Βλάχικη γλώσσα

Δημήτριος Ν. Δάρβαρις, Διάλογοι Γραικογερμανικοί χάριν των μικρών παιδιών των εν τη επικράτεια του Καίσαρος παροικούντων ομογενών, Βιέννη 1809ΕΝΑ ΓΟΗΤΕΥΤΙΚΟ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ ΚΑΙ ΟΙ ΔΥΣΚΟΛΙΕΣ ΤΩΝ ΕΘΝΙΚΩΝ ΙΣΤΟΡΙΟΓΡΑΦΙΩΝ
Η λειτουργική πολυγλωσσία στην αυτοκρατορία των Αψβούργων είχε τις ρίζες της σε αντίστοιχη ποικιλία κοινωνικοπολιτικών χώρων. Ο συνδυασμός δύο ή και περισσότερων γλωσσών αποτελούσε πραγματικότητα, τουλάχιστον στις πόλεις της τεράστιας επικράτειας, ενώ παντού βέβαια υπήρχε και η παράλληλη χρήση πολλών διαλέκτων και κοινωνιολέκτων μέσα σε μια γλώσσα, φαινόμενο πολύ πιο έντονο πριν την κανονικοποίηση των ευρωπαϊκών εθνικών γλωσσών1. Όσο οι γλωσσικές πρακτικές δεν συνδέονταν με τη συνειδητή αποδοχή υπερτοπικής ταυτότητας υπήρχε ευρεία κοινωνική αποδοχή της χρήσης μη μητρικών γλωσσών. Απ' τη στιγμή όμως που κάθε πράξη, συνεπώς και η χρήση μίας από τις πολλές γλώσσες, μπορούσε να ερμηνευθεί και ως επιλογή μίας εθνικής ταυτότητας, η λειτουργική πολυγλωσσία βρέθηκε αντιμέτωπη με την ιδεολογική μονογλωσσία και υποχώρησε σταδιακά2.
Η γλωσσική διαφορά αποτελούσε και αποτελεί ένα από τα εύκολα αναγνωρίσιμα διακριτικά χαρακτηριστικά μέσα σε κοινωνικές ομάδες· δεν αποτελεί όμως από τη φύση της και κατ' ανάγκη επικοινωνιακό πρόβλημα. Από την πρακτική διάκριση του Κικέρωνα μεταξύ sermo patrius και Ελληνικής, της γλώσσας της φιλοσοφίας, μέχρι ακόμα και τη θετική κοινωνική φόρτιση της μητρικής με την έννοια της ομιλούμενης, σε αντιδιαστολή με τη γραπτή, κατά τους πρώιμους νεότερους χρόνους, η μητρική γλώσσα δεν νοείται ως το μόνο γνήσιο μέσο έκφρασης.


Η ορθολογική προσέγγιση της γλώσσας από τους φιλοσόφους του 18ου αιώνα και κυρίως η σημασία που αποδόθηκε στον ρυθμιστικό ρόλο του σχολείου και στη μητρική γλώσσα ως αποκλειστικό εργαλείο γνώσης προετοίμασαν το έδαφος για τη μονογλωσσική στροφή του 19ου αιώνα3. Αν οι ρυθμιστικές τάσεις του 18ου αιώνα υποστήριζαν τον καθαρισμό από ξένα στοιχεία (π.χ. της Γερμανικής από τα Γαλλικά), ο 19ος υπερασπίστηκε τη χρήση της μίας γλώσσας έναντι της άλλης, όχι δηλαδή παράλληλα με την άλλη. Η μητρική γλώσσα εντάσσεται από τον ύστερο Διαφωτισμό και κυρίως από τους ρομαντικούς, με προεξάρχοντα τον Wilhelm von Humboldt4, σε μια φυσική κανονικότητα που προβλέπει μία μόνο βιωματικά δικαιωμένη γλώσσα για κάθε ανθρώπινο ον, ανάλογη με την οργανικά συνδεδεμένη με τη φύση του ανθρώπου σημασία που αποδίδεται στην οικογένεια. Εφόσον η γλώσσα θεωρήθηκε «ουσία της εθνικότητας» και κοινωνική πρακτική διαμόρφωσης εθνικής ταυτότητας, η καθημερινή έμπρακτη πολυγλωσσία απέκτησε σταδιακά τον χαρακτήρα της αποστασίας από το εθνικό σώμα5. Η γλώσσα λειτουργούσε ανέκαθεν και ως κριτήριο ένταξης σε κοινωνικές ομάδες και σε δομές εξουσίας. Ο τονισμός της διαφοράς από εθνοκεντρική σκοπιά οδήγησε όμως σε μιαν αντίληψη της γλώσσας ως διάκρισης όχι πια λειτουργικής κάθετα μέσα στο κοινωνικό σώμα (για παράδειγμα κοινωνιογλωσσικά ή επαγγελματικά ιδιώματα) αλλά σε επίπεδο οριζόντιας ιεράρχησης μεταξύ εθνοτήτων. Στην προσπάθεια να πραγματωθεί η επιθυμητή ομοιογένεια του έθνους, καλλιεργήθηκε συστηματικά η κανονικοποίηση του ενός εθνικού γλωσσικού οργάνου με την εσωτερική περιθωριοποίηση των διαλέκτων και κοινωνιολέκτων και αντίστοιχα των κοινωνικών πρακτικών που αυτές σηματοδοτούσαν και ιεραρχήθηκε η χρήση των γλωσσών. Η μητρική θεωρήθηκε ως γλώσσα που εκφράζει όχι μόνο την ψυχή και τα αισθήματα αλλά και ως η μόνη γλώσσα στην οποία μπορεί να ανταπεξέλθει μαθησιακά ο άνθρωπος, ενώ οι άλλες γλώσσες μπορούσαν να δικαιολογηθούν μόνο στα πλαίσια μιας αναγκαιότητας κοινωνικής ή και οικονομικής. Κυρίως όμως χάθηκε σταδιακά η εμπειρία που θα διευκόλυνε την κατανόηση του πολύπλοκου αλλά ευέλικτου επικοινωνιακού συστήματος που βασιζόταν στην παράλληλη -όχι απαραίτητα γραμματικά ορθή- χρήση, κατανόηση και αποδοχή πολλών γλωσσών.

Από τη σχολική πολιτική των μειονοτήτων μετά το Τανζιμάτ και κυρίως από τις στατιστικές των διαφόρων προξενικών αλλά και των κεντρικών αρχών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας γνωρίζουμε ότι τα ίδια τα ερωτήματα των αρχών αποτελούσαν έναν από τους μηχανισμούς που ωθούσαν τους υπηκόους στην επιλογή της μίας και μοναδικής γλώσσας και κατ' επέκταση της μίας και μοναδικής ταυτότητας. Ανάλογα φαινόμενα χαρακτηρίζουν και την Αυστροουγγαρία, όπου οι απογραφόμενοι εκαλούντο από το 1880 και εξής να δηλώσουν, με μία μόνο δυνατότητα επιλογής, τη γλώσσα συναναστροφής/καθημερινής χρήσης (Umgangsprache). Ήδη νωρίτερα είχε γίνει υποχρεωτική για τους δημοσίους υπαλλήλους η γνώση της κατ' έθος χρησιμοποιούμενης τοπικής γλώσσας (landesübliche Sprache) στους τόπους όπου διορίζονταν. Στο σατιρικό κείμενο «Η αιώνια Αυστρία» του Karl Techet, δασκάλου σε σχολεία από την Τεργέστη ως τη Μοραβία, που μετά τη δημοσίευση των σατιρικών κειμένων του για το Τιρόλο το 1909, αναγκάστηκε να το εγκαταλείψει (η λεγόμενη υπόθεση Techet), περιγράφεται η γραφική πια αντίσταση του δημοσίου υπαλλήλου, στον οποίο κατά παράδοση ανετίθετο η προάσπιση του υπερεθνικού χαρακτήρα της αυτοκρατορίας: Μια φορά ο καισαροβασιλικός υπάλληλος Σνάιντερ καθόταν αποσβολωμένος μπροστά σε ένα έντυπο απογραφής, στο οποίο εμφανιζόταν η αινιγματική στήλη «γλώσσα συναναστροφής». Ο τρομερός όρος «εθνικότητα» είχε και πάλι ευτυχώς αποφευχθεί - μα η αναζήτηση της γλώσσας συναναστροφής τον βάραινε πολύ. Πώς να απαντούσε; Στο σπίτι μιλούσε πολωνικά και καμιά φορά λίγο γερμανικά. Με γνωστούς, συγγενείς και στο γραφείο και τις δύο γλώσσες και ακόμη ρουθηνικά και ρουμανικά. Ο προϊστάμενος υποστήριζε πως θα μπορούσε να γράψει «πολωνικά», γιατί στο γραφείο και στο καφενείο δεν συστρέφεται κανείς και συνεπώς δεν έχει γλώσσα συναναστροφής «παρά όλο κάθεται». Ωστόσο ο κύριος Σνάιντερ δεν ήθελε να τα χαλάσει με καμία πλευρά και γι αυτό έγραψε στη στήλη γλώσσα συναναστροφής: «Ουδέτερη. Λεν είναι όμως ίδια, αλλάζει»6.

Η χαριτωμένη αυτή περιγραφή γράφεται βέβαια όταν πια η αυτοκρατορία καταρρέει και τονίζει την εκ των άνω προερχόμενη σύγκρουση μονογλωσσίας και πολυγλωσσίας, αποτέλεσμα της βαθμιαίας απόρριψης των παλαιών κοινωνικών μορφωμάτων αλλά και διοικητικών και πολιτικών μοντέλων. Το δίλημμα μεταξύ εκσυγχρονισμού και διαμόρφωσης εθνοτικών διεκδικήσεων από τη μια και ακύρωσης ενός από τα βασικά χαρακτηριστικά της πολυεθνοτικής συνύπαρξης και συνεπώς της διάλυσης της εκ των ένδον από την άλλη είχε οδηγηθεί σε μια πρώτη όξυνση ήδη πολύ νωρίτερα, στο πλαίσιο των λεγομένων Ιωσηφινικών μεταρρυθμίσεων της φωτισμένης δεσποτείας του 1780-1790. Και μετά την ανατροπή όμως των πιο ριζοσπαστικών μεταρρυθμιστικών τάσεων, η λειτουργική πολυγλωσσία, αντιμέτωπη αρχικά με την ανταγωνιστική πολυγλωσσία και στη συνέχεια με τη μονογλωσσία -που απαιτούσε συνειδητές επιλογές και σχέσεις αποκλειστικότητας από τους ομιλητές- δεν μπόρεσε να υπερασπιστεί τη θέση της και σταδιακά υποχώρησε. Η πολύπλοκη και πολυεπίπεδη κρατική μηχανή και κυρίως οι μέσοι και ανώτεροι δημόσιοι υπάλληλοι που αντιμετώπιζαν τις νέες διεκδικήσεις των ομιλητών και εκαλούντο να εφαρμόσουν τις νέες πολιτικές επιλογές επέλεξαν μια ουδέτερη έως κατευναστική στάση. Το 1835 για παράδειγμα ανατέθηκε σε έναν υπάλληλο από την αυλική επιτροπή σπουδών (Studien-Hof kommission, πρόδρομο του Υπουργείου Παιδείας) να διερευνήσει διακριτικά, αποφεύγοντας να προξενήσει αναστάτωση, τις επιλογές γλώσσας και αλφαβήτου των ορθοδόξων υπηκόων της Βιέννης. Αφορμή για την ανάθεση αυτή ήταν οι διαμάχες με αφορμή την επιλογή λατινικού η κυριλλικού αλφαβήτου στα σχολικά βιβλία του μαθήματος των θρησκευτικών για ορθόδοξους μαθητές στη Δαλματία7.

Στην περίπτωση των ορθοδόξων εμπόρων από την Οθωμανική Αυτοκρατορία, που είχαν αρχίσει να εγκαθίστανται και σταδιακά να ριζώνουν κυρίως στα εδάφη του ουγγρικού στέμματος αλλά και στην Αυστρία, και των δασκάλων και ιερέων που τους ακολούθησαν, η εμπειρία της πολυγλωσσίας υπήρχε ήδη από το χώρο προέλευσης8. Ωστόσο στο χώρο της νέας εγκατάστασης, έπρεπε να επαναδιαπραγματευτούν την ιεράρχηση γλωσσών και ιδιωμάτων. Σε καμία πόλη ή περιοχή της Ουγγαρίας τα Ελληνικά δεν αποτελούσαν γλώσσα πλειοψηφικά ομιλούμενη. Κάποιοι έμποροι είχαν πιθανόν βιώσει και στους χώρους προέλευσης τη μητρική
τους γλώσσα ως γλώσσα των λίγων, μα εδώ τα Ελληνικά δεν ήταν πια ούτε καν γραπτή κοινή ή επικρατούσα λειτουργική, φαινόμενο νέο για τους ελληνόφωνους ορθόδοξους της Νότιας Βαλκανικής. Σε καμία δε από τις πόλεις στις οποίες εγκαταστάθηκαν, και πρόκειται πάντα για αστικές εγκαταστάσεις, δεν συνάντησαν μονογλωσσικές κοινότητες.
Ανάλογα με τον τόπο εγκατάστασης ενέταξαν στην παραδοσιακή τους διγλωσσία ή τριγλωσσία (μια ομιλούμενη βαλκανική γλώσσα, Τουρκική ή/και σε μερικές περιπτώσεις λόγια ή εμπορική Ελληνική) τη Γερμανική, την Ουγγρική, τη Λατινική και ανάλογα με το οικογενειακό ή εμπορικό δίκτυο στο οποίο ανήκαν και μια δεύτερη βαλκανική γλώσσα. Σε απόσπασμα επιστολής του αρχείου Πόνδικα, που παραθέτει η Κατερίνα Παπακωνσταντίνου στη μεταπτυχιακή της εργασία, ο Χατζηαποστόλης Πόνδικας γράφει το 1761 στο γιο του Αλέξιο, που έχει σταλεί να σπουδάσει [...]

και μόνον απαρετήτως καθημεροίσιον να είσαι εις το σχολείον, να ομιλής νέμτζικα και όχι βουλγάρικα, αυτός να είναι ο λογισμός σου9.
Η επιμονή στην εκμάθηση της Γερμανικής ως μέσου με το οποίο η δεύτερη γενιά θα καταξιωνόταν επαγγελματικά έχει σημειωθεί από τους μελετητές στη βάση ποικίλων πηγών10. Από τη μια λοιπόν οι προσγειωμένες πατρικές συμβουλές, όπως αυτές της επιστολής του αρχείου Πόνδικα ή ανάλογες σε κληροδοτήματα που παραθέτει η Βασιλική Σειρηνίδου για τους Έλληνες της Βιέννης11. Από την άλλη τα παράπονα και οι προτάσεις των λογίων πάροικων και των δασκάλων από τον Ζαβίρα στον Δάρβαρι, από τον Φιλητά στον Κούμα και τον Παλλατίδη για την ελλιπή γνώση της Ελληνικής12. Στην περίπτωση των λογίων βέβαια δεν είναι η αδυναμία επικοινωνίας που προβληματίζει, η επάρκεια δηλαδή σε μια από τις γλώσσες συναναστροφής, για να χρησιμοποιήσουμε την ορολογία της χώρας υποδοχής. Περισσότερο τους απασχολεί η απομάκρυνση ελλήνων και κυρίως βλάχων μαθητών από τις λογιότερες μορφές της Ελληνικής (αυτές δηλαδή που δεν χρησιμοποιούσαν στην καθημερινή συναναστροφή) και η ένταξη σε ένα άλλο σύστημα κωδίκων γραπτής επικοινωνίας και συνεπώς και εξουσίας, το οποίο σύμφωνα με τη λογική της ταύτισης εθνικής και γλωσσικής επιλογής θα τους απομάκρυνε από την υπό διαμόρφωση εθνική ομάδα. Ακολουθώντας τις αντιλήψεις της εποχής τους -που εν μέρει εκφράζονται και σήμερα- και που θεωρούν την αλλαγή γλώσσας ως αλλαγή πολιτισμικής ταυτότητας, διακρίνουν κινδύνους απόσχισης από την ομάδα. Οι αλλαγές του γλωσσικού ρεπερτορίου των πολυγλώσσων δεν σημαίνουν όμως απαραίτητα ευθέως ανάλογες μεταβολές της πολιτισμικής τους ταυτότητας13.
Άλλωστε και μεταξύ των λογίων θα πρέπει να διακρίνουμε αυτούς οι οποίοι, όπως ο Ζαβίρας και ο Δάρβαρις, δεν διστάζουν να χρησιμοποιήσουν τη νέα γλώσσα ως όχημα για την παράλληλη καλλιέργεια και της πατρογονικής ή της πρώτης σχολικής γλώσσας της προηγούμενης γενιάς, δηλαδή των γονέων των μαθητών. Το ανέκδοτο ουγγροελληνικό μαθηματάριο με τα θέματα που παρέδιδε ο Ζαβίρας στο βλάχο μαθητή του Κωνσταντίνο Εμμανουήλ (Γκίκα)14 και οι «Γραικογερμανικοί Διάλογοι» του Δάρβαρι του 1809 χάριν των μικρών παιδιών των εν τη επικράτεια του Καίσαρος παροικούντων ομογενών αποτελούν δείγματα αυτής της τάσης να αντιμετωπισθούν οι διδακτικές ανάγκες με δίγλωσσα εγχειρίδια. Αργότερα ο Κωνσταντίνος Εμμανουήλ Γκίκας (Gyika von Deszanfâlva), παντρεμένος πια με την Αναστασία, το γένος Δαδάνη (Dadânyi von Gylilvész), επιτυχημένος έμπορος στη Βιέννη (η κόρη τους Ιφιγένεια θα παντρευτεί τον Σίμωνα Σίνα) και συλλέκτης ελληνικών και άλλων βιβλίων15, θα προσλάβει το 1810 για σύντομο χρονικό διάστημα, προφανώς ως γερμανόφωνο δάσκαλο των παιδιών του, έναν από τους σημαντικότερους νοτιοσλάβους λογίους της αυτοκρατορίας, τον σλοβένο βιβλιοθηκάριο, λογοκριτή και δοκιμιογράφο Βαρθολομαίο (Γέρνεϊ) Κόπιταρ16.

Θα πρέπει άραγε να φορτίσουμε τις επιλογές ιδιωτικών δασκάλων σε δύο γενιές μιας μοσχοπολίτικης οικογένειας και μάλιστα σε δύο τελείως διαφορετικά περιβάλλοντα του χώρου εγκατάστασης (τη μικρή ουγγρική πόλη και την πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας) με εθνοτικό περιεχόμενο; Ο ίδιος ο Κωνσταντίνος Εμμανουήλ και άλλα μέλη της οικογένειας του (όπως και οι περισσότεροι πετυχημένοι Βλάχοι) δεν φαίνεται να θεωρούσαν πρόβλημα να επιλέγουν δασκάλους με ποικίλες γλώσσες, να υποστηρίζουν ως συνδρομητές βιβλία διαφόρων γλωσσών και να ενισχύουν ποικίλους θεσμούς διαφόρων εθνοτικών ομάδων. Ίσως η ευελιξία αυτή να χαρακτήριζε κυρίως εκείνους που δεν διέθεταν στο χώρο προέλευσης γραπτή και συνεπώς και σχολική παράδοση στη μητρική γλώσσα, τους Βλάχους δηλαδή-μαζί με τους ελάχιστους απ' ότι φαίνεται στην εποχή για την οποία μιλάμε Αλβανούς που είχαν εγκατασταθεί στην αυτοκρατορία. Στην Ουγγαρία κυρίως κλήθηκαν να αντιμετωπίσουν για πρώτη φορά τόσο έντονα το δίλημμα ανάμεσα στην ελληνόφωνη και ελληνογράμματη παράδοση τους και το κατά κύριο λόγο λατινογράμματο εθνικό κίνημα των Ρουμάνων της Τρανσυλβανίας.
Οι μεταφραστικές επιλογές του Δάρβαρη στους «Γραικογερμανικούς Διάλογους» μαρτυρούν ότι απευθύνεται σε μαθητές πολιτισμικά ενταγμένους στο αυστριακό περιβάλλον, όταν για παράδειγμα μεταφράζει το γερμανικό Johannisbeerbaum με τη λέξη ριβισιά που προέρχεται από το αυστριακό συνώνυμο Ribisel17. Είναι επίσης σαφές ότι πρότυπο αποτελούν οι πολιτισμικές συνήθειες και τα αγαθά των παιδιών αστικών οικογενειών της Βιέννης, για παράδειγμα τα κουκλόσπιτα τους18 ή οι επισκέψεις με τον παιδαγωγό στο βασιλικόν ταμείον της φύσεως19. Ο Μιχαήλ Γεωργίου θέτει επίσης κοινωνικά όρια στη γλωσσική προσαρμογή, όταν στην «Αποθήκη των Παίδων» κατακεραυνώνει τη χρήση των λαϊκών τοπικών διαλέκτων (γερμανικά αχρεία και διεφθαρμένα) στο Βερολίνο και στη Βιέννη, και μεταγράφει με ελληνικό αλφάβητο ένα βιεννέζικο παράδειγμα καταρχήν σε διάλεκτο, στη συνέχεια στην κοινή/εκπαιδευτική Γερμανική και τέλος σε μετάφραση στα Ελληνικά: Σχιάου ιτζτ σάυνδ μερ νο εντερ ντερ Δάνε, αμπέρ ντάιφράου Μούετερ ισ σχια ντρέντερ ντερ Δάνε, αντίς: σίε ιτζτ σινδ βιρ νοχ ντιζ σάιτς ντερ Ντόναου, άμπερ ντάινε φράου Μούττερ ις σχιον γενσάιτς ντερ Ντόναου, το οποίον είναι εις την γλώσσαν μας: βλέπεις, τώρα είμεσθεν ημείς ακόμη εις ετούτο το μέρος του Δουνάβεως, η δε κυρία μητέρα σου είναι ήδη εις το πέραν μέρος του Δουνάβεως20. Δεν ωφελεί δηλαδή η εκμάθηση της περίφημης γλώσσας συναναστροφής και μάλιστα των λαϊκών αστικών στρωμάτων, στόχο αποτελεί η γλώσσα προφορικής και γραπτής επικοινωνίας των μεγαλοαστών εμπόρων και των δημοσίων υπαλλήλων.

Τους Βλάχους απασχολούσε επιπλέον το ερώτημα αν μέσα στις υπό διαμόρφωση γλωσσικές και εθνοτικές αναζητήσεις της αυτοκρατορίας των Αψβούργων θα επέλεγαν τη σύμπλευση με μια πληθυσμιακά ισχυρότερη ομάδα από αυτή των Ελλήνων, όπως αυτή των Ρουμάνων της Τρανσυλβανίας, αν θα πορεύονταν δηλαδή με βάση τη θρησκευτική παράδοση και την ελληνογλωσσία ή τη γλωσσική συγγένεια και τον ιδεολογικό τονισμό της λατινογένειας. Δεν πρέπει να είναι τυχαίο, πως οι πιο έντονες διαμάχες στις κοινότητες των Ελλήνων/Ρωμαίων και των Μακεδονο-βλάχων ως προς τη γλώσσα της λειτουργίας και την προέλευση των ιερέων αλλά και ως προς τη σύσταση ξεχωριστών σχολείων συναντώνται στην Ουγγαρία, όπου η επαφή με το τρανσυλβανικό στοιχείο είναι πιο διαδεδομένη και όπου η Λατινική είναι πανταχού παρούσα ακόμη και το 19ο αιώνα, ως γλώσσα αντίστασης των Ούγγρων στα γερμανικά αλλά και των υπολοίπων πληθυσμών στη διαμάχη για τη μαγυαροποίηση των χωρών του ουγγρικού στέμματος. Στην Πέστη, και με αφορμή την αντιπαράθεση για το ποια γλώσσα της λειτουργίας είναι πιο κατανοητή στους εκκλησιαζόμενους, διατυπώνεται από βλάχικης πλευράς και το επιχείρημα πως η δική τους γλώσσα συγγενεύει πιο πολύ με τη Ρουμανική απ' ότι τα Νέα με τα Αρχαία Ελληνικά21. Αντίθετα οι όποιες αντιπαραθέσεις στη Βιέννη γίνονται, από όσο είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε, σε χαμηλούς τόνους και επικρατεί η άποψη για σύμπλευση με τους Έλληνες, ενώ στην Τεργέστη μετά την αρχική ελληνο-σερβική αντιπαράθεση που χαρακτηρίζει τις περισσότερες πρώιμες εγκαταστάσεις, δεν φαίνεται να υπάρχουν ανάλογα προβλήματα22. Στις χώρες του ουγγρικού στέμματος άλλωστε τα ζητήματα κανονικοποίησης των γλωσσών είχαν σημαντική προϊστορία, μεταξύ άλλων και λόγω της σημαντικής επιρροής που ασκούσαν οι προτεστάντες λόγιοι και οι σχέσεις τους με τις προτεσταντικές γερμανικές χώρες. Μια μελέτη των επιδράσεων που άσκησε ο προτεσταντισμός στους ορθοδόξους της Ουγγαρίας θα βελτίωνε σημαντικά την κατανόηση των επιλογών τους στη διαμόρφωση των εθνικών γλωσσών23.
Η επιλογή των λύσεων σε περιπτώσεις γλωσσικού δανεισμού από τη μία γλώσσα στην άλλη επηρεαζόταν όχι μόνο από το άμεσο γλωσσικό περιβάλλον αλλά και από την έως τότε περιήγηση και γλωσσική βιογραφία των γραφόντων. Στο δεύτερο φύλλο των Βιεννέζικων «Ειδήσεων από τα Ανατολικά Μέρη» τον Ιούλιο του 181124, ο Ευφρόνιος Ραφαήλ Πόποβιτς, δημοσιεύει ελληνική περίληψη ενός νέου διατάγματος σχετικά με την αντικατάσταση παλαιών τραπεζογραμματίων με νέα. Χρησιμοποιούνται αντίστοιχα οι όροι Αϊνλέζουνγκςσίαϊνε (με γενική Αϊνλέζουνγκςσιαϊνίων, Einlösungs-Scheine) και Μπανκοτζέδουλαις (πληθυντικός της λέξης η μπανκοτζέδουλα). Ενώ στον πρώτο και νεότερο όρο ο μεταφραστής ακολουθεί πιστά τα γερμανικά (αποδίδεται ακόμη και το τελικό σ του πρώτου συνθετικού και το αρχικό φώνημα seh με το συνδυασμό ςσ), στο δεύτερο και παλαιότερο ακολουθεί μάλλον τη σλαβική/ουγγρική παραφθορά του σύνθετου ονόματος ιταλικής προέλευσης, bancocedula, και όχι την επίσημη γερμανική μορφή Banko-Zettel (βλ. και τη χρήση του απλού ονόματος τζέδουλα στα έγγραφα της κοινότητας της Πέστης)25.
Πέρα από τα φαινόμενα παράλληλης χρήσης γλωσσών και δανεισμού υπάρχει και το ζήτημα της επιλογής αλφαβήτου. Ο Θεόδωρος Στεριάδης, έμπορος από την Τάτα, εκδίδει το 1802 λειτουργικό βιβλίο στα Ουγγρικά και προτάσσει ξυλογραφική εικόνα της Αγίας Τριάδας και της Θεοτόκου με λεζάντα σε λατινογράμματη Ελληνική, ακολουθώντας τους κανόνες της Ουγγρικής για την απόδοση των ελληνικών φωνημάτων: Szirte isz olon ton kozmon kiryxete to Evangélion isz olin tin ktiszin. Opjosz pistévszi théli szothi kye opiosz den pisztévszi (sic) théli katakrithy26. To φαινόμενο της λατινογράμματης Ελληνικής συνδέεται κυρίως με τα χειρόγραφα των βενετοκρατούμενων περιοχών και τα φραγκοχιώτικα. Απαντάται στην εμπορική αλληλογραφία της ανατολικής Μεσογείου μέχρι και τον ύστερο 19ο αιώνα. Αλλά και όσοι ζούσαν σε άλλα περιβάλλοντα με ευρεία χρήση του λατινικού αλφαβήτου επηρεάζονταν και δεν δίσταζαν να το χρησιμοποιήσουν. Υπάρχουν βέβαια και δείγματα του αντιστρόφου φαινομένου, δηλαδή η απόδοση με ελληνικούς χαρακτήρες της Ουγγρικής. Στο ανέκδοτο «Ονομαστικόν εμπορικόν συλλεχθέν εκ διαφόρων αρχαιοτέρων Ελλήνων και Λατίνων συγγραφέων» ο Γεώργιος Ζαβίρας καταγράφει αλφαβητικά λέξεις του εμπορικού κλάδου και της ιατροφαρμακευτικής στα Αρχαία και Νέα Ελληνικά και στα Ουγγρικά με ελληνικούς χαρακτήρες27.

Σε μια αυτοκρατορία με κατά κύριο λόγο λατινογράμματη παράδοση η επιλογή του αλφαβήτου επηρεάζεται κυρίως από την προσπάθεια να μη χάσουν οι νεότεροι τελείως την επαφή με τη γλώσσα. Ωστόσο το αλφάβητο γίνεται καμιά φορά, ιδιαίτερα κατά τον 19ο αιώνα, όχημα για βαθύτερες αντιπαραθέσεις. Ένα παράδειγμα αποτελούν τα προβλήματα που ανακύπτουν σχετικά με τη χρήση του κυριλλικού αλφαβήτου και της παλαιοσλαβικής στα σχολεία της επικράτειας και μάλιστα στη Δαλματία. Η αυλική επιτροπή σπουδών (Studien-Hofkommission) αποφασίζει το 1836 να προχωρήσει στην ανανέωση των σχολικών βιβλίων θρησκευτικών των ορθοδόξων υπηκόων (Griechisch nicht unirt) στις αντίστοιχες ομιλούμενες γλώσσες: στη Δαλματία στην Ιλλυρική (Illyrisch, Σερβοκροατική λατινογράμματη, τουλάχιστον στην περίπτωση αυτή), στη Μπουκοβίνα στη Ρουμανική (Wallachisch), στη Γαλικία στη Ρωσική και Ρουθη-νική/«Ουκρανική» (Russisch und Russnjakisdr Galizien: τα εδάφη της Πολωνίας που περιήλθαν στην Αυστρία, αποκλήθηκαν αργότερα Μικρά Πολωνία και ανήκουν σήμερα εν μέρει στην Πολωνία και εν μέρει στην Ουκρανία) και τέλος για τους Έλληνες (Griechen) στη Νεοελληνική γλώσσα (Neugriechisch)28. Πόσο αργό ήταν το πέρασμα μέσα στην αυτοκρατορία από τις εθνοτικές ομάδες με κύριο γνώρισμα τη θρησκεία στις εθνοτικές ομάδες με κύριο γνώρισμα τη γλώσσα και κυρίως πόσο αργούσε να ενημερωθεί και να προσαρμοστεί ο κρατικός μηχανισμός περιγράφει για τους Σέρβους και Ρουμάνους ο Emanuel Turczynski29.

Ο μεταγενέστερος μελετητής μιας εθνοτικής ομάδας βρίσκεται αντιμέτωπος με ένα σύστημα επικοινωνίας, του οποίου η προφορική παράδοση διασώζεται μόνο μέσα από γραπτές πηγές, χωρίς να κατανοεί, καμιά φορά και χωρίς να αποδέχεται, τους κανόνες του. Η παράλληλη χρήση κοινωνικών και επαγγελματικών ιδιωμάτων αλλά και πληθώρας γλωσσικών μορφών και το πέρασμα από τη μια γλώσσα στην άλλη είναι ένα φαινόμενο, το οποίο αισθάνεται την υποχρέωση να εξηγήσει ή ακόμη και να στηλιτεύσει, ώστε να αποκαταστήσει τους ομιλητές αυτούς στα μάτια της εθνικής ομάδας. Χρησιμοποιώ ελληνικά παραδείγματα, το φαινόμενο είναι ωστόσο γνωστό από όλες τις αντίστοιχες γλωσσικές κοινότητες. Ο Μανουήλ Γεδεών, παρατηρητικός, ενημερωμένος αλλά και δηκτικός, μέμφεται το 1916 το κοινωνικό αλλά και γλωσσικό άλμα που αποτολμούν στις κατά Γεδεών αποικίες των Ελλήνων δυο γενιές μιας οικογένειας που κινούμενη προς Βορρά και καταλήγοντας στην Ουγγαρία ανελίσσεται κοινωνικά στη νέα πατρίδα. Ο πατήρ Διονύσιος (κατά κόσμον Δημήτριος) από τα Σέρβια που τελείωσε τη ζωή του ως επίσκοπος Βούδας (Βουδιμίου), πιθανότατα και ως μέλος της Άνω Βουλής της Ουγγαρίας30 , χρησιμοποιεί τα πρώτα χρόνια της ζωής του την ελληνική μορφή του πατρωνυμικού επιθέτου Παπαγιαννούσης. Στην καμπή του αιώνα περνάει μετά από μακροχρόνια παραμονή σε τόπους όπου η Ελληνική δεν κυριαρχεί και
πάντως ήδη στον πρώτο σταθμό των περιπλανήσεων του, το Βελιγράδι, στη μορφή Πόποβιτς. Το 1817 στα πλαίσια της εφαρμογής του νόμου που όριζε στους Έλληνες της Ουγγαρίας την υποχρεωτική χρήση οικογενειακού ονόματος αντί του πατρωνυμικού (που προξενούσε σύγχυση στις31 φορολογικές και άλλες αρχές) , οι Παπαγιαννούσηδες επιλέγουν πια την αποκλειστική χρήση του Πόποβιτς. Ο Γεδεών θεωρώντας πως στην αλλαγή του ονόματος προχώρησε ο γιος του Διονυσίου, Χαρίσιος, που από την Κοζάνη στάλθηκε να σπουδάσει στην Ουγγαρία (Σόπρον, Κέσμαρκ και Σάροσπατακ), για να καταλήξει στη Βιέννη, τον χαρακτηρίζει άθλιο και το όνομα Ευφρόνιος Ραφαήλ Πόποβικ (sic) ανερμήνευτο καρναβαλικό τύπο, εννοώντας, υποθέτω, και την αλλαγή του βαπτιστικού ονόματος32.
Στην προσπάθεια να επανορθώσει και να αποκαταστήσει το κύρος του Παπαγιαννούση-Πόποβιτς και κυρίως να καθησυχάσει εθνικές ανησυχίες, που μπορεί να είχε δημιουργήσει το σχόλιο του Γεδεών, ο συστηματικός μελετητής των μετακινήσεων από τη Νότια προς τη Βόρεια Βαλκανική, Ιωάννης Παπαδριανός, θυμίζει ορθά πως η αλλαγή του οικογενειακού ονόματος είχε ήδη συμβεί στην πρώτη γενιά και σε περιβάλλον όπου η παλαιοσλαβική και η σερβική υπαγόρευαν τις συμβάσεις της γραπτής εκφοράς33. Ερμηνεύει την αλλαγή του οικογενειακού ονόματος ως υποταγή σε σειρά καταναγκασμών κυρίως λόγω του περιβάλλοντος εξάσκησης του εμπορίου αλλά και των μικτών γάμων34 . Και σε παλαιότερο σύμμεικτο του περί Σιατιστινών στο Βελιγράδι, στο οποίο αξιοποιεί πληροφορίες του γνωστού έργου του Dusan Popovic, «Ο Cincarima» (Περί των Κουτσοβλάχων) -έργο με το οποίο επιχειρείται η καταξίωση των γλωσσικά κρυμμένων ένδοξων τέκνων μιας άλλης εθνοτικής ομάδας της Βαλκανικής- ο Παπαδριανός σημειώνει: Όπως θα είχε την ευκαιρία να διαπιστώσει ο αναγνώστης, τα περισσότερα επίθετα των Σιατιστινών αποδήμων στο Βελιγράδι, που αναφέραμε στην εργασία μας αυτή, λήγουν σε ic έχουν δηλαδή καθαρά την κατάληξη που φέρουν τα επώνυμα των Σέρβων. Το πράγμα ακριβώς αυτό αποτελεί ένα από τα πιο δύσκολα προβλήματα που έχει να αντιμετώπιση εκείνος που ασχολείται με την έρευνα των Μακεδόνων και των άλλων Ελλήνων που είχαν μεταναστεύσει κατά τους χρόνους της Τουρκοκρατίας στις βόρειες χώρες της Βαλκανικής. Ο νεώτερος δηλαδή ιστορικός πρέπει κατά την έρευνα του να προσέχη πολύ, γιατί κάτω από τα επώνυμα με τη σερβική κατάληξη ic κρύβονται πολλές φορές Έλληνες απόδημοι. Πώς όμως μπορεί να ερμηνευθή το φαινόμενο αυτό; Απλούστατα, οι περισσότεροι από τους συμπατριώτες μας απόδημους στις βόρειες βαλκανικές περιοχές, για λόγους καθαρά επαγγελματικούς, έδιναν στα επώνυμα τους την μορφή των επωνύμων της εθνικής ομάδας, η οποία αποτελούσε την πλειοψηφία των περιοχών αυτών, δηλαδή της σερβικής35. Το παράθεμα χαρακτηρίζεται από το βαθμηδόν πέρασμα από τους σιατιστινούς στους μακεδόνες, στη συνέχεια στους έλληνες απόδημους για να καταλήξει στους συμπατριώτες μας απόδημους, από την τοπική στην υπερτοπική, στην εθνική ταυτότητα και τέλος στη βασισμένη σε αυτήν συγκινησιακά φορτισμένη συγγένεια. Στον ιστορικό ανατίθεται το έργο της αποκάλυψης των κρυμμένων πίσω από άλλες γλώσσες και ονοματολογικούς τύπους μελών και της απόδοσης τους στην ομάδα που τους διεκδικεί.
Η κριτική της αλλαγής του οικογενειακού ονόματος επί το σερβικότερον ή της γλωσσικής προσαρμογής μέσα στην οικογένεια έχει μακρά παράδοση. Ήδη ο Γεώργιος Ζαβίρας επέκρινε την προσθήκη της κατάληξης βίτζι, την οποία απέδιδε στους γάμους Ελλήνων με σερβίδες γυναίκες36.
Αντίστοιχα φαινόμενα εντοπίζονται αργότερα σε μετακινήσεις Βλάχων σε περιοχές με ισχυρό σερβικό πληθυσμό37. Τα οικογενειακά ονόματα ή οι απαντήσεις σε στατιστικές δεν είναι όμως απλώς δείκτες ενός εξαιρετικού φαινομένου, της επαγγελματικής δηλαδή και κοινωνικής προσαρμοστικότητας των φορέων τους ή της συνειδητής αποδοχής κριτηρίων των κρατικών μηχανισμών ή των επιλογών ηγετών των εθνοτικών ομάδων38. Είναι έκφραση μιας κανονικότητας, της πολυγλωσσίας σε ατομικό, οικογενειακό και μικροκοινωνικό επίπεδο, φαινομένου πολύ πιο διαδεδομένου πριν την ανάδυση και πραγμάτωση των εθνικών ιδεολογιών απ' ότι μετά. Οι ιστορικοί των βαλκανικών εθνικών κρατών επιχείρησαν, μετά τη διάλυση των δυο αυτοκρατοριών στις οποίες είχαν ζήσει οι προγονοί τους, να κατανοήσουν ένα τόσο πολύπλοκο φαινόμενο όπως είναι η ρευστότητα των γλωσσικών και ταυτοτικών επιλογών, με εργαλεία που δεν μπορούσαν να καλύψουν την ευρύτητα του, όπως η μορφή των ονομάτων, και βέβαια χωρίς την απαιτουμένη γλωσσική επάρκεια, την οποία σήμερα μπορεί να προσφέρει μόνο μια ομάδα και όχι μεμονωμένες ερευνητικές προσπάθειες39. Με την απόδοση αποδεικτικής αξίας σε πολύ συνοπτικούς τύπους κειμενικών πηγών, όπως οι κατάλογοι συνδρομητών, οι λίστες υπογραφών κοινοτικών εγγράφων και οι επιτύμβιες επιγραφές, θέλησαν να εντάξουν, πολλές φορές με αντικρουόμενα αποτελέσματα, τους κατοίκους των εμπορικών εγκαταστάσεων στη μία ή την άλλη εθνότητα. Όπως όμως επιχείρησα να σκιαγραφήσω η ερμηνεία της γλωσσικής επιλογής ως αμετάβλητης σταθεράς και η εκπόρευση από αυτήν εθνικών επιλογών είναι προβληματική ειδικά σε ομάδες που και στο εσωτερικό τους, λόγω της παράδοσης στον τόπο προέλευσης, αλλά και στη συνύπαρξη τους με τις ομάδες που συναντούν στον τόπο εγκατάστασης χαρακτηρίζονται από λειτουργική πολυγλωσσία. Οι μονογλωσσικές ερμηνείες καταλήγουν τελικά να επιβάλλουν στην εναλλασσόμενη χρήση ποικίλων γλωσσικών μορφών, όπως αυτή απαντάται σε κράτη και κοινωνίες όπου οι γλωσσικοί αλλά και κοινωνικοί καταναγκασμοί ακολουθούσαν μια διαφορετική γλωσσική οργάνωση, τους κανόνες των ιδεατών μονόγλωσσων κοινωνιών που φαντάστηκαν οι εμπνευστές των εθνικών κρατών.

 

ΜΑΡΙΑ Α. ΣΤΑΣΙΝΟΠΟΥΛΟΥ
ΒΑΛΚΑΝΙΚΗ ΠΟΛΥΓΛΩΣΣΙΑ ΣΤΗΝ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΑΨΒΟΥΡΓΩΝ ΤΟΝ 18ο ΚΑΙ 19ο ΑΙΩΝΑ
ΕΝΑ ΓΟΗΤΕΥΤΙΚΟ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ ΚΑΙ ΟΙ ΔΥΣΚΟΛΙΕΣ ΤΩΝ ΕΘΝΙΚΩΝ ΙΣΤΟΡΙΟΓΡΑΦΙΩΝ

Διασπορά-Δίκτυα-Διαφωτισμός. Τετράδια Εργασίας, Τόμ. 28, Αθήνα 2005
Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνών Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών

 

1. Εξαιρετική εισαγωγή στο φαινόμενο της πολυγλωσσίας εξακολουθεί να αποτελεί η μελέτη του Mario Wandruszka, Die Mehrsprachigkeit des Menschen, Μόναχο 1979. Για μια σύγχρονη προσέγγιση της αλλαγής του συσχετισμοί) δυνάμεων μεταξύ διαφόρων γλωσσικών ομάδων και της επίδρασης της στις ατομικές/οικογενειακές γλωσσικές επιλογές βλ. David D. Laitin, Language repertoires and state construction in Africa, Κέμπριτζκαι Νέα Υόρκη 1992, ιδιαίτερα κεφ. 3 «Do language outcomes matter?», βλ. και του ιδίου, Identity in formation: the Russian-speaking populations in the near Abroad, Ίθακα, Ν. Y. 1998, κυρίως κεφ. Ι «Α Theory of political identities».
2. Για την πολυγλωσσία στην αυτοκρατορία των Αψβούργων βλ. ενδεικτικά από την πλευρά της πολιτισμικής ιστορίας Peter Stachel, «Ein Staat, der an einem Sprachfehler zugrunde ging. Die "Vielsprachigkeit" des Habsburgerreiches und ihre Auswirkungen», στο: Johannes Feichtinger/Peter Stachel (επιμ.), Das Gewebe der Kultur. Kulturwissenschaftliche Analysen zur Geschichte und Identität Österreichs in der Moderne, Ίνσμπρουκ 2001, 11-45. Ο Stachel προτείνει τρόπους για να κατανοήσουμε πως ένα σημαντικό κεφάλαιο της πολιτικής και πολιτισμικής ευελιξίας του τεράστιου αυτοΰ κράτους υπονομεύτηκε τον 19ο αιώνα από τις διεθνείς και εσωτερικές μεταλλάξεις στις αντιλήψεις περί έθνους και γλώσσας αλλά και από τον χαρακτήρα δήλωσης εθνικού φρονήματος, που άρχισε να αποδίδεται στη χρήση μιας γλώσσας. Για τη σημασία της διαχρονικής προσέγγισης της πολυγλωσσίας από τη σκοπιά της ιστορικής κοινωνιογλωσσολογίας βλ. Rosita Rindler Schjerve, «Diglossie als diskursives Herrschaftskonstrukt. Überlegungen zur Beschreibung diachroner Mehrsprachigkeit», Sociolinguistica 14 (2000), 42-49, όπου και βιβλιογραφία σχετικά με την πολυγλωσσία των ρομανόφωνων κατοίκων της αυτοκρατορίας. Βλ. τώρα και της ιδίας (επιμ.), Diglossia and power: language policies and practice in the 19th century Habsburg Empire, (Language, power and social process 9) Βερολίνο κ.α. 2003.
3. Βλ. Dieter Kimpel, Mehrsprachigkeit in der deutschen Aufklärung (Studien zum achtzehnten Jahrhundert 5) Αμβούργο 1985.
4. Για τη γλωσσική φιλοσοφία του Wilhelm von Humboldt βλ. έκδοση απάντων Leitzmann, Βερολίνο 1903-1936, ανατυπ. Βερολίνο 1968 (ενδεικτικά «Über den Nationalcharakter der Sprachen», τ. 4, 420-435 και «Über Denken und Sprechen», τ. 7, 581-583). Βλ. και το πρόγραμμα για τη νέα έκδοση των γλωσσολογικών του έργων στην ηλεκτρονική διεύθυνση http://www-gewi.kfunigraz.ac.at/humboldt/home.html όπου και αναλυτική βιβλιογραφία.
5. Βλ. για παράδειγμα την εξέλιξη στην τρίγλωσση (Γερμανικά, Ουγγρικά, Σλοβακικά) πόλη Preßburg (σημερινή Μπρατισλάβα), Elena Mannova, «Die Preßburger Deutschen und ihre Vereine im 19. Jahrhundert. (Vornationale Identität im multiethnischen urbanen Raum)», στο: Wynfried Kriegleder-Andrea Seidler-Josef Tancer (επιμ.), Deutsche Sprache und Kultur im Raum Preßburg, Βρέμη 1999, 65-82.
6. Μτφ. Μ.Α.Σ. από Carl Techet (1877-1920), Das ewige Österreich (από τον τόμο Vom toten Österreich, Λειψία 1922), βλ. Stachel, Ein Staat, 26: Fassungslos saß derk. k. Beamte Schneider einst vor einem Fragebogen der Volkszählung, auf dem sich die rätselhafte Rubrik «Umgangsprache» befand. Das unheimliche Wort «Nationalität» war ja wieder glücklich vermieden worden -aber die Ausforschung nach der Umgangsprache lastete doch schwer auf ihm. Wie sollte er antworten? Zuhause sprach er polnisch und manchmal ein wenig deutsch; mit Bekannten, Verwandten und im Amte beide Sprachen und auch ruthenisch und rumänisch. Der Vorstand meinte, er könnte «polnisch» schreiben, denn im Amte und im Kaffeehaus hat man keinen Umgang und daher keine Umgangsprache- «weil sitzt man immär». Herr Schneider wollte es jedoch mit keiner Seite verschütten und schrieb deshalb in der Rubrik Umgangsprache «Neutral! Ist sich nicht jedoch gleich, wechselt». (Το γερμανικό κείμενο επιχειρεί να αποδώσει τη σύγχυση και τον εκνευρισμό με γλωσσική ασάφεια και την πολυγλωσσία των ίδιων των υπαλλήλων με τη χρήση διαλεκτισμών. Αντιμέτωπος με το πιεστικό ερώτημα ο κ. Σνάιντερ επιλέγει την ουδετερότητα και αρνείται να ταυτιστεί με μία γλώσσα).
7. Βλ. Allgemeines Verwaltungsarchiv (AVA), Unterricht, Karton 890, Studien-Hofkommission, Griechische-Protestantische Schulbücher, 24/F Lehrbücher Griechisch nicht unirt, 33 ex 1835 ad 4.812, ff 22-27, εδώ f. 23 r. Ευχαριστώ την κυρία Sabine Bohmann για τη βοήθεια της στη διασταύρωση των αρχειακών καταλόγων.
8. Για την πολυγλωσσία των βαλκάνιων εμπόρων και τις στρατηγικές των λογίων και δασκάλων στο αυστροουγγρικό περιβάλλον βασικά βοηθήματα αποτελούν οι μελέτες της Όλγας Κατσιαρδή-Hering, «Χριστόφορος Φιλητάς. Σκέψεις για τη διδασκαλία της γλώσσας», Μνήμων 12 (1989), 9-42, «Εκπαίδευση στη Διασπορά. Προς μια παιδεία ελληνική ή προς θεραπεία της πολυγλωσσίας;», στο: Νεοελληνική Παιδεία και Κοινωνία. Πρακτικά Διεθνούς Συνεδρίου αφιερωμένου στη μνήμη του Κ. Θ. Δημαρά, Αθήνα 1995, 153-177, «Εκπαίδευση και διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας στην ελληνική διασπορά», στο: Η γλωσσική εκπαίδευση των Ελλήνων μεταναστών στην Ευρώπη, Αθήνα 1997, 15-22.
9. Βλ. εδώ Κατερίνα Παπακωνσταντίνου, «Όταν ο μετανάστης ήταν έμπορος», 86.
10. Βλ. ειδικά για τη Ζέμονα, Ιωάννης Α. Παπαδριανός, Οι Έλληνες πάροικοι τον Σεμλίνου, Θεσσαλονίκη 1988, 128.
11. Βασιλική Σειρηνίδου, Η ελληνική εγκατάσταση στη Βιέννη 1780-1820. Μεταπτυχιακή εργασία, Πανεπιστήμιο Αθηνών 1998, 83, 86-89 και της ιδίας, Έλληνες στη Βιέννη. Διδακτορική διατριβή, Πανεπιστήμιο Αθηνών 2002, 273 κ.εξ.
12. Βλ. Κατσιαρδή-Hering, «Εκπαίδευση στη Διασπορά».
13. Ενδιαφέροντα ερωτήματα σχετικά με το θέμα αυτό χωρίς όμως ικανοποιητικές πάντοτε απαντήσεις βλ. στο σύντομο άρθρο της Gabriella Schubert, «Sprache, Identität, Sprachwechsel», Sociolinguistica 14 (2000), 135-141, εδώ 140-141.
14. Έντεν Φιούβες, «Ένα άγνωστο χειρόγραφο του Γεωργίου Ζαβίρα στη βιβλιοθήκη του Σαιντέντρε της Ουγγαρίας: "Θέματα όπου επαρέδιδεν ο Γεώργιος Ζαβίρας τω τότε μαθητή αυτοί) Κωνσταντίνω Εμμανουήλ"», Μακεδόνικα 6 (1964-65), 99-105. Βλ. τοΌ ιδίου και «G. Zaviras Übersetzer von Cornelius Nepos», Ο Ερανιστής 2 (1964), 60-63.
15. Η βιβλιοθήκη του αγοράστηκε από τον Δημήτριο Ποστολάκα, βλ. Γεώργιος Λαδάς - Αθανάσιος Χατζηδήμος, Ελληνική Βιβλιογραφία. Συμβολή στο δέκατο όγδοο αιώνα, Αθήνα 1964, κδ' .
16. Βλ. Max Demeter Peyfuss, «Aromunen um Kopitar», στο: Walther Lukan (επιμ.), Bartholomäus (Jemej) Kopitar. Neue Studien und Materialien anläßlich seines 150. Todestages, Βιέννη κ.α. 1999, 71-85, για τον Γκίκα 77-79.
17. Δημήτριος Ν. Δάρβαρις, Διάλογοι Γραικογερμανικοί χάριν των μικρών παιδιών των εν τη επικράτεια του Καίσαρος παροικούντων ομογενών, Βιέννη 1809 (Ηλιου, Ελληνική Βιβλιογραφία 19οναι. τ. 1, λ. 1809.16), 60-61.
18. Ό.π., 28 κ.εξ.
19. Δημήτριος Ν. Δάρβαρις, Οικιακή διδασκαλία της φύσεως χάριν των μικρών παιδίων και κορασιών εκδοθείσα, Βιέννη 1810 (Ηλιου, Ελληνική Βιβλιογραφία 19ου αι. τ. 1, λ. 1810.36), 281. Πρόκειται για τα «Vereinigten k. u. k. Naturalien-Cabinete», όπως ονομάστηκαν το 1810 οι αυτοκρατορικές ζωολογικές και βοτανολογικές συλλογές για να εξελιχθούν στη συνέχεια στο Μουσείο Φυσικής Ιστορίας.
20. Μιχαήλ Γεωργίου, Αποθήκη των Παίδων εις μεταχείρισιν των μανθανόντων την κοινήν γραικικήν γλώσσαν, Βιέννη 1809 (Ηλιου, Ελληνική Βιβλιογραφία 19ου αι. τ. 1, λ. 1809.4), 204.
21. Τα έγγραφα παρουσιάζονται στην ανέκδοτη διατριβή του Ödön Füves (Βουδαπέστη 1972), την οποία συμβουλεύτηκα στην ανέκδοτη γερμανική μετάφραση Andrea και Wolfram Seidler, Die Griechen in Pest (1686-1931), 154.
22. Για τα θέματα αυτά βλ. Κατσιαρδή-Hering, «Εκπαίδευση στη Διασπορά». Βλ. και Gunnar Hering, «Der Konflikt zwischen Griechen und Walachen in der Pester orthodoxen Gemeinde», του ιδίου (επιμ.), Dimensionen griechischer Literatur und Geschichte. Festschrift für Pavlos Tzermias zum 65. Geburtstag (Studien zur Geschichte Südosteuropas 10), 161-175, και για την Πέστη τα σχετικά με τις αντιπαραθέσεις αναλυτικότατα κεφάλαια στην ανέκδοτη διατριβή του Füves.
23. Βλ. ενδεικτικά τη βιογραφία του Καλβίνου του Ζαβίρα, Erik Haupt, «Zaviras' Calvin Biographie», στο: Günther S. Henrich (επιμ.), Evgenios Vulgaris und die Neugriechische Aufklärung in Leipzig. Konferenz an der Universität Leipzig 16.-18. Oktober 1996, Λειψία 2003, 68-75.
24. Βλ. πρόχειρα φωτογραφία στο Ιωάννης Α. Παπαδριανός, «Ένας μεγάλος Μακεδόνας απόδημος: Ευφρόνιος Ραφαήλ Παπαγιαννούσης-Πόποβιτς», στο: Πνευματικοί άνδρες της Μακεδονίας κατά την Τουρκοκρατίαν, Μακεδόνικη Λαϊκή Βιβλιοθήκη 23, 109-133, εικ. 4, 122.
25. Βλ. μια πρώτη καταγραφή γλωσσικών δανεισμών στο Ödön Füves, «A Pesti Görögök nyelve», Antik Tanulmànyok. Studia Antiqua 16 (1996), 93-94. Αναλυτικότερα τεκμήρια βλ στην ανέκδοτη διατριβή του Füves. Πρβλ. και Παπακωνσταντίνου, Βαλκάνιοι έμποροι στην Κεντρική Ευρώπη κατά το β' μισό του 18ου αιώνα: το παράδειγμα της οικογένειας Πόνδικα, μεταπτυχιακή εργασία Πανεπιστήμιο Αθηνών 1997, υποσ. 266, Magyarorsâgos Levéltar, E 599 Pondika Sândor és Konstantin irathagytéka, 2/16/204 (25.07.1790): κατά την τζέτουλαν του Ντεμπρετζινίου. Την 1η Μαρτίου 1811 είχαν εισαχθεί νέα τραπεζογραμμάτια (Einlösungsscheine) και ακολούθησε η σταδιακή απόσυρση παλαιότερων (Wiener Banko-Zettel).
26. Evangyeliomok és epistolâk [...], βλ. Σπυρίδων Λάμπρος, «Η Βιβλιοθήκη της ελληνικής κοινότητος Βουδαπέστης και οι εν τη πόλει αυτή σωζόμενοι ελληνικοί κώδικες», Νέος Ελληνομνήμων 8 (1911), 72-73. Ο Λάμπρος σκόπευε να δωρίσει ένα αντίτυπο στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος, δεν μπόρεσα να το εντοπίσω στους καταλόγους. Δύο αντίτυπα βρίσκονται στην Κρατική Βιβλιοθήκη στη Βουδαπέστη (Orszagos Széchenyi Könyvtar) και πρόκειται να περιληφθούν στη νέα βιβλιογραφία του 19ου αιώνα. Ευχαριστώ για τη βοήθεια τους τον γενικό διευθυντή κ. Istvan Monok και τον επιστημονικό συνεργάτη κ. Ferenc Toth.
27. Βλ. παραδείγματα από τα έργα του Ζαβίρα, ΙατρικαίΠαραινέσεις, Πέστη 1787 και «Ονομαστικόν Εμπορικόν», ανεκδ. χφ. τον 1785 στο Ανδρέας Horvath, Η ζωή και τα έργα του Γεωργίου Ζαβίρα (Ουγγροελληνικαί μελέται διευθυνόμεναι υπό Ιουλίου Moravcsik), Βουδαπέστη 1937, 39 και 61-62. Στο ονομαστικό εμπορικό χρησιμοποιεί κατά τον Horvath και γερμανικές και τουρκικές λέξεις. Για το θέμα της χρήσης διαφόρων αλφαβήτων βλ. καταρχήν Μαρία ΝυσταζοποχιλοΌ-Πελεκίδου, «Ξενόγλωσσα κείμενα με ελληνική γραφή», Ο Ερανιστής 10/11 (1972/73), 69-111.
28. Allgemeines Verwaltungsarchiv (AVA), Unterricht Karton 890, Studien-Hofkommission, Griechische-Protestantische Schulbücher, 24/F Lehrbücher Griechisch nicht unirt, 29 ex Juni 1836, 3.829/1836, f. 32r: Präsidial-Erinnerung, 210 ex Dezember 1839 8.388/1839, f. 34-55.
29. Emanuel Turczynski, Konfession und Nation. Zur Frühgeschichte der serbischen und rumänischen Nationsbildung (Geschichte und Gesellschaft 11), Ντύσελντορφ 1976, κυρίως 188 κ.εξ.
30. To 1792 απέκτησαν και οι επίσκοποι της ελληνορθόδοξης εκκλησίας δικαίωμα έδρας και ψήφου στην Άνω Βουλή (Magnatentafel), βλ. Moritz Csaky, Von der Aufklärung zum Liberalismus. Studien zum Friihliberalismus in Ungarn (Österreichische Akademie der Wissenschaften, Veröffentlichungen der Kommission für die Geschichte Österreichs 10), Βιέννη 1981,42-43.
31. Βλ. Ödön Füves, «Die Namen der Pester Griechen», Acta Linguistica Academiae Scientiarium Hungaricae 21/1-2 (1971), 121-8 και κυρίως 125-6, και Füves, Griechen (1972, αδημ. διδακτορική διατριβή), 490.
32. Εκκλησιαστική Αλήθεια, έτος 36, αρ. 14, 30 Ιουλίου 1916, 112 («Ιστορίαι από σκυβάλων. Άθροισμα πρώτον-αποικίαι»).
33. Παπαδριανός, Πάροικοι, 163-164, βλ. και Παπαδριανός, «Παπαγιαννούσης-Πόποβιτς», 112-13 και 119-20.
34. Παπαδριανός, Πάροικοι, 35-6 και 74-5.
35. Ιωάννης Α. Παπαδριανός, «Για μερικούς άγνωστους Σιατιστινοΰς απόδημους στο Βελιγράδι κατά τα έτη 1826 και 1845», Μακεδόνικα 13 (1973), 436-439, εδώ 438.
36. Horvath, Ζαβίρας, 37.
37. Mil. S. Filipovic, «Cincari u Velesu» (= Οι Κουτσόβλαχοι των Βελεσών), Juzni Pregled (Σκόπια) sv. 5 (Μαΐου 1936), 173-180, Βαλκανική Βιβλιογραφία (1976, εκδ. 1979) Παράρτημα, 317-328, εδώ 327.
38. Για τα ονόματα των διαφόρων εθνοτήτων, βαπτιστικά και οικογενειακά, βλ. και Fuves, «Die Griechen in Pest».
39. Δείγματα αυτού του προβλήματος βλ. στη βιβλιογραφία του Χαράλαμπου Γ. Χοτζάκογλου, Ελληνικά Χειρόγραφα και Παλαιότυπα στη Σερβική Ορθόδοξη Βιβλιοθήκη τον Αγίου Ανδρέα (Szentendre) Βουδαπέστης, Τετράδια Εργασίας ΚΝΕ/ΕΙΕ 24, Αθήνα 2002, όπου τα χφ. σημειώματα σε άλλες γλώσσες δεν εκδίδονται. Βλ. χαρακτηριστικά σ. 89: Στις τέσσαρες πρόσθιες και στις τρεις τελευταίες λευκές σελίδες χειρόγραφοι λειτουργικοί ύμνοι ρουμανιστί και γραμμένοι στο κυριλλικό αλφάβητο- οι τρεις σελίδες εξ αυτών φέρουν επίτιτλα στα ελληνικά: «Κατανυκτικά εις τα βλάχικα», «ω του παραδόξου θαύματος» και «όλην αποθεμένοι». Βλ. passim και άλλα μικρότερα σημειώματα σερβιστί και γερμανιστί, τα οποία επίσης δεν εκδίδονται. Στην περίπτωση του λ. 49 πρόκειται μάλλον για κείμενα γραμμένα σε κάποιο από τα μικτά αλφάβητα με πρόσθετα διακριτικά που δοκιμάζονταν τον ύστερο 18ο και τον πρώιμο 19ο αιώνα για την απόδοση της αρομουνικής, βλ. εικ. 13, 220. Για τα αλφάβητα βλ. Μίλτος Γαρίδης, «Ο μητροπολίτης Παΐσιος και η βλάχικη επιγραφή του Κλεινοβού: αλφάβητο και εθνικό πρόβλημα», Τα Ιστορικά 2/3 (Μάιος 1985), 183-203, και Agathoklis Azelis, «Versuche zur Verschriftlichung des Aromunischen um die Wende vom 18. zum 19. Jahrhundert», Das achtzehnte Jahrhundert und Österreich 10 (1995), 72-83, βλ. π.χ. σ. 78 σύντομη περιγραφή του συστήματος του Κωνσταντίνου Ουκούτα, ιερέα στο Πόζναν, που εκδόθηκε το 1797. (Το βιβλίο που περιγράφεται στο λ. 49 δέθηκε το 1784, βλ. Χοτζάκογλου, ό.π. 89 και 216, εικ. 8).

8