Προσωπικότητες

Ήθη, Έθιμα, και Παραδόσεις της Αθαμανίας 1900-1925, Λεωνίδας ΜακρήςΤο έργο του Λεωνίδα Μακρή, λογοτεχνικό και λαογραφικό, αποτελεί λόγω της ιδιορρυθμίας και της ποικιλομορφίας του πραγματική πρόκληση για έναν σύγχρονο μελετητή, ο οποίος εύκολα μπορεί να διαπιστώσει ότι έχει να κάνει με μια ενδιαφέρουσα προσωπικότητα.
Αυτή η πρόκληση με έκανε να ασχοληθώ με τον Λεωνίδα Μακρή, μια προσωπικότητα που πολλοί Τρικαλινοί θα θυμούνται λόγω της ιατρικής του ιδιότητας και της κοινωνικής του προσφοράς.
Ο Λεωνίδας Μακρής γεννήθηκε στην Αθαμανία Ασπροποτάμου το 1897. Αριστούχος του Πανεπιστημίου και εξαίρετος γιατρός κατόπιν, διετέλεσε πρόεδρος του Ιατρικού Συλλόγου Τρικάλων και της Φιλαρχαίου Εταιρείας Τρίκκης. Έλαβε μέρος στις εκστρατείες της Κριμαίας, της Θράκης και της Μ. Ασίας και τραυματίστηκε στις μάχες του Σαγγαρίου ποταμού. Τιμήθηκε με το «Χρυσούν Αριστείον Ανδρείας».

 

 Ο Λ. Κ. Μακρής υπήρξε μια σπουδαία και ξεχωριστή προσωπικότητα. Η προσφορά του στον χώρο της Υγείας ήταν πολύπλευρη. Άσκησε το επάγγελμα του ιατρού με ζήλο και ξεχωριστή αγάπη για τον συνάνθρωπο.

 

 Διάγοντας μοναχικό βίο αλλά πλούσιο σε κοινωνική προσφορά, απεβίωσε το 1977, αφήνοντας πίσω του αξιόλογο έργο. Ολόκληρη την περιουσία του διέθεσε, με διαθήκη, για τη σύσταση ενός ιδρύματος με την επωνυμία «ΙΔΡΥΜΑ ΛΕΩΝΙΔΑ Κ. ΜΑΚΡΗ-ΙΑΤΡΟΥ» με κοινωφελείς σκοπούς, όπως την βοήθεια των πασχόντων και απόρων, τη χορήγηση χρηματικών βραβείων σε “διαγωνισμούς γραμμάτων, αθλημάτων, καλών τεχνών και κοινωφελών σκοπών”.
Όμως ο Λ. Μακρής υπήρξε και ένας πολυγραφότατος συγγραφέας και πνευματικός άνθρωπος. Έδωσε πολλές διαλέξεις και δημοσίευσε μελέτες ιατρικού, ιστορικού, λαογραφικού και κοινωνικού ενδιαφέροντος. Καθιερώθηκε στην τρικαλινή κοινωνία και έγινε αποδεκτός ως ο πνευματώδης και ευχάριστος χιουμορίστας που με τις ομιλίες και τις διαλέξεις του, αλλά και με τα δημοσιεύματά του, πολλές φορές διασκέδαζε τους ακροατές και τους αναγνώστες του.


Το έργο του απαρτίζεται από ποικιλία συγγραμμάτων λογοτεχνικών και λαογραφικών, τα περισσότερα εκ των οποίων έχουν δημοσιευτεί είτε σε περιοδικά και αφιερώματα είτε σε αυτοτελή βιβλία, όπως το Ήθη Έθιμα και Παραδόσεις της Αθαμανίας 1900-1925, που εκδόθηκε στα Τρίκαλα το 1956 και ανατυπώθηκε από τον Σύλλογο απανταχού Αθαμάνων «Η Αγία Παρασκευή» στον Πειραιά το έτος 1990. Η έκταση του έργου του είναι 103 σελίδες και χωρίζεται στα εξής κεφάλαια:

1. Επαρχία Ασπροποτάμου
(Δέση, Καμινάι, Τυφλοσέλι, Τζούρτζια, Μουτσιάρα, Γαρδίκι, Ασπροπόταμος).
2. Αθαμανία
(χλωρίδα, πανίδα, κυνήγι, βρύσες, αριθμός κατοίκων, γλώσσα, σχολεία, επίδοσις των κατοίκων, λαϊκά όργανα, θρησκευτικό αίσθημα, εθνικό φρόνημα, ταχυδρομική επικοινωνία, αλληλεγγύη, σπίτια των χωρικών, πυροβολισμοί, συγκοινωνία, ασχολίαι και επαγγέλματα των κατοίκων, ράπται, κτηνοτρόφοι, γεωργία, ξενητεμένοι και μετανάσται, πολυτεκνία –μακροζωϊα, χοροί, επισκέψεις κοινωνικαί, πανηγύρεις, σιβάσματα (αρραβώνες) γάμος, απαγωγαί, προικιά, ενδυμασία, χειροτεχνία, κλιτσογλυπτικήκλιτσολογία, γεννήσειςβαπτίσεις).
3. Παραδόσεις
(Μουτσιάρα, Τζούρτζια, τραγούδια ευτράπελα, διηγήσεις ευτράπελαι, δημώδης ιατρική, πολιτική, ονομασία τοποθεσιών, ευχές – κατάρες βλασφημίες, μνημόσυνα, κηδείες).


Στην αρχή του έργου του αναφέρεται στον λαϊκό μύθο που συνδέεται με την ονομασία του ποταμού και της ευρύτερης περιοχής: «Κατά την λαϊκήν παράδοσιν τρία αγαπημένα αδέρφια, ο ήρεμος και σοβαρός Άραχθος, η ωραία και σιγανοπερπατούσα Σαλαμπριά (Πηνειός) και ο νεαρός, πεντακάθαρος ασπροντυμένος και εκ γεννετής ατίθασος, Ασπροπόταμος, έπεσαν να κοιμηθούν κάποτε, επειδή τους πήρε η νύχτα μακρυά από κατωκοιμένο χωριό, στην υψηλότερη κορυφή της Πίνδου,στο “Περιστέρι”. Τη νύχτα η Σαλαμπριά, για λόγους που μόνο μια όμορφη γυναίκα είναι δυνατό να ξεύρη, παράτησε τα αδέρφια της και προφυλακτικά και αθόρυβα κατηφόρισε στον κάμπο της Θεσσαλίας για να καταλήξη στα ρομαντικά Τέμπη του Ολύμπου όπου –ήλπιζε κατά την παράδοση να συναντήσει κάποιον από τους 12 Θεούς του Ολύμπου. Προδοθείσα όμως από την προσδοκίαν της και απογοητευθείσα, επνίγηκε στο Αιγαίο. Τη φυγή της αδερφής του αντελήφθη, νύχτα ακόμη, ο Άραχθος, που ανήσυχος και λυπημένος ετράπη εις αναζήτησίν της προς την Ήπειρον, ψάχνοντας δε ασκόπως έφθασε και έπεσε λόγω της απελπισίας του από το χαμό της αδερφής του, στο Ιόνιο Πέλαγος.
Στα χαράματα αντελήφθη τελευταίος και ο Ασπροπόταμος τον αναπάντεχο χαμό των αδερφών του, ξαφνιασμένος δε τότε και έξαλλος από την λύπη και την απελπισία του, κατρακύλησε, όπως ήτο ασπροντυμένος προς Νότον, πηδώντας γκρεμούς και χαράδρες, διασχίζων βουνά και λαγγάδια και παρασύρων εις τον φρενήρη δρόμο του κάθε εμπόδιο φυσικόν ή τεχνητόν, αναζητώντας από τότε μέχρι σήμερα με γοερές κραυγές τα χαμένα αδέρφια του».


Η ενασχόλησή του με θέματα λαογραφικά, τότε που δεν είχε αρχίσει ακόμη η λαογραφική έρευνα στην περιοχή μας, σκοπό έχει «την διαφύλαξιν μερικών εκ των εθίμων και παραδόσεων αι οποίαι επεκράτουν κατά το πρώτον τέταρτον του αιώνος μας, -από του 1900 έως 1925 δηλαδή, και μερικών λαϊκών τραγουδιών τα οποία εχρησιμοποιούντο κατά την εποχήν αυτήν, υπό των κατοίκων της ακραίας περιφερείας του τέως Δήμου Αθαμάνων του Ασπροποτάμου». Απευθύνεται σε όσους θέλουν να ταξιδέψουν στο παρελθόν, επιστρατεύοντας ταυτόχρονα επινοητικότητα και κουράγιο για το μέλλον. Θεωρεί τη συλλογή αυτή ιερή αποστολή και την καταχώρηση και φύλαξή της «εθνικό κειμήλιο». Μέσα από τη συνειδητοποίηση της ιστορικότητας του λαϊκού πολιτισμού δίνει μια σημαντική ώθηση στην επιστήμη της λαογραφίας. Ενδιαφέρθηκε να καταγραφούν οι καθημερινές εμπειρίες και ασχολίες των φορέων του λαϊκού πολιτισμού, των απλών χωρικών. Αξιοσημείωτο είναι ότι ο ίδιος ενδιαφέρεται να καταγράψει τα επαναλαμβανόμενα γεγονότα της καθημερινής ζωής, όλα αυτά που συμβαίνουν μέσα σε μια μέρα ή σε έναν χρόνο και τα οποία απομνημονεύονται από τις κοινωνίες χωρίς γραφή. Σύμφωνα με την Άλκη Κυριακίδου Νέστορος «οι σύγχρονοι ιστορικοί παραδέχονται (και αυτό οφείλεται κυρίως στον Φρόυντ) ότι πίσω από τη συνειδητή, καταγεγραμμένη ιστορία, υπάρχει μια ασυνείδητη ή υποσυνείδητη ιστορία που δεν έχει καταγραφεί: πρόκειται για την αδιάκοπη ροή της καθημερινής ζωής, για τα λόγια που ειπώθηκαν και ξεχάστηκαν, για τις πράξεις που δεν υπαγορεύονται όλες από τους κανόνες και τις συνήθειες. Ύστερα από τον Φρόυντ, αυτή η ‘σιωπηλή ζωή’ δεν μπορεί πια να παρασιωπηθεί». Αυτές οι απόψεις οριοθέτησαν στα μέσα περίπου του 20ού αιώνα το αμέριστο ενδιαφέρον ιστορικών, λαογράφων, εθνολόγων και ανθρωπολόγων για τη μελέτη της προφορικής ιστορίας και της παράδοσης.


Ο Λ. Μακρής λοιπόν προηγήθηκε όλων αυτών με το λαογραφικό του έργο και με τα όσα προλογίζει ο ίδιος σ’ αυτό «Θα έπρεπε τα ήθη και τα έθιμα όσον και οι παραδόσεις και τα λαϊκά τραγούδια των κατοίκων κάθε περιφερείας να συλλέγωνται, να καταχωρούνται κάπου και να φυλάσσονται σαν εθνικά κειμήλια πριν ξεχασθούν και καλυφθούν και πριν αντικατασταθούν …».
Η δομή του έργου του είναι αξιοζήλευτη. Ο πλούτος της παράδοσης ξετυλίγεται σε όλο του το μεγαλείο. Περιγράφει τα χωριά του Ασπροποτάμου, το τοπίο, την χλωρίδα, την πανίδα, τον αριθμό των κατοίκων, τη γλώσσα, τα σχολεία, τα επαγγέλματά τους, την μεταξύ τους επικοινωνία, τη δομή των σπιτιών, αλλά και θέματα που πραγματικά θα μπορέσουν να βοηθήσουν έναν σύγχρονο λαογράφο ή εθνογράφο μελετητή, όπως το θέμα των πυροβολισμών, των κοινωνικών επισκέψεων, της πολυτεκνίας και της μακροζωΐας και άλλα. Μας δίνει χρήσιμες πληροφορίες που αφορούν την οργάνωση του χώρου στη γεωργία σε σχέση με τη γαιοκτησία, το μοίρασμα των νερών, συμφωνίες για την καλλιέργεια χωραφιών αλλά και την οργάνωση του χώρου και του χρόνου σε σχέση με την κτηνοτροφία όπως το κατέβασμα στα χειμαδιά ή οι σχέσεις κτηνοτρόφων – γεωργών στα χειμαδιά. Μέσα από τις σελίδες του έργου του πραγματικά ζωντανεύει η αμιγώς ελληνική κοινωνία της υπαίθρου από το 1900 έως το 1925 με σκοπό την καλύτερη γνώση του απλού και καθημερινού ανθρώπου της υπαίθρου αυτής της εποχής. Κάθε λεπτομέρεια αποτελεί πολύτιμο στοιχείο και αποδίδεται με την τοπική διάλεκτο, παρεμβάλλονται δε και στίχοι δημοτικών τραγουδιών που αντιστοιχούν στο κεφάλαιο το οποίο πραγματεύεται, καθόσον αυτά αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της παραδοσιακής ζωής. Στο τέλος του έργου παρατίθεται ένα κεφάλαιο με επεξηγήσεις των λέξεων που χρησιμοποιήθηκαν, είτε επειδή πολλές από αυτές ανήκουν στο τοπικό ιδίωμα και μπορεί να είναι άγνωστες στον αναγνώστη ή επειδή έχουν πέσει σε αχρησία. Αξίζει δε να σημειωθεί ότι το έργο του αυτό εμπλουτίζεται με πλούσιο φωτογραφικό υλικό που αναφέρεται στην χρονική περίοδο από το 1900 έως το 1925.


Στο αντίστοιχο κεφάλαιο του έργου του που τιτλοφορείται «ΣΧΟΛΕΙΑ» παραθέτει στοιχεία από την καθημερινή σχολική ζωή της περιοχής του Ασπροποτάμου, με αναφορές στις σχέσεις δασκάλων μαθητών αλλά και των διδακτικών μεθόδων που αναγκάζονταν να χρησιμοποιήσουν ορισμένοι δάσκαλοι, όπως για παράδειγμα «ο Μπαρμα-Θανάσης Παπάς ή Μπουζίκας, χρόνια δάσκαλος Γαρδικίου, που από τότε ακόμη με την διαίσθηση που τον διέκρινε εδίδασκε το ελληνικό αλφάβητο στην κουτσοβλαχική με ζωντανές εικόνες και παραστάσεις εφαρμόζων από τότε σαν προφήτης το μετέπειτα εφαρμοσθέν εποπτικόν σύστημα των σύγχρονων μεγάλων παιδαγωγών. Και εδίδασκε ο αγαθός εκείνος δάσκαλος και καλός άνθρωπος στους γόνους των Γαρδικιωτών που εστέλλοντο στο Σχολείο για να μάθουν την ελληνική:

“Αυτό που είναι σαν τον κάβουρα είναι το α μικρ<ό>.
Αυτό που είναι σαν την σκάλα είναι το Α κεφ.
Αυτό που είναι σαν τα γιαλιά του παππού είναι το β
Αυτό που είναι σαν το ψαλίδι είναι το γ
Αυτό που είναι σαν τον πελεκάνο είναι το δ
Αυτό που είναι σαν το καπέλο του παπά είναι το Π κλπ”.

Παραθέτοντας και τα αντίστοιχα στην τοπική διάλεκτο
«ατσιά τσί ιάτσι κά κάβρου ιάτσι άλφα μικρό κλπ” ».

Για το έθιμο των πυροβολισμών που απαντάται στα χωριά αυτά συνήθως στις γιορτές, στα πανηγύρια, σε αρραβώνες, γάμους ή σε διάφορες διασκεδάσεις τα λεγόμενα ‘γλέντια’, αναφέρει χαρακτηριστικά στο αντίστοιχο κεφάλαιο και το εξής περιστατικό:

 

«Ένα έγγραφο εστάλη εκ Γαρδικίου παρά χωροφύλακος του αστυνομικού σταθμού Γαρδικίου προς τον εις γειτονικό χωριό ευρεθέντα αστυνομικόν σταθμάρχη μια Κυριακή κατά την οποία εγίνοντο στο Γαρδίκι 5 γάμοι συγχρόνως. Το έγγραφο έλεγε: “πυκνοί πυροβολισμοί ακούονται από κάθε σπίτι του χωριού. Διατάξατε”. Και ο πολύπειρος Σταθμάρχης απήντησεν… “να προσκοληθείς εις ένα μόνο γάμο για να μη… ακούς τους πυροβολισμούς εκ των άλλων”».


Χαρακτηριστικές επίσης είναι οι λεπτομερείς περιγραφές, όπως για παράδειγμα στο κεφάλαιο «Κτηνοτρόφοι», όπου περιγράφεται μια σκηνή από τα χειμαδιά: «Οι γερόντοι με τα παιδιά πέφτοντα και σηκώνοντα προχωρούν σιγά σιγά ποδεμένοι κι αυτοί και τα μικρά με τα ‘γουρνοτσάρουχα’ ή τα προπόδια, αν υπάρχουν κι αυτά, και με τα ‘ταλαγάνια’ και με την ‘κατσιούλα’ στο κεφαλάκι τους, όλα δε αυτά σημειωτέον υπό ραγδαία βροχή ή και χιόνια που είναι σύνηθες φαινόμενο την εποχή αυτή στα βουνά. Το καθένα από τα παιδιά έχει στον ώμο του και το ‘τροβαδάκι’ του, με ψωμί τα μικρότερα και με λίγο βάρος τα μεγαλύτερα, και κατ’ αυτόν τον τρόπο νυχτώνουν κάπου για ‘κονάκι’ δηλαδή για να ξενυχτήσουν. Στήνεται τότε η ‘τέντα’ (μεγάλο αντίσκηνο με ύφασμα από τραγόμαλλο για να στραγγίζει γρηγορότερα), ανάβεται μεγάλη φωτιά και αρχίζει το στέγνωμα και οι καψάλες και τέλος τους παίρνει όλους ο ύπνος ‘περίκοπα’ (γύρω-γύρω) στη φωτιά και ξημερώνει».


Ο επίλογος του έργου του επιβεβαιώνει τα όσα προαναφέρθηκαν όπως και ο ίδιος τονίζει χαρακτηριστικά: «Αφορά δε η περιγραφή αύτη, την εποχή που οι άνθρωποι ταξίδευαν με τους κυρατζίδες, οπότε τους εδίδετο καιρός να σκεφθούν, να παρατηρήσουν, να προσαρμοσθούν, να λάβουν οπτική αφή του τοπίου που διασχίζουν και με μια λέξη να “συγκεντρωθούν”. Ενώ σήμερα με τα αυτοκίνητα τα οποία χρησιμοποιούν για να επικοινωνήσουν με την πρωτεύουσα του Νομού τα Τρίκαλα, και αύριο που θα χρησιμοποιήσουν τα πιο συγχρονισμένα μεταφορικά μέσα, οι άνθρωποι δεν θα ταξιδεύουν αλλά απλώς θα μεταφέρονται ως άψυχα όντα με βασικό γνώρισμα μόνον την ταχύτητα. Άλλο ζήτημα αν ο βιαστικός άνθρωπος εγέννησε τα ταχύτατα μεταφορικά μέσα ή τα μεταφορικά μέσα δημιούργησαν τον… βιαστικό άνθρωπο».


Αυτή η πολυσχιδής και πολυδιάστατη προσωπικότητα, εκτός από το αξιόλογο αυτό λαογραφικό εγχείρημα, διέθεσε όλη του την περιουσία για τη σύσταση του «ΙΔΡΥΜΑΤΟΣ ΛΕΩΝΙΔΑ Κ. ΜΑΚΡΗ-ΙΑΤΡΟΥ» που μεταξύ των άλλων κοινωφελών του σκοπών έχει υποχρέωση να προωθήσει και να προαγάγει με οποιονδήποτε πρόσφορο τρόπο την λαϊκή παράδοση και τον λαϊκό πολιτισμό. Η δε οικία του ιατρού Μακρή, ένα ωραιότατο αρχιτεκτόνημα, το οποίο βρίσκεται στη συμβολή των οδών Γαριβάλδη και Βύρωνος και αποτελεί κόσμημα για την πόλη των Τρικάλων, παραχωρήθηκε και αυτό στον Δήμο Τρικκαίων με σκοπό την αξιοποίησή του από τον Δήμο ως πολιτιστικού κέντρου. Ήδη σήμερα έχουν αρχίσει εργασίες συντηρήσεώς του.
Με την παρούσα ανακοίνωση επιχειρήθηκε μια πρώτη προσέγγιση στο λαογραφικό έργο του Λεωνίδα Μακρή, το οποίο αν και μικρό σε έκταση, έχει να δώσει όμως πολλά στοιχεία ιστορικά, λαογραφικά, εθνολογικά και ανθρωπολογικά στον μελλοντικό ερευνητή της ευρύτερης περιοχής του Ασπροποτάμου, καθώς είναι η παλαιότερη, πολύ μακράν των επομένων, λαογραφική εργασία για την περιοχή.

 

ΔΗΜΗΤΡΑ ΒΑΡΓΙΑΜΗ
ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ

Ο ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΜΑΚΡΗΣ ΩΣ ΛΑΟΓΡΑΦΟΣ ΤΟΥ ΑΣΠΡΟΠΟΤΑΜΟΥ

 

9ο Συμπόσιο Ιστορίας, Λαογραφίας, Βλάχικης Παραδοσιακής Μουσικής και Χορών,
Ασπροπόταμος Τρικάλων11-12-13 Μαΐου 2007

8