκινούν από τον θεωρητικό προβληματισμό για τον ίδιο και το έργο του και φτάνουν στις αναπτυξιακές δυνατότητες του τόπου καταγωγής του.
Το τελευταίο διάστημα υπήρξε μια σειρά στερεότυπων και αντικρουόμενων μεταξύ τους δημοσιευμάτων στην εφημερίδα «Θεσσαλία» σχετικά με το πολυταλαιπωρημένο ψευδοερώτημα της «καταγωγής του Ρήγα».

Το χαρακτηρίζω έτσι διότι παρότι γνωρίζουμε ελάχιστα για τις απόψεις του ίδιου σχετικά με τον τόπο καταγωγής του, είναι το μόνο που ξέρουμε με σιγουριά. Ο ίδιος το έχει απαντήσει με την υπογραφή του: Ρήγας Βελεστινλής Θετταλός. Δηλαδή από το Βελεστίνο της Θεσσαλίας. Ακόμη κι αν η ιστορική έρευνα στο μέλλον τεκμηριώσει την υποτιθέμενη εξωθεσσαλική καταγωγή της οικογένειάς του, αυτό θα έχει για την ταυτότητα του Ρήγα ελάχιστη σημασία καθώς την είχε ο ίδιος προσδιορίσει.

Η σιωπηλή από μέρους του αποδοχή του αρχαιοπινούς προσωνυμίου «Φεραίος», που του προσέδωσε ο σύγχρονός του κι εκδότης έργων του Γεώργιος Βεντότης ερμηνεύεται τόσο από την προσωπική του σχέση με το Βελεστίνο όσο κι από τη στάση αμφοτέρων απέναντι στην αρχαιοελληνική κληρονομιά. Έτσι κατανοείται κι η μετέπειτα αναφορά στον «Ρήγα Φεραίο» απ’ τον βιεννέζικο κύκλο δηλαδή τον Κωνσταντίνο Κούμα και τον Χριστόφορο Περραιβό.


Για να κατανοήσουμε τη σχετική συζήτηση σήμερα θα πρέπει να την δούμε στο αυστηρό χωροχρονικό πλαίσιο της εμφάνισης και διεξαγωγής της κάθε φορά. Πρέπει καταρχήν να απαντηθεί το ερώτημα για το πώς συμβαίνει διαχρονικά η πρόσληψη του Ρήγα τόσο ευρύτερα όσο και στην ιδιαίτερη πατρίδα του και κυρίως σ’ αυτή. Κάτι τέτοιο προϋποθέτει τη διερεύνηση των πηγών και των μηχανισμών διαμεσολάβησης των σχετικών με το Ρήγα ειδήσεων. Η διαδικασία αυτή θα συμβάλλει στην κατανόηση του τρόπου διαμόρφωσης από την τοπική κοινωνία του Βελεστίνου διαφορετικών αντιλήψεων για το περιβόητο τέκνο του τόπου.


Ασφαλώς δεν τρέφω καμιά αυταπάτη ότι μπορεί να αναπτυχθεί και να απαντηθεί η υπόθεση εργασίας του τίτλου μέσα από τις σύντομες γραμμές αυτής της παρέμβασης. Αφενός θίγω το ζήτημα, διότι εκ των πραγμάτων δικαιολογείται να αποτελέσει αντικείμενο διεξοδικής επιστημονικής έρευνας. Αφετέρου καθώς θεωρώ ότι είναι ώρα να προβληματιστούμε βαθύτερα στην ιδιαίτερη πατρίδα του Ρήγα για το πραγματικό περιεχόμενο της σχέσης μας με την εμβληματική αυτή προσωπικότητα, πηγαίνοντας ένα βήμα παραπέρα από την επετειακή ρητορεία.


Ο Ρήγας πρόβαλε στο προσκήνιο της ελληνικής πολιτικής σκέψης ως «διερμηνευτής του ριζοσπαστικού Διαφωτισμού τόσο στη θεωρία όσο και στην πράξη». Γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Βελεστίνο της Θεσσαλίας, οικισμό όπου κατά παράδοση από τους μεσοβυζαντινούς ήδη χρόνους κατοικούσαν πληθυσμοί οι οποίοι είχαν αναφορές στους Βλάχους ημινομάδες της Πίνδου, πράγμα που συνεχίζει να συμβαίνει μέχρι και σήμερα. Γεγονός είναι ότι ο ίδιος γνωρίζει τη συμβολή των συγχρόνων του Βλάχων, ως συστατικού στοιχείου του Γένους των Ρωμαίων, στην ελληνική εθνική ιδέα.

Μεγάλη Χάρτα Σε αναγνώριση αυτής συμπεριλαμβάνει στη Χάρτα του την περιώνυμη Μοσχόπολη, παρά την πρώτη καταστροφή της στα Ορλωφικά. Με βάση τα ως σήμερα γνωστά στοιχεία δεν μπορούμε να δώσουμε μια τεκμηριωμένη, πειστική κι οριστική απάντηση στο αν η οικογένεια του Ρήγα ήταν βλαχική ή όχι. Για να το πω αλλιώς κι απλά. Για τον ίδιο δε φαίνεται να είχε κάποια αξία τέτοιος διαχωρισμός. Διέκρινε τους κατοίκους της ιδιαίτερης πατρίδας του σε Χριστιανούς και μη, όπως τεκμηριώνεται από σχόλιό του στο «Φυσικής Απάνθισμα». Κι οι Χριστιανοί ταυτίζονται με τους Ρωμαίους.

Χαρακτηριστικό των σχετικών δυσκολιών είναι το γεγονός ότι οι πρωτογενείς ειδήσεις για την οικογενειακή κατάσταση στο βιογραφικό σημείωμα του Ρήγα δεν συμπληρώνουν, για να το πω σχηματικά, ούτε μισή έντυπη σελίδα. Γίνεται κατανοητό λοιπόν ότι το πεδίο μένει ανοιχτό στη δυνατότητα των υποθέσεων στη βάση δευτερογενών πηγών, που με τη σειρά τους ενισχύουν κυρίως την έκφραση εικασιών. Είναι σ’ αυτό το επίπεδο που η πληθωριστική αναπαραγωγή κι ανασύνθεση των σχετικών ειδήσεων έχει δημιουργήσει τη δική της πραγματικότητα στην οποία κινδυνεύει να εγκλωβιστεί κανείς αν λειτουργήσει, στην καλύτερη των περιπτώσεων, με συναισθηματικούς όρους.


Είναι εντυπωσιακό γεγονός η μαχητικότητα κι ο ζήλος με τα οποία επιχειρούν οι εκφραστές και συντηρητές αυτής της πραγματικότητας της εικοτολογίας. Πολύ δε περισσότερο εντυπωσιάζει η δογματική προσπάθεια να θέσουν το πλαίσιο της σχετικής συζήτησης. Κοινό σημείο του ερευνητικού κι ερμηνευτικού ενδιαφέροντός τους το όνομα και η καταγωγή του Ρήγα. Η αποδεικτική αξία της επιχειρηματολογίας τους βασισμένης σε πρωθύστερα μέχρι κι επινοημένα απαντητικά σχήματα είναι επιστημονικά μηδενική. Η δομή κι η εκφορά του λόγου της παραπέμπει περισσότερο στις τεχνικές επινόησης και κατασκευής παράδοσης. Ασφαλώς δε δυσκολεύονται να βρουν τους προδρόμους τους και την αντίστοιχη τεκμηρίωση. Οι απαρχές του σχετικού προβληματισμού ανάγονται στα μέσα του 19ου αιώνα. Στη συνέχεια με την ενσωμάτωση του Βελεστίνου στο νεοελληνικό εθνικό κράτος έμελλε να εμπλουτιστεί η σχετική ύλη. Από την ανάμειξη λαϊκών προφορικών παραδόσεων και επεξεργασμένων λογίων θεωρήσεων και θέσεων  προέκυψαν στο μεταίχμιο των δύο περασμένων αιώνων διάφορες νέες απόψεις. Διαχρονικά, ανάλογα με τη δυνατότητα πολιτικής επιρροής οι θέσεις αυτές περνούν στα σχολικά εγχειρίδια, σε εγκυκλοπαίδειες. Η συζήτηση επανήλθε τόσο στον ακαδημαϊκό χώρο όσο και στην τοπική κοινωνία μετά τη δεκαετία του ’50. Οι φορείς της σε εθνικό και τοπικό επίπεδο, οι μηχανισμοί αλληλοτροφοδότησής της και οι σκοπιμότητές της άλλοτε αλληλοεπικαλύπτονται, άλλοτε διασταυρώνονται και κυρίως καταδεικνύουν ότι αυτή συνδέεται περισσότερο με σύγχρονες καταστάσεις και συχνά εκφράζουν πολιτικούς, ιδεολογικούς και τοπικούς μικροπολιτικούς ανταγωνισμούς. Μάλιστα, υπήρξε τέτοια η δυναμική της, που η κορύφωσή της αποτυπώθηκε στην σχετικά πρόσφατη συγγραφή και δημοσίευση δύο μονογραφιών, εκφραστικών των δύο αντιπαρατεθέμενων εικασιών αντίστοιχα. Οι συγγραφείς ανενδοίαστα προβάλλουν ως πρωτογενή τεκμήρια στήριξης των θέσεών τους, ο ένας την πλαστή υπογραφή του Ρήγα από την λεγόμενη «ελληνική ταβέρνα» στη Βιέννη, ο άλλος φωτογραφία! του Ρήγα με βλαχική ενδυμασία γνωστού μεγαλοτσέλιγγα της Σμίξης.


Έχω την πεποίθηση ότι η ανακύκλωση κι ανατροφοδότηση της όλης συζήτησης  σήμερα βασίζεται περισσότερο σε προσωπικές εμπειρίες, τοποθετήσεις και στρατηγικές και λιγότερο στο πραγματολογικό υλικό. Η ψύχραιμη, επιστημονική ιστοριογραφία φαίνεται προς το παρόν απλά να παρακολουθεί και απέχει από τη συζήτηση. Πράγμα λογικό σε πρώτη ανάγνωση, αντιπαραγωγικό όμως καθώς η τελευταία αποκλίνει παρασάγγες από τους όρους και τις μεθόδους της δικής της διαπραγμάτευσης. Με βάση τα δεδομένα που εξέθεσα ως εδώ συνοπτικά, γίνεται αντιληπτό το πλαίσιο στο οποίο συμβαίνει η πρόσληψη τόσο του αντικειμένου όσο και της όλης συζήτησης από την εθνική και την τοπική κοινωνία.


Το ζήτημα της γενέτειράς του το απάντησε ο ίδιος ο Ρήγας και κάθε λέξη περιττεύει. Το θέμα του ονόματός του φαίνεται να είναι πιο σύνθετο. Να σημειώσω ότι το ερώτημα για το «πραγματικό όνομα» του Ρήγα είναι μεταγενέστερο. Δεν αντιστοιχεί στην εποχή του, στο σύστημα ονοματοδοσίας των συγχρόνων του. Νομιμοποείται βέβαια να τεθεί, από το γεγονός, ότι ο ίδιος εμφανίζεται με διαφορετικά αυτόγραφα στα μέχρι σήμερα γνωστά έργα του αλλά και σε άλλα έγγραφα. Ταυτόχρονα περιορίζεται από το ίδιο το μέχρι σήμερα γνωστό πραγματολογικό υλικό αποκλειστικά και μόνο ως προς αυτό. Ο Ρήγας υπογράφει όλα τα έργα του που εκδόθηκαν στη Βιέννη από το 1790 και μετά σύμφωνα με την πάγια συνήθεια και πρακτική των λογίων της εποχής του ως «Ρήγας Βελεστινλής Θετταλός». Δηλαδή με το μικρό του όνομα, το πατριδωνυμικό του και τον γεωγραφικό προσδιορισμό της γενέτειράς του. Σε χειρόγραφο έργο του από το 1786, που σώζεται στα Εθνικά Αρχεία της Ρουμανίας στην πόλη Σίμπιου έγινε πρόσφατα γνωστό και δημοσιεύτηκε (2003), υπογράφει ως «Ρήγας Γραμματικός». Δηλαδή με το μικρό του όνομα και τον προσδιοριμό της επαγγελματικής του ιδιότητας. Να σημειωθεί ότι στο ίδιο ιδιοκτήτης του χειρογράφου αναφέρεται γαλλιστί ο κ. «Roy» δηλ. ρήγας, βασιλιάς! Αυτή η διαφορετική μορφή της ονομασίας του παραδίδεται και σε διάφορες οικονομικές δοσοληψίες του, όπως και στις εργασιακές σχέσεις του στη Βλαχία παράλληλα προς την πρώτη. Θα ήταν ενδιαφέρον να εξεταστεί η τυπολογία και των δύο μορφών, στο βαθμό που υπάρχει, και οι αντίστοιχες χρήσεις τους.
Άλλα δύο αυτόγραφα του Ρήγα είναι δηλωτικά της ηλικιακής του κατάστασης.  Το σημείωμά του στα παράφυλλα της έκδοσης της Βασιλείας με έργα αρχαίων γεωγράφων αναφέρει: «το παρόν βιβλίον υπάρχει του Ρήγα Κυρίτζη Βελεστίνου ατάροισι ποτί εντί και τούτο». Η μορφή αυτού του εξαιρετικά καλλιγραφικού αυτογράφου ανταποκρίνεται στη συνήθη υπογραφή των συγχρόνων του γενικά και χρονολογείται στη νεανική του περίοδο. Η καλλιγραφία ήταν αντικείμενο της εγκυκλίου παιδείας. Το μικρό όνομα συνοδεύεται από το πατρώνυμο σε γενική κι ακολουθείται απ’ τον πατριδωνυμικό προσδιορισμό. Αντίθετα το αυτόγραφό του στο βιβλίο (έκδοση 1796) που του χάρισε ο Κλεισουριώτης λόγιος Δημήτριος Δάρβαρης «εκ των του Ρήγα Βελεστινλή και τούτο» φανερώνει τον ενήλικα, ανεξάρτητο και συνειδητοποιημένο λόγιο άνδρα της βιεννέζικης περιόδου του. Επιπλέον αξίζει να σημειωθεί ότι οι στενοί του συνεργάτες Μαρκίδες Πούλιου, εκδότες της «Εφημερίδος», τον αναφέρουν σ’ αυτή μόνο ως Ρήγα. Ως Ρήγας με κεφαλαία υπογράφει το προλογικό του σημείωμα στο «Φυσικής Απάνθισμα» (1790). Η σπάνια χρήση του συγκεκριμένου ονόματος εκείνα τα χρόνια φαίνεται πως ήταν αρκετή για να εξασφαλίσει την αναγνωρισιμότητά του στο ευρύ κοινό. Πράγματι κανείς άλλος από τους χιλιάδες Έλληνες εγκατεστημένους στην αυτοκρατορία των Αψβούργων κατά το 18ο αιώνα δεν έφερε αυτό το ασυνήθιστο όνομα. Δε γνωρίζουμε αν επιχωρίαζε ανάμεσα στους συντοπίτες του καθώς δε σώζεται αντίστοιχο ονοματικό υλικό από το Βελεστίνο του 18ου  αιώνα.


Από όσα εκτέθηκαν παραπάνω γίνεται κατανοητό κι αποδεκτό το ερώτημα για την ονομασία του Ρήγα. Νομιμοποιείται να τίθεται καθώς το ίδιο το γνωστό πραγματολογικό υλικό απαντά διαφορετικά. Αυτή είναι η μόνη τεκμηριωμένη πραγματικότητα. Από κει και πέρα αρχίζουν οι υποθέσεις. Ο Ρήγας συνεχίζει να παραμένει ο μεγάλος γνωστός μας άγνωστος σε ό,τι αφορά την ιδιωτική και οικογενειακή του κατάσταση. Αυτό συμβαίνει διότι στερούμαστε σχετικών πρωτογενών τεκμηρίων και ειδήσεων. Κι εδώ προβάλλει επιτακτική η ανάγκη της αρχειακής έρευνας. Η συζήτηση που διεξάγεται για το όνομα και την καταγωγή του Ρήγα, όπως πάντα εκ των υστέρων κι ελλείψει άμεσων ειδήσεων, όπως προανέφερα, στα συμπεράσματά της δικαιολογείται να αρχίζει μόνο με το ρήμα εικάζω …
Καθώς λοιπόν δεν έχουν προκύψει από την αρχειακή κι ιστορική έρευνα μέχρι τώρα νέες πληροφορίες για τον Ρήγα, η όποια συζήτηση εάν δεν είναι από μόνη της κινδυνεύει να εξελιχθεί σε μια νέα πομφόλυγα.

Στέργιος Λαΐτσος, Ιστορικός
Ινστιτούτο Ιστορίας
Πανεπιστήμιο Βιέννης