Τραγούδια - Χοροί

ΠεριβολιώτεςΣΑΜΑΡΙΝΑ
Η Σαμαρίνα έχει αναδείξει ηρωικές μορφές, που έδωσαν τη ζωή τους για την ελευθερία και τη
διάσωση της ορθοδοξίας. Στα 1740-1750 ο Σαμαριναίος κλεφταρματολός Γιάννης
Πρίφτης είναι ο φόβος και ο τρόμος των Τουρκαλβανών επιδρομέων. Το 1743 στη
θέση «Σταυρός», κατετρόπωσε τον Βέλη - Μπέη, πατέρα του Αλή - πασά, με τους
αρβανίτες του και τους κατεδίωξε μέχρι το Τεπελένι.

 

 

 ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΡΙΦΤΗΣ

Τι ναι τα μπαϊράκια που ρχονται απ΄του ρωμιού τη ράχη;

Κι ο Γιάννης χαμογέλασε ταράζει το κεφάλι

Παίρνει και ζώνει το σπαθί ζώνει και το τουφέκι

Και κάνει τον ανήφορο σαν όμορφο περιστέρι

Κι η μάνα του από κοντά του σκούζει και του βελάζει

-Που πας Γιάννη μου μοναχός χωρίς κανένα κοντά σου;

-και τι τους θέλω τους πολλούς; φτάνω και μοναχός μου.

Σαν πήγε και τους έφτασε μες του Χασάν Κουπάτσιου

Ψιλή φωνούλα έβγαλε βαριά τους φοβερίζει:

Που πάτε μωρ Αρβανιτιά και σεις μωρ Κολονιάτες

Εγώ ειμ’ ο Γιάννης του Παπά, Γιάννης του παπά Νικόλα.

(Εδώ ναι Γιάννης του Παπά , Γιάννης από τη Σαμαρίνα

Το λόγο δεν απόσωσε και βαριαναστενάζει

Από την πλάτη τουρχεται αρματικό μολύβι

Με προδοσιά τον σκότωσαν τον Καπετάν Γιαννάκη.)

Δεν είναι δω τα Γρεβενά δεν είναι το Ζαγόρι

Εδώ είναι η Λάιστα κι όλα τα βλαχοχώρια

Εδώ το λεν ψηλά βουνά ψηλά στη Σαμαρίνα

Που πολεμούν μικρά παιδιά, γυναίκες και κορίτσια.



Στην Επανάσταση του 1770, η Σαμαρίνα έλαβε μέρος με αρχηγό τον
Ακάρμο Χατζημάτη και πλήρωσε τις συνέπειες με εκπατρισμό πολλών
οικογενειών προς τη Μακεδονία και Θεσσαλία. Την ίδια εποχή σκοτώθηκε
στην Πελοπόννησο ο γέρο - αρματολός Γιαννάκης Φλώρος.

ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΚΗ ΦΛΩΡΟΥ

Για κάτσε να συλλογιστώ για κάτσε να λογιάσω

Σαν τι τραγούδι θε να πω για τον Γιαννάκη Φλώρο

Που γλύτωσε απ τη Κορυτσά και στο Μοριά σκοτώθει

Εκεί που του βγαινε η ψυχή έλεγε στα παιδιά του

-Εσείς καημένη συντροφιά εσείς μωρέ παιδιά μου

Μην απομείνει ουτ΄ ένας σας όλοι να σκοτωθείτε

Να μη με πάρουν η Τουρκιά κι αυτοί οι αρβανίτες

Και πάρτε και το αίμα μου μες το χρυσό μου τάσι

Και σύρτε να το θάψετε στο έρμο το χωριό μας

Με κλάματα και με ψαλμούς , με διάκους και παπάδες.


Στα 1775 διάδοχος του Γιάννη Πρίφτη είναι ο κλεφταρματολός Μίχος
ο Σαρμανιώτης, ενώ στα 1785 οι Σαμαριναίοι κλέφτες εξόντωσαν τον
Τουρκαλβανό Δερβέναγα Ισμαήλ - Ντάμση.

Ο ΜΙΧΟΣ ΕΚΑΤΕΒΑΙΝΕ

Ο Μίχος εκατέβαινε από τη Σαμαρίνα

Με το τουφέκι στο πλευρό με το σπαθί στη ζώση

Να πάει κατά τα χειμαδιά, στη Σκιά και στο Πρετόρι.

Πουλάκι πήγε κι έκατσε στη δεξιά την πλάτη

Και δε λαλούσε σα πουλί ουτέ σα χελιδόνι

Μον ελαλούσε κι έλεγε ανθρώπινη κουβέντα:

-Πέρνα το Μίχο διάβα το αυτό το μονοπάτι

Κι άλλη φορά δεν το παιρνάς άλλη δεν το διαβαίνεις.

Τα μάτια του χαμήλωσε τα δάκρυα τον επήραν.

-Πουλάκι μου που το μαθες, που τ’ άκουσες πουλί μου;

-εψές είμουν στους ουρανούς μαζί με τους αγγέλους

Κι άκουσα που σ’ ανάφεραν με τους αποθαμένους..

Το λόγο δεν απόσωσε το λόγο δεν απόειπε

Και ακούστηκε μια παταριά μες απ’ το λαγκάδι.

Ιτρίζης τον καρτέραε ψηλά μες το Μπουγάζι.

Στο χώμα έπεσε άλαλος ο Μίχος ο Λεβέντης

Που ήταν στη Φούρκα αρματολός, στη Σαμαρίνα κλέφτης.


Η Σαμαρίνα όμως, εκτός από κλεφταρματολούς, ανέδειξε και γενναίες καπετάνισσες, τις προγόνους των ηρωικών γυναικών της Πίνδου του 1940.
Στην επανάσταση του 1808 με τον Παπαθύμιο Βλαχάβα, πήρε μέρος η Σαμαριναία Ρηνούλα Μαλάμου, που φυλακίσθηκε από τον Αλή - Πασά στα
Γιάννενα.
Αλλες Σαμαριναίες καπετάνισσες ήταν η Φλωρίκα, η Τούλα και η Τάσω του Γκριζιώτη. Κορυφαία φυσιογνωμία της εποχής αυτής ήταν ο Νεομάρτυς Αιος
-Δημήτριος εκ Σαμαρίνης, ο φλογερός Δημεγέρτης, που με το κήρυγμα του ξεσήκωνε τις λαϊκές μάζες για επανάσταση.

Στα 1826 οι Σαμαριναίοι μετέχουν στην αθάνατη φρουρά των Μακεδόνων, που πολέμησαν στην πολιορκία του Μεσολογγίου. Η ομάδα των Σαμαριναίων
αποτελούνταν από 120 μαχητές, με αρχηγό τον Μίχο Φλώρο και πολέμησαν στην «Ντάπια» του Στρατηγού Μάκρη. Μερικά από τα ονόματα των μαχητών,
που διέσωσε η παράδοση ήταν του Μάκρη, Μανάκα, Αβραμούλη, Συράκου, Μ. Μπούσια, Γκιολδάρη, Τζίμου. Από αυτούς, κατά την έξοδο της φρουράς
διεσώθησαν μόνο 33, ενώ οι υπόλοιποι Φλώρος, Μακρής, Αβραμούλης κλπ. έπεσαν ηρωικά στο Μεσολόγγι. Η λαϊκή μούσα της Σαμαρίνας ύμνησε τον
ηρωικό θάνατο των παλικαριών της με το τραγούδι «Ν' εσείς παιδιά κλεφτόπουλα, παιδιά της Σαμαρίνας».

"Ν-εσείς μωρέ παιδιά κλεφτόπουλα,

παιδιά της Σαμαρίνας,

μωρέ παιδιά καημένα

παιδιά της Σαμαρίνας

κι ας είστε λερωμένα.



Σαν πάτε πάνω μωρέ στα βουνά

ψηλά στη Σαμαρίνα

μωρέ παιδιά καημένα

ψηλά στη Σαμαρίνα

κι ας είστε λερωμένα.



Μην πείτε πως μωρέ σκοτώθηκα

πως είμαι σκοτωμένος

μωρέ παιδιά καημένα

πως είμαι σκοτωμένος

και ας είστε λερωμένα.



Τουφέκια να μωρέ μην ρίξετε

τραγούδια να μην πείτε

μωρέ παιδιά καημένα

τραγούδια να μην πείτε

κι ας είστε λερωμένα.



Να πείτε πως μωρέ παντρεύτηκα

πήρα καλή γυναίκα

μωρέ παιδιά καημένα

πήρα καλή γυναίκα

κι ας είστε λερωμένα."


Την Ανοιξη του 1854, με την κήρυξη του Ελληνοτουρκικού πολέμου επαναστατούν οι κάτοικοι των Βλαχοχωριών της Πίνδου: Σαμαρίνας,
Αβδέλλας, Περιβολιού, Σμίξης, Γράμμουστας και Ντένισκου, υπό την αρχηγία του παλαίμαχου πια Σαμαριναίου Καπετάνιου Χατζηζήση Χατζημάτη.
Η σύγκρουση με τους Τούρκους του Μεχμέτ - αγά των Γρεβενών έγινε στην τοποθεσία «φυλλουριά», κοντά στο χωριό Καρπερό. Οι Βλάχοι, που είχαν
μαζί τους τις οικογένειες και τα γιδοπρόβατά τους, αντιστάθηκαν γενναία μια ολόκληρη ημέρα στις σφοδρές επιθέσεις των Τουρκαλβανών. Η ταραχή
και ο χαλασμός, που επικράτησε κατά τη μάχη έμεινε παροιμιώδης: «έγινε της φυλλουριάς» Ογδόντα νεκροί ήταν οι απώλειες από την πλευρά
των βλάχων και ανάμεσα τους ο Χατζηζήσης.

Στη δύσκολη θέση, που είχαν περιέλθει οι επαναστάτες, ήλθε προς βοήθεια την άλλη μέρα, ο Θόδωρος Ζιάκας με τους άντρες του, που κατεδίωξαν τους
Τούρκους μέχρι τα Γρεβενά. Στη συνέχεια τη σκυτάλη των προκατόχων του την παίρνει ο Λεωνίδας Χατζημπύρος (1855-1880), ο μορφωμένος
καπετάνιος, που παράτησε την περιουσία του, για να συμβάλλει στην απελευθέρωση της Μακεδονίας και της Θεσσαλίας.

ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΚΑΠΕΤΑΝ ΛΕΩΝΙΔΑ ΧΑΤΖΗΜΠΥΡΟΥ

Μάνα δε θέλω κλάμματα δε θέλω μοιρολόγια

Μένα με κλαίνε τα βουνά με κλαιν τα βλαχοχώρια

Με κλαίει η νύχτα κι η αυγή, τα’ άστρα και το φεγγάρι,

Με κλαιν οι νύφες του Χατζή, νύφες του Χατζημπύρου,

Που ηταν μπαϊράκι στα βουνά, φλάμπουρο στους κλέφτες.

Όσοι διαβάτες κι αν περνούν όλους τους ερωτούσαν:

-Μην είδατε την κλεφτουριά κι αυτόν τον Λεωνίδα;

-Εψές προψές τον είδαμε στα κλέφτικα λημέρια.

Είχαν αρνιά που ψένανε κριάρια σουβλισμένα

Κι η παγανιά τους πλάκωσε την ώρα που γλεντούσαν

Και μόλις τους αντίκρυσε σαν αστραπή ορμάει.

Σαν πιάστηκαν στον πόλεμο απ’το ταχιό το βράδυ,

Τον Λεωνίδα βάρεσαν, τον πρώτο καπετάνιο

Που ήταν μπαϊράκι στα βουνά και φλάμπουρο στους κλέφτες.

Αλλοι Σαμαριναίοι κλέφτες αυτής της εποχής ήταν ο Κούσιος Δεσπούλης, ο Γιώργος Γκιολδάσης, ο Δούκας, ο Μπίκος Κυπαρίσης, ο Σίμικας Παδιός, ο
Δημητράκης Παζαίτης, οι Σκρακαίοι (ο Τζήμας, ο Γιώργης και ο Γιάννης), ο Έξαρχος, ο Μακρής.


ΤΟ ΤΡΑΓΟΎΔΙ ΤΟΥ ΟΠΛΑΡΧΗΓΟΎ ΓΙΩΡΓΗ ΓΙΟΛΔΑΣΗ

Τρεις περδικούλες κάθονταν στου Σμόλικα τη ράχη

Μοιρολογούσαν κι έλεγαν μοιρολογούν και λένε :

-τι το κακό που γίνεται ψηλα στη Σαμαρίνα;

Μήνα βουβάλια σφάζονται μήνα θεριά μαλώνουν;

Γιολδάσης κάνει πόλεμο μες του Ρωμιού τη βρύση.

- Που πάτε σκύλοι, Αρβανιτιά που πάτε Τουρκαλάδες;

- Όσο ο Γιώργης ζωντανός Τούρκος δεν θα πατήσει.


ΤΟ ΤΡΑΓΟΎΔΙ ΤΟΥ ΚΟΥΣΙΟΥ ΔΕΣΠΟΥΛΗ

Μας νύχτωσε και βράδιασε , παει και τουτη η μερα

Σύρτε παιδιά μου για ψωμί , ψωμί να φάμε απόψε

Πάρτε κι ένα παλιό κρασί απ’το μέγα Μοναστήρι

Να πλένω τα λαβώματα που μέχουν λαβωμένο.

Πικρό παιδιά μου ειν το λάβωμα, φαρμάκι το μολύβι.

Παρακαλώ τη συντροφιά και προσκυνώ τον πρώτο.

Παιδιά να μη μ’ αφήσετε στον έρμο τούτο λόγγο

Γιατι ναι λύκοι και με τρών, τσακάλια και με σχίζουν

Μον πάρτε με και φέρτε με ψηλά σε ‘κειν’ τη ράχη

Να χω τ’ αηδόνια συντροφιά και τα πουλιά κουβέντα.



Στη θέση «Λα Προύνου» του χωριού Αρματα, ο Κούσιος Δεσπούλης στα 1878 με τους παραπάνω κλέφτες, συνέλαβε και έσφαξε τριάντα Τουρκαλβανούς,
που είχαν για αρχηγό τους τον Φέζο - Δερβέναγα.



Φεζοδερβέναγας



ωρ' δεν σ΄άρεσαν τα Γιάννινα

Φεζοδερβέ- ωρέ δερβέ-

δερβέναγα



δεν σ' άρεσε κι η Άρτα

και βγήκες νύχτα Φέζον στα

ωρέ στα βουνά



ωρέ και βγήκες νύχτα στα βουνά

Φεζοδερβέ- ωρέ δερβέ-

δερβέναγα



νύχτα στα κορφοβούνια

και στο Τσερνές Φέζον ξημέ-

ξημέρωσες



ωρ' και στο Τσερνές ξημέρωσες

Φεζοδερβέ- ωρέ δερβέ-

δερβέναγα



στα βλάχικα κονάκια

όπου είναι οι κλεύτες Φέζον οι

ωρ' οι πολλοί


Στο Μακεδονικό αγώνα η Σαμαρίνα έλαβε μέρος με πέντε αντάρτικα σώματα εναντίον των Βουλγάρων και των Ρουμανιζόντων.

Ο Καπετάν - Αρκούδας ή Γιώργος Αλιμπιντάτος και ο Καπετάν Τσεκούρας ή Κώστας Ρίζος (1880-1927) είναι οι μορφές, που δεσπόζουν αυτήν την
περίοδο. Αλλοι Μακεδονομάχοι αγωνιστές είναι ο Κώστας Ξανθόπουλος, ο Ζήσης Τσιόπας, ο Γιάννης Αραχωβίτης, ο Αριστείδης Πόντικας, ο Δημήτρης
Γιακάς, ο Γιάννης Μανάκας, ο Περικλής Κουκώνης, ο Σ. Καρανάσιος, ο Γιάννης Τασιούλης, ο Γιώργος Τσιτζιλώνης, ο Ν. Χατζηγιαννούλης, ο Δ.
Ματούσιος, ο Ιωάννης Χασιώτης και άλλοι πολλοί, που τα ονόματα τους μας είναι άγνωστα.



Στις εξ απο τον Αύγουστο και την Αγια Σωτήρα,

ο Γιώργο Αρκούδας πέρασε πέρα απ΄το ποτάμι

να λευτερώσει τα χωριά κι όλα τα βλαχοχώρια.

Κάθεται κάνει μια γράφη στο Σωποτσέλι την στέλνει.

Μπροστά να στείλουν το ψωμί να φάν τα παλλικάρια

αυτά τα άπιστα σκυλιά πήγαν και τον προδώσαν

και πιάστηκαν στον πόλεμο απ΄ τα ταχιά το βράδυ

τον Γιώργη τον εβάρεσαν το άξιο παλλικάρι.

Στα Γιάννενα τον φέρανε και στον πασά τον πάνε.


ΠΕΡΙΒΟΛΙ

Ένα από τα παλαιότερα τραγούδια του Περιβολιού ιστορεί τον θάνατο του καπετάν Δούκα και την πυρπόληση του Μοναστηριού του Οσίου Λουκά:



Με γέλασαν με πλάνεψαν οι σκύλοι οι μπρατήμοι

Και μου παν αιντε Δούκα μου στο Μέγα Μοναστήρι

Μπρατήμια για να γένουμε στα άγια και στα Βαγγέλια.

Σταυρό κρατεί στα χέρια του Βαγγέλια χαιρετίζει

Κι ακόμα δε χαιρέτησε να καλοχαιρετήσει

Κι η παγανιά τον πλάκωσε γύρω στο μοναστήρι,

- Για έβγα-εβγα Δούκα μου, έβγα να προσκυνήσεις.

- Δεν είμαι νύφη να προσκυνώ και χέρια να φιλήσω,

Εγώ ειμαι ο Δούκας ξακουστός στον κόσμο ξακουσμένος

Πώχω την πάλα μάλαμα και το τουφέκι ασήμι.

Τον λόγο δεν απόσωσε κι αντιλαλιά δεν πήρε

Και το τουφέκι άναψε κι όλα φωτιά γενήκαν.


Ο Περιβολώτης Γιώργος Μίσσιος ζούσε και δρούσε την εποχή της τουρκοκρατίας. Είναι ένας από τους κλεφταρματολούς του Περιβολίου ο οποίος φημιζόταν πέραν της λεβεντιας του και για την αγχίνοιά του και ευστροφία του. Πέραν των ελληνικών και των βλάχικων που μιλούσε,γνώριζε
και τις γλώσσες όλων των όμορρων εθνών(αλβανικά,βουλγάρικα,σέρβικα) αλλά επείσης ήταν και άπταιστος χειριστης και ομιλητής της τούρκικης
γλώσσας.Αυτό τον βοήθησε να κερδίσει τις εντυπώσεις του σουλτάνου κατά την επίσκεψή του στην Κωνσταντινούπολη με αποτέλεσμα να του αναθέσει
προσωπική φρουρά και εξουσία "δερβέναγα" στην περιοχή της Ηπείρου και δυτικής Μακεδονίας.Αυτό το έκανε επειδή ο Γκόκο Μίσσιος έπεισε τον
σουλτάνο ότι μπορούσε να τον απαλλάξει από τα επαναστατικά κινήματα των τούρκων πασάδων που είχαν ξεσπάσει στις προαναφερθείσες περιοχές.

Με αυτή τη δύναμη ωστόσο ο Γκόγκο Μίσσιος εξόπλιζε τα βλαχοχώρια με πολεμικό υλικό (τουφέκια,ενδυμασίες κλπ) με σκοπό να επανάστατήσουν την
κατάλληλη στιγμή.  Έχουν αναφερθεί και συμπλοκές του Γκόγκο Μίσσιου στην περιοχή Μπαιτάνι με αρβανίτες απ'όπου βγήκε νικητής.

Στο τέλος τον προδωσαν απο ζήλεια και αφού πιάστηκε απο τους Τούρκους,οδηγήθηκε στα Γιάννενα όπου και μετά χάθηκε απο προσώπου γης.

Έτσι ο Γκόγκο Μίσσιος έμεινε στις αναμνήσεις των Περιβολιωτών ώς τοπικός ήρωας και δημιουργήθηκε και το ομώνυμο τραγουδι γαι τη μνημη
του:


Του Γκογκο Μίσσιου

Βασιλικός μου μύρισε, κοιτάχτε ποιός διαβαίνει

Ο Γκόγκο Μίσσιος πέρασε, στα Γιάννενα πηγαίνει

Στα Γιάννενα στην Πρέβεζα και στον βεζύρ αφέντη

Πολλά ν' τα χρόνια σ' μπέη μου ,καλώς το Γιώργη α πούρθε

Φέρτε του Γιώργη έναν καφέ κι ένα χρυσό τσιγάρο

Γιώργη μ' γιατί μας άργησες να ρθείς να προσκυνήσεις

Δε μ'αφσαν τα ψηλά βουνά κι αυτές οι κρύες βρυσούλες



----------------------------------------------------------



Δένδρα να μην ανοίξετε κι αηδόνια μη λαλήτε

Κι εσεις καημένα Βλαχοχώρια στα μαύρα να ντηθείτε

Βασιλικός μου μύρισε, τυράτε ποιός διαβαίνει

Ο Γκόγκο Μίσσιος πέρασε, στα Γιάννινα πηγαίνει

στα Γιάννινα και στον Πασά, μπροστά εις τον βεζύρη

-Όλα καλά σου μπέη μου,

-Καλώς τον Περβολιώτη

Γκόγκο γιατί μας άργησες, να ρθείς να προσκυνήσεις;

-Δε μ'αφσαν τα ψηλά βουνά κι αυτές οι κρύες βρυσούλες

Φλέγγα, Ώου και Βαλια Κάλντα, κι εσείς ψηλά βουνά

Κλάψτε το Γκόγκο Μίσσιο, το Δερβετζή Πασά


Εκτέλεση Πενταλόφου Κοζάνης



Βασιλικός μι μίρισιν, τηράτι ποιος διαβαίνει (δις)

ο Γιώργης Μήτσιους πέρασε στα Γιάννενα πηγαίνει (δις)

στα Γιάννενα και στον Πασά και στον βεζιρ-αφέντη

-Καλή σου μέρα μπέη μου, καλώς τον Γιώργη που ρθε

-Γιώργη μου γιατί μας άργησες να ρθεις να προσκυνήσεις ;

-Δε μας αφήνουν τα βουνά και τα παχιά κριάρια

Τον καφετζή εφώναξε τον καφετζή προστάζει

-Φτιάξε του Γιώργη ένα καφέ, του Μήτσου ένα τσιγάρο.

Και τον τζιλιάτ εφώναξε και τον τζιλιάτη λέγει:

-Τροχάτε τα σπαθιά μωρέ, τροχάτε τα μαχαίρια.

Κι ο μήτσιους Γιώργος τ΄ άκουσε , πολύ τον κακοφάνη.

-Μη ‘ν άδεια σ΄ μπέη μου να βγούμε ως τη σκάλα

-Μη ‘ν άδεια μ’ μωρέ παιδιά, να βγήκε ως την πόρτα.


 Τον Ιούνιο του 1821 το Συρράκο και τα γύρω χωριά κυρήσουν την συμμετοχή τους στην Επανάσταση. Οι Τούρκοι κινούνται εναντίον τους και καταστρέφουν το χωριό. Οι κάτοικοι είχαν προλάβει και είχαν φύγει άλλοι προς το Μεσολόγγι και άλλοι στα Τζουμέρκα και στα Άγραφα. Αρκετοί επέστρεψαν μετά από χρόνια για να δώσουν και πάλι ζωντάνια στον τόπο τους.

Τρία πουλάκια κάθονται ψηλα στον Αι Γιώργη
Τονα τηράει τα Γιάννενα τάλλο κατά το Βάλτο
Το τρίτο το καλύτερο μοιρολογάει και λέει:
-Πολύ μαυρίλα πλάκωσε ψηλά από την Τσουκαρέλα.
Μην είναι μαύρα πρόβατα μην είναι μαύρα γίδια;
Δεν είναι μαύρα πρόβατα μήτε και μαύρα γίδια.
Μον είναι ασκέρια Τουρκικα που ρχονται στο Συρράκο.
Βρίσκουν τα σπιτια έρημα , τις πόρτες ανοιγμένες.
Βάνουν φωτιά στον Αι-Λιά και καίν ολη τη χώρα.
Ιμερ Κουμπάρος φώναξε από την Παναγία.
-Παιδιά μη καίτε το χωριό, μη καίτε τα βακούφια,
Οι βλάχοι το μετάνιωσαν και πίσω θα γυρίσουν.
Βλάχοι γυρίστε στο χωρίο μη φεύγετε παρέκει
Κι αφήνετε τα σπίτια σας και τα βακουφικά σας
Εμείς το βιό θ’αρπαξουμε τα σπίτια χαρισμά σας.
-Τι λές μωρέ παλιαλβανέ, τι λές Ιμέρ Κουμπάρε;
Οι βλάχοι πάνε φύγανε πάνε κατά τον βάλτο
Κι όντας θ’αλλάξουν οι καιροί θε να γυρίσουν πίσω
Να φτιάξουν άλλες εκκλησιές να χτίσουν άλλα σπίτια.


Το τραγούδι αυτό αναφέρεται στην διαχωριστική γραμμή των ελληνικών συνόρων που καθόρισαν οι Μεγάλες Δυνάμεις μετά το Συνέδριο του Λονδινου.

Ανάθεμα σας πίτροποι κι Αλέξη Κουμουνδούρε
με τη γραμμή που βάλατε τούτο το καλοκαίρι
που αφήκατε την Πρέβεζα κι πήρατε την Πούντα
που αφήκατε τα Γιάννενα και πήρατε την Άρτα
που αφήκατε το Μέτσοβο με τα χωριά του γύρα

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Σ’ όλο τον κόσμο ξαστεριά, σ’ όλο τον κόσμο ήλιος
και στα καημένα Γιάννενα μαύρο παχύ σκοτάδι.
τι εφέτο κάναν τη βουλή οχτώ βασίλεια ανθρώποι
και βάλανε τα σύνορα στης Άρτας το ποτάμι
κι αφήκανε την Πρέβεζα κι πήρανε την πούντα
κι αφήκανε τα Γιάννενα και πήρανε την Άρτα
κι αφήκανε το Μέτσοβο με τα χωριά του γύρα


Το 1798 οι Τουρκοι πολιορκούν και καταλαμβάνουν την Βόνιτσα. Στο πλευρό των Γάλλων πολεμούν και πολλά βλαχόπουλα

Της Βόνιτσας το Κάστρο

Όλα τα κάστρα χαίρονται κι όλα καμάρι σέρνουν
Μήλο μωρ μήλο , μήλο μυρισμένο , μήλο μ΄ κόκκινο
Κι έρημη η Βόνιτσα ποτές χαρά δεν είδε
Μήλο μωρ μήλο , μήλο μυρισμένο , μήλο μ΄ κόκκινο
Μπραίμ πασάς το κουρσεψε με δεκαοχτώ χιλιάδες
Μήλο μωρ μήλο , μήλο μυρισμένο , μήλο μ΄ κόκκινο
Βλαχόπουλα σκοτώθηκαν στης Βόνιτσας το κάστρο
Μήλο μωρ μήλο , μήλο μυρισμένο , μήλο μ΄ κόκκινο
Μανάδες δεν τα έκλαψαν δεν τάριξαν λουλούδια
Μήλο μωρ μήλο , μήλο μυρισμένο , μήλο μ΄ κόκκινο
Μόνο τραγούδι ξόμπλιασαν στον Τσιάτσο τον χορεύαν
Μήλο μωρ μήλο , μήλο μυρισμένο , μήλο μ΄ κόκκινο

-Κολτσίδας Αντώνιος, 1993, Κωτσόβλαχοι, οι Βλαχόφωνοι Έλληνες. Εθνολογική, λαογραφική και γλωσσολογική μελέτη. Θεσσαλονίκη
-Λαζάρου Αχιλλέας Βαλκάνια και Βλάχοι
-http://vlahos.xan.duth.gr/syllogoi/samarina/samarina.html