Βλάχικη γλώσσα

Φωτογραφία: Νίκος ΣιούμκαςΟι νεολατινικές γλώσσες και διάλεκτοι σήμερα
Με τον όρο ρομανικές ή νεολατινικές ή λατινογενείς γλώσσες εννοούμε το σύνολο των γλωσσών που κατάγονται από τη λαϊκή λατινική και έχουν εξελιχθεί οι περισσότερες σε εθνικές γλώσσες (Γαλλική, Ιταλική, Ισπανική, Πορτογαλική, Ρουμανική κ.λπ.). Οι νεολατινικές γλώσσες καλύπτουν όλον σχεδόν τον δυτικο-ευρωπαϊκό χώρο της αρχαίας ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και ένα μέρος του ανατολικού της τμήματος. Στο τμήμα αυτό το Latinum Balcnicum, η Βαλκανική Λατινική, έδωσε τέσσερις νεολατινικές γλώσσες, τη Δακορουμανική, την Κουτσοβλαχική, τη Μεγλενιτική και την Ιστρορουμανική,1 εκ των οποίων η πρώτη αποτελεί την επίσημη γλώσσα του Δημοκρατίας της Ρουμανίας, ενώ οι άλλες τρεις χρησιμοποιούνται από ολιγάριθμες πληθυσμιακές ομάδες που είναι διάσπαρτες σε όλη τη Βαλκανική Χερσόνησο.
Με την αποικιακή εξάπλωση των ευρωπαϊκών λαών σε άλλες ηπείρους, από τα χρόνια της Αναγέννησης και μετά, τρεις από τις νεολατινικές γλώσσες, η ισπανική, η πορτογαλική και η γαλλική, διαδόθηκαν και επικράτησαν σε ένα μεγάλο μέρος του Νέου Κόσμου. Σήμερα περίπου 170 εκατομμύρια Ευρωπαίοι μιλούν γλώσσα ή διάλεκτο που προέρχεται από τη λατινική2. Η ιστορική περιγραφή, η συγκριτική έρευνα και η δομολογική ανάλυση των νεολατινικών γλωσσών αποτελούν το αντικείμενο της ρομανικής γλωσσολογίας3.

ΠΡΟΣΟΧΗ!
Για να προβληθεί σωστά αυτή η σελίδα, πρέπει είτε να έχετε ενεργή την Javascript
είτε να έχετε ήδη εγκαταστήσει τη γραμματοσειρά FlorinaSerif

Η εμφάνιση των νεολατινικών γλωσσών4
Η γένεση των νεολατινικών γλωσσών αποτελεί συνέπεια του εκρομανισμού, της πνευματικής δηλ. και γλωσσικής αφομοίωσης των διαφόρων λαών που υποτάχτηκαν από τους Ρωμαίους. Η διεργασία της αφομοίωσης ακολουθεί τη σειρά των ρωμαϊκών κατακτήσεων και το βάθος της σχετίζεται κυρίως με τις πολιτιστικές αντιστάσεις των κατακτημένων λαών. Είναι γρήγορη και βαθιά στην Ιταλική χερσόνησο και τη Δύση, ενώ στην Ανατολή συναντά σοβαρά εμπόδια λόγω της υπεροχής της ελληνικής γλώσσας και του ελληνικού πολιτισμού.
Με τη διάλυση του δυτικού ρωμαϊκού κράτους οι κεντρομόλες δυνάμεις που πήγαζαν από την πολιτική ενότητα της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, όπως ο στρατός, η διοίκηση, οι επικοινωνίες, το εμπόριο, η ενιαία κοινωνική δομή κλπ., καταρρέουν με αποτέλεσμα να σπάσουν οι συνδετικοί ιστοί της απέραντης Romania και να χαθεί και η γλωσσική ενότητα. Ο διαμελισμός αυτός οδηγεί στην καθιέρωση των επιμέρους γλωσσικών ιδιωμάτων ως επίσημων γλωσσικών οργάνων, ενώ η λόγια λατινική παραμένει κυρίως η γλώσσα της εκκλησίας.
Το τελικό στάδιο αυτής της πορείας είναι η χρήση των διαφόρων ιδιωμάτων στα λογοτεχνικά έργα και η διαμόρφωσή τους σε εθνικές (λογοτεχνικές αρχικώς) γλώσσες. Οι νεολατινικές γλώσσες έχουν ως αφετηρία τους τη λαϊκή λατινική (latinum νulgare), όρος που παρουσιάζει προβλήματα για τους ρομανιστές, όπως φαίνεται από πολλούς παράλληλους όρους, π.χ. ομιλούμενη λατινική, ύστερη λατινική, κοινή λατινική κ.λπ. Όλοι αυτοί οι όροι υποδηλώνουν ότι πηγή τους δεν ήταν η κλασική λατινική (λογοτεχνική), αλλά μια γλωσσική μορφή διαφορετική5, που ξεκινάει από την προφορική λατινική, τη λατινική που χρησίμευε ως προφορικό όργανο επικοινωνίας στο απέραντο ρωμαϊκό κράτος και στον πολυποίκιλο πληθυσμό του.

Παράγοντες διαφοροποίησης της λαϊκής λατινικής6
Πολλοί είναι οι παράγοντες που εξηγούν τη δημιουργία, τη διαφοροποίηση και τη γεωγραφική κατανομή των νεολατινικών γλωσσών. Πρώτα-πρώτα η διάφορη χρονολογία των ρωμαϊκών κατακτήσεων. Οι περιοχές που κατακτήθηκαν πρώτες, π.χ. Ιταλία, υπέστησαν πιο μακροχρόνια επίδραση, σε αντίθεση με τη Δακία, που κατακτήθηκε τελευταία και επομένως δέχθηκε λιγότερες επιδράσεις. Η διαφορά του γλωσσικού υποστρώματος έπαιξε επίσης σημαντικό ρόλο, θρακο-δακικό στη σημερινή Ρουμανία, κελτικό στη Δυτική Ευρώπη, βασκικό και ιβηρικό στην Ισπανία. Αλλά και το γλωσσικό επίστρωμα υπήρξε διαφορετικό κατά περιοχή: γερμανικό κυρίως στη σημερινή Γαλλία, αραβικό στην Ιβηρική Χερσόνησο, σλαβικό στη Ρουμανία7. Το πολιτιστικό επίπεδο των κατακτημένων, τέλος, οι κοινωνικές συνθήκες και η δομή των κοινωνιών, οι εμπορικές, διοικητικές και πνευματικές σχέσεις μεταξύ της Ρώμης και των υπηκόων της αποτελούν επίσης παράγοντες δημιουργίας των ρομανικών γλωσσών.
Η λαϊκή λατινική ως όργανο προφορικής επικοινωνίας πολυποίκιλου πλήθους διασπαρμένου γεωγραφικά σε ετερόκλητες περιοχές, έφερε μέσα της τα σπέρματα της διάσπασης σε αντίθεση με τη λόγια (γραπτή) λατινική, που ήταν σχετικά ομοιογενής. Όταν η λαϊκή λατινική έχασε την επίσημη προστασία του λατινικού κράτους, τότε και η εκρομάνισή της είναι ταχύτερη και ελεύθερη να διαμορφωθεί στα διάφορα ιδιώματα.

 

Η λατινική της Βαλκανικής8

Ιστορικά δεδομένα
Οι προσπάθειες των Ρωμαίων για την κατάκτηση της Βαλκανικής χερσονήσου κράτησαν τρεις περίπου αιώνες (από το 229 π.Χ. με τον Α' Ιλλυρικό πόλεμο ως το 107 μ.Χ. με την κατάκτηση της Δακίας). Αφορμή για τους πολέμους αυτούς υπήρξαν οι πειρατικές επιδρομές και προκλήσεις των Ιλλυριών προς τους Ρωμαίους, οι αιτίες όμως βρίσκονται στην επεκτατική πολιτική της Ρώμης. Μετά την κατάκτηση της Ιλλυρίας οι Ρωμαίοι στρέφονται εναντίον του ελληνικού χώρου και κυρίως της Μακεδονίας. Το τέλος του Γ Μακεδονικού πολέμου σημαίνει την υποταγή της Μακεδονίας, η οποία μετατρέπεται σε ορμητήριο των ρωμαϊκών στρατευμάτων προς τη βόρεια Βαλκανική και την Ανατολή.
Η Βαλκανική χερσόνησος διαιρείται σε επαρχίες και οργανώνεται σύμφωνα με το διοικητικό σύστημα της Ρώμης9. Με το πέρασμα του χρόνου αρχίζουν να συμμετέχουν και ιθαγενείς πληθυσμοί στους διάφορους στρατιωτικούς, διοικητικούς και εμπορικούς μηχανισμούς. Οι Ρωμαίοι στρατολογούν για τις ανάγκες τους Έλληνες, Θράκες, Ιλλυριούς, Μικρασιάτες κ.ά. Πολλοί απ' αυτούς φτάνουν στα πιο ψηλά αξιώματα, όπως οι Αυρηλιανός, Διοκλητιανός, Μ. Κωνσταντίνος, κ.λπ. Δημιουργούνται και καθιερώνονται μεγάλες οδικές αρτηρίες, όπως η Εγνατία οδός στα νότια της Βαλκανικής, η οποία συνδέει τη Ρώμη, μέσω Δυρραχίου-Θεσσαλονίκης-Φιλίππων με την Κωνσταντινούπολη και τη Μ. Ασία. Στον περίγυρό της αναπτύχθηκαν σημαντικές στρατιωτικές και διοικητικές δραστηριότητες μεγαλύτερες από άλλες περιοχές.

Η διαμόρφωση της Βαλκανικής λατινικής
Η είσοδος της λατινικής γλώσσας στη Βαλκανική χερσόνησο είναι σχεδόν ταυτόχρονη με την έναρξη των στρατιωτικών επιχειρήσεων στο χώρο αυτό. Κυρίαρχος φορέας της πρέπει να θεωρηθεί ο στρατός και η δημόσια διοίκηση. Οι ρωμαϊκές λεγεώνες διατρέχουν τη Βαλκανική, ιδρύονται στρατόπεδα και επαρχιακές φρουρές κυρίως στις παραμεθόριες και επικίνδυνες για την εσωτερική ασφάλεια περιοχές10.
Στρατολογούνται για τις ανάγκες του ρωμαϊκού στρατού ντόπιοι πληθυσμοί ενώ οι απόμαχοι (νeterani), μετά την αποστράτευσή τους, παίρνουν κλήρο και εγκαθίστανται σε διάφορα σημεία της χερσονήσου, όπου και δημιουργούν οικογένειες. Η παρουσία στο στρατό και τη διοίκηση ανθρώπων προερχόμενων από τα Βαλκάνια, ιδίως μετά το διάταγμα του Καρακάλλα το 212 μ.Χ., γίνεται όλο και πιο έντονη. Όλο αυτό το ετερόκλητο πλήθος χρησιμοποιεί ως κοινό όργανο επικοινωνίας τη λατινική γλώσσα, την οποία και μεταφέρει στον ιδιαίτερο τόπο καταγωγής και στην οικογένειά του. Ο σημαντικότερος όμως παράγοντας της γλωσσικής επιρροής, ο πολιτιστικός, δε λειτούργησε ισοδύναμα με τους άλλους στους χώρους που είχαν διαποτιστεί με τον ελληνικό πολιτισμό και την ελληνική γλώσσα (γραμμή Jirecek)11. Έτσι, παρά τη μακρόχρονη παρουσία της λατινικής, η ελληνική γλώσσα δεν εκπορθήθηκε στον ελλαδικό χώρο και τη Μ. Ασία με εξαίρεση τις ελάχιστες λατινόφωνες νησίδες που εκπροσωπούνται από τους λατινόφωνους Έλληνες. Στο θέμα αυτό θα επανέλθουμε.

Οι μαρτυρίες
Οι μαρτυρίες για την ύπαρξη και τη μορφή της Βαλκανικής λατινικής είναι τριών ειδών: α) γραπτές, όπου ανήκουν οι επιγραφές και τα διάφορα κείμενα εκκλησιαστικού ή ιστορικού περιεχομένου που γράφτηκαν από βαλκάνιους συγγραφείς, β) τα λατινικά δάνεια που βρίσκονται σε όλες τις βαλκανικές γλώσσες (ελληνική, αλβανική, σλαβικές), αλλά κυρίως, γ) οι τέσσερις νεολατινικές-ρομανικές γλώσσες που μιλιούνται σήμερα στη Βαλκανική και προήλθαν από το Latinum Balcnicum, η Δακορουμανική, η Κουτσοβλαχική, η Μεγλενιτική και η Ιστρορουμανική12. Μετά τον διαμελισμό της λατινικής αυτοκρατορίας, την κάθοδο των Σλάβων και τη διάσπαση της ενότητας με τη Ρώμη οι γλώσσες αυτές εξελίσσονται τοπικά και αποκτούν ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, σε σύγκριση με τη λατινική της Δύσης, μέσα στο νέο πλαίσιο της εισβολής των νέων (σλαβικών) γλωσσών.

 

Οι νεολατινικές γλώσσες της Βαλκανικής

Γενικά
Τα σπουδαιότερα προβλήματα που καλείται να επιλύσει εκείνος που ασχολείται με τις νεολατινικές γλώσσες της Βαλκανικής είναι αν οι γλώσσες αυτές εξελίχθηκαν, σε μια πρώτη τουλάχιστον φάση, ενιαία ή η καθεμιά χωριστά, όπως υποδηλώνει η σημερινή τους εικόνα, και πότε συνέβησαν αυτοί οι γλωσσικοί μετασχηματισμοί. Για το πρώτο πρόβλημα από πολλούς εκπροσώπους της ρουμανικής γλωσσικής επιστήμης εκπορεύτηκε η ιδέα της πρωτορουμανικής ή κοινής ρουμανικής, όροι που εμπεριέχουν παραπλανητικές προθέσεις, επειδή δίνουν την πρωτοπορία στη ρουμανική έναντι των άλλων νεολατινικών γλωσσών της Βαλκανικής και στη συνείδηση του αναγνώστη υποβάλλουν την ιδέα της γενετικής εξάρτησής τους από τη ρουμανική. Σωστότερος και επιστημονικά ορθότερος πρέπει να θεωρηθεί ο όρος πρωτορομαvικής, που ισχύει και για τις δυτικές νεολατινικές γλώσσες, ή βαλκαvική ρομανική. Σχετικά με το χρόνο κατά τον οποίο διαμορφώνεται η βαλκανική ρομανική, αυτός προσδιορίζεται ανάμεσα στον 5ο και 9ο αιώνα μ.Χ., όπως ακριβώς οριοθετούνται και οι δυτικές νεολατινικές γλώσσες για τη ρομανική τους περίοδο. Ας έρθουμε τώρα στην κουτσοβλαχική γλώσσα, που θα μας απασχολήσει σήμερα.

 

Η κουτσοβλαχική γλώσσα

Γεvικά13
Είναι η λατινογενής γλώσσα των Βλάχων ή Κουτσοβλάχων ή Αρωμούνων14 που κατοικούν στις ευρύτερες περιοχές της Ηπείρου, της Θεσσαλίας και της Δυτικής Μακεδονίας. Ειδικότερα: Στη νότια Ήπειρο συναντούμε πολυπληθείς βλάχικους πληθυσμούς στα Ζαγοροχώρια, τους Καλαρρύτες, το Συρράκο, το Μέτσοβο• στη βόρεια Ήπειρο δυτικά της Πίνδου στην Αυλώνα, το Μπεράτι, την Καβάγια, τη Φιέρη, ανατολικά της Πίνδου με σπουδαιότερο κέντρο τη Μοσχόπολη, στη Φράσαρη και στη Γράμμοστα. Στη βορειοδυτική Μακεδονία υπήρχαν Βλάχοι στην Αχρίδα, τη Στρούγκα κ.α., στη νότια Μακεδονία ανατολικά και δυτικά του Ολύμπου, και δυτικότερα στην περιοχή των Γρεβενών με σπουδαιότερα χωριά τη Σαμαρίνα, την Αβδέλλα και το Περιβόλι. Γενικά όμως βρίσκουμε Βλάχους από τα πολύ παλιά και ακαθόριστα χρόνια σε όλες τις ορεινές διαβάσεις όπου υπήρχαν οροφύλακες (Κατάρα, Πισοδέρι, Όλυμπος, Γκόπεσι, Κλεισούρα, Νέβεσκα και αλλού)15.
Τα σημαντικότερα ερωτήματα στα οποία καλείται να απαντήσει όποιος ασχολείται με τους Βλάχους αφορούν το όνομα, την καταγωγή και τη γλώσσα τους.
Το όνομα βλάχος προέρχεται από το όνομα της κελτικής φυλής Volcae (πβ. WaceThompson 1989, ιθ') με διάφορες παραλλαγές της λέξης έτσι αποκαλούσαν οι Γερμανοί κάπως περιφρονητικά- όλους τους λατινόφωνους. Από τα γερμανικά η λέξη περνάει στους Σλάβους με διάφορες φωνητικές μορφές (νlah, νlasce, wloh, νoloh) και σημασίες(= άνθρωπος ρομανικής καταγωγής, βοσκός, Ιταλός κ.λπ.). Οι ίδιοι αυτοαποκαλούνται Armini (a+romani), δηλ. Ρωμαίοι, Ρωμιοί. Κοντά στη γενική ονομασία Βλάχος απαντούν και άλλοι τύποι με διάφορες σημασίες όπως Κουτσόβλαχος, Αpβαvιτόβλαχος, Καpάβλαχος και Μπουρτζόβλαχος -κάποιες με την υποτιμητική σημασία αγροίκος, άξεστος κ.λπ.
Όσο αφορά την καταγωγή των Βλάχων διατυπώθηκαν δύο βασικές θεωρίες που αντιπαραβάλλονται μεταξύ τους: Η πρώτη υποστηρίζει την προέλευσή τους από τα βορειότερα και την μετακίνησή τους στον ελληνικό χώρο. Η θεωρία αυτή στηρίζεται σε έμμεσες μαρτυρίες βυζαντινών χρονογράφων, οι οποίοι κάνουν λόγο για κάθοδο Βλάχων στη Μακεδονία και Θεσσαλία. Η δεύτερη τους θεωρεί aυτόχθονες που εκλατινίστηκαν σε ορεινές και δύσβατες περιοχές κυρίως της Πίνδου και του βορειότερου ελληνικού χώρου. Υποστηρίζει την ιθαγένεια και τον εκλατινισμό των Βλάχων επικαλούμενη τη διοικητική διάρθρωση του ρωμαϊκού κράτους, την τοποθέτηση οδιτών (τοπικών φυλάκων) στις κυριότερες διαβάσεις και την δημιουργία φρουρών για την εσωτερική ασφάλεια. Χωρίς να μπορούμε ακόμη να πούμε τον οριστικό λόγο επιστημονικά, η δεύτερη θεωρία φαίνεται πιο πιθανή καθώς ενισχύεται από περισσότερα ιστορικά, γλωσσικά και ανθρωπολογικά στοιχεία από την πρώτη.

 

Η φυσιογvωμiα της
Η Κουτσοβλαχική είναι αδελφή γλώσσα με τη Δακορουμανική (=Ρουμανική), την Ιστρορουμανική και τη Μογλενίτικη, ως aπόγονος κι αυτή της Βαλκανικής Λατινικής, και δεν αποτελεί θυγατέρα της Ρουμανικής, όπως υποστήριξε ανεπιτυχώς η ρουμανική προπαγάνδα16. Δυστυχώς στο μύλο αυτό κουβαλάνε νερό και όλοι όσοι εξακολουθούν να επιμένουν να χαρακτηρίζουν τη βλάχικη γλώσσα διάλεκτο ή ιδίωμα. Και εξηγούμαι: Όσοι στο ερώτημα "τι είναι τα βλάχικα;" απαντούν καλοπροαίρετα "διάλεκτος" το κάνουν από άγνοια και φόβο. Η άγνοια έχει να κάνει με τα γλωσσολογικά κριτήρια διάκρισης γλωσσών, διαλέκτων και ιδιωμάτων. Ο φόβος τους εδράζεται στο ανιστόρητο επιχείρημα ότι, αν παραδεχτούν ότι τα βλάχικα είναι γλώσσα, τότε είναι σαν να παραδέχονται ότι όποιοι τα μιλούν ανήκουν σε μια διαφορετική εθνότητα. Ο φόβος τους όμως μετατρέπεται σε αδιέξοδο αν ερωτηθούν "και ποιας γλώσσας είναι διάλεκτος τα Βλάχικα;". Εδώ δεν μπορούν παρά να απαντήσουν "της ρουμανικής" αφού δεν υπάρχει άλλη γλώσσα της οποίας απόκλιση-διάλεκτος θα μπορούσαν να είναι τα βλάχικα. Η σωστή και επιστημονικά αλλά και ρεαλιστικά απάντηση είναι ότι τα βλάχικα ή η αρομουνική, όπως επικράτησε στην επίσημη βιβλιογραφία, είναι μια νεολατινική αυτόνομη γλώσσα, ισότιμη με τη ρουμανική, την ιταλική, τη γαλλική κ.λπ., δεν είναι διάλεκτος της ρουμανικής αλλά είναι κόρη της λατινικής, όπως είναι και η ρουμανική, η ιταλική, η ισπανική κ.λπ. Η διαφορά της απ' αυτές είναι ότι δεν έχει κρατική υπόσταση και γραπτή παράδοση, όπως συμβαίνει άλλωστε με τις πέντε στις έξι γλώσσες σε όλο τον κόσμο. Αυτό δε σημαίνει ότι οι Βλάχοι εθνολογικά είναι κάτι που σχετίζεται με τη γλώσσα που μιλάνε, αφού η γλώσσα δεν αποτελεί απαραίτητο και μοναδικό στοιχείο εθνικού προσδιορισμού, όπως π.χ. οι Μεξικανοί δεν είναι Ισπανοί αν και μιλούν ισπανικά, ούτε κάποιοι Αφρικανοί είναι Γάλλοι παρόλο που είναι γαλλόφωνοι.

 

Οι σχέσεις της με την ελληνική
Όλες οι γλώσσες του κόσμου αποτελούν προϊόν γλωσσικών σχέσεων και αλληλεπιδράσεων, αφού κανένας λαός δε ζει και δεν αναπτύσσεται ερήμην των άλλων και δη των γειτόνων του. Η έκταση και το βάθος των επιδράσεων που δέχεται μια γλώσσα από τις άλλες είναι αποτέλεσμα των ιστορικών και κοινωνικών συνθηκών. Όσο περισσότερες είναι οι ιστορικές περιπέτειες ενός γλωσσικού πληθυσμού (μετακινήσεις, εποικήσεις, κατακτήσεις, εμπορικές σχέσεις κ.λπ.), τόσο μεγαλύτερες είναι και οι αμοιβαίες επιδράσεις με τις γλώσσες με τις οποίες ήρθε σε επαφή.
Στην περίπτωση της κουτσοβλαχικής η γλώσσα με την οποία είχε τις πιο στενές σχέσεις λόγω γεωγραφικής γειτνίασης και από την οποία ως λιγότερο καλλιεργημένη η ίδια δέχτηκε τις πιο πολλές επιδράσεις είναι η ελληνική. Δέχτηκε απ' αυτήν και λεξιλογικές αλλά και φωνολογικές επιδράσεις πολύ περισσότερες και ισχυρότερες παρά από οποιαδήποτε άλλη βαλκανική γλώσσα. Οι γλωσσικές αυτές σχέσεις ελληνικής και κουτσοβλαχικής τα τελευταία χρόνια υπήρξαν επί τέλους αντικείμενο σοβαρής μελέτης και από την ελληνική γλωσσική επιστήμη. Μια τέτοια συστηματική παρουσίαση των ελληνικών επιδράσεων στην Κουτσοβλαχική επιχειρείται στη διδακτορική διατριβή του Ν. Κατσάνη, Ελληνικές επιδράσεις στα Κουτσοβλάχικα, Θεσσαλονίκη 1977.
Η επίδραση της ελληνικής στην κουτσοβλαχική είναι κυρίως λεξιλογική και σε μικρότερο βαθμό φωνητική και μορφολογική. Αναφέρω ενδεικτικά:
α. Το φωνηματικό σύστημα της κουτσοβλαχικής έχει δεχτεί πολλές φωνολογικές επιδράσεις από την ελληνική με πιο εντυπωσιακή την παρουσία των εξακολουθητικών τριβόμενων συμφώνων (θ, δ, γ),17 τα οποία απουσιάζουν από το συμφωνικό σύστημα της ρουμανικής, ενώ απαντούν και σ' αυτό της αλβανικής.
β. Στην κουτσοβλαχική απαντά το φαινόμενο της κώφωσης - αποβολής των φωνηέντων, ένα φαινόμενο πολύ γνωστό και χαρακτηριστικό των βορείων νεοελληνικών ιδιωμάτων18. Η κώφωση στα Κουτσοβλάχικα αφορά το κλείσιμο των άτονων μεσαίου ανοίγματος φωνηέντων e, ă, o, στα αντίστοιχα μικρού ανοίγματος φωνήεντα (κλειστά) i, î, u, όταν από τονιζόμενα μετατρέπονται σε άτονα για λόγους κλίσης ή παραγωγής, π.χ.

² > i

kr²p% (= σκάω) > krip¥m% (= σκάμε), krip¹re (= στενοχώρια)

 

y²rm% (= σκουλήκι) > yirmin‰s% (= σκουληκιασμένος)

¹ (¥) > î

ar¹tse (= κρύος) > arîts²sku (= κρυώνω)

 

l¹rgu (= φαρδύς) > lîrd³me (= φάρδος)

‰ > u

n‰d% (= κόμπος) > nud¹re (= το δέσιμο του κόμπου)

 

s‰r! (= αδερφή) > sur¥r# (= αδερφές)

 

Σε δεύτερο χρόνο τα κλειστά άτονα φωνήεντα (i, î, u), είτε πρωτογενή είτε προερχόμενα από κώφωση, αποβάλλονται, π.χ.

 

mi al³nu (= ανεβαίνω)

*alin¹re

aln¹re (ανέβασμα)

us£k% (= στεγνώνω

*usîk¥m%

usk¥m% (= στεγνώνουμε)

ap°k% (= πετυχαίνω)

*apuk¹re

apk¹re (= επιτυχία)

 

γ. Ένα ακόμα σημαντικό στοιχείο είναι η υιοθέτηση προθημάτων και καταλήξεων από την ελληνική, π.χ. καλο-, κακο-, μισο-, ξαvα- ψευτο- δηλ. calu-νedu (= καλοβλέπω) cacu-trecu (= κακοπερνώ) cacu-zbur¥scu (= κακομιλώ), misu-arsu (= μισοκαμένος), csana-facu (=ξανακάνω), psiftu-dormu (= ψευτοκοιμάμαι) κλπ.
δ. Επίσης συναντούμε και ελληνικές καταλήξεις οι οποίες μάλιστα προστίθενται και σε λέξεις λατινικής καταγωγής π.χ. -αρ(ι)κος, -ιάpης, -ίκι, -ιάτης, -άτης, -όπουλο κ.λπ. π.χ. inimarcu (< anima), (= ψυχωμένος), acrearcu (acer) (= ξινός), plinaru (= κλαψιάρης), bitiki (battere?) (= ξυλοδαρμός), S!rm!`¹tu (= Σαμαρινιώτης), Denis©¹tu (= Ντενισκιώτης), falcar~‰tu (= φαλκαργιώτης), tsirboplu (cerνus) (= ελαφάκι), ursoplu (ursus) (=αρκουδάκι).
ε. Εκεί όμως που οι επιδράσεις της ελληνικής στα βλάχικα είναι περισσότερες και πιο εντυπωσιακές είναι ο τομέας του λεξιλογίου. Ο τ. Papahagi στο Λεξικό του υπολογίζει σε 27,52%, τις βλάχικες λέξεις που προέρχονται από λέξεις ή από ρίζες της ελληνικής. Το γεγονός αυτό οδήγησε μερικούς, χωρίς επιστημονικά ερείσματα, να υποστηρίξουν ότι η κουτσοβλαχική αποτελεί συνονθύλευμα ελληνικών, λατινικών, τουρκικών, αλβανικών και σλαβικών γλωσσικών στοιχείων.
Ελληνικές λέξεις -όπως προκύπτει από τη φωνολογική μορφή και τη σημασία τους πέρασαν στα Βλάχικα σε διάφορες ιστορικές περιόδους. Ένα ερώτημα στο οποίο καλούμαστε να απαντήσουμε είναι: πότε μπήκαν αυτές οι λέξεις στα Βλάχικα και σε ποιο

γεωγραφικό χώρο. Η ιστορικοσυγκριτική γλωσσολογία απαντά εν προκειμένω ότι πρόκειται για δύο κατηγορίες λέξεων:
ι) στην πρώτη ανήκουν λέξεις που πέρασαν στα βλάχικα με ενδιάμεσο τη λατινική.
Τέτοιες είναι οι περιπτώσεις των λέξεων: το ΑΕ κύμα γίνεται στα λατ. cyma και στα ΚΒ t&°m! (= τούφα μαλλιού, φούσκωμα, κορυφή, κ.λπ.), η στύππη > λατ. stup(p)a και στα ΚΒ stupa (=σωρός, ποσότητα, βούλωμα), η λέξη στύλος > λατ. stylus και στα ΚΒ stur (= στύλος, παλούκι) κ.λπ.
ιι) Η δεύτερη κατηγορία παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Πρόκειται για λέξεις οι οποίες πέρασαν κατευθείαν από την αρχαία ελληνική στα βλάχικα ή και σε άλλες λατινογενείς βαλκανικές γλώσσες χωρίς ενδιάμεσο την λατινική, χωρίς κανείς να μπορεί να προσδιορίσει το πότε και το πού. Τα aρχαιοελληνικά αυτά δάνεια αποτέλεσαν αντικείμενο επιστημονικής αντιπαράθεσης, καθώς οι Ρουμάνοι κυρίως επιχειρούν να μειώσουν τη σημασία τους και να ελαχιστοποιήσουν τον αριθμό τους. Η διαμάχη εστιάζεται κυρίως στο ερώτημα αν αυτές οι λέξεις περνούν πρώτα στη λατινική της Βαλκανικής και μετά ως λατινικές λέξεις εξελίσσονται στις νεολατινικές γλώσσες της περιοχής ή αν αποτελούν γλωσσική περιουσία των ομιλητών, στη γλώσσα των οποίων επικάθισε ως επίστρωμα η λατινική, και συνεχίζουν την αρχική γλωσσική περιουσία των ομιλητών. Είναι ευνόητο ότι η αποδοχή της δεύτερης άποψης θα σήμαινε ότι οι εκλατινισμένοι αυτοί πληθυσμοί, εν προκειμένω και οι Βλάχοι της Ελλάδας, ήταν αρχικά ελληνόφωνοι και στη συνέχεια εκλατινίστηκαν, διατηρώντας βέβαια και γλωσσικά κατάλοιπα της αρχικής τους γλώσσας. Με τον τρόπο αυτό καταρρίπτεται η άποψη ότι οι ομιλητές της Βλαχικής είναι Ιλλυριοί, Θράκες, Δάκες κ.λπ. πλην Ελλήνων.
Να μερικά παραδείγματα που δείχνουν ότι δεν έχουμε δανεισμό από τη λατινική αλλά επιβίωση παλιών aρχαιοελληνικών γλωσσικών κατάλοιπων των Βλάχων:
Στα ρουμανικά και στα βλάχικα υπάρχουν οι λέξεις mic και `³c% αντίστοιχα με τη σημασία μικρός. Πρόκειται για την αρχαιοελληνική λέξη: μικκός που αποτελεί σπανιότερα τύπο του μικρός. Οι Ρουμάνοι γλωσσολόγοι διατείνονται ότι η ελληνική λέξη περνάει στα λατινικά ως *micus, αμάρτυρος τύπος, και από τα λατινικά στη συνέχεια στα ρουμανικά και στα βλάχικα. Ο υποτιθέμενος λατινικός αυτός τύπος δεν απαντά, όμως, στα λατινικά της Δύσης. Απαντά μόνο στα σικελικά (ως nicu) και στα αλβανικά (ως mic), γεγονός που καθόλου δεν αποκλείει την ελληνική επίδραση και στις δυο περιπτώσεις. Εκείνο που μπορεί επομένως να ισχυριστεί κανείς είναι ότι οι ομιλητές της βλαχικής είχαν πριν από τον εκλατινισμό τους τη λέξη αυτή στη γλώσσα τους και όχι μόνο την κράτησαν αλλά την επέβαλαν και σε άλλους.
Στα βλάχικα η λέξη proaspit% και στα ρουμ. proasp!t, -t! σημαίνει "φρέσκος, νέος". Η λέξη αυτή δε σχετίζεται -όπως φαίνεται εκ πρώτης όψεως- με τη νεοελληνική λέξη πρόσφατος, αφού αυτή κατ' αρχάς αποτελεί πρόσφατο νεολογισμό που οφείλεται στο γλωσσικό ζήτημα και η σημασία της είναι διαφορετική, σημαίνει "αυτό που έγινε προ ολίγου, τελευταία". Πρόκειται για την αρχαία λέξη πρόσφατος, όπως αποδεικνύεται από τη φωνητική της μορφή και τη σημασία της. Είναι γνωστό ότι το γράμμα "φ" της αρχαίας ελληνικής προφερόταν [è], στοιχείο το οποίο διασώζει η φωνητική μορφή της λέξης, όπως φαίνεται σε λέξεις όπως η πορφύρα > ΚΒ purpur!, το στέριφος (τώρα στέρφος) > ΚΒ st#¹rp!. Σε λέξεις που μπήκαν αργότερα από τα ελληνικά στα βλάχικα διασώζεται η εξελιγμένη πια προφορά του γράμματος "φ" ως [f], π.χ. το φαρμάκι δίνει f!rm¹k% και η φρίκη > το ΚΒ fr³k!. Όσο για τη σημασία του ΑΕ πρόσφατος, αρκεί να θυμηθούμε τον aττικιστή Μοίρι, ο οποίος υποδεικνύει στους μαθητές του: "vηρόν ύδωρ μη είπης αλλά πρόσφατον, ακραιφνές" δηλ. "φρέσκο".

Υπάρχουν, τέλος, στα Βλάχικα ελληνικές λέξεις, τις οποίες δεν συναντούμε σε κανένα νεοελληνικό ιδίωμα ή στην κοινή νέα ελληνική παρά μόνο στην αρχαία Γραμματεία. Ο Θεόφραστος (Φvτώv Αίτια, 4.15.4) και ο Ησύχιος παραδίδουν τη λέξη: "ο μίδας, θηρίδιόv τι διεσθίοv τους κυάμους". Ενώ η λέξη αυτή δεν απαντά σε κανένα νεοελληνικό ιδίωμα ούτε στην προφορική δημοτική, απαντά στα βλάχικα με τη μορφή u`³d!, u`³δ!, lu`³d! (στα ρουμανικά ως omit) από συνεκφορά του άρθρου "o μίδας" και με την ίδια σημασία, δηλ. του ζωυφίου που καταστρέφει τις ρίζες των λαχανικών κ.λπ.
Ένα ερώτημα που πρέπει μετά από αυτά να απαντηθεί είναι πότε και πώς πέρασαν οι λέξεις αυτές στους Βλάχους, αν δεν είναι γλωσσική τους περιουσία από τη μητρική τους γλώσσα.

Γεωγραφική διαφοροποiηση της κουτσοβλαχικής19
Όπως κάθε γλώσσα, έτσι και η κουτσοβλαχική διακρίνεται για τη γεωγραφική της διαφοροποίηση. Τα κουτσοβλαχικά ιδιώματα του ελληνικού χώρου διαιρούνται σε βόρεια και νότια χωρίς ιδιαίτερα αυστηρή γεωγραφική κατανομή. Σήμερα η κατάσταση εμφανίζεται ακόμα πιο συγκεχυμένη και περίπλοκη καθώς μεταναστεύσεις από την εποχή της οθωμανικής κυριαρχίας ως τις μέρες μας είχαν συνετέλεσαν ώστε ομάδες ομιλητών της βόρειας κουτσοβλαχικής να εισχωρήσουν σε κοινότητες της νότιας κουτσοβλαχικής με αποτέλεσμα της μεταξύ τους αλληλεπίδραση. Η έρευνα δεν μπόρεσε ακόμα να μας δώσει πλήρη περιγραφή των ιδιωμάτων της κουτσοβλαχικής ώστε να συγκροτήσουμε τον γλωσσικό της άτλαντα με τα ισόγλωσσα και της επιμέρους διαφορές.
Υπάρχουν μάλιστα κάποια ιδιώματα τα οποία εμφανίζουν και τα χαρακτηριστικά της ομάδας τους αλλά και κάποια ενδιαφέροντα ιδιαίτερα γνωρίσματα, τα οποία θα άξιζε τον κόπο να διερευνηθούν στο πλαίσιο μιας διαλεκτολογικής έρευνας, η οποία ίσως μας δώσει κάποιες εξηγήσεις για θέματα που η ιστορία δεν μας έχει δώσει ακόμα.
Για το λόγο αυτό κλείνοντας αυτή τη σύντομη παρουσίαση της κουτσοβλαχικής στο πλαίσιο των νεολατινικών γλωσσών της Βαλκανικής θα αναφερθώ ενδεικτικά σε ένα μόνο κουτσοβλαχικό ιδίωμα του δυτικομακεδονικού χώρου, αυτό της Σαμαρίνας Γρεβενών, του χωριού μου, για τον μοναδικό λόγο ότι το ξέρω καλύτερα από άλλα.

Το γλωσσικό ιδiωμα της Σαμαρivας
Το ιδίωμα της Σαμαρίνας ανήκει στην ομάδα των νοτίων ιδιωμάτων της κουτσοβλαχικής, όπως αυτά έχουν προσδιοριστεί από παλιότερους μελετητές (βλ. Κατσάνης 1977:25), παρουσιάζοντας τα τυπικά χαρακτηριστικά της ομάδας με μικρές αποκλίσεις. Θα αναφέρω δύο μόνο αρκετά ενδεικτικά:
α. Το φαινόμενο της κώφωσης των άτονων μέσου ανοίγματος φωνηέντων [e, !, ο] και της αποκοπής των άτονων κλειστών φωνηέντων [i, î, u] παρουσιάζει στα νότια ιδιώματα μεγαλύτερη επίδοση απ' ό,τι στα βόρεια. Στο ιδίωμα της Σαμαρίνας και οι κωφώσεις και οι aποκοπές είναι πολύ πιο προχωρημένες (πβ. και Ντίνας 1985). Έτσι έχουμε:

 

Βόρεια ιδιώματα

Νότια ιδιώματα

Ιδίωμα Σαμαρίνας

mi alin¹#

mi aln¹#

mi aln¹#

kinis²sku (= ξεκινάω)

kins²sku

kins²sk%

ad!r¥m% (= κάνουμε)

adr¥m%

adr¥m%

ad^uk¥m% (= παίζουμε)

ad^uk¥m%

a&k¥m% (= με αποβολή του u και υποχωρητική αφομοίωση ηχηρότητας στη συνέχεια, ^ > &)

fudz³m%

fudz³m%

vdz³m% (= με αποβολή του u και υποχωρητική αφομοίωση ηχηρότητας στη συνέχεια, f > v)

mu|²m% (= μαλακώνουμε, μουσκεύουμε)

mu|²m%

mb|²m% (= με αποβολή του u και ανάπτυξη συνοδίτη φθόγγου στη συνέχεια, mul > ml > mbl)

 


β. Το τελικό -e στα νότια ιδιώματα τρέπεται σε -i, π.χ. m£ne (=αύριο) στα βόρεια m£ni στα νότια. Στην περίπτωση αυτή το ιδίωμα της Σαμαρίνας βρίσκεται ανάμεσα στις δυο ομάδες παρουσιάζοντας μια ενδιαφέρουσα συμπεριφορά. Όταν οι λέξεις που τελειώνουν σε -e προφέρονται μόνες τους ή κατά τη συμπροφορά βρίσκονται πριν από παύση (κόμμα ή τελεία), τότε το -e διατηρείται, π.χ. m£ne ή Va# f°g% m£ne. Αν όμως η λέξη βρίσκεται στο εσωτερικό της φράσης, τότε "κωφώνει" το -e σε -i, π.χ. M£ni va# f°g%. Πρόκειται για ένα φωνητικό φαινόμενο αρκετά σπάνιο, το οποίο στο ιδίωμα της Σαμαρίνας εμφανίζει νομοτελειακή συμπεριφορά και μάλιστα επεκτείνεται και εφαρμόζεται σε όλη τη σειρά των ενδιάμεσων άτονων φωνηέντων (βλ. αναλυτικότερα Ντίνας 1987:133 κ.ε.), π.χ.

Πρίν απο παύση

Στο εσωτερικό της φράσης

zb%¹rî m°lte.

m°lti zb%¹r!

°nî k!m#¹&e.

k!m#¹&i di l£n!

m°lti zb%¹r!.

zb%¹rî m°lte

k!m#¹&i di l£n!.

l£nî di %¹#e

mur³ a°&lo.

a°&lu l!ndidz£

v³`i pr²ftlo.

pr²ftlu v³`e


Εν κατακλείδι
Κυρίες και κύριοι, αγαπητοί συμπατριώτες,
Όπως από χρόνια έχει επισημανθεί (Α. Meillet, R. Browning), ο εικοστός αιώνας υπήρξε ο αιώνας της εξαφάνισης των ολιγότερο ομιλούμενων γλωσσών και της συρρίκνωσης με τάση εξαφάνισης των διαλέκτων και ιδιωμάτων. Αυτή είναι μια ρεαλιστική προσέγγιση όσο κι αν εμένα προσωπικά ως γλωσσολόγο με θλίβει βαθύτατα, καθώς -για να θυμηθώ τον Μανόλη Τριανταφυλλίδη- κάθε μέρα χάνεται μια λέξη και ο πολιτισμός μας γίνεται φτωχότερος σε ποικιλία και πιο ομοιογενής. Τη μοίρα αυτή θα ακολουθήσει και η κουτσοβλαχική με τα ιδιώματά της, ανάμεσα σ' αυτά κι αυτό της Σαμαρίνας. Μας μένει -νομίζω- λίγος ακόμα καιρός να καταγράψουμε αυτές τις γλωσσικές μορφές προς όφελος της επιστήμης και του πολιτισμού γενικότερα, αφού η ομορφιά βρίσκεται στην ετερότητα κι όχι στην ομοιογένεια, αφήνοντας κατά μέρος -έστω και την τελευταία στιγμή- ανιστόρητους και εξωπραγματικούς φόβους και φοβίες.


Κώστας Δ. Ντίνας
επ. καθηγητής Γλωσσολογίας
Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας
8ο Συμπόσιο Ιστορίας, Λαογραφίας, Βλάχικης Παραδοσιακής Μουσικής και Χορών, Λιβάδι Ολύμπου, 26-27 Μαΐου 2006
1η Πανελλήνια Σύναξη Βλάχικων Συλλόγων Τιμή στον Βλαχόφωνο Ελληνισμό, Θεσσαλονίκη, 3-4 Φεβρουαρίου 2007

 

1. βλ. Tagliavini 1977, 285-300, Κατσάνης 1977, 10
2. βλ. και Κοντοσόπουλος, 1998, 23
3. Κατσάνης 1988, 1
4. Tagliavini 1977, 149 κ.ε.Κατσάνης 1988, 7
5. βλ. Tagliavini 1977, 161κ.ε.
6. Κατσάνης, 1977, 6
7. βλ. και Κοντοσόπουλος, 1998, 28
8. Κατσάνης 1990: 17
9. βλ. Σαρικάκης 1979, 113
10. πβ. Κεραμόπουλλος, 1939, 76
11. βλ. Rosetti 1968, 206, Tagliavini 1977, 133
12. βλ. Tagliavini 1977, 285-300, Κατσάνης 1977, 10
13. Κοντοσόπουλος, 1998, 569
14. βλ. Λαζάρου 1976, Κατσάνης 1977, Κατσάνης-Ντίνας, 1990, Ντίνας, 1986
15. βλ. και Tagliaνini 1977, 288
16. πβ και Tagliavini 1977, 292, σημ. 8
17. βλ. Κατσάνης- Ντίνας 1990: 19-23 και 27-31
18. σχετική μελέτη του όλου θέματος βλ. στο Ντίνας 1985: 57-66.
19. Κατσάνης - Ντίνας 1990: 12

 

Βιβλιογραφία

Rosetti, Al. 1968.Istoria limbii romîne. Bucure@ti
Tagliaνini, C. 1977. Originia limbilor neolatine. Bucure@ti
Κατσάνης, Ν. 1977. Ελληνικές επιδράσεις στα Κουτσοβλάχικα. Θεσσαλονίκη
Κατσάνης, Ν. 1988. Ρομανική γλωσσολογία. I. Εισαγωγή στις νεολατινικές γλώσσες, Θεσσαλονίκη
Κατσάνης, Ν. - Ντίνας, Κ. 1990. Γραμματική της Κοιvής Κουτσοβλαχικής. Θεσσαλονίκη: Αρχείο Κουτσοβλαχικών Μελετών.
Κεραμόπουλος, Α. 1939. Τι είναι Οι Κουτσόβλαχοι. Αθήνα.
Κοντοσόπουλου, Ν. 1998. Γλώσσες και διάλεκτοι της Ευρώπης, τόμ. Α' και Β'. Αθήνα: Εκδόσεις Γρηγόρη.
Λαζάρου, Α. 1986 Β'. Η Αρωμοvvική και αι μετά της Ελληνικής σχέσεις αυτής. Βλάχοι. Αθήνα
Ντίνας, Κ. 1985. Η κώφωση- αποβολή στα βόρεια νεοελληνικά ιδιώματα και στο κουτσοβλαχικό ιδίωμα της Σαμαρίνας. Θεσσαλονίκη: Μελέτες για την ελληνική γλώσσα
Ντίνας, Κ. 1987. Το κουτσοβλαχικό ιδίωμα της Σαμαρίνας (Φωνολοyική ανάλυση). (Διδακτορική διατριβή). Θεσσαλονίκη
Ντίνας, Κ. 2003. Αρχαίες και νεότερες γλώσσες της Βαλκανικής. Πανεπιστημιακές Σημειώσεις.
Σαρικάκης, Θ. 1979. Η ανατολική πολιτική της Ρώμης. Θεσσαλονίκη

8