Βλάχοι και ελληνισμός

Roman auxiliary infantry crossing a river, probably the Danube, on a pontoon bridge during the emperor Trajan's Dacian Wars (101–106 AD)Οι βλαχόφωνοι Έλληνες του ελλαδικού χώρου ή όπως αλλιώς είναι γνωστοί και ως Κουτσόβλαχοι, Ελληνόβλαχοι, Αρωμούνοι (όπως αυτοαποκαλούνται) ή γενικά ως Βλάχοι είναι αυτόχθονες δίγλωσσοι Έλληνες, οι οποίοι διαφοροποιήθηκαν γλωσσικά με τον εκλατινισμό τους σε όλο το μήκος της οροσειράς της Πίνδου και στα βορειότερα τμήματα της Μακεδονίας. Ιστορικά μπορούμε να καθορίσουμε αυτόν το γλωσσικό εκλατινισμό, αφού εντοπίζεται στη συνύπαρξη των Ρωμαίων στρατιωτών με τους ντόπιους Έλληνες των παραπάνω περιοχών στις φρουρές - οροφυλακές, όπου συνυπηρετούσαν. Αυτές οι οροφυλακές (τα auxilia - επικουρικά στρατεύματα) είχαν οργανωθεί στις κυριότερες οδικές ορεινές διαβάσεις και είχαν καθιερωθεί για την ασφάλεια του νεοαποικιακού ρωμαϊκού κράτους.

 


Σ’ αυτές λοιπόν τις οροφυλακές, με την αμφίδρομη αφομοίωση της ελληνικής και της λατινικής γλώσσας – κατά τη διάρκεια της συνύπαρξης των Ρωμαίων στρατιωτών και των ντόπιων, των γηγενών Ελλήνων – διαμορφώθηκε ένα κοινό γλωσσικό μέτρο, το οποίο εξελικτικά παρήγαγε μια νέα λατινογενή γλώσσα, την κουτσοβλαχική ή την ελληνοβλαχική ή την αρωμουνική ή γενικά τη βλαχική, όπως συνηθίζεται να λέγεται. Από την ανάγκη λοιπόν της επικοινωνίας αυτών των πληθυσμών (των Ρωμαίων και των Ελλήνων) γεννήθηκε η κουτσοβλαχική γλώσσα, όπως είναι γνωστότερη στη βλαχολογική επιστημολογία, και εξελίχτηκε σε ξεχωριστό γλωσσικό όργανο, το οποίο επέζησε έως σήμερα και επισημαίνει γλωσσικά τους βλαχόφωνους πληθυσμούς. Η κουτσοβλαχική γλώσσα κατά την ιστορική της διαδρομή ήρθε σε επαφή και με άλλες ποικιλόμορφες γλωσσικές επιρροές, παρόλα αυτά όμως δέχτηκε την ισχυρότερη επίδραση από την ελληνική, αφού μ’ αυτή συνυπήρχε αδιάσπαστα καθ’ όλη την μακραίωνη γλωσσική και πολιτισμική της πορεία.
Με την εξάπλωση της ρωμαϊκής κυριαρχίας σε όλο το βαλκανικό χώρο εξαπλώθηκε και η λατινική γλώσσα με τον «ανατολικό κλάδο» της λαϊκής λατινικής, όπως είναι γνωστός στη γλωσσολογική επιστήμη.
Απ’ αυτόν όμως τον «κλάδο» δεν έχουμε μόνο τη «δημιουργία» της κουτσοβλαχικής γλώσσας, αλλά και τη δακορουμανική (ρουμανική), την ιστρορουμανική και τη μογλενίτικη, τα τέσσερα δηλαδή ρομανικά ιδιώματα της βαλκανικής λατινικής (Latinum Balkanicum). Aυτά τα ρομανικά ιδιώματα προήλθαν από τη γλωσσική επιμιξία της λατινικής και των αντίστοιχων τοπικών γλωσσών των κατακτημένων – σε κάθε περίπτωση – λαών, διαμορφώθηκαν ανεξάρτητα η μια από την άλλη και ακολούθησαν ξεχωριστή γλωσσική πορεία. Ιστορικά λοιπόν αυτές οι γλώσσες – ιδιώματα (οι ρομανικές) χαρακτηρίζονται από μια αντίστοιχη γλωσσική συγγένεια, αφού σε όλες η λατινική, ως γλώσσα «διαμόρφωσης», είναι κοινή. Δεν υπάρχει όμως απολύτως καμιά φυλετική συγγένεια ανάμεσα στους λαούς που εκφράζονται σ’ αυτά τα ρομανικά ιδιώματα, αφού ο καθένας χωριστά προέρχεται από τις γλωσσικά εκλατινισμένες του εθνότητες. Και βέβαια και φυσικά αυτή η ιστορική πραγματικότητα ισχύει για τους Κουτσοβλάχους - βλαχόφωνους πληθυσμούς του ελλαδικού χώρου, οι οποίοι αποτελούν ένα συνεχές και αδιάσπαστο πολιτισμικό και εθνικό ελληνικό σύνολο.
Η γένεση λοιπόν της κουτσοβλαχικής γλώσσας, όπως επισημάνθηκε παραπάνω, εντοπίζεται στα πρώτα χρόνια της ρωμαϊκής κατάκτησης του γενικότερου βορειοελλαδικού χώρου. Όμως παρόλα αυτά ο βίος και ο πολιτισμός των Κουτσοβλάχων – του λαού δηλαδή που μιλούσε την κουτσοβλαχική, και ο οποίος χαρακτηρίστηκε και ονομάστηκε απ’ αυτό το γλωσσικό ιδίωμα, αλλά και η γλώσσα τους, επισημάνθηκε μόνο κατά τη βυζαντινή περίοδο και η ανάλογη μελέτη (ερασιτεχνική και αργότερα επιστημονική) άρχισε να εμφανίζεται πολύ αργότερα, στα χρόνια της Τουρκοκρατίας.
Εδώ επισημαίνουμε ότι οι βλαχόφωνοι πληθυσμοί του ελλαδικού χώρου σε όλη την ιστορική τους διαδρομή χρησιμοποιούσαν την κουτσοβλαχική ως δεύτερη επίκτητη γλώσσα, μιλούσαν δηλαδή τα κουτσοβλαχικά μόνο στο κλειστό τους οικογενειακό περιβάλλον και επέζησαν τελικά μόνο στην προφορική τους μορφή. Έτσι δεν παρουσίασαν γραφή και επακόλουθα λογοτεχνική και λοιπή παραγωγή, αφού οι βλαχόφωνοι ήταν δίγλωσσοι και μιλούσαν και έγραφαν πάντοτε στην ελληνική, η οποία αποτελούσε διαχρονικά και το βασικό γλωσσικό όργανο της παιδείας τους και της καθημερινής επικοινωνίας στο ελληνόφωνο περιβάλλον στο οποίο ζούσαν και δημιουργούσαν τον πολιτισμό τους.
Μιλώντας λοιπόν γενικά για τους βλαχόφωνους Έλληνες, επισημαίνουμε πώς η επισήμανσή τους ως συγκεκριμένο πληθυσμιακό τμήμα στηρίζεται στη δημιουργία της κουτσοβλαχικής γλώσσας και όχι σε κάποια φυλετική και εθνολογική διαφοροποίηση μέσα στον ελληνόφωνο πληθυσμό και πως η εθνική ταυτότητά τους είναι απόλυτα ελληνική και η αγωνιστική ιστορική τους διαδρομή εντάσσεται ιστορικά και πολιτισμικά μέσα στα πλαίσια του σύνολου ελληνισμού.
Οι βλαχόφωνοι αρχικά, ως συμπαγής πληθυσμός του ορεινού συγκροτήματος της Πίνδου, ασχολήθηκαν με την κτηνοτροφία, ενώ αργότερα επιδόθηκαν κυρίως στον αγωγιατισμό, επαγγέλματα τα οποία καθόριζαν σύγχρονα και τον ημινομαδικό χαρακτήρα του βίου τους (κατοικία στα βουνά και στους κάμπους – στα χειμαδιά). Με το πέρασμα όμως των χρόνων άρχισαν να ασχολούνται με επιτυχία με τα χειρονακτικά επαγγέλματα της τυροκομίας, την υφαντικής, της κατεργασίας των δερμάτων και της αργυροχρυσοχοΐας. Εξαιρετική όμως επίδοση παρουσίασαν στο εμπόριο και κυρίως στα γράμματα με τα πολυδύναμα και τέλεια οργανωμένα σχολεία τους (στη Μοσχόπολη, στο Μοναστήρι, στο Μεγάροβο, στο Κρούσοβο, στο Μέτσοβο, στο Λιβάδι Ολύμπου, στη Νέβεσκα-Νυμφαίο, στο Πισοδέρι κ.α.).
Οι βλαχόφωνοι γενικά – του ευρύτερου μακεδονικού, ηπειρωτικού και θεσσαλικού χώρου – καθ’ όλη την αξιόλογη μακραίωνη πορεία τους πρόσφεραν ύψιστες υπηρεσίες στον οικονομικό, πολιτιστικό, πνευματικό και κυρίως στον εθνικό βίο της χώρας μας. Κυρίως έγιναν, με τον παροικιακό τους πολιτισμό και τη μεγάλη τους οικονομική άνθιση κατά το 19ο αιώνα, οι διαφωτιστές, οι διακομιστές των πολιτισμικών αγαθών, των οραμάτων και των ιδεών σε όλο τον υπόδουλο βαλκανικό χώρο. Εξάλλου είναι σε όλους γνωστή η εθνική προσφορά τους στις δύσκολες στιγμές του δέκατου ένατου αιώνα με τον προσωπικό τους αγώνα για την εθνική ελευθερία και την ανεξαρτησία της Ελλάδας καθώς και στο Μακεδονικό Αγώνα και τους βαλκανικούς πολέμους, όπως βέβαια και στη συνέχεια των εθνικών μας αγώνων. Και βέβαια είναι εξίσου γνωστή η γενναιόδωρη οικονομική προσφορά των βλαχόφωνων Μεγάλων Ευεργετών (Σιναίοι, Γεώργιος Αβέρωφ, Νικόλαος Στουρνάρας, Μιχαήλ Τοσίτσας κ.ά) που γέμισαν την πρωτεύουσα του νεοσύστατου κράτους μας με θαυμαστά και περιώνυμα μνημεία και άλλες μεγάλες προσφορές (Αστεροσκοπείο Αθηνών, Ακαδημία Αθηνών, Εθνική Βιβλιοθήκη Αθηνών, Σχολή Ευελπίδων, επιμαρμάρωση Παναθηναϊκού Σταδίου, θωρηκτό Αβέρωφ, κ.ά.) και των εκατοντάδων δωρητών και ευεργετών που συνέδραμαν στον ελληνισμό του βόρειου ελλαδικού χώρου (Κωνσταντίνος Τσαπέκος, Στέργιος Δούμπας, Αδελφοί Λιάκτση, Απόστολος Αρσάκης, Ευάγγελος και Κωνσταντίνος Ζάππας, Δημήτριος Μουσίκος, Μιχαήλ Τσίρλης, Σωφρόνιος Μπαρτζούλας, Γιαννάκης Σιμώττας, Αδελφοί Δημητρίου, Αδάμ Νικαρούσης, Στέργιος Στυλίδης, Κωνσταντίνος Μπέμπης) με την ανέγερση και τη λειτουργία σχολείων, εκκλησιών και πολιτιστικών και κοινωφελών Ιδρυμάτων, Σωματείων και Συλλόγων.
Έτσι λοιπόν οι Κουτσόβλαχοι ξέφυγαν από τον ποιμενικό τους βίο και τον απλό αγωγιατισμό και μετεξελίχτηκαν δημιουργικά σε δραστήριους πολίτες με πολιτισμική και εθνική ακτινοβολία με την ίδρυση ελληνικών σχολείων, τη συμμετοχή τους σε αγώνες και θυσίες και κυρίως με την αφύπνιση και το διαφωτισμό του υπόδουλου Γένους μας. Και με την ευκαιρία αυτή να τονίσουμε πως οι Κουτσόβλαχοι ήταν και είναι πάντοτε πλήρως ενταγμένοι στο σύνολο σώμα του ελληνισμού και σε ένα ενιαίο και αρραγές ιδεολογικό και εθνικό ελληνικό περιβάλλον και πως σήμερα η κουτσοβλαχική γλώσσα ακολουθεί μια φθίνουσα πορεία, συρρικνώνεται καθημερινά και οδεύει στην τέλεια εξαφάνισή της, γεγονός εξάλλου που έχει ήδη επισημανθεί κατά καιρούς από διάφορους μελετητές. Έτσι με το τέλος του 20ού αιώνα άρχισε να τελειώνει και ο ιστορικός ρόλος των Κουτσοβλάχων, ο ρόλος εκείνος που τους προσέδιδε μια ξεχωριστή ιδιαιτερότητα και μια μοναδική δυναμική τόσο εθνική, όσο και πολιτισμική.

 

Κολτσίδας Αντώνιος, Εκπαιδευτικός – Συγγραφέας Δρ. Ιστορίας
Οι Βλαχόφωνοι Έλληνες

6o Σεμινάριο Λαογραφίας και Βλάχικων Παραδοσιακών Χορών, Ξάνθη, 25-26 Σεπτεμβρίου 2004


ΒΑΣΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
ΓΙΑ ΤΟ ΒΛΑΧΟΦΩΝΟ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟ

Βασική βιβλιογραφία για τους βλαχόφωνους Έλληνες (τους Κουτσοβλάχους – Ελληνοβλάχους – Αρωμούνους – Βλάχους γενικά) και τη γλώσσα (κουτσοβλαχική – αρωμουνική):
Κων. Νικολαΐδη, Ετυμολογικόν λεξικόν της Κουτσοβλαχικής γλώσσης, Αθήναι 1909,
Αντώνη Κεραμοπούλου, Τι είναι οι Κουτσόβλαχοι, Αθήναι 1939,
Ευαγγέλου Αβέρωφ-Τοσίτσα, Η πολιτική πλευρά του Κουτσουβλαχικού Ζητήματος, Αθήνα 1948,
Τηλεμάχου Μ. Κατσουγιάννη, Περί των Βλάχων των ελληνικών χωρών – Α΄. Συμβολή εις την έρευναν περί της καταγωγής των Κουτσοβλάχων, Θεσσαλονίκη 1964 (ΕΜΣ),
Τηλεμάχου Μ. Κατσουγιάννη, Περί των Βλάχων των ελληνικών χωρών – Β΄. Εκ του βίου και της ιστορίας των Κουτσοβλάχων επί τουρκοκρατίας, Θεσσαλονίκη 1966 (ΕΜΣ),
Αντώνη Μιχ. Κολτσίδα, Οι Κουτσόβλαχοι. Εθνολογική και λαογραφική μελέτη, Θεσσαλονίκη 1976 –
Αντώνη Μιχ. Κολτσίδα, Γραμματική και λεξικό της κουτσοβλαχικής γλώσσας, Θεσσαλονίκη 1978 («Αφοί Κυριακίδη»),
Alan J.B. Wace - Maurice S. Thompson, Οι Νομάδες των Βαλκανίων. Περιγραφή της ζωής και των εθίμων των Βλάχων της βόρειας Πίνδου, Θεσσαλονίκη 1989 («Αφοί Κυριακίδη» - ΦΙΛΟΣ Τρικάλων),
Αντώνη Μιχ. Κολτσίδα, Κουτσόβλαχοι. Οι Βλαχόφωνοι Έλληνες. Εθνολογική, λαογραφική και γλωσσολογική μελέτη (γραμματική και λεξικό της κουτσοβλαχικής γλώσσας), Θεσσαλονίκη 1993 («Αφοί Κυριακίδη») –
Αντώνη Μιχ. Κολτσίδα, Ιδεολογική συγκρότηση και εκπαιδευτική οργάνωση των Ελληνοβλάχων στο βαλκανικό χώρο (1850-1913), Θεσσαλονίκη 1994 (διδακτορική διατριβή – «Αφοί Κυριακίδη»),
Antonis Μ. Koltsidas, L’ état présent de la langue Koutsovalaque sur le territoite de la Grèce, «Cahiers Balkaniques», No 25, INALCO (Institut National des Langues et Civilisations Orientales, σελ. 99-127), σελ. 109, Paris 1997 (εισήγηση στο Διεθνές επιστημονικό Συμπόσιο «Les Oubliés des Balkans» - «Oι ξεχασμένοι των Βαλκανίων», Παρίσι 24-26 Οκτωβρίου 1996) – Aνάτυπο, Paris 1997,
Αντώνη Μιχ. Κολτσίδα, Η σημερινή κατάσταση της κουτσοβλαχικής γλώσσας στον ελλαδικό χώρο (ιστορική, εθνολογική, κοινωνική και γλωσσολογική διάσταση), «Μακεδονικά» ΛΑ΄ (ΕΜΣ), Θεσσαλονίκη 1998 (σελ. 185-212), σελ. 195 – ανάτυπο, Θεσσαλονίκη 1998,
Αντώνη Μιχ. Κολτσίδα, Η εκπαίδευση των Αρωμούνων στη Δυτική Μακεδονία κατά τα ύστερα χρόνια της τουρκοκρατίας. Ένα πρότυπο αυτοδιοικούμενης κοινοτικής εκπαίδευσης, Θεσσαλονίκη 2001 (διδακτορική διατριβή - «Αφοί Κυριακίδη»),
Gustav Weigand, Οι Αρωμούνοι (Βλάχοι). Τόμος Α΄: Ο χώρος και οι άνθρωποι, Θεσσαλονίκη 2001 («Αφοί Κυριακίδη» - ΦΙΛΟΣ Τρικάλων),
Αντώνη Μιχ. Κολτσίδα, Ιστορία του Μοναστηρίου της Πελεγονίας και των περιχώρων του. Η εθνική και κοινωνική διάσταση του Ελληνισμού του Μοναστηρίου και της ευρύτερης περιοχής. Συμβολή στην Ιστορία του Βόρειου Ελληνισμού, Θεσσαλονίκη 2003 (πρώτη καταγραφή της Ιστορίας του Μοναστηρίου – «Αφοί Κυριακίδη»,
Gustav Weigand, Οι Αρωμούνοι (Βλάχοι). Τόμος Β΄: Λαογραφία – Γλώσσα, Θεσσαλονίκη 2004 («Αφοί Κυριακίδη» - ΦΙΛΟΣ Τρικάλων).

8