Τραγούδια - Χοροί
Το περιβόλι απο την θέση ΓκόρτσουΣτο Περιβόλι της Πίνδου κατά το τριήμερο του εορτασμού της Αγίας Παρασκευής (26-29 Ιουλίου), γνωστό με τη βλαχική ονομασία «Στα-Βίνερι», τραγουδούν μέχρι σήμερα μια σειρά από τραγούδια, τα οποία διακρίνονται σε τρεις βασικές κατηγορίες. Της στράτας, χορευτικά και της τάβλας (γλέντι, μουαμπέτι).
Μετά το πέρας του γενικού χορού, που συνοδεύει μουσικά η τοπική ορχήστρα σε ρυθμό αργού συρτού στα δύο, με τη δύση του ήλιου οι Περιβολιώτες αναχωρούν απ’ το χοροστάσι «Κ-νικι». Στη διαδρομή από το χοροστάσι «Κ-νικι» προς το «Μισοχώρι», τραγουδούν κάθε απόγευμα κατά το τριήμερο του πανηγυριού μια σειρά από τραγούδια της στράτας. Όταν φτάσουν στο «Μισοχώρι» ακολουθεί γενικός χορός στα τρία με τραγούδι.
 

Τα τραγούδια της στράτας διακρίνονται σε ελληνόφωνα (10) και βλαχόφωνα (2). Τα χορευτικά είναι αποκλειστικά ελληνόφωνα. Τα παραθέτω εδώ όπως τα έμαθα, εμπειρικά, μέσα από τη συμμετοχή μου στη ζωή του Περιβολιού κι όπως συνεχίζουν να τραγουδιούνται μέχρι σήμερα. Ορισμένα από αυτά παρουσιάζουν τοπικές παραλλαγές, οι οποίες δεν είναι καθόλου τυχαίες, αλλά ενδεικτικές της διαφόρων «ιδεολογιών» που κυριαρχούν. Το τραγούδι των «Κολοκοτρωναίων» δεν το άκουσα ο ίδιος στο «Μισοχώρι». Μου το ανέφερε όμως ο εκ μητρός πάππος μου Γιώργης Κουβάτας ηλικίας 92 ετών σήμερα, ως ένα από τα «παλιακά χορευτικά, που χόρευαν οι παππούδες» κι απ’ τους οποίους το έμαθε κι αυτός, όπως πολύ εκφραστικά ο ίδιος μου τόνισε. Μου το τραγούδησε και το κατέγραψα. Σ’ αυτή τη μορφή βασίζεται κι η ποιητική απόδοση της μεταγραφής του εδώ. Απ’ τον ίδιο αντλώ και το τραγούδι της «Πιρουσιάνας» το οποίο έχω ακούσει και σε άλλες παραλλαγές από πολύ νεότερους. 
Επιπλέον παραθέτω τρία αντιπροσωπευτικά τραγούδια από «παλιά» περιβολιώτικα γλέντια ονομαζόμενα και μουαμπέτια, τα οποία ακούγονται και σήμερα με διαφορετική συχνότητα. Τα τρία από αυτά τα τραγούδια καταγράφηκαν στις 22 Αυγούστου του 1995 στο Περιβόλι και από την Αθηνά Κατσανεβάκη σε επιτόπια έρευνα. Εδώ παρατίθεται η μεταγραφή τους από τη μαγνητοταινία της καταγραφής εκείνης, όπως της τα τραγούδησε τότε ο πάππος μου ο Γιώργης.
Το πρώτο τραγούδι της «Βασιλαρχόντισσας» παραδίδεται εδώ στην περιβολιώτικη εκτέλεσή του. Θεωρώ τη μορφή αυτή την πρωτότυπη απ’ την οποία προέκυψαν οι ηπειρώτικες παραλλαγές. Στη συνέχεια παραθέτω ένα μοναδικά περιβολιώτικο χορευτικό τραγούδι του μουαμπετιού, σε ρυθμό τσάμικο βαρύ, το «Μου γέλασαν οι όμορφες» όπως κι ένα κυρατζίδικο το «Βαλαντωμένη μου καρδιά», το οποίο σήμερα το τραγουδάμε στα μουαμπέτια. Όλα αυτά τα τραγούδια ακούγονται μέχρι σήμερα σε παρεΐστικα γλέντια, αρραβώνες και γάμους. Η συχνότητα με την οποία παρουσιάζονται τα τραγούδια αυτά, φανερώνουν απερίφραστα, ότι οι βλαχόφωνοι Περιβολιώτες δημιουργούσαν κυρίως στην ελληνική γλώσσα ακόμη και κατά τον διακρινόμενο για τον εθνικιστικό πυρετό κι ανταγωνισμούς 19ο αιώνα. Τη χρονολόγηση αυτή μας επιτρέπει με ασφάλεια το τραγούδι της «Βασιλαρχόντισσας», που δημιούργησαν οι Περιβολιώτες κτηνοτρόφοι κι αναφέρεται στην απαγωγή της Ευδοκίας Αβέρωφ απ’ τον λήσταρχο Θύμιο Γάκη και την ομηρεία της σε θέση της περιοχής «Βάλεα Κάλντα» του Περιβολίου, έκτοτε γνωστής με την τοπωνυμία «Λ’ αρχόντσα». Την παραπάνω υπόθεση ενισχύει κι η διάδοση εκείνη την περίοδο στο Περιβόλι του τραγουδιού των «Κολοκοτρωναίων» το οποίο κατατάσσετε ανάμεσα στα χορευτικά, τα οποία χόρευαν στο γενικό χορό στο «Μισοχώρι».
Επιφυλάσσομαι να παρουσιάσω ξεχωριστά το τραγούδι της «Κοντούλας», δημιουργός του οποίου υπήρξε ο Περιβολιώτης τσέλλιγγας Νακούσιας Κουσκουρίδας και το κατέγραψα τον Αύγουστο του 2005 απ’ τον παππού μου Γιώργη Κουβάτα. Το τελευταίο αυτό τραγούδι της «Κοντούλας», που χρονολογείται στον Μεσοπόλεμο, δείχνει τις δημιουργικές ικανότητες των δίγλωσσων Περιβολιωτών κτηνοτρόφων να εκφράζουν τα πηγαία κι αυθεντικά τους αισθήματα, με τρόπο ποιητικό μέσα από την ελληνική γλώσσα.  



Α. Τραγούδια της στράτας

1. Σε περιβόλι μπαίνω 

Σε περιβόλι μπαίνω, μέσα σε λιμονιές.
Κι εσάστησε ο νους μου από τις μυρουδιές.
Πάω στην κρύα βρύση να πιώ κρύο νερό.
Βρίσκω τη Λένα πλένει και λιανοτραγουδεί.
Σκύφτω να της μιλήσω κι δέ μου δέχεται.
Της τάζω κολονάτα κι αρούσικα φλουριά.
Δεν θέλει κολονάτα κι αρούσικα φλουριά.
Μον' θέλει ρουμπιέδες, γιαννιότσικα φλουριά .

 

2. Στα Πριβολιώτικα βουνά
 
Στα Πριβολιώτικα βουνά,
τα καταχιονισμένα
μονάχος τα γκιζέριζα,
πεζός κι αρματωμένος.
Κι εκεί που τα γκιζέριζα
και που τα γκιζερνούσα,
έχασα το ρολόϊ μου,
μ’ όλόχρυση καδένα.
Αν τό’ βρει νιός να το χαρεί,
γέρος να μου το δώσει.

 

3. Η κορη-λιανή
 
Μια ψιλή κόρη λιανή σε γιοφύρι κάθεται
σε γιοφύρι κάθεται κι όλο συλλογιάζεται.
Πώς θα το περάσουμε, τούτο το θολό νερό.
Νιούτσικος εδιάβαινε και την καλιώριζε
Καλημέρα κόρη μου,
ορέ καλώς το νιούτσικο.

 

4. Η Γράμμουστα
 
Τί είν’ τα τουφέκια πόπεφταν
και φοβερά φροντούσαν
μήνα σε γάμο τά’ ριχναν,
μήνα σε χαροκόπι.
Ουδέ σε γάμο τά’ ριχναν,
ουδέ σε χαροκόπι,
Μόν’ τάριχναν στη Γράμμοστα,
Σ’ αυτό το Λιανοτόπι.
Μας πάτησαν τη Γράμμοστα,
αυτό το Λιανοτόπι.

5. Η Πιρουσιάνα 

Νάμισα ντι ντόϊ λαϊ μούντζ, ντε λια Πιρουσιάνα
Νάμισα ντι ντόϊ λαϊ μούντζ, ντε λια κου όκλιλου λάϊου
σι ιαρά σι να φαντάνα αράτσι, ντε λια Πιρουσιάνα
σι ιαρά σι να φαντάνα αράτσι, ντε λια κου όκλιλου λάϊου
Μι απλικάϊ σι νι μπιάου θιάμ, άπα ντε λια Πιρουσιάνα
Μι απλικάϊ σι νι μπιάου θιάμ, άπα ντε λια κου όκλιλου λάϊου
Ντι νι κατζού νέλου ντιτου μάνα, ντε λια Πιρουσιάνα
Ντι νι κατζού νέλου ντιτου μάνα, ντε λια κου όκλιλου λάϊου

6. Η Μακρυνίτσα
 
Δε φταίει η Μακρυνίτσα κι η δόλια Πορταριά.
Μόν φταίει ο Χατζιαρέας από τη Ζαγορά.
Πο’ σήκοσε κεφάλι να’ πάνω στην Τουρκιά.
Κι εστείλαν ζαπτουέδες λιμούρα στα χωριά.
Μας πήραν δυό κοράσια, δεν ήταν στο ντουνιά.
Τη μια λέγαν Λένη, την άλλη Αναστασιά
Τις πήραν και τις πάϊσαν πεσκέσι στο βασιλιά.
Και χτίσαν δυό παλάτια, με δυό πατώματα.
Στό’ να, να μένει η Λένη κι στ’ άλλο η Αναστασιά..

7. Νάπαρτε ντι αμάρεα λάϊ
 
Νάπαρτι ντι αμάρεα λάϊ
νι αλαβντάρα ούνα μουσιάτα
κουμ σι νι φάκου
σι μι ντούκου σου βέντου
Ν’κάλικα κάλου λάϊ τζιουνιάλε
σι ρούκατε παν λα μουσιάτα.

8. Στην Κρανιά μες το μπουγάζι 

Στην Κρανιά μες το μπουγάζι
πάτησαν ένα καρβάνι
το καρβάνι απ’ το Ζαγόρι.
Πήραν άσπρα, πήραν γρόσια
πήραν και μια Ρωμιά κόρη.
Πό’ ηταν άσπρη σαν το γάλα
κόκκινη σαν το πιπέρι.

9. Πήραμαν το δρόμο, δρόμο 

Πήραμαν λάϊ, πήραμαν (δις), το δρόμο, δρόμο,
το στενό το μονοπάτι (δις).
Όϊ μορέ βρίσκω μια μηλιά στο δρόμο,
Όϊ μορέ πόχει τα μήλα φορτωμένη.
Όϊ μορέ κι άπλωσα να πάρω ένα.
Όϊ μορέ μη μου παίρνετε τον άνθη,
Τά’ χει αφέντης μετρημένα.
Κι η κυρά λογαριασμένα.

 10. Η Δεροπολίτισσα

Μόρ’ Δεροπολίτισσα, μόρ καημένη.
Σίντας πας στην εκκλησιά, ζηλεμένη.
Με λαμπάδιες, με κεριά, μόρ καημένη.
Για προσκύνα και για μας, ζηλεμένη.
Και για μας τους Χριστιανούς, μόρ καημένη.
Μη μας πάρει η Τουρκιά ζηλεμένη.
Και μας σφάξει σαν τ’ αρνιά, μόρ καημένη.
Σαν τ’ αρνιά την Πασχαλιά, ζηλεμένη.

 

11. Μαρία
 
Μαρία λεν την Παναγιά, ορ Μαρία μου
Μαρία λεν και σένα, κακομοίρα μου.
Κι αν αρνηθώ την Παναγιά, ορ Μαρία μου
εσένα δε σ’ αρνιούμαι, κακομοίρα μου.
 
 
12. Ν’ εσείς παιδιά Βλαχόϊπουλα
 
Ν’ εσείς παιδιά Βλαχόϊπουλα, μορέ παιδιά καημένα
Ν’ εσείς παιδιά Βλαχόϊπουλα, κι ας είστε λερωμένα.
Σαν πάτε απάνω στο χωριό, μορέ παιδιά καημένα
Ψηλά στο Περιβόλι, κι ας είστε λερωμένα.
Τουφέκια, όρε, να μή ρίξετε, μορέ παιδιά καημένα
Τραγούδια να μήν πείτε, κι ας είστε λερωμένα.
Κι αν σας ρωτήσει, όρε, η μάνα μου, μορέ παιδιά καημένα
Η δόλια η αδερφή μου, κι ας είστε λερωμένα.
Μήν πείτε, όρε, πως λαβώθηκα, μορέ παιδιά καημένα
Πως είμαι λαβωμένος, κι ας είστε λερωμένα.
Να πείτε, όρε, πως παντρεύτηκα, μορέ παιδιά καημένα
Τη μαύρη γη γυναίκα, κι ας είστε λερωμένα.




Β. Τραγούδια χορευτικά στο Μεσοχώρι

1. Εσείς βουνά απ' τα Γρεβενά 

Εσείς βουνά απ’ τα Γρεβενά
Πεύκα απ’ τη Βάλια Κάλντα
Σαλήμ γραμματισμένι
Λίγο για χαμηλώσετε
δυό ντουφεκούλες τόπο.
Σαλήμ γραμματισμένι
Για να φανούν τα Γρεβενά
κι αυτό το Περιβόλι.
Σαλήμ γραμματισμένι
Πως πολεμούν οι Έλληνες
Με του Νιζάμ τ’ ασκέρι.
Σαλήμ γραμματισμένι
Πέφτουν τα βόλια σα βροχή
κι οι σφαίρες σα χαλάζι.
Σαλήμ γραμματισμένι
Κι αυτά τα λιανοντούφεκα
σαν την ψιλή βροχούλα.
Σαλήμ γραμματισμένι
Πάψε Ζιακά μ’ τον πόλεμο,
Πάψε και το ντουφέκι.
Σαλήμ γραμματισμένι
Να κατακάτσει ο κουρνιαχτός,
και να σκωθεί η αντάρα.
Σαλήμ γραμματισμένι
Για να μετρήσουμε τ’ ασκέρι
να δούμε πόσοι λείπουν.
Σαλήμ γραμματισμένι
Μετριούνται οι Τούρκοι τρείς φορές
τους λείπουν τρείς χιλιάδες.
Σαλήμ γραμματισμένι
Μετριούνται τα Βλαχόϊπουλα,
τους λείπουν τρείς λεβέντες.
Σαλήμ γραμματισμένι

 

2. Ο  Κωνσταντούλας

Δεν είναι κρίμα κι άδικο,
παράξενο μεγάλο, Κωνσταντούλα μου, ορέ κάτσε φρόνιμα.
Που ζέψανε τον Κωνσταντή
με τ’ άγριο το βουβάλι, Κωνσταντούλα μου, ορέ κάτσε φρόνιμα..
Να κουβαλήσει μάρμαρο
απ’ το μαρμαροβούνι, Κωνσταντούλα μου, ορέ κάτσε φρόνιμα..
Να χτίσουν την Αγιά Σοφιά,
το Μέγα Μοναστήρι, Κωνσταντούλα μου, ορέ κάτσε φρόνιμα..
Με τετρακόσια σήμαντρα
κι εξήντα δυό καμπάνες, Κωνσταντούλα μου, ορέ κάτσε φρόνιμα..
Κάθε καμπάνα και παπάς,
κάθε παπάς και διάκος, Κωνσταντούλα μου, ορέ κάτσε φρόνιμα..

 

3. Τ’ ασημονέρι
 
Στη Φλέγγα βγαίνει ένα νερό,
Το λέν ασημονέρι.
Το πιν’ τα λάφια και ψοφούν,
Τ’ αρκούδια και λυσιάζουν.
Το πίν’ τα λάϊα πρόβατα,
κι αλησμονούν τ’ αρνιά τους.
Να τό’ χε πιεί κι η μάνα μου
προτού να μό’ χε κάνει.
Σαν μ’ έκανε τί μ’ ήθελε,
σαν μ’ έχει τί μου θέλει.

 

4. Δε σού θαρρούσα ποταμιά

Δε σού θαρρούσα ποταμιά,
Χαϊδούλι από τα Γιάννινα
Νερό να κατεβάσεις,
γιανιώτσικο ζωνάρι.
Και τώρα πως κατέβασες,
Χαϊδούλι από τα Γιάννινα
Μια θάλασσα γιομάτη,
γιαννιώτσικο ζωνάρι.
Φέρνεις δέντρα, φέρνεις κλαδιά,
Χαϊδούλι από τα Γιάννινα
Φέρνεις και μια χρυσομηλιά ,
γιανιώτσικο ζωνάρι.
Κι απάνω στα κλωνάρια της
Χαϊδούλι από τα Γιάννινα
περδίκα φωλιασμένη
γιαννιώτσικο ζωνάρι.
Κι ο σταυραϊτός τροΰριζε,
Χαϊδούλι από τα Γιάννινα
τροΰρω απ' τη φωλιά της
γιαννιώτσικο ζωνάρι.
Για φεύγα, φεύγα σταυραϊτέ,
Χαϊδούλι από τα Γιάννινα
και μη μο τροΰρίζεις,
γιαννιώτσικο ζωνάρι.
Μη μού χαλάσεις το κατιό
Χαϊδούλι από τα Γιάννινα
και τη χρυσή φωλιά μου
γιαννιώτσικο ζωνάρι.

 

5. Οι Κολοκοτρωναίοι

Λάμπει ο ήλιος στα βουνά
Λάμπει και το φεγγάρι
Ν’ έτσι λάμπει κι η Κλεφτουριά
Οι Κολοκοτρωναίοι
Πο’ χούν τ’ ασήμια τα πολλά,
Τις ασημένιες μάσκες
Ποτές δεν καταδέχονται
Πεζοί να περπατήσουν
Καβάλα παν στην εκκλησιά
Καβάλα προσκυνούνε
Καβάλα παίρν’ τ’ αντίθυρο
Απ’ του παπά το χέρι.




Γ. Από τα μουαμπέτια

 1. Η «Βασιλαρχόντισσα»

Τρεις περδικούλες κάθουνταν Βασιλ’ αρχόντισσα,
Πάνω στο Μαυροβούνι
Η μια τηράει Βάσω μ’ το Μέτσοβο,
Η μια τηράει το Μέτσοβο Βασιλ’ αρχόντισσα
Κι άλλη το Πιριβόλι
Ν’ η τρίτη Βάσω η ομορφότερη, Βασιλ’ αρχόντισσα
Ορε Μιριολογάει κι λέγει
Δεν είναι κρίμα μορέ κι άδικο,
Δεν είναι κρίμα κι άδικο Βασιλ’ αρχόντισσα
Μιγάλη ν’ αμαρτία
Να ειν’ η Βάσου γιέ μου σ’ εριμιά
Να ‘ναι η Βάσου σ’ ερημιά, Βασίλω αρχόντισσα.
Κάτω στη Βάλεα Κάλντα
Να στρώσει φτέρις Βάσου μ’ στρώματα
Να στρώσει φτέρις στρώματα,  Βασιλ’ αρχόντισσα
Κι οξιές προσκεφαλάκι
Κι ο Θύμιος Γάκης Βάσουμ στο πλευρό
Κι ο Θύμιος Γάκης στο πλευρό, Βασιλ’ αρχόντισσα
Κρυφά την κουβεντιάζει
Σήκου Βασίλουμ κι έφεξε
κι πάϊσε η πούλια γιόμα, Βασιλ’ αρχόντισσα
Σήκου να ψήσεις τον καφέ, να φάς να κολατσήσεις
Η ξαγορά μας έρχιτι, μια μούλα φορτωμένη



2. Βαλαντωμένη μου καρδιά
 (παλιο κυρατζίδικο, τώρα ακούγεται στα μουαμπέτια)
 
Βαλαντωμένη μου καρδιά
Και πικραμένο χείλι
Μου λες, μ’ αρίχνεις κι αρωστώ,
Μου λές κι αναστενάζω
Για να πεθάνω ο μαύρος δε μπορώ,
Να ζήσω πως να ζήσω.
Αϊντε πό’ χω γυναίκα που είναι νιά
Για χήρα δεν της πάει
Ν’ έχω παιδάκια που είναι μικρά
Για ορφανιά δεν πρέπουν.

 

3. Μου γέλασαν οι έμορφες
 
Μου γέλασαν οι έμορφες,
κι αυτές οι μαυρομάτες
Μου γέλασε και μια ξανθιά,
ξανθιά γαλανομάτα.
Στο Μισουχώρι μου φώναξε,
μπροστά στον Άγιου Γιώργη.
Λιβέντι μ’ κάτσε φρόνιμα,
κάτσε ταπεινουμένος,
Γιατί έχω αδέρφια στο στρατό,
πρώτα ξαδέρφια κλέφτες.
Έχω και μπάρμπα δικαστή,
κουμπάρο ειρηνοδίκη
Που δέ δικάζουν ξάμηνα,
που δέ δικάζουν χρόνια
Μόνο δικάζουν (ε)πί ζωή,
στην πράγκα να πεθάνεις.

 


Στέργιος Λαΐτσος
Περιβόλι Πίνδου/Βελεστίνο