Βλάχοι και ελληνισμός

Πάνοπλος αρβανίτης πολεμιστής τού ΄21 με φουστανέλλα.Όψεις του εθνικού και γλωσσικού αυτο- και ετεροπροσδιορισμού στη νότια βαλκανική χερσόνησο

Θυμάμαι τον Γκραίκο παππού μου, τον μπαρμπα-Τζιόρτζη να με ρωτά, σαν πήγαινα στο χωριό της μητέρας μου στο Ρουμλούκι: «Τι είσαι βρε ’συ, Ρωμιός για Βλάχος;» Ενώ στη Βέροια, ο Βλάχος παππούς μου, ο λαλα-Στέργιος, με ρωτούσε στα βλάχικα: «Τσε χι τίνι, Αρμούν ια Γκρέκ;» (Τι είσαι εσύ, Αρμούνος ή Γκραίκος;). Και εγώ, μη θέλοντας να τους κακοκαρδίσω, έδινα στον καθένα την απάντηση που ήθελε να ακούσει.[1]

Με αυτά τα λόγια αρχίζει η εισαγωγή του έργου του Αστέριου Κουκούδη, Μελέτες για τους Βλάχους, το οποίο κυκλοφόρησε το έτος 2000. Σκοπός μου σ’ αυτή την ανακοίνωση είναι να σχολιάσω ορισμένα κείμενα που γράφτηκαν στα ελληνικά γύρω στο 1800 και γύρω στο 2000 με θέμα τις ομάδες και τις γλώσσες που απαρτίζουν το ψηφιδωτό της νότιας βαλκανικής χερσονήσου.


Στο χωρίο που μόλις παρέθεσα, ο Κουκούδης, ένας από τους πιο νηφάλιους μελετητές των Βλάχων στην Ελλάδα, χρησιμοποιεί τα ονόματα Ρωμιός, Γκραίκος, Βλάχος και Αρμούνος, από τα οποία το Ρωμιός και το Βλάχος χρησιμοποιούνται στα ρωμαίικα (δηλαδή στα ελληνικά), ενώ το Γκραίκος (Grecu) και το Αρμούνος (Armânu[2]) χρησιμοποιούνται στα αρωμουνικά (δηλαδή στα βλάχικα). Το πρώτο πράγμα που παρατηρούμε στα δυο ζεύγη ονομάτων είναι ότι οι δυο γλωσσικές ομάδες (Ρωμιοί και Βλάχοι) χρησιμοποιούν διαφορετικές ονομασίες για τη δική τους γλωσσική ομάδα και για την άλλη γλωσσική ομάδα. Η δεύτερη παρατήρηση είναι ότι η ονομασία Γραικοί χρησιμοποιείται όχι μόνο από τους δυτικοευρωπαίους αλλά και από τους Βλάχους, τους Αρβανίτες και τους Σλαβόφωνους, οι οποίοι έζησαν και ζουν δίπλα στους ελληνόφωνους πληθυσμούς της Ελλάδας.

 

Παραθέτω άλλο χωρίο από το βιβλίο του Κουκούδη:

Δεν θα ξεχάσω ποτέ τα λόγια των απλών ανθρώπων που μου έδωσαν τις πιο φιλοσοφημένες, τις πιο ξεκάθαρες και βιωματικές απαντήσεις. Όπως του μπαρμπα-Κώστα του Ζιώγα στο Περιθώρι του Νευροκοπίου, που μου είπε χαρακτηριστικά: «Άκουσε παιδί μου, οι Γκραίκοι δεν είναι περισσότερο Έλληνες από ’μας. Μπορεί εμείς να ’μαστε Βλάχοι κι αυτοί να ’ναι Γκραίκοι, όμως μαζί κάνουμε τους Έλληνες.»[3]

Ακολουθώντας τη λογική του μπαρμπα-Κώστα, μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι οι Έλληνες χριστιανοί (δηλαδή οι σημερινοί χριστιανοί κάτοικοι της Ελλάδας) συνίστανται από Ρωμιούς, Βλάχους, Αρβανίτες και Σλαβόφωνους, εφόσον χρησιμοποιούμε τους όρους αυτούς ως προσδιορισμούς γλωσσικών ομάδων. Στον κατάλογο των χριστιανών πρέπει να προσθέσουμε και τους τουρκόφωνους Καραμανλήδες.
Όπως είναι γνωστό, η ονομασία Έλληνες, ως εθνικό όνομα των νεότερων κατοίκων της Ελλάδας, άρχισε να χρησιμοποιείται σε μεγάλη κλίμακα στις παραμονές της ελληνικής επανάστασης. Θέλω να σταματήσω λίγο στο όνομα Ρωμιός. Όπως είδαμε, ο Κουκούδης υποστηρίζει ότι οι Βλάχοι (ή τουλάχιστον ορισμένοι Βλάχοι) διακρίνουν τους εαυτούς τους από τους Γκραίκους, αυτούς δηλαδή οι οποίοι, όπως και οι πρόγονοί τους, έχουν τα ελληνικά ως μητρική γλώσσα. Το όνομα Γκραίκος, το οποίο δεν συμπεριλαμβάνει τους Βλάχους, είναι άραγε ταυτόσημο με το όνομα Ρωμιός; Αν κοιτάξουμε ορισμένα κείμενα που χρονολογούνται από το 1800, παρατηρούμε ότι υπάρχει κάποια αστάθεια ή αοριστία στο σημασιολογικό περιεχόμενο της λέξης Ρωμαίος/Ρωμιός. Ας πάρουμε δυο πασίγνωστα κείμενα γραμμένα από εξελληνισμένους Βλάχους (ή τουλάχιστον άτομα βλάχικης καταγωγής). Το πρώτο είναι ο «Θούριος» (1797),[4] όπου ο Ρήγας Βελεστινλής κάνει την εξής επίκληση:

Βουλγάροι κι Αρβανίτες, Αρμένοι και Ρωμιοί,
Αράπηδες και άσπροι, με μιαν κοινήν ορμή.[5]


Εδώ ο όρος Ρωμιός φαίνεται να αποκλείει τους μη ελληνόφωνους πληθυσμούς. Με παρόμοιο τρόπο χρησιμοποιεί τον ίδιο όρο ο Δανιήλ ο Μοσχοπολίτης στην Εισαγωγική διδασκαλία, η οποία εκδόθηκε το 1802. Στην αρχή του βιβλίου, το οποίο γράφτηκε με σκοπό οι μη ελληνόφωνοι πληθυσμοί της νότιας βαλκανικής χερσονήσου να εγκαταλείψουν τη μητρική τους γλώσσα και να χρησιμοποιήσουν μόνο τα ελληνικά, διαβάζουμε την εξής επίκληση:

Αλβανοί, Βλάχοι, Βούλγαροι, Αλλόγλωσσοι, χαρήτε,
Κ’ ετοιμασθήτε όλοι σας Ρωμαίοι να γενήτε.[6]


Είναι φανερό ότι εδώ, με τον όρο Ρωμαίοι, ο Δανιήλ εννοεί αποκλειστικά τους ελληνόφωνους χριστιανούς. Η αντίληψη αυτή αντιβαίνει προς την εκκλησιαστική και οθωμανική χρήση του όρου Ρωμαίος / Rum, ο οποίος δηλώνει κάθε ορθόδοξο χριστιανό υπήκοο της Υψηλής Πύλης, χωρίς γλωσσικές και εθνοτικές διακρίσεις. Στις περιπτώσεις του Δανιήλ και του Ρήγα βλέπουμε μορφωμένους Χριστιανούς να διακρίνουν τους ελληνόφωνους από τους υπόλοιπους ομοθρήσκους τους, προωθώντας μιαν κατηγοριοποίηση κατά γλώσσα και όχι κατά θρησκεία. Στο επόμενο στάδιο ο Αδαμάντιος Κοραής απέρριψε το όνομα Ρωμαίος διότι συνδεόταν με τη θρησκεία και συνέχεε τους σύγχρονους ελληνόφωνους με τους αρχαίους κατοίκους της Ρώμης. Στη θέση του ο Κοραής προτίμησε το Γραικός. Στη συνέχεια, άλλοι διανοούμενοι απέρριψαν το Γραικός και προώθησαν το Έλλην.
Είναι γνωστό ότι στα εκατό και πλέον χρόνια που προηγήθηκαν της ελληνικής επανάστασης όλοι σχεδόν οι μορφωμένοι της νότιας βαλκανικής χερσονήσου, άσχετα με τη γλωσσική ή εθνοτική προέλευσή τους, δήλωναν Έλληνες (δηλαδή Γραικοί), τουλάχιστον στις δημόσιες εμφανίσεις τους και ιδίως στις δημοσιεύσεις τους. Για να προκόψει ένας ορθόδοξος χριστιανός στην Οθωμανική Αυτοκρατορία έπρεπε να μάθει να χειρίζεται την ελληνική γλώσσα. Οι Βλάχοι από την Ήπειρο, την Αλβανία και τη Μακεδονία που εγκαταστάθηκαν ως έμποροι στις μεγάλες εμπορικές πόλεις του εξωτερικού όπως η Βιέννη δήλωναν κι αυτοί Γραικοί (Griechen κτλ.).[7] Γιατί αυτοπροσδιορίζονταν ως Γραικοί; Διότι η ελληνική ήταν η γλώσσα της εκκλησίας και της εκπαίδευσης· ήταν και η lingua franca του εμπορίου στα Βαλκάνια και – στην περίπτωση των παραδουνάβιων ηγεμονιών – η γλώσσα της ιθύνουσας τάξης. Ως μέλη των ορθόδοξων κοινοτήτων στη Βιέννη και αλλού ο κόσμος τους θεωρούσε Griechen λόγω της θρησκείας τους. Άλλωστε, ποιος ξένος την εποχή εκείνη θα καταλάβαινε τι θα πει Βλάχος ή Αρωμούνος;
Ένας από τους πιο ένθερμους βλαχόφωνους κήρυκες της ελληνικής γλώσσας και της ελληνικής ιδέας στα Βαλκάνια ήταν ο Δημήτριος Δάρβαρις, από την Κλεισούρα της Μακεδονίας – τη γνωστή και ως Βλαχοκλεισούρα – ο οποίος κυκλοφόρησε το 1806 στη Βιέννη τη Γραμματική απλοελληνική [...] εις χρήσιν των ομογενών νέων. Ενώ σήμερα στην Ελλάδα η λέξη ομογενείς αναφέρεται σχεδόν αποκλειστικά σε Έλληνες του εξωτερικού, στην εποχή του Δάρβαρι είχε διατηρήσει την κυριολεκτική σημασία του μέλους του ίδιου γένους. Συγκρίνοντας ορισμένες εκφράσεις της ελληνικής με τη δική του γλώσσα, ο Δάρβαρις αναφέρει την «ημετέρα βλαχική γλώσσα». Οι «ομογενείς» για τους οποίους προορίζει τη Γραμματική «της κοινής των Γραικών διαλέκτου» είναι λοιπόν οι Βλάχοι.[8]
Παρ’ όλο που ήταν ένθερμος υποστηρικτής της ελληνικής ιδέας, ο Δανιήλ Φιλιππίδης, από τις Μηλιές της Θεσσαλίας, ήταν ο πρώτος που χρησιμοποίησε τη λέξη Ρουμουνία (το 1816) για να δηλώσει την περιοχή που περιλαμβάνει τη Βλαχία, τη Μολδαβία και την Τρανσυλβανία.[9] Λιγότερο γνωστή – έξω από τη Ρουμανία τουλάχιστον – είναι ίσως η περίπτωση του Μιχαήλ Μποϊατζή, ο οποίος γεννήθηκε στην Πέστη από οικογένεια προσφύγων από τη Μοσχόπολη. Το 1813 εξέδωσε την πρώτη γραμματική της βλάχικης γλώσσας με τίτλο Γραμματικήρωμανική ήτοι Μακεδονοβλαχική, γραμμένη στα ελληνικά και στα γερμανικά. Είναι χαρακτηριστικό ότι αυτός ο σχεδόν μοναδικός στην εποχή του υποστηρικτής μιας βλάχικης ταυτότητας βασισμένης στη γλώσσα γεννήθηκε εκτός βλαχόφωνης περιοχής. Στη σημαντικότατη εισαγωγή στη βλάχικη γραμματική του γράφει ότι «Η ημετέρα βλαχική γλώσσα ομιλείται υπό τεσσάρων μιλλιουνίων ψυχών», προσθέτοντας ότι οι Γραικοί δεν είναι περισσότεροι. Καταλήγει ότι, και Οττεντότοι να ήταν, οι Βλάχοι θα είχαν το δικαίωμα να τελειοποιηθούν μέσω της δικής τους γλώσσας. Είναι σημαντικό ότι ο Μποϊατζής διαφοροποιεί τη «μακεδονοβλαχική» γλώσσα από «το ιδίωμα της Δουναβεωαρκτικής», όπως ονομάζει τη ρουμανική γλώσσα που μιλιέται βόρεια από τον Δούναβη.[10]
Στην εισαγωγή του ο Μποϊατζής επιτίθεται στην επίκληση που έκανε ο Νεόφυτος Δούκας προς τους Μετσοβίτες Βλάχους, στην οποία τους παροτρύνει να εγκαταλείψουν τη «ρυπαρά και αθλία» μητρική τους γλώσσα και να χρησιμοποιήσουν αποκλειστικά την ελληνική.[11] Ο Δούκας – μονόγλωσσος, όπως φαίνεται, ελληνόφωνος ιερέας από την Ήπειρο – ήταν από τους πρώτους και τους πιο ένθερμους κήρυκες του ελληνικού εθνικισμού, ο οποίος βασιζόταν κατά κύριο λόγο στη γλώσσα.
Μόλις οκτώ χρόνια αργότερα, όμως, ο Μποϊατζής, ο οποίος ήταν δάσκαλος στο ελληνικό σχολείο της Βιέννης, εξέδωσε και γραμματική της νεοελληνικής, στην οποία έγραφε ότι σύντομα «η γραικική διάλεκτος» θα συναριθμηθεί ανάμεσα στις πιο καλλιεργημένες γλώσσες της Ευρώπης, και ότι αυτό θα έχει ευεργετικό αποτέλεσμα στους τρόπους και τα ήθη «των νέων Ελλήνων».[12] Φαίνεται ότι στις παραμονές της ελληνικής επανάστασης ο Μποϊατζής εγκατέλειψε τη «βλάχικη ιδέα» και ασπάστηκε την ελληνική.
Αν επιστρέψουμε τώρα στην εποχή μας, βρίσκουμε πολλά πρόσφατα βιβλία, γραμμένα από Έλληνες πολίτες βλάχικης, αρβανίτικης και σλαβικής καταγωγής, στα οποία οι συγγραφείς προσπαθούν να αποδείξουν ότι τα μέλη της γλωσσικής και πολιτισμικής ομάδας τους δεν είναι απλώς Έλληνες, αλλά έχουν συμβάλει περισσότερο από τις άλλες ομάδες στη δημιουργία και την πρόοδο του ελληνικού κράτους. Πολλά από τα βιβλία αυτά περιέχουν καταλόγους επιφανών Ελλήνων βλάχικης ή αρβανίτικης καταγωγής. Ο συγγραφέας ενός τέτοιου βιβλίου ισχυρίζεται ότι το 90% των αγωνιστών του 1821 ήταν Αρβανίτες.[13] Άλλος συγγραφέας ισχυρίζεται ότι οι Σουλιώτες ήταν Βλάχοι και παραθέτει μακροσκελή κατάλογο επιφανών Βλάχων που συνέβαλαν στην προκοπή του ελληνικού έθνους και του ελληνικού κράτους.[14] Τέτοιοι ισχυρισμοί δείχνουν την επιθυμία των συγγραφέων να αντισταθούν στη συστηματική αποσιώπηση της καταγωγής τόσων επιφανών Ελλήνων. Αποσκοπούν και στο να εκφράσουν την περηφάνια τους που είναι Έλληνες αλλά και την περηφάνια τους που είναι Βλάχοι, Αρβανίτες, κλπ. Η περηφάνια αυτή αποτελεί αναγνώριση των διαφόρων ομάδων που συγκροτούν το σύγχρονο ελληνικό έθνος.
Πολλοί από τους συγγραφείς αυτούς συμμερίζονται την άποψη ότι οι Βλάχοι, οι Αρβανίτες και οι Σλαβόφωνοι της ελληνικής Μακεδονίας έχουν απώτερη ελληνική καταγωγή. Η επίσημη αυτή άποψη εκφράζεται, μεταξύ άλλων, στο λήμμα βλάχος, στο Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (1998) του Γ.Μπαμπινιώτη. Το λεξικό παρέχει τον πρώτο ορισμό της λέξης βλάχος ως εξής: «ο δίγλωσσος Έλληνας που μιλά βλάχικα». Ο ορισμός αυτός υπονοεί ότι οι Βλάχοι που ζουν εκτός Ελλάδος, στην Αλβανία, στη Βουλγαρία, στην ΠΓΔΜ και αλλού είναι και αυτοί Έλληνες. Κάτω από το κυρίως λήμμα το Λεξικό Μπαμπινιώτη παρέχει και έναν επεξηγηματικό πίνακα, όπου διαβάζουμε μεταξύ άλλων τα εξής:

Αντίθετα προς ό,τι πήγαν να επιβάλουν παλιότερα ξένα συμφέροντα και πολιτικές σκοπιμότητες [...], σήμερα η επιστημονική έρευνα έχει αποκαταστήσει την αλήθεια [...]. Οι Έλληνες, στην καταγωγή και τη συνείδηση, Βλάχοι [...] είναι δίγλωσσοι Έλληνες ποιμένες και κτηνοτρόφοι [...] που παράλληλα προς τα Ελληνικά μιλούν μια λατινογενή διάλεκτο, τα Βλάχικα ή Κουτσοβλάχικα ή Αρωμουνικά. Η γλωσσική τους συγγένεια (όχι εθνολογική!) με τους Ρουμάνους οφείλεται στο ότι τόσο τα Αρωμουνικά όσο τα Ρουμάνικα ανάγονται σε κοινή γλωσσική πηγή, την Ανατολική ή Βαλκανική Λατινική. Εκλατινισθέντες γλωσσικά Έλληνες οι Βλάχοι μίλησαν την Αρωμουνική, με έντονη την επίδραση και της αρχαίας Ελληνικής (στα Βλάχικα σώζονται λέξεις ελληνικές, όπως urma < οδμή/οσμή ή udare < ούθαρ “μαστός, στήθος” κ.ά. που δεν διατηρήθηκαν στην Κοινή Ελληνική) ενώ η γλώσσα των Ρουμάνων έχει επηρεασθεί από τη Γετοδακική.

Τώρα το πώς και γιατί οι Βλάχοι εκλατινίσθηκαν και το πώς και γιατί διατήρησαν αρχαιοελληνικές λέξεις στα λατινικά τους αλλά όχι στα ελληνικά τους δεν διευκρινίζεται.[15]
Παρόμοιες αντιεπιστημονικές θεωρίες περί κοινής καταγωγής διαβάζουμε και σε ορισμένα βιβλία γραμμένα από Έλληνες Αρβανίτες. Ήδη το 1821 ο Δημήτριος Υψηλάντης είχε γράψει στους τότε συμμάχους των Ελλήνων μουσουλμάνους Αρβανίτες ότι: «Είσθε απόγονοι των προγόνων μας ηρώων.»[16] Αργότερα αναπτύχθηκε η «Πελασγική θεωρία», σύμφωνα με την οποία η Ελληνική και η Αλβανική γλώσσα έχουν κοινή ρίζα την Πελασγική,[17] ενώ οι ίδιοι οι Αλβανοί είναι Πελασγοί και ως εκ τούτου προήλθαν από την ίδια εθνολογική ρίζα με τους Έλληνες.
Σύμφωνα με άλλη εκδοχή της ίδιας θεωρίας οι Αλβανοί και οι Βλάχοι κατάγονται εν μέρει από τους αρχαίους Δωριείς, οι οποίοι αναμείχθηκαν με τους προέλληνες Πελασγούς.[18] Όπως είδαμε, ορισμένοι συγγραφείς υποστηρίζουν ότι η αλβανική ή η βλάχικη γλώσσα περιέχουν «ομηρικές» ή και «προομηρικές» λέξεις που δεν διασώζονται στην Κοινή Ελληνική, γι’ αυτό και τα αρβανίτικα και τα βλάχικα είναι πιο ελληνικά και πιο παλιά από την ελληνική γλώσσα που μιλιέται σήμερα.[19] Δεν υπάρχει κανένα επιστημονικό τεκμήριο που να υποστηρίζει τέτοιες θεωρίες. Όλοι οι συγγραφείς που ανέφερα συγχέουν το σημερινό «εθνικό φρόνημα» των εν λόγω ομάδων με την καταγωγή τους.[20]
Στα ελληνικά ο Αρβανίτης (ο αλβανόφωνος κάτοικος της Ελλάδας) διακρίνεται από τον Αλβανό (κυρίως τον κατοικο της Αλβανίας). Η διάκριση αυτή όμως δεν είναι μόνο ελληνική. Και στα επίσημα αλβανικά διακρίνεται ο Arbëresh (δηλαδή ο αλβανόφωνος της Νότιας Ιταλίας, της Ελλάδας ή της Δαλματίας που κατάγεται από Αλβανούς που μετανάστευσαν κατά τον Μεσαίωνα) από τον Shqiptar (δηλαδή τον Αλβανό της Αλβανίας και του Κοσσυφοπεδίου). Διακρίνεται και η arbërishte (η γλώσσα των αλβανόφωνων κατοίκων της Νότιας Ιταλίας και της Ελλάδας) από τη shqipe (δηλαδή την αλβανική γλώσσα της Αλβανίας και του Κοσσυφοπεδίου).[21]
Όπως είναι γνωστό, πολλοί Βλάχοι και Αρβανίτες ασπάστηκαν από νωρίς την ελληνική ιδέα και συνέβαλαν, είτε με την εκπαίδευση και την προπαγάνδα είτε με την οικονομική υποστήριξη είτε με τον ένοπλο αγώνα, στην ίδρυση του ελληνικού κράτους. Στη συνέχεια, οι περισσότεροι Βλάχοι και Αρβανίτες έγιναν αναπόσπαστο μέρος του ελληνικού έθνους. Η μόνη ομάδα χριστιανών που ζει στο ελληνικό κράτος αλλά προέβαλε σθεναρή αντίσταση στον εξελληνισμό της ήταν οι σλαβόφωνοι της Μακεδονίας, είτε αποκαλούνται Βούλγαροι είτε Μακεδόνες. Βέβαια, πολλοί σλαβόφωνοι συνέβαλαν και αυτοί στην ελληνική ιδέα, αλλά οι περισσότεροι αντιστάθηκαν. Προκειμένου να αφομοιωθούν αυτοί οι άνθρωποι στο ελληνικό έθνος δημιουργήθηκε στην Ελλάδα η θεωρία ότι πρόκειται για Έλληνες που έχασαν τη γλώσσα τους και άρχισαν να μιλάνε βουλγαρικά. Οι άνθρωποι αυτοί, σύμφωνα με την ελληνική εθνικιστική θεωρία, δεν ήταν παρά κατ’ επίφαση Βούλγαροι, ενώ είχαν ελληνική ψυχή. Αποστολή λοιπόν του ελληνικού κράτους ήταν να τους επιστρέψει στη γνήσια προγονική γλώσσα τους και στα πάτρια ήθη και έθιμα.[22]
Δεν είναι τυχαίο ότι σε όλες τις άλλες βαλκανικές γλώσσες εκτός της Ελληνικής υπάρχει η λέξη grekoman, η οποία υποδηλώνει μέλος κάποιας ομάδας με μητρική γλώσσα άλλη από την ελληνική, ο οποίος είναι φανατικός οπαδός της «ελληνικής ιδέας». Αυτοί οι «γραικομανείς» ήταν και είναι συχνά αντικείμενο μίσους αλλά και γελοιοποίησης.[23]
Τώρα που το ελληνικό κράτος δεν έχει τίποτα να φοβάται από τους βόρειους γείτονές της, είναι καιρός να αναγνωρίσει, μέσα από το εκπαιδευτικό σύστημα, όλα τα ψηφία του γλωσσικού και εθνολογικού ψηφιδωτού που αποτελεί το σύγχρονο ελληνικό έθνος. «Έλληνας» σημαίνει κάτοικος της Ελλάδας, πολίτης του ελληνικού κράτους. Το να είναι κανείς «Έλληνας» δεν συνεπάγεται αναγκαστικά την απάρνηση της προηγούμενης ταυτότητάς του. Η ελληνική εθνικότητα απαρτίζεται από διάφορες γλωσσικές και πολιτισμικές ομάδες. Το βασικό σφάλμα του Fallmerayer ήταν η εμμονή του στην ιδέα ότι μόνο οι βιολογικοί απόγονοι των αρχαίων Ελλήνων είχαν το δικαίωμα να αυτοπροσδιοριστούν ως Έλληνες. Το να είσαι όμως Έλληνας το 1830 – όπως και το 2006 – δεν ήταν τελικά ζήτημα φυλετικής καταγωγής (δηλαδή αντικειμενικής απόδειξης) αλλά ζήτημα αυτοπροσδιορισμού (δηλαδή υποκειμενικής θέλησης).

 

Peter Mackridge

Πρακτικά 3ου Πανευρωπαϊκού Συνεδρίου της Ευρωπαϊκής Εταιρείας Νεοελληνικών Σπουδών, 2-4 Ιουνίου 2006, (Βουκουρέστι), Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα, 2007.

 

[1] Α. Ι. Κουκούδης, Μελέτες για τους Βλάχους. Α΄: Η Θεσσαλονίκη και οι Βλάχοι, Θεσσαλονίκη 2000, 21.

[2] O Αχ. Γ. Λαζάρου (Η Αρωμουνική και αι μετά της ελληνικής σχέσεις αυτής, β΄ έκδ., Αθήνα 1976, 55) υποστηρίζει ότι το όνομα Armâni «ακριβώς σημαίνει Ρωμαίοι, δηλαδή Έλληνες» [!].

[3] Κουκούδης, ό.π., σ. 30.

[4]Νέα πολιτική διοίκησις, Βιέννη 1797.

[5] Στη Νέα πολιτική διοίκησι ο Ρήγας γράφει: «Ο αυτοκράτωρ λαός είναι όλοι οι κάτοικοι του βασιλείου τούτου χωρίς εξαίρεσιν θρησκείας και διαλέκτου. Έλληνες, Βούλγαροι, Αλβανοί, Βλάχοι, Αρμένηδες, Τούρκοι και κάθε άλλον είδος γενεάς» (Ρήγας Βελεστινλής, Άπαντα τα σωζόμενα, Ε΄, Αθήνα 2000, 48.

[6]Εισαγωγική διδασκαλίαπεριέχουσα λεξικόν τετράγλωσσον των τεσσάρων κοινών διαλέκτων ήτοι της απλής Ρωμαϊκής, της εν Μοισία Βλαχικής, της Βουλγαρικής, και της Αλβανιτικής, συντεθείσα [...] παρά του Αιδεσιμοτάτου [...]Δανιήλ του εκ Μοσχοπόλεως, [Κωσνταντινούπολη] 1802.

[7] Για όσους Βλάχους εγκαταστάθηκαν στις παραδουνάβιες ηγεμονίες, βέβαια, η μητρική γλώσσα τους αποτελούσε μεγάλο προτέρημα προκειμένου να συνεννοούνται με τους Ρουμάνους.

[8] Δημ. Δάρβαρις, Γραμματική απλοελληνική,Βιέννη 1806, 174-175, iii. Ο Δάρβαρις εξέδωσε και αναγνωστικό με τίτλο Εκλογάριον γραικικόν εις χρήσιν των Πρωτοπείρων της Απλής Διαλέκτου,Βιέννη 1804. Οι «Πρωτόπειροι της Απλής Διαλέκτου» είναι βέβαια όσοι δεν έχουν μάθει ούτε να μιλήσουν ελληνικά. Βλ. και Αγγ. Κωνσταντακοπούλου, Η ελληνική γλώσσα στα βαλκάνια (1750-1850): το τετράγλωσσο λεξικό του Δανιήλ Μοσχοπολίτη,Ιωάννινα 1988, 11-12.

[9] Δανιήλ Φιλιππίδης, Γεωγραφικόν της Ρουμουνίας και Ιστορία της Ρουμουνίας,Λειψία 1816. Βλ. P. M. Kitromilides, «“Imagined communities” and the origins of national question in the Balkans», στο M. Blinkhorn και Th. Veremis (επιμ.), Modern Greece: Nationality and Nationalism, Αθήνα 1990, 28-29. Κατά τον M. Tipau («Ethnic names and national identity in the Greek-Romanian historiography of the Phanariote era», στο P. Μ. Kitromilides και A. Tabaki (επιμ.), Relations gréco-roumaines: interculturalité et identité nationale, Aθήνα 2004, 175-176), ο Φιλιππίδης απέρριψε τους όρους Βλάχος και Βλαχία που χρησιμοποιούνταν μέχρι τότε, και η διατύπωση του Φιλιππίδη υιοθετήθηκε ως επίσημο όνομα του ρουμανικού κράτους το 1863.

[10] Μιχαήλ Γ. Μποϊατζή, Γραμματικήρωμανική ήτοι Μακεδονοβλαχική,Βιέννη 1818, ι΄-ιδ΄.

[11] Νεόφ. Δούκας, Μαξίμου Τυρίου λόγοι..., Βιέννη 1810, λγ΄.

[12] Michael G. Bojadschi, Kurzgefasste neugriechische Sprachlehre,Βιέννη 1823 [α΄ έκδ. 1821], v-vi.

[13] Αρ. Π. Κόλλιας, Αρβανίτες και η καταγωγή των Ελλήνων, 7η έκδ., Αθήνα 1992, 2.

[14] Γ. Έξαρχος, Οι Ελληνόβλαχοι (Αρμάνοι),Αθήνα 2001, Β΄, 460-607.

[15] Αντίθετα απ’ ό,τι υπονοεί το Λεξικό Μπαμπινιώτη, οι λέξεις urma (με τη σημασία «ίχνος») και udare (με τη μορφή uger) υπάρχουν και στη (Δακο-)Ρουμανική.

[16] Μιχ. Γ. Λαμπρυνίδης, Οι Αλβανοί κατά την κυρίως Ελλάδα και την Πελοπόννησον,Αθήνα 1907, 86.

[17] Σύμφωνα με τον Κόλλια, η προκήρυξη του Αρβανίτικου Συνδέσμου (1897) έγραφε: «Ο Έλλην, πριν γίνει Έλλην, ήταν Αρβανίτης, δηλαδή Πελασγός. Έλλην σημαίνει πολιτισμένος Αρβανίτης», και υποστήριζε ότι η ελληνική γλώσσα είναι «τελειοποίησις της Αρβανιτικής» (Αρ. Π. Κόλλιας, Η προκήρυξη του Αρβανίτικου συνδέσμου, Αθήνα 1996, 59-70). Ο ίδιος συγγραφέας υποστηρίζει ότι βάση της Λατινικής και της Ελληνικής είναι η Πελασγική (ό.π., 87).

[18] Π.χ. Κ. Η. Μπίρης, Αρβανίτες: οι Δωριείς του νεώτερου Ελληνισμού, Αθήνα 1960, 6· Έξαρχος, ό.π., Α΄, 173. Πληροφορίες για τη διαμόρφωση της «Πελασγικής θεωρίας» άντλησα από ανέκδοτη ομιλία του Αλέξη Πολίτη με τίτλο, «Κοιτάζοντας τον καθρέφτη του μύθου: εμείς και οι άλλοι Βαλκάνιοι στον 19ο αιώνα».

[19] Έξαρχος, ό.π., 76-78. Πολλές από τις βλάχικες λέξεις τις οποίες ο συγγραφέας χαρακτηρίζει «ομηρικές» προέρχονται στην πραγματικότητα από τα λατινικά. Σκοπός του βιβλίου του είναι να αποδείξει ότι η Αρωμουνική δεν είναι διάλεκτος της Ρουμανικής (ό.π., 80). Όπως και άλλοι τέτοιοι ερασιτέχνες μελετητές ο Έξαρχος παραδέχεται ότι η βλάχικη γλώσσα προέρχεται από τα λατινικά, υποστηρίζει όμως ότι τα λατινικά προέρχονται από τα ελληνικά (ό.π., 53-55).

[20] Ακραίο παράδειγμα της τάσης αυτής είναι το βιβλίο του Στ. Α. Παπαγιάννη, Βλάχοι και βλαχόφωνοι Έλληνες: δύο ξεχωριστές και εχθρικές, μεταξύ τους, εθνοτικές ομάδες, Αθήνα 2003, ο οποίος προσπαθεί να αποδείξει ότι οι Βλάχοι που συνεργάστηκαν με τους Ιταλούς στην Κατοχή έχουν διαφορετική εθνολογική προέλευση από όσους, συμμετέχοντας στην Αντίσταση, παρέμειναν πιστοί στην ελληνική ιδέα.

[21] L. Newmark, Albanian-English Dictionary, Οξφόρδη 1998.

[22] Βλ. A. Karakasidou, «Cultural illegitimacy in Greece: the Slavo-Macedonian “non-minority”», στο R. Clogg (επιμ.), Minorities in Greece: Aspects of a Plural Society,Λονδίνο 2002, 122-164. Η Καρακασίδου περιγράφει τις μεθόδους που χρησιμοποιήθηκαν προκειμένου να ενσταλαχθεί η ελληνική εθνική συνείδηση στους σλαβόφωνους πληθυσμούς της ελληνικής επικράτειας.

[23] Ελλείψει άλλων πληροφοριών (σχετικό λήμμα δεν υπάρχει σε όσα ετυμολογικά λεξικά των βαλκανικών γλωσσών συμβουλεύτηκα) προτείνω την υπόθεση ότι το grekoman πλάστηκε ως γαλλοφανή λέξη (grécomane)· πρβ. την υπαρκτή λέξη grécomanie, καθώςκαι άλλες ελληνoγενείς λέξεις όπως kleptomane.