Βλάχοι και ελληνισμός

fara armaneascaΠοιοί είναι και τι επιδιώκουν με την προπαγάνδα τους οι "Αρμάνοι";
Στο Αντάμωμα των Bλαxων της Ελλάδος από τις 7 ως τις 9 Ιουλίου στα Γιάννινα, στο Μέτσοβο και στη Μη­λιά, έχει αυτοκληθεί η αυτοαπο­καλούμενη «Αρμάνικη Φάρα της Ρουμανίας», η οποία με έντυπό της καλεί τους «Αρμάνους»-μέλη της να εκδράμουν σε πολλά «όμορφα μέρη της Πίνδου» το διάστημα από 4 έως 11 Ιουλίου 2006.
Πριν από έναν μήνα περίπου, στις 23 Μαΐου, «Εθνική Ημέρα των Αρμάνων», δηλαδή των Βλάχων, περίπου δύο χιλιάδες μέλη της «Κοινότητας των Αρουμάνων (Βλά­χων) της Ρουμανίας», η οποία ονο­μάζεται και «Αρμάνικη Φάρα της Ρουμανίας», ζήτησαν εκ νέου την αναγνώρισή τους ως εθνικής μει­ονότητας.


Η «Αρουμανική Κοινότητα στη Ρουμανία» ιδρύθηκε τον Ιανουάριο του 2004 στη Ρουμανία και είναι οργανωμένη σε ομοσπον­διακή βάση. Σύμφωνα με το Κα­ταστατικό της ονομάζεται και «Αρμάνικη Φάρα στη Ρουμανία». Έχει την έδρα της στο Βουκουρέ­στι και χρησιμοποιεί στη σφραγί­δα της δίγλωσσο ρουμανικό και «αρμάνικο» λογότυπο. Μέλη της είναι Ρουμάνοι πολίτες «αρμάνι­κnς εθνικής καταγωγής». Μεταξύ των καταστατικών της σκοπών αναφέρονται:
α) η αναγνώριση των «Αρμάνων» ως διακριτής εθνότη­τας με νεολατινική γλώσσα,
β) η διατήρηση και καλλιέργεια της «αρ­μάνικης» γλώσσας, των παραδό­σεων και της πνευματικής κληρονομιάς των «Αρμάνων» στη Ρου­μανία και στις βαλκανικές χώρες όπου αυτοί διαβιούν και ιδιαίτερα στους τόπους της κοιτίδας της κα­ταγωγής τους,
γ) η ίδρυση παραρ­τημάτων της Κοινότητας σε περι­φερειακό, κρατικό και διεθνές επί­πεδο και
δ) η δημιουργία ενός αντι­προσωπευτικού οργάνου στο οποίο να μετέχουν τα μέλη του δικτύου των «αρμάνικων» εθνικών οργα­νώσεων που θα ιδρύσει η Κοινό­τητα στις βαλκανικές χώρες όπου ζουν «οι Αρμάνοι».

Ο εθνικός μύθος της «Αρμάνι­κης Φάρας», που έχει την έδρα της στο Βουκουρέστι, συνοψίζεται στο ότι «οι Αρμάvοι είναι οι μόνοι γνήσιοι  απόγονοι των αρχαίων Μακεδόνων, που δεν ήταν Έλλn­νες» και εκφράζεται συμβολικά στη σφραγίδα της που φέρει τον ήλιο της Βεργίνας, το σύμβολο της μακεδονικής δυναστείας, διότι η Μακεδονία και η Βεργίνα είναι ο τόπος καταγωγής του «αρμάνικου έθνους» εδώ και δύο χιλιάδες χρό­νια!!! «Εθνικός ύμνος» του «αρμά­νικου έθνους» είναι το ποίημα του ρουμανοδιδασκάλου Κονσταντίν Μπαλαμάτσε, «Ντιμαντάρεα Παρι­ντεάσκα» (Γονική Παραίνεση), γραμμένο το 1888 στα ρουμανικά και διασκευασμένο σήμερα στην «αρμάνικη γλώσσα» για τις ανά­γκες του «έθνους».
Στην Ελλάδα εμφανίζονται ως ιδεολογικοί συνοδοιπόροι της «Αρμάνικης Φάρας της Ρουμα­νίας», για την πραγμάτωση των εθνικών της σκοπών, η «Εταιρεία Αρουμανικού (Bλάχικου) Πολιτισμού» με έδρα την Αθήνα και με­μονωμένοι «Αρμάνοι ακτιβιστές».
Ποιοι είναι στην πραγματικότη­τα οι εμφανιζόμενοι εθνικά ως «Αρμάνοι» σήμερα; Ποια η σχέση τους με την Ελλάδα κι εμάς τους Έλλnνες Βλάχους;

Οι αυτοπροσδιοριζόμενοι σή­μερα εθνικά «Αρμάνοι» είναι 
μέρος των απογόνων των ρουμανιζόντων Βλάχων, που αποίκισαν ως Ρουμάνοι το Καντριλατέρ της Νό­τιας Δοβρουτσάς την περίοδο 1924­-30, ύστερα από κάλεσμα της τότε βασιλικής ρουμανικής κυβέρνησης. Σε ότι αφορά τους αποίκους, επρό­κειτο τότε για ρουμανίζοντες Βλά­xoυς απ' όλες τις νοτιοβαλκανικές χώρες. Η πίστη που υποσχέθηκαν οι Ρουμανόβλαxοι άποικοι τότε στον βασιλικό οίκο της Ρουμανίας φαί­νεται ότι είναι το μόνο στο οποίο ανταποκρίθηκαν πάντοτε με συνέπεια.
 Στη χώρα που τους υποδέ­χθηκε ως «Μεγάλη Μάνα» φαίνεται ότι δεν τα βρήκαν και τόσο βολικά ή - καλύτερα - δεν εκπληρώθηκαν οι προσδοκίες οι οποίες  τους είχαν καλλιεργηθεί. Η ανάληψη της εξουσίας στη Ρουμανία από τους κομ­μουνιστές, πολιτικούς αντιπάλους των κατ' εξοχήν με τη ρουμανική Ακροδεξιά συνδεδεμένων αποίκων, έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη δια­μόρφωση της σχέσης αρκετών από αυτούς με τη «Μεγάλη Μάνα» Ρου­μανία. Είτε επιφανή είτε λιγότερο σημαίνοντα, αλλά πάντα δραστήρια μέλη της ρουμανικής φασιστικής «Λεγεώνας του Αρχαγγέλου Μι­χαήλ», γνωστής κυρίως ως «Σιδηράς Φρουράς» , οι γόνοι των πα­τριαρχικά οργανωμένων ρουμανιζόντων Βλάχων αποίκων αναμεί­χθηκαν έντονα στην πολιτική ζωή τnς «Mητέρας Πατρίδας» Ρουμανίας..  
 
 

    Σήμερα ο ιδεολογικός και πολιτικός πυρήνας της μεταμοντέρνας «αρμάνικης» εθνογένεσης συ­γκροτείται από το δίκτυο των απο­γόνων αυτών των αποίκων, συνε­πικουρούμενο ιδεολογικά και πολι­τικά από γηραιούς ρουμανίζοντες Βλάχους, ακροδεξιούς σιδηρο­φρουρίτες, που εγκατέλειψαν τη Ρουμανία μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο και κατέφυγαν στη Δυτική Ευρώπη και στις Ηνωμένες Πολι­τείες της Αμερικής. Αναντίρρητα η συντελούμενη «αρμάνικn» εθνογέ­νεση στη Ρουμανία και στην πρώ­ην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας μπορεί να θεωρηθεί και στο πλαίσιο τnς μεταμοντέρνaς αντί­ληψης για τον εθνικό αυτοπροσ­διορισμό και τα ανθρώπινα δικαιώ­ματα. Γι' αυτό και εμφανίζεται να έχει τη συνδρομή όλων εκείνων των φορέων που αυτόκλητα υποστηρίζουν τέτοιες κινήσεις.
Η «αρμάνικη» εθνική μυθολο­γία, όπως συμβαίνει με όλους τους εθνικισμούς, διατυπώνει μια ενιαία θεωρία καταγωγής για να νομιμο­ποιήσει τους εθνικούς πολιτικούς της στόχους. Το μαρτυρεί σειρά εντύπων και επίσημων διακηρύξε­ων της «Αρμάνικης Φάρας». Η εμ­φύσηση «αρμάνικης» εθνικής συ­νείδησης και η καλλιέργεια ιδιαί­τερης «αρμάνικης» εθνικής ταυτό­τητας στους Βλάχους της Ελλάδας και των άλλων βαλκανικών χωρών είναι ο πρωταρχικός της στόχος.

Σε μια πρώτη αντίδραση όλα αυ­τά προκαλούν το μειδίαμα. Τα πράγματα είναι όμως πιο σοβαρά καθώς ο «αρμάνικος» εθνικισμός συμβάλλει - και εξυπηρετεί - στην επαύξηση της περιρρέουσας ατμό­σφαιρας στα Βαλκάνια, αρκεί να αναλογιστεί κανείς ότι εμφανίζoνται διεθνώς από τους ιδεολογικοπολιτι­κούς πάτρωνες των «Αρμάνων» οι Bλάχoι της Eλλάδoς ως ένaς απει­λούμενος με εξαφάνιση ή πογκρόμ λαός. Περιττό να αναφερθεί τι εί­δους συνειρμούς φέρνει στα διεθνή φόρα το άκουσμα τέτοιων εκφρά­σεων.
Είναι φανερό ότι η «αρμάνικn» εθνική προπαγάνδα, όπως και η ρου­μανική, της oπoίας συνιστά μετά την κατάρευση
του υπαρκτού σοσιαλι­σμού απότοκο και παράλλnλο υπο­προϊόν, θεωρεί ότι «n ιστορία, n γλωσσολογία κα n ανθρωπολογία είναι θεραπαινίδες των πολιτικών», για να τις εκμεταλλεύεται κατά το δοκούν. Η ανάγνωση, η ερμηνεία και η κατανόησή της δεν είναι δυ­νατή, ούτε και επιτρεπτή, στο υπε­ραπλουστευτικό επίπεδο του πλέγ­ματος των αρχαϊκών κοινωνικών δομών ή των διαπροσωπικών σχέ­σεων και μόνο, όπου έντεχνα θέλει να τις προβάλλει η εθνικιστική «Αρμάνικη Φάρα».
Η αυτοπροσδιοριζόμενη ως εθνι­κά «αρμάνικη» συλλογικότητα έχει σαφές πολιτικό πρόγραμμα. Απο­βλέπει, σύμφωνα με τις διακηρύξεις της, στη διάδοση της εθνικής της ιδέας, στην εφαρμογή του δικού της συστήματος εγγραμματισμού της «βλάχικης γλώσσας» με συνέπεια την εναρμόνιση, ομογενοποίηση και εξαφάνιση των βλάχικων δια­λέκτων μια ώρα αρχύτερα, την πο­λιτιστική και πολιτική ποδηγέτηση των Βλάχων, ως και τη δημιουργία «αυrόνoμων αρμάνικων πολιτιστι­κών και πολιτικών οντοτήτων σε περιφερειακό επίπεδο».


Η ψύχραιμη αυτή προσέγγιση ίσως θεωρηθεί από κάποιους ως εκδήλωση ή επιχείρηση καλ­λιέργειας «φοβικών συνδρόμων». Και αυτό διότι αρεσκόμαστε στον τόπο μας συχνά στον μύθο, ο οποί­oς είναι θελκτικός και παραμυθητι­κός καθώς μπορεί να κολακέψει και να νανουρίσει, ενώ η γνώση και η αυτογνωσία είναι συχνά οδυνηρές. Ο ιδιότυπος «αρμάνικος» μειονοτι­κός εθνικισμός, που κατασκευάζει και μετατρέπει τον μυθολογικό λό­γο για το παρελθόν σε πολιτικό ερ­γαλείο και μέσο προπαγάνδας, μπο­ρεί και πρέπει να αντιμετωπιστεί.
Ο «αρμάνικος» εθνικισμός λει­τουργεί αποπροσανατολιστικά κα­θώς συσκοτίζει τα πράγματα στο επί­πεδο του θεωρητικού προσδιορι­σμού της όποιας βλάχικης παράδοσης και πολιτισμού εν γένει. Η δια­στρέβλωση του ιστορικού παρελθό­ντος αλλά και η παραπληροφόρηση για τα σύγχρονα βλάχικα πράγματα είναι βασικά χαρακτηριστικά του «αρμάνικου» εθνικιστικού λόγου. Σε αυτό το πλαίσιο επιχειρείται, για πα­ράδειγμα, να εμφανιστεί η δράση της ρουμανικής προπαγάνδας και η ύπαρξη των ρουμανικών μειονοτι­κών ιδρυμά1:ων (1860-1945) ως δρά­ση της «αρμάνικης» εθνικής κίνησης. Επίσης, η μη δεσμευτική Σύ­σταση (1333/1997) της Κοινοβου­λευτικής Συνέλευσης του Συμβουλί­ου της Ευρώπης σχετικά «με τη

γλώσσα και τον πολιτισμό των Αρω­μούνων», που υποβλήθηκε από τον αυτόκλητο καταλανό εθνικιστή βου­λευτή Ντε Πoυΐγκ, προβάλλεται τε­χνηέντως ως αναγνώριση της «αρ­μάνικης εθνότητας», πράγμα που δεν ισχύει.
Η αυτόκλητη επίσκεψη των «Αρμάνων» στο Αντάμωμα των Βλά­χων εντάσσεται στις δράσεις της αυ­τοαποκαλούμενης «Αρμάνικης Φάρας της Ρουμανίας» στην προσπά­θειά της να σφυρηλατήσει τouς «εθνικούς της δεσμούς» με τους απανταχού Βλάχους, στο πλαίσιο του αγώνα «για rnv αναyvώρισn των εθνικών μειονοτικών τoυς  δικαιω­μάτων». Το ίδιο καθεστώς διεκδικεί η «Αρμάνικη Φάρα» τόσο για την ίδια στη Ρουμανία όσο και για τους διάφορους και διαφορετικούς με­ταξύ τους βλάχικους πληθυσμούς στα Βαλκάνια, δίχως βέβαια να της έχει ζητηθεί ποτέ κα/ι τέτοιο και


από κανέναν. Σε ό,τι αφορά την Πανελλήνια Ομοσπονδία Πολιτι­στικών Συλλόγων Βλάχων Ελλάδας και τους άλλους βλάχικους φορείς ή βλάχικης καταγωγής πολιτικούς παράγοντες, οι δηλώσεις για την αυ­τονόητη ελληνικότητα των Βλάχων τnς Eλλάδος δεν αρκούν. Θα πρέπει να γίνει κατανοητό ότι «n καταγω­γή δεν προκαθόρισε τnv ιστορική εξέλιξη των Βλάχων, αλλά αντί­στροφα, n πορεία αυτής τnς εξέλιξης γέννησε τον αντίστοιχο προ­βλnματισμό και για την όποια κα­ταγωγή τους». Θα πρέπει να ξεκαθαριστεί το πλαίσιο των υπαρκτών ή ανύπαρκτων σχέσεων με τις φερό­μενες γενικά ως βλάχικες και τις εθνι­κά «αρμάνικες» οργανώσεις του εξωτερικού. Διότι ό,τι σήμερα φέρεται ως βλάχικο εκτός των ορίων της ελληνικής επικράτειας, το ίδιο δεν προσλαμβάνει τον εαυτό του πά­ντοτε και ως ελληνικό. Το γεγονός αυτό πιστοποιεί η ύπαρξη και η δρά­ση των ποικιλώνυμων «αρμάνικων» εθνικών οργανώσεων στις γειτονικές χώρες. Για οποιονδήποτε λόγο, που δεν μπορεί να αναλυθεί εδώ διεξο­δικά, τα μέλη της «Αρμάνικης Φάρας» αντιλαμβάνονται το παρελθόν τους διαφορετικά και αυτοπροσ­διορίζονται  αντίστοιχα. Με την ου­σιαστική διαφορά ότι δεν αρκούνται μόνο σε αυτό. Η«Αρμάνικη Φάρα» υποστηρίζει σαφείς εθνικούς πολι­τικούς στόχους και χρησιμοποιεί όλα τα δυνατά μέσα για να τεκμηριώσει στο παρελθόν το ιστορικά ανυπό­στατο, πρόσφατα επινοημένο εθνι­κό «αρμάνικο» αίσθημα. Καθώς κά­τι τέτοιο δεν μπορεί να σταθεί στην Ελλάδα ,καλλιεργείται τo ιδεολόγημα ενός «αδικημένου», επαρχιώτι­κου «αρμάνικου» / βλάχικου «Εμείς», που το επιβουλεύονται όλοι και πρωτίστως εμείς οι Έλληνες Βλά­χοι. Για την ειλικρίνεια των ανειλι­κρινών της προθέσεων η «Αρμάνι­κη Φάρα» προβάλλει ιδιαίτερα την όποια θεωρούμενη κοινή τοπική κα­ταγωγή από τις μητροπολιτικές εστίες των Βλάχων στην Ελλάδα. Μέσω του «παραρτήματος» τnς στην Αθήνα και των «Αρμάνων ακτιβι­στών» παρεμβαίνει με διεκδικητικό λόγο για τα πολιτιστικά πράγματα των Βλάχων της Eλλάδος. Γι' αυτό και φροντίζει αυτόκλητα να κάνει αισθητή την παρουσία της στην όποια συλλογική εκδήλωση των βλά­χικων πολιτιστικών φορέων.

Ευτυχώς που στην εποχή μας οι δυνατότητες επικοινωνίας είναι
πολλές και διαφoρετικές. Το γεγονός αυτό καθαυτό, ότι στο Αντάμωμα των Βλάχων θα επισκεφθούν τα μέ­ρη της Πίνδου και οι άλλοι, οι δια­φορετικοί, δεν πρέπει να ενοχλεί. Κάθε άλλο. Και αυτό όχι μόνο επει­δή η φιλοξενία είναι ελληνική πα­ράδοση. Η επαφή με την πραγματι­κότητά μας θα θέλαμε να ελπίζου­με ότι θα τους βοηθήσει να αντιλη­φθούν πόσο διαφορετικός είναι ο αληθινός βλάχικος κόσμος από αυ­τόν που παρουσιάζεται στα έντυπα της «αρμάνικης» εθνικής προπα­γάνδας. Είναι μιας πρώτης τάξεως ευκαιρία να δουν και να αντιλη­φθούν την πραγματική διαφορά ανάμεσα σε μας τους Έλλnνες  Βλάχους και στους εθνικά «Αρμάνους». Κατά πόσο όμως οι συμπεριφορές και οι πολιτικές επιδιώξεις της «Αρμάνικης Φάρας» και του ελλα­δικού της «παραρτήματος» επιτρέ­πουν κάτι τέτοιο και είναι ικανές να συμβάλουν στη διαμόρφωση και δια­σφάλιση ενός αμοιβαίου σεβασμού;
 Κάτι τέτοιο θα παραμείνει για πολύ καιρό ακόμη ζητούμενο, καθώς δεν μοιάζει να ανήκει στις άμεσες προ­θέσεις της. Οι τελευταίες τους δια­κηρύξεις, οι οβιδιακές μεταμορφώ­σεις του ιδεολογήματός τους, σε συ­νάρτηση με τις συμπεριφορές και προτεραιότητες των πολιτικών και ιδεολογικών τους πατρώνων, προ­σιδιάζουν στoυς εθνικά «Aρμάνoυς», με τον χαρακτηρισμό του χαμαιλέ­οντος των Βαλκανίων.
Την άποψη αυτή ενισχύει το γε­γονός ότι μεγάλο μέρος των αρου­μάνικων φορέων στη Ρουμανία δεν συμμερίζεται την πολιτική της «Αρμάνικης Φάρας» και τα μέλη τους αλλάζουν μετερίζι με μεγάλη ευκολία. Ο πρόεδρος της Αρμάνι­κης Αδελφότητας της Δoβρoυτσάς «Ο βοσκός της Πίνδου», με έδρα την Κονστάντσα, δήλωνε σχετικά
«Στn Ρουμανία, οι Αρμάνοι δεν εί­ναι μειονοτικοί, ήταν, είναι και θα είναι Ρουμάνοι.. Πρόκειται, για την ακρίβεια, για Poυμάνους καταγό­μενους από τα Βαλκάνια ... Η ονο­μασiα της "Aρμάνικης Φάρας" είναι στην πραγματικότητα το περιτύ­λιγμα μιας μη κυβερνητικής οργάνωσης που κατάφερε έτσι να αποσπάσει σεβαστή οικονομική  επιχορήγnσn».
Tις τελευταίες απόψεις συμμερίζεται και η πολιτική τάξη της Ρου­μανίας, η οποία θεωρεί ότι «το εν­διαφέρον της χώρας για τις κοι­νότnτες των Ρουμάνων / Βλάχων / Αρμάνων στις γειτονικές Χώρες και στα Βαλκάνια προήλθε από rnv αποφασιστική συγγένεια και τους πολιτιστικούς, γλωσσικούς και θρησκευτικούς δεσμούς με αυτές. Γι' αυτό και το υπουργείο Εξωτερικών συντρέχει τις προσπάθειες των Κοι­νοτι1των των Ρουμάνων / Βλάχων / Αρμάνων στις γειτονικές χώρες και στα Βαλκάνια για τη διατήρn­σn της εθνικής, γλωσσικής, πολι­τισπκής και θρησκευτικής τους ταυτότητας υποστηρίζοντας την πραγματοποίηση προγραμμάτων που αφορούν: τη ρουμάνικη γλώσσα, τα ρουμανικά σχολεία, τα μέσα μαζικής ενnμέρωσnς και την τέλεση των ιερών ακολουθιών στη μητρική γλώσσα, τη διατήρnσn και εμπλουτισμό της ρουμανικής πολιτιστικής κληρονομιάς.».
Αντιλαμβάνεται ο καθένας μας ότι όλα αυτά δεν έχουν καμία σχέση με τη δική μας πραγματικό­τητα, αυτή των Βλάχων Ελλάδας. Για μας, που μεγαλώσαμε τα παιδιά μας και μεγαλώνουμε τα εγγόνια μας στις προγονικές εστίες των Βλά­χων, προτεραιότητα έχει η αγωνία του υλοτόμου, του κτηνοτρόφου, του τυροκόμου, της υφάντρας, που κρα­τούν ζωντανούς τους τόπους μας και μαζί και τις τοπικές μας παραδόσεις.
Η συζήτηση για τους τρόπους ανάδειξης της πλούσιας πολιτιστι­κής μας κληρονομιάς δεν επιτρέπε­ται να γίνει αντικείμενο της όποιας εθνικιστικής πολιτικής της «Αρμά­νικης Φάρας» και της οικονομικής εκμετάλλευσης από τους δήθεν εν­διαφερόμενους και συνδεδε­μένους με αυτή ελλαδικούς, εθνικά «αρμάνικους» και μη, παράγοντες.
Σε ό,τι αφορά το ετήσιο Αντάμω­μα των Βλάχων, κορυφαία πολιτι­στική διοργάνωση τnς Ομοσπονδίας των Πολιτιστικών Συλλόγων των Βλά­χων της Ελλάδας, είναι καιρός να αναζητηθούν και άλλες μορφές πραγματοποίησής του. Θεωρούμε ότι κάτι τέτοιο είναι απαραίτητο για περισσότερους λόγους. Πρώτον, για να διασφαλιστεί και να αναδειχθεί ο πολιτιστικός του χαρακτήρας. Δεύ­τερον, γιατί είναι ανεπίτρεπτη για την εποχή μας η συντελούμενη επιφανειακή προσέγγιση του βλάχικου πολιτιστικού ζητήματος, που συντη­ρείται και τροφοδοτεί τη μικροπο­λιτική εκμετάλλευση του από τους Βλάχους και μη πολιτικούς παράγο­ντες, σε τοπικό ή εθνικό επίπεδο, ακόμη και για φθηνούς ψηφοθηρι­κούς λόγους.
Η βλάχικη πολιτιστική κληρονο­μιά μας είναι συνδεδεμένη άμεσα με πολλούς και διαφορετικούς με­ταξύ τους χωροχρόνους. Η γνωρι­μία μαζί της δεν μπορεί να γίνει στη βάση της φολκλορικής ή μουσεια­κής αντιμετώπισης. Γίνεται κατα­νοητό ότι σε αυτό το πλαίσιο δεν χω­ρούν τυχοδιωκτισμοί και δεν μπο­ρούν να γίνουν παραδεκτές οι όποι­ες προσωπικές ή άλλες στρατηγικές και λογικές.

Ι. Αβέρωφ
τ. δήμαρχος Μετσόβου

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στις 8/7/06
στην εφημερίδα "Το Βήμα" σελ.7-8