Τραγούδια - Χοροί

Ο καθηγητής Χρίστος Λ. ΤσολάκηςΣτην αυγή της λογοτεχνικής δημιουργίας κάθε λαού βρίσκεται το δημοτικό τραγούδι. Άλλωστε είναι αυτονόητο ότι ο προφορικός λόγος προηγείται του γραπτού. Έτσι και στην ελληνική λογοτεχνία. Πρώτα δημιουργήθηκαν τα δημοτικά τραγούδια που μιλούσαν για έργα και ημέρες θεών, ημιθέων, ηρώων, κοινών θνητών. Αυτά και η γλώσσα τους έθρεψαν τον Όμηρο. Ύστερα ήρθαν οι λυρικοί ποιητές. Οι πεζογράφοι ακολούθησαν. Έτσι έγινε στην Αρχαία Ελλάδα.
Έτσι, όμως, έγινε και στη Νέα Ελλάδα. Στην αυγή της νεοελληνικής λογοτεχνίας βρίσκονται πάλι τα δημοτικά τραγούδια είναι τα Ακριτικά. Αυτά έθρεψαν το λόγιο έπος «Διγενής Ακρίτας». Μόνο που δεν ακολούθησαν αμέσως, όπως θα ανέμενε κανείς, η λυρική ποίηση και η έντεχνη πεζογραφία. Και τούτο διότι οι βυζαντινοί λόγιοι, προσηλωμένοι στην καθαρεύουσα της εποχής, δεν εκμεταλλεύτηκαν την ποιητική καλλιεργημένη λαϊκή γλώσσα των δημοτικών / ακριτικών τραγουδιών. Ύστερα, ανακόπηκε και η πνευματική πορεία του Έθνους.

Το κράτος καταλύθηκε από τους Τούρκους. Αλλά το δημοτικό τραγούδι ζει και αναπληρώνει το κενό της έντεχνης λογοτεχνίας. Μ’ αυτό τρέφεται η ψυχή του Γένους κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας.
Ένα δημοτικό τραγούδι πλάθεται αρχικά από έναν λαϊκό ανώνυμο δημιουργό ύστερα περνάει από στόμα σε στόμα και απλώνεται. Στο άπλωμά του αυτό δουλεύεται στα λαρύγγια των ανθρώπων, σμιλεύεται, τελειοποιείται στη μορφή και στο περιεχόμενο, ενώ, παράλληλα, μετασχηματίζεται και παίρνει διάφορες παραλλαγές.
Σύμφωνα με μία από τις πιο έγκυρες κατατάξεις των λαογράφων μας έχουμε τις εξής κατηγορίες των δημοτικών τραγουδιών: α) Τα ιστορικά, όσα δηλαδή έχουν ιστορικό πυρήνα, όπως είναι π.χ. «Το Κρούσος της Αντριανόπολης» (1361) ή τα «Τραγούδια των Λαζαίων» (18. και 19. αι.), για τα οποία σε λίγο θα μιλήσουμε εκτενέστερα β) Τα Κλέφτικα, εμπνευσμένα από τη ζωή και τους αγώνες των κλεφτών γ) Τα Ακριτικά, τα οποία αναφέρονται στη ζωή και στους αγώνες των Ακριτών: τα τραγούδια του Διγενή π.χ., της Λιογέννητης και άλλα δ) Οι Παραλογές. Τραγούδια αφηγηματικά εκτεταμένα, πολλά από τα οποία παραπέμπουν στην Αρχαία Ελλάδα και φτάνουν ως τον Όμηρο κι ακόμη πιο πέρα: Το τραγούδι του ξενιτεμένου π.χ. ή «Του γιοφυριού της Άρτας» ε) Τα τραγούδια που φανερώνουν τα συναισθήματα του ανθρώπου στις καθημερινές του σχέσεις τέτοια είναι: τα εργατικά, του γάμου, τα εορταστικά, τα νανουρίσματα, τα εγκωμιαστικά / παινέματα, τα σκωπτικά, τα γνωμικά (συμβουλές και παροτρύνσεις), τα κάλαντα, τα μοιρολόγια, τα τραγούδια του Κάτω Κόσμου, της ξενιτιάς, της αγάπης. Όλα όμορφα και μοναδικά.
Ακούστε μερικούς στίχους από τα δίστιχα της αγάπης:

 

  • Θαμαίνουμαι, όντε πορπατείς, πώς δεν ανθούν οι ρούγες
  • και πώς δεν γίνεσαι αιτός με τις χρυσές φτερούγες.
  • Πού ’σουν, πουλί μου των πουλιώ, πού ’σουν, χρυσόφτερέ μου,
  • πού ’σουν κι εγώ σ’ ανίμενα, ακριβοθώρητέ μου.
  • Ερωντοστολισμένε μου, νερατζαθέ, χυτέ μου,
  • πρεπίδι των παλληκαριώ, σγουρέ βασιλικέ μου.
  • Ξύπνα, διαμάντι και ρουμπί κι αθέ του μαλαμάτου.
  • Χαρήνω τα τα μάτια σου τα μαύρα τα μεγάλα
  • οπού σταλαματίζουνε το μέλι και το γάλα.
  • Μια όμορφη αηδονολαλεί κι εγώ κρυφοστενάζω
  • Και με την άκρα του ματιού γυρίζω και θωρώ σε,
  • όχι γιατί σε ντρέπομαι, μόνο γιατί αγαπώ σε.
  • Η λεβεδιά είναι μια πληγή που πάντα γαίμα τρέχει
  • Θέ μου, και πώς τηνε βαστά εκείνος που την έχει.

Ακούστε και το μηλιώτικο για τον λεβέντη:

  • Λεβέντης είσαι, μάτια μου, λεβέντικα χορεύεις,
    λεβέντικα πατάς στη γη και δεν την κουρνιαχτίζεις.
    Σαν παίρνεις τον ανήφορο,  λιανόβεργα τη μέση.
    Μήνα η μεσούλα σε πονεί, μήνα καμάρι το ’χεις;
    Νούιδε η μεσούλα με πονεί, νούιδε καμάρι το ’χω,
    μόν’ το ’χω από τη μάνα μου που μ’ έχει καμωμένο.

Από κοντά κι η πέρδικα, μηλιώτικο κι αυτό:

  • Πέρδικα, περιστέρα μου, τρυγόνα μου γραμμένη.
    Σ’ όλον τον κόσμο ήμερη σ’ εμένα στέκεις άγρια.
    Έλα κάτσε στο γόνα μου να δεις πολλά που ξέρω.

Αριστούργημα και το

  • Να ’μουν πουλί στον Έλυμπο κι αηδόνι στο Τρικάλι,
    ν’ αγνάντευα να τούρνευα τις Αγραφιωτοπούλες,
    πως κάμνουν σιγανό χορό και πως λυγούν τις μέσες.

Και πιο πέρα έξοχοι οι στίχοι:

  • Πού ’σουν, πουλί μου κίτρινο, πουλί μου πλουμπισμένο.
  • Ποιος είδε πράσινο δεντρί, μαυροματούσα μ’ και ξανθή
    γιε μ’, να ’χει γαλάζια φύλλα, μαύρα μάτια, μαύρα φρύδια;
  • Δεν είσαι μέρα σήμερα, δεν είδα μεσημέρι.
    Δεν είδα την αγάπη μου στη σκάλα ν’ ανεβαίνει.
    Να τρίζουν τα παπούτσια της, να λάμπει η φορεσιά της.

    Προσέξτε τα αυτά τα τραγούδια αποπνέουν ήθος, αποφεύγουν τις υπερβολές, έχουν σεμνό λόγο και βαθύ συναίσθημα είτε από τον νέο λέγονται είτε από τη νέα. Δίνει το τραγούδι, λέει το ίδιο το τραγούδι:

  • χάρη, πρεπιά στην κοπελιά κι αέρα στον λεβέντη.

Είπαμε: άλλης εποχής γεννήματα. Δεν ξέρω ποιος είναι σήμερα ο λεβέντης και ποιες οι αρετές του. Εξ άλλου, η αρετή της λεβεντιάς δε σηκώνεται εύκολα. Απαιτεί θυσίες, και ό,τι απαιτεί θυσίες σήμερα υποχωρεί. Το ακούσατε:

  • Η λεβεντιά είναι μια πληγή που όλο αίμα τρέχει
    Θέ μου, και πώς τηνε βαστά εκείνος που την έχει.


Η ευημερία στην οποία είναι προσανατολισμένη η εποχή μας οδηγεί στη βολή. Η βολή συνεπάγεται υποχωρήσεις στους ισχυρούς. Είναι όμως λεβέντης ο βολεμένος; Πάντως έχουν διαγραφεί από το λεξιλόγιό μας λέξεις που σημαίνουν αρετή, θυσία, ήθος, λεβεντιά, αγώνα, ιδανικό, όραμα… Η τηλεόραση που είναι ο καθρέφτης μας, υποβάλλει με τους φτηνούς ήρωές της τον γλωσσικό και τον ηθικό εκφυλισμό.
Μακάρι να μπορούσαμε να λούσουμε ξανά τις ψυχές μας στις γάργαρες πηγές των υδάτων των δημοτικών μας τραγουδιών. Συχνά η λόγια ποίηση χλομιάζει όταν συγκρίνεται μαζί τους. Γράφει ο Παλαμάς, για να δείξει ότι, από τα πολλά που έχει γνωρίσει, διαλέγει τα καλύτερα, κι αυτά πάλι, για να τα εκφράσει, τα προσαρμόζει στους δικούς του τους ρυθμούς. Γράφει:

  • Ξέρω εγώ πολλά τραγούδια,
    μα για να τα πώ,
    τα ταιριάζω τα τραγούδια
    στο δικό μου το σκοπό.
    Νόστιμο, όμορφο, δυνατό.

  • Κοιτάξτε, όμως, πώς το δίνει το ίδιο πράγμα το δημοτικό τραγούδι:
  • Ξέρω τραγούδια, θάλασσα, μα τον αχό διαλέγω.

Μόλις τον ακούσεις τον στίχο αυτόν, ξεθωριάζουν στη στιγμή οι ρητορικοί στίχοι του Παλαμά. Έρχονται δεύτεροι με διαφορά. Μέσα από την εικόνα ο δημοτικός ποιητής μιλάει με τη θάλασσα και τη ζωντανεύει αυτή είναι η υπεροχή του και η μαγεία. Αλλά η ποίηση είναι μαγεία. Γι’ αυτό και τη χαίρονται περισσότερο από τους λεγόμενους μορφωμένους, τη χαίρονται οι αλαφροΐσκιωτοι, οι αναλφάβητοι, οι αθώες ψυχές και τα παιδιά. Θέλει αγνότητα και έκσταση η ποίηση. Κι ο σημερινός άνθρωπος δεν έχει χρόνο για τέτοια. Βιάζεται.
Όσο για τον λεκτικό πλούτο των δημοτικών τραγουδιών, αυτός μόνο με του Ομήρου μπορεί να παραλληλιστεί. Ακούστε πολυσύνθετες λέξεις: οι άντρες είναι καστροπολεμίτες, το κάστρο μολυβόκτιστο, το άλογο (ο μαύρος) πετροκαταλύτης, η κόρη αγγελοστολισμένη, γαϊτανοφρυδάτη, ζαχαροζυμωμένη, λαμπαδοχυτή, ροδοσταμένια, χιοναστράγαλη, κρουσταλλοβραχιονάτη. Πλούτος λεκτικός απροσμέτρητος.
Και όμως παραμένουν, παρά τον λεκτικό τους θησαυρό, απλά. Έχουν από χέρι την επιθυμία του Σεφέρη γράφει:

  • Δε θέλω τίποτε άλλο παρά να μιλήσω απλά,
    να μου δοθεί ετούτη η χάρη.
    Γιατί και το τραγούδι το φορτώσαμε με τόσες μουσικές
    που σιγά σιγά βουλιάζει.
    Και την τέχνη μας τη στολίσαμε τόσο πολύ,
    που φαγώθηκε από τα μαλάματα το πρόσωπό της.
    Κι είναι καιρός να πούμε τα λιγοστά μας λόγια
    γιατί η ψυχή μας αύριο κάνει πανιά.


Του δημοτικού ποιητή, πάντως, του δόθηκε η χάρη που ζητάει ο Σεφέρης. Γι’ αυτό και μίλησε απλά. Κι αυτό θα δούμε τώρα: την απλή, τη λιτή, την αποτελεσματική έκφραση του δημοτικού τραγουδιού. Κατά κανόνα, άλλωστε, οι δημιουργοί των λαϊκών μας τραγουδιών δεν ήξεραν γράμματα: τους ήταν ξένα η ανάγνωση και η γραφή. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει καθόλου ότι τους έλειπε η παιδεία / καλλιέργεια. Είχαν την παιδεία του προφορικού λόγου και προ πάντων του εσωτερικού διαλόγου που έκαμναν μιλώντας διαρκώς με τα πράγματα, που τους περιέβαλλαν, και με τη φύση. Έγραφαν έτσι – και γράφουν – μέσα στην ψυχή τους και στον εγκέφαλό τους κείμενα, ομιλίες, στίχους, ακολουθώντας την λαϊκή παράδοση με την οποία ήταν  μπολιασμένοι. Και η παράδοση ήταν απλή/λιτή/καίρια. Δεν είχαν τα παράγωγά της τίποτα το περιττό.
Όλα ένα γύρο δίδασκαν την απλότητα. Κοιτάξτε το σπίτι με το λιτό και το λειτουργικό του χτίσιμο. Τίποτε το παραπάνω, τίποτε το παρακάτω. Μόνο τα απαραίτητα για να στεγάσει και να ζεστάνει τους ενοίκους του, ανθρώπους και ζώα – μια οικογένεια. «Το σπίτι με το καθημερινό δωμάτιο και το αναμμένο τζάκι του και τη μυρουδιά του βουνίσιου τσαγιού, με τις μεσάντρες και τα σεντούκια, με την ανέμη και τον αργαλειό, με τον καλόν οντά και την ΚΑΛΗΜΕΡΑ, με τα κεντημένα μαξιλάρια», τις υφαμένες μπανταμίες και τις ατελείωτες βεγγέρες.
Να το σχολείο των αναλφάβητων ποιητών. Όλα σ’ αυτό το σπίτι δίδασκαν, ο καθένας με τον ρόλο του: ο παππούς, η γιαγιά, η μάνα, ο πατέρας, τα αδέρφια, ακόμη και τα ζωντανά μιλούσαν, τα πράγματα, το τζάκι με τη θαλπωρή του και το παραγώνι του, οι σκιές που αχνόπαιζαν το βράδυ στους άσπρους τοίχους από την τρεμάμενη φλόγα του καντηλιού και του δαδιού και ετοίμαζαν / άνοιγαν τις καρδιές, για να πάρουν σα θεία μεταλαβιά το μυστήριο του παραμυθιού, του μύθου, του θρύλου, της παράδοσης, του τραγουδιού, του αινίγματος, της παροιμίας: της ευλογημένης ώρας το μυστήριο, όπου συγκινούνταν (συν-κινούνταν), μεταρσιώνονταν οι καρδιές και γίνονταν ποιητικές.
Ύψιστη ευδαιμονία το Σχολείο του τζακιού, δηλαδή της θεάς Εστίας το Παιδαγωγείο, με το απολλώνιο φως του Ολύμπου και τη μελωδία των Πιερίδων Μουσών. Στάχτη έγιναν τώρα αυτά και μαζί τους έσβησε το αγγελικό φως της θεάς Εστίας που αιώνες φώτιζε την οικογένεια. Τη θέση του την πήρε η αναιδέστατη τηλεόραση με το μαύρο της φως και τους αξιοθρήνητους κομπάρσους της.
Αυτά σημαίνουν ότι δεν ακούγεται πια ο διδακτικός, ο παιδαγωγικός, ο μετρημένος, ο φιλτραρισμένος, ο έγκυρος και υπεύθυνος, ο ηθικός λόγος του παππού και της γιαγιάς, αυτών των θεματοφυλάκων των αξιών της ανθρωπότητας. Τώρα, το βλέπετε, εκπέμπεται βόρβορος και αμοραλισμός που έχει εισβάλει ίσαμε τα άδυτα, στο άγιο βήμα, του οικογενειακού μας ασύλου. Το σπίτι μας και τα παιδιά μας στη βουλιμία των αδίστακτων / ύποπτων εμπόρων των εθνών και της πλανητικής αγέλης.
Αυτήν την παιδεία μάς έφεραν τα βουνά των αγραμμάτων. Σε τέτοια σπίτια και μ’ αυτά τα γάργαρα νάματα ποτίστηκαν οι ψυχές μεγάλων ανδρών αυτού του τόπου: φιλοσόφων, εκκλησιαστικών ανδρών, επιστημόνων, λογοτεχνών, καλλιτεχνών, πολιτικών, ευεργετών και αγωνιστών του Γένους. Μια προγονική παιδεία που φτάνει έως την Αρχαία Ελλάδα κι ακόμη πέρα και που κληρονομημένη περνούσε αδιαφόρευτα από γενιά σε γενιά μέσα από το ζωντανό Σχολείο της ζωής ως εμάς. Για να σβήσει μ’ εμάς. Αυτή κράτησε ζωντανό το Γένος και του δίδαξε την προγονική αρετή του λιτού λόγου, ώστε να μελωδεί ο ποιητής:

  • Τα θεμέλιά μου στα βουνά
    Και τα βουνά σηκώνουν οι λαοί στον ώμο τους
    και πάνω τους η μνήμη καίει
    άκαυτη βάτος.
    Μνήμη του λαού μου σε λένε Πίνδο και σε λένε Άθω!
    Σε λένε Όλυμπο και σε λένε δόξα της Μακεδονίας!
    Βοηθός και σκέπη μας Άη Κανάρη!
    Βοηθός και σκέπη μας πρωτομάρτυρα Ρήγα Φεραίε!
    Βοηθοί και σκέπη μας Άγιοι Λαζαίοι!
    Βοηθός και σκέπη μας θρύλε των Πιερίων και των Βαλκανίων
    Γεωργάκη Ολύμπιε απελευθερωτή!


Κλίνουμε γόνυ ευλαβείας εμπρός στην άγια θυσία σου και ασπαζόμαστε τα άχραντα χέρια σου.
Δικό σου είναι το τραγούδι που θα ακουστεί και που το έπλεξαν οι απόγονοί σου, όταν έπαιρνες τον δρόμο της μεγάλης θυσίας σου και σου το έπλεξαν σε λόγο λιτό που είναι ο φορέας της δόξας:
Πού πάς, Γιώργη μ’, και δε μας λες και ζώνεις τ’ άρματά σου.
Ν’ εγώ πάνω στη Βουλγαριά που γένονται οι πολέμοι.
Μην πας, Γιώργη μ’, και σκοτωθείς, και ποιος θέλ’ ει να σε κλάψει.
Μένα με κλαίνε τα πουλιά, με κλαιν τα χελιδόνια.

Μνημείο απλού λόγου μεστού περιεχομένου. Μέσα σε τέσσερις στίχους ο μωροθάμαχτος δημοτικός ποιητής τα είπε όλα. Είναι απλός, αληθινός σαν τη μάνα που ξυπνάει πρώτη το πρωί, μόλις χαράζει η μέρα, και με τις φωνές της τις χαρούμενες κάνει άνω κάτω το εωθινό φως και καλεί τα παιδιά να γευθούν την πρώτη αυγή. Με το αλάθητο ένστικτό της καλεί τον κόσμο να χαρεί την σπάνια στιγμή που σε λίγο θα σβήσει.
Αυτός είναι ο δημοτικός ποιητής ζει σαν τη μάνα τη στιγμή με όλο του το είναι, κι έτσι την εκπέμπει. Κι αυτό του φτάνει. «Δεν πασχίζει να παραστήσει βαθύτερα τα αισθήματα ή δραματικότερη την πράξη παρά γυρεύει να ζωντανέψει τη στιγμή του χρόνου μέσα στην οποία φανερώνονται τα αισθήματα και η πράξη του ήρωα» (Γιάννης Αποστολάκης). Κι όταν ζωντανεύει η στιγμή του χρόνου, ζωντανεύουν μαζί της τα δρώμενα στη ροή του χρόνου, ζωντανεύουν τότε τα πρόσωπα και τα πράγματα: τα πάντα.
Και φυσικά το ζωντάνεμα αυτό γίνεται με ολόκληρη τη γλώσσα κατ’ εξοχήν, όμως, γίνεται με το ουσιαστικό και το ρήμα. Γιατί είναι το ουσιαστικό και το ρήμα που εκφράζουν την καρδιά / ουσία του κόσμου. Ακούστε, πάλι, τους στίχους και προσέξτε τους συντίθενται μόνο από ουσιαστικά και ρήματα:

Πού πάς, Γιώργη μ’, και δε μας λες και ζώνεις τ’ άρματά σου.
Ν’ εγώ πάνω στη Βουλγαριά που γένονται οι πολέμοι.
Μην πας, Γιώργη μ’, και σκοτωθείς, και ποιος θέλ’ ει να σε κλάψει.
Μένα με κλαίνε τα πουλιά, με κλαιν τα χελιδόνια.

Την ίδια στέρεη τεχνική του ουσιαστικού και του ρήματος, δηλαδή της καίριας λιτής έκφρασης, έχουν και τα άλλα ποιήματα των Λαζαίων. Είναι γνήσια δημοτικά.

  • Γιωργάκη μ’, κάτσε φρόνιμα, μην κάνει κακοσύνες.
    Και σε φοβούνται τα χωριά, τρέμουν τα βιλαέτια.
    Πάνε και κλαίνε στον πασιά, κλαίνε και στο βεζύρη
    Ποιος τον φοβάται τον πασιά και ποιος τον χαμπαρίζει;
    Πασιά ’χει ο Γιώργος το σπαθί, βεζύρη το τουφέκι.

Στην ίδια λιτή δομή του ουσιαστικού και του ρήματος ανταποκρίνεται και το άλλο κλέφτικο τραγούδι των Λαζαίων «Τα Λαζούλια».

  • Βουνά μου χαμπηλώσετε, ραχούλες κοντευτείτε
    να ιδώ χωριά, να ιδώ καστριά, να ιδώ τη Σαλονίκη
    να ιδώ και τα Λαζόπουλα, το Λιόλιο και το Μέλιο,
    πώς πολεμούν κατάκαμπα, κατακαμπίς στους κάμπους
    δίχως νερό, δίχως ψωμί, δίχως κάνα μιντάτι.

Ανεπανάληπτοι στίχοι όχι μόνο της ελληνικής αλλά και της παγκόσμιας λογοτεχνίας.
Ιδού και άλλοι στίχοι δημοτικών μας τραγουδιών χτισμένων με τα ίδια υλικά, τα ίδια μέτρα και τα ίδια σταθμά:
Πήραν την Πόλη, πήραν την, πήραν τη Σαλονίκη

  • Τ’ αηδόνια της Ανατολής και τα πουλιά της Δύσης
    κλαίγουν αργά, κλαίγουν ταχιά, κλαίγουν το μεσημέρι
  • Τρεις μέρες κάνει πόλεμο, τρεις μέρες και τρεις νύχτες
    χωρίς ψωμί, χωρίς νερό, χωρίς ύπνο στα μάτια.

  • Χιόνι έτρωγαν, χιόνι έπιναν και στη φωτιά βαστούσαν

Είναι φανερό ότι το ίδιο ρήμα με την επανάληψή του:

  • Πήραν την Πόλη, πήραν την, πήραν τη Σαλονίκη
    κλαίγουν αργά, κλαίγουν ταχιά, κλαίγουν το μεσημέρι

ή περισσότερα ρήματα συγγενικά, ειπωμένα για το ίδιο πράγμα

  • Χιόνι έτρωγαν, χιόνι έπιναν και στη φωτιά βαστούσαν

ελευθερώνουν τον λόγο από τα γήινα δεσμά του και τον υψώνουν και του δίνουν ποιητική λειτουργία, υψώνοντας μαζί και την ηρωική πράξη και κάνοντάς την αθάνατη. Αλλά και η ηρωική πράξη υψώνει τον λόγο. Και τον υψώνει διότι τον ελευθερώνει. Και τον ελευθερώνει, διότι η ίδια η πράξη είναι δημιούργημα ελεύθερων ανδρών. Η ελευθερία του λόγου και η πράξη ελεύθερων ψυχών κρατημένες χέρι χέρι εγκαταλείπουν τη χοϊκή καταγωγή τους και ανεβαίνουν μαζί στο ποιητικό στερέωμα.
Εδώ βρίσκεται το μυστικό του δημοτικού τραγουδιού και κάθε ποιητικής δημιουργίας: στην αμοιβαία απελευθέρωση λόγου και πράξης. Η γλώσσα, τότε, αφήνει τον πεζό βηματισμό και πιάνει τον ποιητικό χορό, για να χορέψει την ελευθερία της, δηλαδή την ευτυχία της. «Το εύδαιμον το ελεύθερον». Άλλωστε ο χορός, όπως και κάθε τέχνη, ελευθερώνει. Τότε η λέξη γοητεύει, όπως γοητεύει τον αγωνιστή η κίνησή του μέσα από αγώνα θανάτου για την κατάκτηση της ελευθερίας. Γοητεύει η λέξη, κι ας είναι κοινότατη και καθημερινή. Άλλωστε από καθημερινές λέξεις δημιουργείται ο ποιητικός λόγος. Γοητεύει η λέξη, κι ας μην είναι φανταχτερή. Δεν σταματάς στο τριμμένο της ένδυμα. Είναι η ποιητική της κίνηση που σε ξαφνιάζει και σε συνεπαίρνει. Ελεύθερη από τις καθημερινές της μέριμνες, που τη γειώνουν, λυγάει σαν τη χορεύτρια στους ρυθμούς της νέας κάθε φορά χορογραφίας. Την έχει αγγίξει η χάρις της ελευθερίας κι αυτήν όπως άγγιξε και τον αγωνιστή.
Καθημερινές είναι οι λέξεις πηγαίνω, λέω, ζώνω, άρματα, όπως κοινό είναι και το όνομα Γιώργης. Τις χρησιμοποιούμε κάθε στιγμή. Δεν έχουν τίποτε το ξεχωριστό που να τις διακρίνει από τις άλλες. Κοιτάξτε τις, όμως, πώς ανεβάζουν τη θερμοκρασία της ψυχής μας στο στίχο:

  •  Πού πας, Γιώργη μ’, και δε μας λες και ζώνεις τ’ άρματά σου

Τώρα οι λέξεις έγιναν ποιητικές. Και έγιναν ποιητικές, διότι τις διατρέχει το ρίγος της συγκίνησης που δημιουργεί στην ψυχή μας η ζωντανή στιγμή του ελεύθερου ανθρώπου, του αγωνιστή, που αρματώνεται, για να πραγματώσει το όραμά του, να προσφέρει, ακόμα και με τη θυσία του, στους άλλους το ύψιστο αγαθό της ελευθερίας που ο ίδιος, «τύχη αγαθή» έχει κατακτήσει μέσα του. Τότε, άλλωστε, θα αισθανθεί ολοκληρωμένος όταν συντελέσει, ώστε να βιώσουν και οι άλλοι, αυτό που ο ίδιος  βιώνει. Γι’ αυτό και τρέφεται με το πνεύμα της θυσίας, η οποία ολοκληρώνεται στη μονή του Σέκου στη Ρουμανία, όπου μαζί με λίγους γενναίους, δηλαδή ελεύθερους, συμπολεμιστές του, ανατινάζονται, δείχνοντας στην ανθρωπότητα, που μένει εμβρόντητη, πώς κερδίζεται η ελευθερία.
Καθ’ εαυτήν η πράξη της θυσίας του Γιωργάκη ήταν ποιητική η ζωή του με τους αδιάκοπους αγώνες του ήταν ένα έπος εποποιία ήταν και η ελεύθερη ψυχή του. Και ούτε μπορούσε να γίνει διαφορετικά, γιατί ο Γιωργάκης ήταν γιος των Ολύμπιων θεών και των Πιερίδων Μουσών. Δεν ονομάστηκε από την ιστορία τυχαία Ολύμπιος. Ένιωθε μέσα του ότι ήταν θεματοφύλακας, φρουρός και κληρονόμος νόμων «δι’ αιθέρα ουρανίαν τεκνωθέντων ων Όλυμπος πατήρ μόνος», λέει ο αρχαίος τραγικός μας, ο Σοφοκλής. Νόμων που είχαν χυδαία καταλυθεί και ευτελιστεί από τον ανατολίτη βάρβαρο δυνάστη. Δεν σκλαβώθηκε απλώς η Ελλάδα. Με το πέσιμο του ελληνισμού καταλύθηκαν αιώνιοι νόμοι απαράβατοι και από θεούς και από ανθρώπους. Νόμοι που τεκνώθηκαν / γεννήθηκαν εδώ στα δικά μας τα βουνά. Τους γέννησε το ζευγάρωμα του Δία με τη μητέρα των Μουσών, τη Μνημοσύνη. Με άλλα λόγια, η σωματική ρώμη και η πνευματική αλκή του πατέρα των θεών και των ανθρώπων έσμιξε με την ομορφιά και την αρμονία της χαριτωμένης Μνημοσύνης στη μακεδονική γη του Ολύμπου και των Πιερίων και γέννησαν μιαν εποχή νέου πολιτισμού στον κόσμο.
Θεμελιακά βάθρα αυτού του πολιτισμού είναι, μας λέει το αρχαιοελληνικό πνεύμα, νόμοι αθάνατοι, που δεν τους γέννησαν άνθρωποι θνητοί και ούτε θα τους κοιμίσει η λησμονιά. Αγρυπνούν για την τήρησή τους η θεά Δίκη / Δικαιοσύνη, η Νέμεσις και οι Ερινύες, που είναι έτοιμες να επέμβουν και να τιμωρήσουν κάθε παραβάτη, κι όταν ακόμη αυτός είναι θεός. Προστατεύουν «την κρατήσασαν εν τω κόσμω τάξιν και αρμονίαν».
«Δεν τους συλλαμβάνεις λογικά, λέει ο Φώτος Πολίτης, τους νόμους αυτούς, τους νιώθεις με τη σοφία της ζωικής πείρας που κυλά απαλά, βουβά κι απλώνεται σα μεγάλο ποτάμι, τους νιώθεις ακόμη βαθύτερα με το συναίσθημά σου, που καίει σαν ακοίμητη καντήλα στα βάθη του είναι σου». Αυτοί οι νόμοι όταν μιλούν, σιγούν τα γράμματα και βουβαίνονται οι σοφοί. Μέσα σου φουντώνει ο άπειρος ηθικός κόσμος. Ο άνθρωπος ζει τότε την ανώτερη φύση του.
Αυτός είναι ο Γιωργάκης Ολύμπιος υπήρξε το σκεύος της εκλογής της θεάς Δίκης, των Ερινύων και της Νέμεσης, για να πατάξει τον τύραννο που παρέβη τους νόμους και έφτασε στην Ύβρι. Είναι η έκφραση της ανθρωπότητας που ζητάει αποκατάσταση του Δικαίου. Κι αυτό μόνο ένας ελεύθερος μπορεί να το πραγματώσει. Ελεύθερος στη σκέψη, στο αίσθημα, στη συνείδηση, στο πνεύμα. Γενναίος δηλαδή. «Και γενναίος θα πει να μη μετράς, να μη λογαριάζεις, να ψηλώνεις σαν το δέντρο που δε βιάζει τους χυμούς του, που αδείλιαστο αψηφάει τις ανοιξιάτικες μπόρες χωρίς να φοβάται μη δεν έρθει το καλοκαίρι. Το καλοκαίρι έρχεται. Έρχεται μόνο για κείνους που ξέρουν να περιμένουν και να αγωνίζονται σαν να ’χαν μπροστά τους την αιωνιότητα» (Μaria Rilke).
Αυτήν την ελεύθερη και γενναία βούλησή του τη δηλώνουν απερίφραστα οι τελευταίοι στίχοι των δύο τραγουδιών:

  •  Μένα με κλαίνε τα πουλιά, με κλαίν τα χελιδόνια

και πιο κει

  • Ποιος τον φοβάται τον πασιά και ποιος τον χαμπαρίζει.
    Πασιά ’χει ο Γιώργος το σπαθί, βεζύρη το ντουφέκι.

Ελεύθερος / απαλλαγμένος από τα καθημερινά και τα ανθρώπινα στέκεται ασάλευτος πιστός στο χρέος του και στο όραμα της απελευθέρωσης του κόσμου από την τυραννία. Έχει νικήσει μέσα του κάθε γήινη αδυναμία (και την εξουσία) και ζει τώρα σε άλλον ουρανό που του τον δίδαξε ο πατέρας του ο Όλυμπος και ο ηθικός νόμος μέσα του που προστάζει την αποκατάσταση της διασαλευμένης τάξης.    
Είναι θαυμαστό πόσο οι απαντήσεις του Γιωργάκη παραπέμπουν στην «Αντιγόνη» του Σοφοκλή και στον «Προμηθέα» του Αισχύλου. Αντιτάχτηκαν κι εκείνοι όπως κι αυτός στη βία της τυραννίας ανθρώπων αλλά και θεών. Αληθινός απόγονός τους. Ο άνθρωπος ελεύθερος όχι μονάχα απέναντι στον δεσποτισμό των ανθρώπων αλλά σε κάθε δεσποτισμό. Η σύγκρουσή του με την εξουσία των θεών βρίσκει την έκφρασή της στον «Προμηθέα Δεσμώτη», η σύγκρουσή του με την εξουσία των ανθρώπων βρίσκει την έκφρασή της στην «Αντιγόνη».
Δεν κάνει επιλογή τυράννων ο Έλληνας απορρίπτει κάθε τυραννία. Πρώτη φορά στην ιστορία της ανθρωπότητας στην Ελλάδα κερδήθηκαν η ελευθερία του ανθρώπου και ο λόγος της ελευθερίας. Προϋπόθεση , άλλωστε, του λόγου της ελευθερίας είναι η ύπαρξη του ελεύθερου ανθρώπου. Η διαλεκτική πορεία που έφερε έως εκεί υπήρξε επίπονη και προέκυψε από την ένταση των συγκρούσεων του Έλληνα με υπέρτερες δυνάμεις θεϊκές και ανθρώπινες.
Αυτά σημαίνουν ότι δεν είναι ελεύθερος μόνον ο ήρωας που πραγματώνει την ελευθερία στα πεδία των μαχών, αλλά είναι ελεύθερος και ο ποιητής που πραγματώνει την ελευθερία στα πεδία του λόγου. Και πιο πέρα δεν είναι ελεύθεροι μόνον οι Λαζαίοι με κορυφαίο τον Γιωργάκη, ελεύθερος είναι και ο λαός με κορυφαίο τον δημοτικό ποιητή. Οι αγέρωχοι στίχοι:
Μένα με κλαίνε τα πουλιά, με κλαίν τα χελιδόνια
Ποιος τον φοβάται τον πασιά και ποιος τον χαμπαρίζει.
Πασιά ’χει ο Γιώργος το σπαθί, βεζύρη το ντουφέκι.
δεν πλάθονται παρά μόνον από ελεύθερες ψυχές. Στίχοι αγωνιστή αλλά και ποιητή που η ατομική τους λύτρωση θραύει τους φραγμούς του ατομισμού και ολοκληρώνεται στους καθολικούς πόθους του λαού τους. Αγωνιστής και ποιητής, κορυφαίοι εκφραστές των αγώνων του λαού, πριν κατακτήσουν την ελευθερία στα πεδία των μαχών και του λόγου, την είχαν κατακτήσει μέσα τους πρώτ’ απ ‘ όλα:

  •  Άνθιζε μέσα τους η ζωή μ’ όλα τα πλούτη πόχει.

Από εκεί κι εκεί δεν τους έμενε παρά να την κάνουν καθημερινή πρακτική. Είχαν αντικρίσει το φως της, είχαν λουστεί τη χάρη της. Είχαν ακούσει μέσα τους βαθιά τη φωνή της. Δεν γινόταν να επιστρέψουν στο σκοτάδι. Από την επιστροφή στη σκλαβιά προτιμούσαν τον θάνατο. Το έμβλημά τους «Ελευθερία ή θάνατος» δεν ήταν ένα συνηθισμένο επαναστατικό σύνθημα. Το εννοούσαν οι Έλληνες. «Ο Γάλλος πλοίαρχος Ζουρνταίν, όταν είδε τους Ψαριανούς να τινάζονται στον αέρα, για να μην παραδοθούν στους Τούρκους, κατάλαβε, όπως γράφει στα Απομνημονεύματά του, ότι ο λαός αυτός δεν ήταν δυνατόν να επανέλθει κάτω από τον οθωμανικό ζυγό».
«Είχε, λοιπόν, αρχίσει, παρατηρεί ο Φώτος Πολίτης, ο λαός μας να πλάθει ζωή δική του», ελεύθερη ζωή. «Πολλά χρόνια πριν από τον τελευταίο ξεσηκωμό αισθανόταν να ζωντανεύει γύρω του ο κόσμος. Ανεύρισκε πνεύματα στις σπηλιές, στα νερά, στα δάση. Απέραντος πόθος ζωής ανώτερης τον συνείχε, και πάσχιζε να κλείσει σ’ αυτόν τον πόθο όλη τη φύση, τα γνωστά όντα και τις άγνωστες θεότητες. Το ελεύθερο πουλί του αέρα πετούσε στα σύννεφα μόνο διότι έπαιρνε δύναμη από την ψυχή των ελεύθερων ανθρώπων.

  •  Φάε, πουλί, τα νιάτα μου, φάε την αντρειά μου

λέει το κεφάλι του κλέφτη στον αετό

  •  να κάνης πήχυ το φτερό και πιθαμή το νύχι.

Και μέσα από τον πόθο αυτόν, μέσα από την τάση για ζωή ανώτερη, έφτασε ο λαός μας στην αντίληψη της ελευθερίας του».
Όρθρος ψυχών και πνευμάτων και μέσα φως η ελευθερία. Αυτός ο όρθρος θα φέρει και τον Γιωργάκη στον προμαχώνα του δικού του χρέους, στο ρείθρο της δικής του πορείας, που θα την ακολουθεί έστω και μόνος και σκοτεινός μέσα στη νύχτα της δουλείας. «Με κράζει το χρέος μου» είναι ο λόγος που βγαίνει από το στόμα του ελεύθερου ανθρώπου. Ή θα νιώσεις πως θα ακολουθήσεις εκείνο που είναι δικό σου και μόνο δικό σου, χρέος σου ατομικό, ή θα γίνεις αριθμός πολυψήφιος χωρίς γνώση της ουσίας της ζωής. Είναι η τραγική μοίρα του ελεύθερου ανθρώπου, δηλαδή του γίγαντα που τόλμησε τ’ αδύνατα. Μοίρα του να πορεύεται μόνος, και όταν έχει την πίκρα να βλέπει τους συντρόφους του καταποντισμένους και όταν δεν του φτάνουν πια οι ζωντανοί που του απομένουν και αντρειεύεται μιλώντας με τους πεθαμένους, με τις ξέρες, τα βράχια, τις ραχούλες, τα δέντρα, τα πουλιά και τα χελιδόνια, τους πιστούς του φίλους που συμπάσχουν στον αγώνα του. Ο ψυχισμός του με την απεραντοσύνη της αγάπης του και της αλκής του έχει ανοίξει κι έχει αγκαλιάσει όλα τα πλάσματα του κόσμου τα έχει κάμει δικά του είναι δικός τους. Γι’ αυτό και τον συμπονούν και τον κλαίνε:
Μένα με κλαίνε τα πουλιά, με κλαιν τα χελιδόνια.
Μη ζητάτε αλλού την ποιητική του γοητεία άρτιος στίχος το ρίγος της βαθιάς, δηλαδή της ελεύθερης, ψυχής του αγωνιστή, μεταγγίζεται στην επίσης ελεύθερη ψυχή του δημοτικού ποιητή, κι εκείνος με τη σειρά του το μετακενώνει στις λέξεις. Το δέχονται αυτές και, εμπρός στο θαύμα που βιώνουν, αποβάλλουν τα παλαιά σημασιακά τους φορτία και ελευθερώνουν τις ακατάλυτες δυναμικές που κρύβουν μέσα τους, οι οποίες με τη σειρά τους τεντώνουν τις φωνητικές χορδές του λόγου, για να μας δώσει αυτός τη νέα μελωδία. Κοντολογίς, η ελευθερία του αγωνιστή περνάει στον ποιητή και τον ελευθερώνει και από τον ποιητή στη λέξη και την ελευθερώνει. Και ξέρουμε εμείς από τον Α. Breton ότι η πιο ποιητική λέξη είναι η πιο ελεύθερη λέξη η λέξη, που παρουσιάζει τον υψηλότερο δείκτη ελευθερίας, μας είπε, είναι η πιο λειτουργική ποιητικά λέξη. Τη λέξη, μας είπε και ο μεγάλος δάσκαλός μας Γιάννης Κακριδής, τη δυναστεύει ένας ακαταμάχητος πόθος ελευθερίας.
Αυτά σημαίνουν ότι στον ποιητικό λόγο οι δυναμικές των λέξεων βρίσκονται στην πιο μεγάλη τους ένταση. Ο όρος ένταση είναι στη βάση του μουσικός και προκύπτει από το ρήμα εντείνω, το οποίο, πάλι, είναι σύνθετο από την πρόθεση εν, που δηλώνει το μέσα, την εσωτερική διάσταση ενός πράγματος, μιας έννοιας, και από το ρήμα τείνω, που σημαίνει τεντώνω. Λέγοντας εντείνω, επομένως, και ένταση, εννοούμε, όταν μιλούμε για τη λέξη, το τέντωμα των εσωτερικών της δυναμικών (που βρίσκονται σε λανθάνουσα κατάσταση κρυμμένες εκεί σαν τη σπίθα στη στάχτη) και μέσα από αυτό το τέντωμα (την ένταση) εννοούμε την απελευθέρωσή τους (την απελευθέρωση των δυναμικών τους) και την ενεργοποίησή τους για την παραγωγή ποιητικής μελωδίας. Παρένθεση. Αν δεν τεντωθεί η νευρά του τόξου από το χέρι του τοξότη, το βέλος δεν φεύγει, δεν διασχίζει τον αέρα και δεν βρίσκει το στόχο του αν δεν τεντωθούν οι φωνητικές χορδές του τραγουδιστή, δεν βγαίνει το τραγούδι και δε γεμίζει τον αέρα αν δεν τεντωθούν οι χορδές του βιολιού και δεν τις χαϊδέψουν τα τέλια του δοξαριού, το βιολί δεν μας χαρίζει τη μελωδία του. Κλείνει η παρένθεση.
Έτσι και με τη λέξη αν δεν ενταθούν οι λανθάνουσες δυναμικές της και αν δια της εντάσεως δεν ελευθερωθούν και αν δεν τις χαϊδέψει η συγκίνηση που αναδύεται από την τέλεση της ποιητικής λειτουργίας στην ψυχή του ποιητή, δεν παράγεται ποιητικό μέλος.
Παράδειγμα:  Καθημερινές είναι οι λέξεις: εγώ, κλαίω, πουλί, χελιδόνι. Από μόνη της η καθεμιά δεν αποτελεί ποίημα. Μόλις αρχίζουν, όμως, και συνδυάζονται ταιριαστά, αυτομάτως παράγεται από το πάντρεμά τους ποιητικός σπινθήρας, όπως από το σμίξιμο του άνδρα με τη γυναίκα γεννιέται το παιδί. «Συνδυάζονται ταιριαστά», πάλι, σημαίνει ότι ενώνονται μεταξύ τους κατά τρόπο που αποκλίνει από την τρέχουσα, από τη συμβατική, γλώσσα. Όταν, π.χ., λέω «το παιδί κλαίει» ή «πιάσαμε το πουλί» ή «τα χελιδόνια χτίζουν τις φωλιές τους» εκφράζομαι πεζά δεν ανάβει ποιητική σπίθα. Όταν, όμως, τις ίδιες λέξεις τις χρησιμοποιήσω κατά τρόπο αποκλίνοντα, κατά τρόπο που απορρίπτει η κοινή λογική, τότε περνώ στη σφαίρα του υπέρλογου, όπου κινείται ο ποιητικός λόγος. Έτσι στους συνδυασμούς
«Μένα με κλαίνε τα πουλιά, με κλαιν τα χελιδόνια»
συντελείται κάτι υπέρλογο, κάτι δηλαδή που ξεπερνάει τη λογική και δεν παρατηρείται στην πραγματικότητα. Τα πουλιά και τα χελιδόνια δεν κλαίνε οι άνθρωποι κλαίνε. Μια κατ’ εξοχήν ανθρώπινη ιδιότητα μεταφέρεται / αποδίδεται σε άλλα πλάσματα του επιστητού. Ωστόσο αυτός ο παραλογισμός ο απροσδόκητος, με τις υπέρλογες δομές του λόγου, αιφνιδιάζει ευχάριστα την ψυχή, η οποία τον αποδέχεται, όπως στο παραμύθι και στον μύθο, και παραδίδεται σ’ αυτόν θέτοντας σε λειτουργία άλλες δυναμικές που κοιμούνταν μέσα της και που τώρα ξυπνούν, ξυπνώντας μαζί τον κόσμο του αγωνιστή, που είναι και αυτό τόσο μεγάλο, ώστε να ξεπερνάει την καθημερινή λογική του κοινού ανθρώπου και να φαντάζει μαγικό προκαλώντας τον τρόμο και το δέος στον κοινό θνητό, ο οποίος μετράει με τα δικά του μέτρα του μέσου ανθρώπου.
Μην πας, Γιώργη μ’, και σκοτωθείς το ποιος θέλ’ ει να σε κλάψει
Δεν συλλαμβάνει ο μέσος άνθρωπος ότι η αγάπη του αγωνιστή στην ελευθερία και η πίστη του σ’ αυτήν έχουν μεταμορφώσει τον μέσα κόσμο του, και στον νέο του κόσμο δεν υπάρχουν αδύνατα. Ιδού ότι «κλαίνε τα πουλιά, κλαίνε τα χελιδόνια».
Ακολουθεί ένα ακόμη δείγμα δημοτικού δημιουργού, όπου η δύναμη της αγάπης και της πίστης στο άλλο αγαπημένο πρόσωπο τώρα και όχι στην ελευθερία, μεταμορφώνουν τον κόσμο και του προσφέρουν τη μέγιστη ευτυχία μέσα από τη μέγιστη συγκίνηση μιας γνήσιας ερωτικής στιγμής. Ακούστε το:

  • Κόκκινο χείλι φίλησα κι έβαψε το δικό μου
    και στο μαντίλι το ’συρα κι έβαψε το μαντίλι,
    και στο ποτάμι το ’πλυνα κι έβαψε το ποτάμι,
    έβαψε η άκρη του γιαλού κι η μέση του πελάγου.
    Κατέβη αϊτός να πιει νερό κι έβαψαν τα φτερά του,
    έβαψε ο ήλιος ο μισός και το φεγγάρι ακέριο.

Κοιτάξτε και σ’ αυτό το τραγούδι πώς το σμίξιμο δύο ερωτευμένων ψυχών ανάβει ερωτικό σπινθήρα που σιγά σιγά πυρακτώνει ακόμη και τις πιο κοινές λέξεις, οι οποίες με τη σειρά τους απλώνουν την πυρκαγιά της αγάπης στο σύμπαν: στις στεργιές, στα ποτάμια, στις θάλασσες, στον ουρανό, σε άψυχα και σε έμψυχα. Τα πάντα μετέχουν στη θεία τελετουργία. Χρόνος και χώρος σιωπούν τα μάτια παρακολουθούν την κίνηση της αγάπης που περνάει σαν βιολογικό φαινόμενο και λίγο λίγο διαστέλλεται έως εκεί που δεν έχει πια πέρα. Όπως το σύμπαν που άρχισε με την έκρηξη και που ακόμη διαστέλλεται και θα διαστέλλεται εσαεί μέχρι της συντελείας των αιώνων. Συλλογιέμαι πως αν κάτι υπάρχει πίσω από την πρώτη έκρηξη, εξαιτίας της οποίας δημιουργήθηκε το σύμπαν, αυτό δεν μπορεί να είναι τίποτε άλλο παρά ο θεός της αγάπης που από απέραντη αγάπη στην ίδια την αγάπη ελευθέρωσε όλες τις δυναμικές που σήμερα πλαστουργούν το σύμπαν. Έτσι, για να βρουν στέγη η αγάπη και η ελευθερία.
Όσο για τη γλώσσα, ζει κι αυτή και στα δύο δημοτικά τραγούδια, και στων Λαζαίων και στου φιλιού της αγάπης, ζει κι αυτή την ευλογημένη ώρα του θαύματος. Άλλωστε ο δημοτικός ποιητής δεν τραγουδάει παρά μόνον όταν συγκλονίζεται από το θαύμα. Δεν γράφει ποίηση αυτός, όπως ο λόγιος ποιητής. Αυτός τραγουδάει το θαύμα που ζει. Και όσο πιο αγράμματος και πρωτογονικός είναι τόσο πιο γνήσια μάς το τραγουδάει.
Οι λέξεις ξεπερνούν τη συμβατική γλώσσα και ελεύθερες από την καθημερινή φθορά δημιουργούν νέες συνάψεις και διαγράφουν νέες χορογραφίες σε νέες άγνωστες έως τώρα τροχιές. Οι κινήσεις τους αυτές οι απρόσμενες πυροδοτούν την αισθητική μας λειτουργία, κι αυτή με τη σειρά της ανεβάζει τη θερμοκρασία της ψυχής. Έτσι που το εξωλογικό στοιχείο που διατρέχει το ποίημα όχι μόνον δεν μας ενοχλεί, αλλά μας συνεπαίρνει κιόλας, καθώς μας αρπάζει και μας γυρίζει στις πρωτογονικές ρίζες της καταγωγής – τότε που ο άνθρωπος ζούσε μόνο το θαύμα μέσα σε ένα πεντακάθαρο σύμπαν που δεν το είχε δηλητηριάσει ακόμη «η θεία και η καταραμένη σκέψη». Μας γυρίζει στην πρωτογλώσσα του ανθρώπου, στην γλώσσα την προλογική που υπάρχει μέσα μας και που πάνω της τέτοιες στιγμές αναπαυόμαστε με εμπιστοσύνη όπως το βρέφος στην αγκαλιά της μάνας του. Σ’ αυτήν τη γλώσσα μιλούνε τα πουλιά, κλαίνε τα χελιδόνια, βουρκώνουν τα βουνά, ο άνεμος δέρνει τα δέντρα, προσκυνούν οι πύργοι, ο κλέφτης μιλάει με τη μεγάλη του μάνα, την πλάση. Αλλά δεν είναι μόνον η λέξη του ζεστή. Ζεστή είναι και η τεχνοτροπία του. Ακούστε:

  • Κυρά ψηλή, κυρά λιγνή, κυρά καμαρωμένη,
    κυρά μ’, όταν εκίνησες να πας στην εκκλησία,
    η στράτα ρόδα γιόμισε κι η εκκλησιά το μόσκο,
    κι από το μόσκο τον πολύ οι τοίχοι ραγιστήκαν.
    Παπαδιές, διάκοι σε κοιτάν, το διάβασμά τους χάνουν,
    τα ψαλτικά τους λησμονούν ψαλτάδες, κανονάρχες.

Είναι να θαυμάζει κανείς τον τρόπο με τον οποίο υψώνεται στα μάτια μας και στη σκέψη μας το ωραίο. Ανατρέπονται ακόμη και οι νόμοι της φύσης, αφού με το περπάτημα και μόνον μιας γυναίκας γεμίζουν με λουλούδια οι δρόμοι και η εκκλησιά με μόσκο, κι αφού από τον μόσκο ραγίζουν οι τοίχοι της. Ακόμη και οι λειτουργοί του Υψίστου που είναι ταγμένοι να υπηρετούν και να εξυμνούν τη θεϊκή ομορφιά, ακόμη κι αυτοί, θαμπωμένοι από την παρουσία ενός γήινου πλάσματος, ξεχνούν την αποστολή τους. Μαγνητίζονται, λες, από τα γήινα και λησμονούν τα ουράνια και τα αιώνια. Δεν ανατρέπονται μόνον οι νόμοι της φύσης, ανατρέπονται και οι θεϊκοί νόμοι, οι εσωτερικοί νόμοι, οι σχέσεις λειτουργών και Θεού. Νόμοι ηθικοί. Σαν να είναι το ωραίο το κυρίαρχο και σαν να παραμερίζουν, να καταλύονται από το θάμπος του και τη σαγήνη του τόσο οι φυσικοί νόμοι όσο και οι ηθικοί και οι θεϊκοί. Και ο δημιουργός των πάντων, η αιώνια ομορφιά, περνάει κι αυτός σε δεύτερη μοίρα, για να υψωθεί το δημιούργημά του: Το ωραίο πάνω απ’ όλααυτό κυριαρχεί και στις δικές μας τις ψυχές. Κυριαρχεί και τις κάνει ευαίσθητες και τις ανεβάζει. Και την έχει ο λαός μας την παιδεία αυτή από τα λαϊκά του δημιουργήματα: τραγούδια, παραμύθια, μύθους, θρύλους, παραδόσεις και πλήθος άλλα δημιουργήματά του.
Αυτή είναι η «Ποιητική Γραμματική» κι αυτή η δύναμή της: να πλάθει την ευαισθησία μας, να μας εξανθρωπίζει. Την ξέρει πολύ καλά ο δημοτικός ποιητής αυτήν την τέχνη, κι ας μην την έχει σπουδάσει σε κανένα λύκειο και σε καμιά πανεπιστημιακή σχολή. Την ξέρει, γιατί την έχει αποκτήσει, την έχει κερδίσει, την έχει κατακτήσει μέσα στο μεγάλο σχολείο της ελληνικής κοινωνικής ζωής. Την ενσωματώνει στις δικές της πτυχές η ελληνική γλώσσα και την φέρνει έως εμάς από τα πανάρχαια χρόνια. Ολόκληρη η ελληνική παράδοση και η γλωσσική ιστορία αυτού του λαού, ιστορία θεατή τουλάχιστον τεσσάρων χιλιάδων ετών, συγκροτούν αυτό το σχολείο της ποιητικής τέχνης, η οποία αποτελεί κορυφαία στιγμή έκφρασης του ανθρώπινου λόγου.
Με ανάλογο τρόπο δεν δίνει και ο Όμηρος την ομορφιά της Ελένης; Πουθενά και ποτέ δεν μας λέει για τα μάτια της, τα χρώματά της, το πρόσωπό της, τα πόδια της, τα χέρια της και το κορμί της. Κανείς δεν ξέρει π.χ. αν ήταν ξανθιά ή μελαχρινή, αν τα μάτια της ήταν μαύρα ή γαλάζια, αν ήταν ψηλή ή κοντή ή μετρίου αναστήματος. Τα χείλη της, τα δόντια της, τα φρύδια της πώς ήταν; Τίποτε γι’ αυτά δεν μας είπε ο Όμηρος. Δεν στήριξε σ’ αυτά την ομορφιά της. Παρά στην Ιλιάδα του βάζει τους γέροντες Τρωαδίτες να τη θαυμάζουν, καθώς την αντικρίζουν να ανεβαίνει το κάστρο της Τροίας, και να λένε γι’ αυτήν:

  • Ού νέμεσις Τρώας και ευκνήμιδας Αχαιούς
    τοίη δ’ αμφί γυναικί πολύν χρόνον άλγεα πάσχειν
    αινώς αθανάτησι θεής εις ώπα έοικεν

Και σε μετάφραση Καζαντζάκη - Κακριδή:

  • «Δεν είναι κρίμα αν βασανίζουνται για μια γυναίκα τέτοια
    μαζί κι οι Αργίτες οι λιονταρόκαρδοι κι οι Τρώες καιρούς και χρόνια
    τι φοβερά με τις αθάνατες θεές στην όψη μοιάζει».

Προσέξτε τον λόγο τους χαλαλίζουν στην ομορφιά της τις δοκιμασίες (μάχες, παιδεμοί και σκοτωμοί παλικαριών) των Αργιτών και των Τρώων. Τέτοια είναι η ομορφιά της. Μεγάλος, ασφαλώς, και βαρύς ο λόγος: να θυσιάζονται για την ομορφιά μιας γυναίκας ανθρώπινες ζωές. Βαρύς και ασεβής ο λόγος, από τη μια μεριά, ωστόσο, από την άλλη, υψώνει στα μάτια μας και στην ψυχή μας την Ελένη με τα πλούσια και σπάνια κάλλη της. Και να σκεφθεί κανείς ότι τα λόγια αυτά δεν τα λένε χθεσινά παιδιά δεκαοχτώ και είκοσι ετών που δεν έχουν γνωρίσει τη γυναίκα και που είναι έτοιμα να θαμπωθούν από την καθεμιά που θα βρεθεί στο δρόμο τους. Δεν είναι δηλαδή οι άπειροι νέοι που τα χάνουν από την ομορφιά μιας γυναίκας και λένε αυτόν τον μεγάλο λόγο, με τον οποίο θυσιάζουν σ’ αυτήν ανθρώπινες ζωές, ό,τι πολύτιμο δηλαδή έχει ο άνθρωπος. Είναι οι πολύπειροι γέροντες των εβδομήντα (και πάνω) ετών που σαγηνεύονται και μιλούν όπως μιλούν. Μιλούν δηλαδή άνθρωποι με πλούσια ερωτική πείρα, οι χορτασμένοι από τη ζωή και τον έρωτα, αφού ο καθένας από αυτούς, εκτός από τη νόμιμη γυναίκα του, μπορούσε να έχει και πλήθος παλλακίδες. Και μιλούν σε μιαν ηλικία που έχουν κατασιγάσει τα ερωτικά πάθη και μπορούν να αρθρώσουν νηφάλιο λόγο. Αυτοί μιλούν για την ομορφιά της Ελένης κι αυτοί είναι που θυσιάζουν στη χάρη της τον ανθό της νιότης. Απαράλλαχτα, θα έλεγα, όπως στο δημοτικό τραγούδι δεν είναι οι νέοι ή οι κοινοί θνητοί που τα χάνουν μπροστά στην ομορφιά μιας γυναίκας, αλλά οι θεοσεβείς λειτουργοί του Υψίστου. Όμηρος και δημοτικό τραγούδι, βλέπετε, στην ίδια ποιητική γραμμή. Είναι θαυμαστό. Όπως θαυμαστός είναι και ο τρόπος, ο κοινός τρόπος, με τον οποίο προβάλλεται η ομορφιά.

 

†Χρίστος Λ. Τσολάκης
Καθηγητής Νεοελληνικής Γλώσσας Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης
Το δημοτικό μας τραγούδι. Γλώσσα και ποίηση

8ο Συμπόσιο Ιστορίας, Λαογραφίας, Βλάχικης Παραδοσιακής Μουσικής και Χορών,
Λιβάδι Ολύμπου, 26-27 Μαΐου 2006