Βλάχοι και ελληνισμός

Μιχαήλ Γ. ΤρίτοςΤου Μιχαήλ Γ. Τρίτου, Κοσμήτορος Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ.

Οι ραγδαίες κοινωνικοπολιτικές εξελίξεις και εθνικιστικές εκρήξεις, οι οποίες παρατηρούνται τα τελευταία χρόνια στα Βαλκάνια, έφεραν στην επικαιρότητα και το θέμα των Βλάχων της Βαλκανικής. Ένα θέμα που πυροδοτείται έντεχνα από γνωστούς προπαγανδιστικούς κύκλους της Ρουμανίας και των Σκοπίων.

Απαράδεκτες ήταν οι πρόσφατες δηλώσεις του Προέδρου της Ρουμανίας Basescu, που ταυτίζει τους Βλάχους της Βαλκανικής με τη ρουμανική διασπορά. Στο θέμα αυτό είμαστε υποχρεωμένοι να δώσουμε την πρέπουσα απάντηση.
Για την επιστημονική έρευνα το θέμα είναι λελυμένο. Οι Βλάχοι είναι αυτόχθονες Έλληνες εκλατινισμένοι. Είναι οι λατινόφωνοι υπήκοοι της άλλοτε απέραντης ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Ονομάζονται συνήθως και Αρωμούνοι. (Αρωμούνος από το προθετικό α και το λατινικό romanus, σημαίνει τον υπήκοο του ρωμαϊκού κράτους, τον ρωμάνον, ρωμαίον, ρωμιόν).


Οι Βλάχοι αυτοαποκαλούμενοι Armani δεν κάνουν τίποτε άλλο από το να αυτοαποκαλούνται ρωμηοί στη γλώσσα τους. Αυτός ο όρος δεν έχει καμιά σχέση με το Ρουμούνοι ή Ρωμάνοι, που είναι το εθνικό όνομα των σημερινών ρουμάνων, γιατί αυτό το όνομα μόλις πριν εκατό χρόνια το απέκτησαν οι γείτονές μας, όταν κέρδισαν την εθνική τους ανεξαρτησία. Αντίθετα το Armani των Βλάχων προϋπήρχε από τότε που αναγνωρίστηκαν ως ρωμαίοι πολίτες όλοι οι υπήκοοι της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.

Η άποψη των Ρουμάνων ότι οι Βλάχοι κατέβηκαν στη Μακεδονία, Ήπειρο και Θεσσαλία από την πέρα του Δουνάβεως Δακία είναι απαράδεκτη για τους εξής λόγους:

• Η ρωμαϊκή κατάκτηση στην Ήπειρο προηγήθηκε κατά 300 χρόνια εκείνης της Δακίας.

• Η φημολογούμενη κάθοδος από τη Δακία στερείται ιστορικών ερεισμάτων. Η σχετική αναφορά της ρουμανικής προπαγάνδας στους βυζαντινούς χρονογράφους Κεκαυμένο και Χαλκοκονδύλη είναι παρωχημένη και έχει ανατραπεί. Άλλωστε δεν έχουμε στα αρχαία, βυζαντινά και νεώτερα κείμενα ιστορικές πληροφορίες για μαζική μετακίνηση και εγκατάσταση ενός τόσου πολυπαθούς στοιχείου. Αν συνέβαινε κάτι τέτοιο σίγουρα θα μνημονευόταν, όπως συνέβη με άλλα ανάλογα φαινόμενα σε μικρότερες ομάδες ανθρώπων.

O S. Dragomir αναφέρει ότι ούτε οι ιστορικές πηγές που αναφέρονται στο βουλγαρικό έδαφος, ούτε εκείνες στη Σερβία δεν μας έχουν διασώσει κάποια ιστορική μαρτυρία για μετακινήσεις ρουμανικού πληθυσμού. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι οι Ρωμαίοι δεν θα επέτρεπαν ποτέ σε ανυπότακτους εχθρούς να εγκατασταθούν στην καρδιά της Βαλκανικής αντί να τους απωθήσουν πέραν του Δουνάβεως.

Η άλλη άποψη ότι οι Βλάχοι εκδιώχθηκαν από τους Σλαύους και κατέβηκαν στις οροσειρές της Πίνδου, του Βερμίου και του Βαρνούντος δεν ευσταθεί, γιατί οι βλαχικοί ορεινοί οικισμοί προϋπήρχαν της εγκαταστάσεως των Σλάβων στα Βαλκάνια.

• Η Μακεδονία έδωσε την Πέμπτη –και όχι μόνον- λεγεώνα, η οποία ενώνοντας τη λόγχη της με εκείνες των ρωμαϊκών λεγεώνων εκπόρθησε το βασίλειο των σκληροτράχηλων Δακών. Το γεγονός αυτό καθιστά απίθανη την άποψη ότι οι νεοκατακτημένοι Γετοδάκες έμαθαν στους Μακεδόνες, παλιούς υπηκόους και στρατιώτες των Ρωμαίων, τη γλώσσα των τελευταίων.

• Εύγλωττη είναι η πληροφορία του Ιωάννου Λυδού, βυζαντινού χρονογράφου του στ’ αι., ο οποίος βεβαιώνει ότι στα χρόνια του οι περισσότεροι κάτοικοι της Βαλκανικής είναι Έλληνες και μιλούν τη γλώσσα των Ιταλών, δηλ. τη λατινική. Το Σχετικό χωρίο του Ιωάννου Λυδού έχει ως εξής: «Νόμος αρχαίος ην πάντα μεν τα οπωσούν πραττόμενα παρά τοις Επάρχοις, τάχα δε και ταις άλλαις των αρχών, τοις Ιταλών εκφωνείσθαι ρήμασιν… τα δε περί την Ευρώπην (δηλ. χερσόνησο του Αίμου) πραττόμενα πάντα την αρχαιότητα διεφύλαξεν εξ ανάγκης, διά το τους αυτής οικήτορας, καίπερ Έλληνας εκ του πλείονος όντας, τη των Ιταλών φθέγγεσθαι φωνή και μάλιστα τους δημοσιεύοντας». Το χωρίο αυτό, πέραν της γλωσσικής, ότι δηλ. οι Έλληνες ομιλούν λατινικά, ενέχει και εθνολογική σημασία, γιατί αποδεικνύει τόσο την πληθυσμιακή υπεροχή του ελληνισμού στο χώρο της Χερσονήσου του Αίμου όσο και την λατινοφωνία Ελλήνων.

• Οι έρευνες του ανθρωπολόγου Άρη Πουλιανού στον ελληνικό χώρο και του Ρώσου Μ. Β. Σεργκιέβσκι στην περιοχή του Δουνάβεως απέδειξαν ότι οι Βλάχοι του ελληνικού χώρου είναι αυτόχθονες και δεν έχουν καμιά ομοιότητα με τους ανθρώπους του Δούναβη και του Αίμου.

• Η προσπάθεια να αποδειχθεί ότι οι Βλάχοι της Μακεδονίας, Ηπείρου και Θεσσαλίας ήρθαν από τη Δακία είναι λογικά ακατανόητη και πρακτικά ασύμφορη. Ούτε λογικό ούτε εύλογο είναι να παραδεχθούμε ότι οι Ρουμάνοι άφησαν τις πλούσιες και εύφορες πεδιάδες της Δακίας και ήλθαν να αποικίσουν τις άγονες και πετρώδεις περιοχές των μακεδονικών και ηπειρωτικών ορέων. Όπως παρατηρεί ο καθηγητής Αγαπητός Τσοπανάκης «δεν ξεσηκώνεται κανείς από την ευλογία της Ρουμανίας για να τυραννιέται στα κατσάβραχα της Πίνδου και του Βοΐου». Άλλωστε, ασχέτως του βαθμού γλωσσικής συγγένειας των Βλάχων και των Ρουμάνων, η διαφορετική οικονομική και κοινωνική τους εξέλιξη για δώδεκα περίπου αιώνες διαφοροποίησε τις δύο ομάδες οριστικά.

Η διασπορά των Βλάχων σε όλη σχεδόν την Βαλκανική, αλλά και την Ευρώπη, παρατηρείται με την έναρξη της κυριαρχίας των Οθωμανών στη Βαλκανική. Ευνοήθηκε από την επίδοσή τους σε ορισμένα προσοδοφόρα επαγγέλματα. Οι Βλάχοι διαπρέπουν ως έμποροι, τραπεζίτες, εφοπλιστές, επιστήμονες, κυρίως ιατροί, ως άνθρωποι των τεχνών και των γραμμάτων. Εντάσσεται η διασπορά αυτή στο γενικότερο πλάνο της ελληνικής διασποράς, η οποία κατά τον ιζ’ αι. λαμβάνει μεγάλες διαστάσεις.

Χαρακτηριστική είναι η δήλωση του καθηγητού του Πανεπιστημίου του Βελιγραδίου Dusan Popovic: «αναμφισβήτητα οι Αρμάνοι (Βλάχοι) αισθάνονταν Έλληνες και ήσαν πράγματι οι φορείς της γλώσσας, του τρόπου ζωής, του πνεύματος των Ελλήνων, στον δυτικό κόσμο και στις χώρες μας».

Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Ιωάν. Παπαδριανός, ο οποίος ερευνώντας τον χώρο της νοτιοσλαβίας συμπεραίνει: «Ανεξάρτητα από τη γλώσσα που μιλούσαν, οι Κουτσόβλαχοι απόδημοι έδειξαν με τις πράξεις ότι η εθνική τους συνείδηση ήταν ελληνική και μάλιστα έντονη. Έτσι τους βλέπουμε να υπερηφανεύονται για την ελληνική τους καταγωγή, να αναφέρονται συχνά στο ένδοξο ελληνικό παρελθόν και να μνημονεύουν τα μεγάλα ονόματα της αρχαίας Ελλάδας (Όμηρο, Αριστοτέλη, Θερμοπύλες, κ.α.) και των Πατέρων της Εκκλησίας (Ιωάννη Χρυσόστομο, Γρηγόριο Ναζιανζινό, κ.α.). Επίσης βοηθούν ποικιλότροπα τους αγώνες που διεξήγαν οι Έλληνες, για να απελευθερωθούν από τον τουρκικό ζυγό και παρακολουθούν με ζωηρό ενδιαφέρον καθετί που συμβαίνει στην Ελλάδα».

Το συμπέρασμα που βγαίνει είναι ότι κάθε αναφορά στους Βλάχους των Βαλκανίων σημαίνει τους Βλαχοφώνους Έλληνες, οι οποίοι κυρίως μετά την καταστροφή της Μοσχοπόλεως το 1769 κατακλύζουν τα Βαλκάνια, όπου δημιουργούν μικρούς και μεγάλους βλαχικούς οικισμούς. Η ιστορία των βλάχικων πληθυσμών αποτελεί σημαντικό κεφάλαιο της βαλκανικής διαστάσεως της ρωμιοσύνης. Όλοι άλλωστε οι Βλάχοι που κατοικούν σήμερα στην Αλβανία, τα Σκόπια, τη Σερβία, τη Βουλγαρία και τη Ρουμανία (κυρίως στην περιοχή της Δοβρουτσάς) διατηρούν τη συνείδηση ότι προέρχονται από την Ελλάδα.

Επειδή όμως «αι ημέραι πονηραί εισίν» (Εφες. δ’, 17), απαιτείται και στο θέμα αυτό ετοιμότητα, εγρήγορση, περίσκεψη και γνώση. Σε καμιά περίπτωση δεν πρέπει να συμβεί με το Βλαχικό ό,τι συνέβη με το Μακεδονικό. Η πείρα του παρελθόντος απέδειξε ότι ποτέ δεν πρέπει να υποτιμάμε τα εθνικά μας προβλήματα, έστω και αν είναι μικρά. Γιατί τα μικρά ζητήματα γίνονται μεγάλα, επειδή όταν είναι μικρά δεν τους δίδουμε την πρέπουσα σημασία.

 «Ορθόδοξος Τύπος» 8 Απριλίου 2011