Βλάχοι και ελληνισμός

ΤζούρτζιαΕδώ και χρόνια "χόμπυ" μου είναι να διαβάζω για τους Βλάχους. Έχω μαζέψει βιβλία, αποκόμματα εφημερίδων, ιστοσελίδες και έχω συζητήσει με ανθρώπους που άλλοι λίγο, άλλοι καθόλου και κάποιοι πολύ έχουν ασχοληθεί με το θέμα... Κατά αρχάς να δηλώσω ότι θεωρώ ότι είμαι δικαιωματικά Ελληνίδα εφόσον οι πρόγονοί μου τόσο από τον πατέρα μου όσο και από την μητέρα μου κατοικούν σ' αυτόν τον τόπο από ιδρύσεώς του, μόχθησαν για την ανεξαρτησία της Ελλάδας, έζησαν σαν Έλληνες, δημιούργησαν σαν Έλληνες και πρόσφεραν εξίσου με κάποιους άλλους που θεωρούν εαυτούς απευθείας απόγονους του Περικλή.

Αν ψάξει κανείς την καταγωγή μου θα βρει ότι είμαι κατά 1/2 Βλάχα (Ασπρόποταμος Πίνδου), κατά 1/4 Αρβανίτισα (Μάνδρα Αττικής) και κατά 1/4 από την Άνδρο όμως για κάποιο λόγο που δεν μπορώ να προσδιορίσω αλλά μόνο τον αισθάνομαι, από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου νιώθω Βλάχα. Τα δε παιδιά μου, μια και δεν ... παντρεύτηκα Βλάχο, σημειωτέον, είναι κατά 1/4 Βλάχοι, κατά 1/8 Αρβανίτες, κατά 1/8 Ανδριώτες, κατά 1/4 Πελοποννήσιοι και κατά 1/4 Μικρασιάτες και αυτό το αναφέρω έτσι ώστε να συνειδητοποιήσουμε όλοι το αυτονόητο, σήμερα 2.500 χρόνια μετά την εποχή του χρυσού αιώνα, όλοι όσοι ζούμε σ' αυτόν τον τόπο είμαστε το αποτέλεσμα της ανάμιξης των ανθρώπων που έζησαν σε δύο ηπείρους και πέντε θάλασσες.

Όταν λοιπόν με ρωτάνε το κοινότυπο " από πού είσαι; ", απαντώ αυθόρμητα Βλάχα και αυτομάτως πρέπει να δικαιολογηθώ απέναντι σε όλους αυτούς που πότε με λένε "Ρουμάνα", πότε με λένε "γλωσσική μειονότητα" και πότε πότε με κοιτούν με δυσπιστία γιατί αναφέρω ένα θέμα ταμπού για την ελληνική κοινωνία και την ομοιογένειά της που πάντα μας δίδασκαν τα σχολικά βιβλία. Ένιωσα λοιπόν ότι χρειαζόταν να ξαναδιαβάσω ότι υλικό έχω μαζέψει, να συγκεντρώσω τις σκέψεις μου και να τις καταγράψω γιατί έχω συνειδητοποιήσει ότι η άγνοια είναι αυτή που δημιουργεί την παραπάνω συμπεριφορά. Δυστυχώς η ιστορία που διδασκόμαστε στα σχολειά είναι ατελής, υπάρχουν θέματα που δε θίγονται καν, που προσπερνιούνται ή εντέχνως καλύπτονται.

Ο Τηλ. Κατσουγιάννης γράφει στο βιβλίο του "Περί των Βλάχων των Ελληνικών χωρών": Προκαταλήψεις ή ευαισθησία σε ζητήματα εθνολογικής συνείδησης του πληθυσμού των ελληνικών χωρών οφείλονται σε αμάθεια ή πλημμελή κατανόηση της πραγματικότητας, το σύμπλεγμα της απόλυτου προσήλωσης στους αρχαίους προγόνους και η ιδέα ότι οτιδήποτε σύγχρονο ελληνικό ανάγεται στους αρχαίους της κλασσικής εποχής, μας εμποδίζουν να βλέπουμε την πραγματικότητα.

Ας διευκρινίσουμε λοιπόν τον όρο "Βλάχος" με τα λόγια του ρωμανιστή - βαλκανιολόγου Δρ. Αχ. Λαζάρου. Η πιο κοινή ερμηνεία είναι αυτή του κτηνοτρόφου, του ορεσίβιου βοσκού και ακόμα του άξεστου και του χωριάτη. Υπάρχει βεβαίως και αυτή η έννοια. Αλλά στην προκειμένη περίπτωση, προφέροντας τη λέξη "Βλάχος", εννοούμε τον Λατινόφωνο, τον υπήκοο του Ρωμαϊκού κράτους που χρησιμοποίησε τη Λατινική γλώσσα, και συγκεκριμένα τον δίγλωσσο Έλληνα της Θεσσαλίας, Ηπείρου, Μακεδονίας και Διασποράς που στα νεοελληνικά έχει επικρατήσει σαν Κουτσόβλαχος (ή Βλάχος, Αρωμούνος, Aromanian) ενώ ο ίδιος στα Βλάχικα αυτοαποκαλείται Αρμάνος. Τηρουμένων των αναλογιών οι Βλάχοι της Ελλάδας είναι σαν τους Ουαλούς των Βρετανικών νησιών και σαν τους Βαλλόνους του Βελγίου. Στη δε γειτονιά μας εκτός από τους Κουτσόβλαχους υπάρχουν οι Φρασερεώτες Βλάχοι (Αρβανιτόβλαχοι) και οι Μογλενίτες Βλάχοι.

Η λέξη Βλάχος σύμφωνα με κάποιους ερευνητές ανάγεται στη γερμανική που με το όνομα Walhvolk δήλωνε το Ρωμαίο και Walholand την Ιταλία. Αρχικά αναφερόταν στους Κέλτες που στην ηπειρωτική Ευρώπη εκλατινίστηκαν πρώτοι και αργότερα δήλωνε κάθε λατινόφωνο. Η αρχαία αγγλική άλλωστε ονομάζει Weahlas του Κέλτες. Οι Γερμανοί ονομάζουν Wallone τους λατινόφωνους Βέλγους (Βαλλώνους). Από τους Γερμανούς το παρέλαβαν πιθανότατα οι Σλάβοι οι οποίοι ονόμασαν Βλάχους όλους τους λατινόφωνους - ανεξαρτήτως εθνικής καταγωγής - που συνάντησαν στη βαλκανική (από τη Δακία μέχρι την Ήπειρο και τη Θεσσαλία) και αργότερα το μετέδωσαν στους Βυζαντινούς.

Η εκλατίνιση των κατακτηθέντων λαών κατά την εξάπλωση της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας είναι ιστορικά αποδεδειγμένη και πιστεύω ότι αποτελεί το σημείο κλειδί στην ιστορία των Βλάχων. Η δημώδης γλώσσα των Ρωμαίων (η γλώσσα των λεγεωνάριων) εξαπλώθηκε από την Ουαλία και από την Ιβηρική χερσόνησο μέχρι και τα Βαλκάνια και την Αίγυπτο. Όσοι εκλατινίστηκαν την εποχή αυτή δέχτηκαν τους επόμενους αιώνες επιδρομές από νέους κατακτητές (Σλάβους, Γερμανούς, Άραβες), στις γλώσσες τους εισήχθησαν νέες λέξεις και έτσι τελικά φτάσαμε στη διαμόρφωση των σύγχρονων γλωσσών όπως η ιταλική, γαλλική, ισπανική, πορτογαλική, ραιτορωμανική (ελβετική), ρουμανική, αρωμανική. Η εκλατίνιση των πληθυσμών της Βαλκανικής κράτησε από το 167 π.Χ. μέχρι και το 397 μ.Χ. δηλ. μέχρι την εποχή του διαχωρισμού του Ανατολικού Ρωμαϊκού κράτους από το Δυτικό, τα δε λατινικά παρέμειναν η πρώτη επίσημη γλώσσα της Βυζαντινής αυτοκρατορίας μέχρι και την εποχή του Ηρακλείου.

Δεν υπάρχουν πολλές καταγραμμένες πληροφορίες από τους ιστορικούς για τη ζωή των Βλάχων και τη γλώσσα τους παρά μόνο σκόρπιες φράσεις όπως το περίφημο ' torna torna fratre ' (χωρίο του χρονογράφου Θεοφύλακτου Σιμοκάττη και του μεταγενέστερου Θεοφάνη Ομολογητή) που θεωρείται η πρώτη καταγραφή Βλάχικης (Αρωμουνικής) γλώσσας το 586 μ.Χ. ή το ' καίπερ Ελληνας εκ του πλείονος όντας τη των Ιταλών φθέγγεσθαι φωνή ' (του Ιωάννη Λυδού επί Ιουστινιανού, 6ου αι. μ.Χ.). Για τους επόμενους τρεις αιώνες (σκοτεινοί χρόνοι του μεσαίωνα - περίοδος σιγής των πηγών) δεν υπάρχουν ιδιαίτερες αναφορές, και διαβάζοντας την ιστορία του Βυζαντίου την εποχή εκείνη, με τις κοσμοϊστορικές αλλαγές που συντελούνταν, τους νέους λαούς που εμφανίζονταν και πίεζαν την αυτοκρατορία από παντού, με την κρατική ενότητα του Βυζαντίου στα Βαλκάνια διασπασμένη από τις αλλεπάλληλες επιδρομές, μπορούμε να δικαιολογήσουμε γιατί κανείς δεν ενδιαφέρονταν για λίγους απομονωμένους νομάδες.

Για την καταγωγή των Βλάχων υπάρχουν διάφορες απόψεις αλλά καμιά δεν έχει τεκμηριωθεί πλήρως. Σκεφτείτε ότι μιλάμε για την εποχή της αχανούς Βυζαντινής αυτοκρατορίας με εδάφη από τα βάθη της Ασίας μέχρι και τα Καρπάθια, με πολλούς λαούς και πολλές τοπικές λαλιές. Η μετακίνηση νομάδων είναι ελεύθερη, δεν υπάρχουν τα γνωστά μας σύνορα τα οποία οριστικοποιήθηκαν μόλις το 1913, δεν υπάρχουν έθνη (δημιούργημα των τελευταίων δύο αιώνων, μετά την γαλλική επανάσταση), ο τοπικός πληθυσμός αποδεκατίζεται ή μετακινείται γιατί δέχεται επιθέσεις από νέους λαούς (Γότθους, Ούνους κατά τον 4ο -5ο αι. μ.Χ., Σλάβους κατά τον 6ο - 7ο αι. μ.Χ., Φράγκους την εποχή των σταυροφοριών, πειρατές σαν τον Μπαρμπαρόσα κατά την Τουρκοκρατία), περιοχές ολόκληρες χάνονται και ξανακερδίζονται από το Βυζαντινό στρατό από τη μια μέρα στην άλλη.

Και μέσα σε όλη αυτή την αταξία φαντάζομαι τους Βλάχους νομάδες να βόσκουν τα κοπάδια τους στα απομονωμένα βουνά, να ζουν, να μεγαλώνουν τα παιδιά τους, να κάνουν οικογένειες μεταξύ τους και να μετακινούνται άνοιξη - φθινόπωρο όπως τους προστάζει η φύση. Είναι αυτόχθονες εκλατινισμένοι πληθυσμοί της νότιας Βαλκανικής; Είναι απομεινάρια των ρωμαϊκών λεγεώνων που εγκαταστάθηκαν γύρω από την Εγνατία οδό για να τη φυλάσσουν; Είναι πληθυσμοί της Βόρειας Βαλκανικής που μετακινήθηκαν κάποια χρονική στιγμή (7ο - 10ο αι. μ.Χ.) από περιοχές που ήταν πάνω από το Δούναβη λόγω της καθόδου των Σλάβων; Κανείς δεν μπορεί να το βεβαιώσει και ο καθένας από την πλευρά του χρησιμοποιεί τις λίγες ιστορικές πηγές για να αποδείξει και να ισχυροποιήσει την άποψή του. Πάντως δεν έχει καταγραφεί κάποια μαζική μετακίνηση πληθυσμού ούτε μαρτυρείται βίαιη εισβολή Βλάχων στην ιστορία και κανένας χρονικογράφος της εποχής δεν ασχολήθηκε ιδιαίτερα μαζί τους. Κατά τον 11ο αι. μ.Χ., οι Βλάχοι περιγράφονται σαν νομάδες που μετακινούνται από την Πίνδο και τον Γράμμο προς τα χειμαδιά και μιλούν ένα λατινικό ιδίωμα που παραπέμπει στους αιώνες της ρωμαϊκής κατάκτησης. Λίγο αργότερα προωθούνται νοτιότερα (Στερεά - Πελοπόννησο), εγκαθίστανται στα νέα εδάφη και αφομοιώνονται γλωσσικά.

Κατά τον 14ο -15ο αι. μ.Χ. η Βαλκανική χερσόνησος καταλαμβάνεται από τους Οθωμανούς Τούρκους, δημιουργείται η Οθωμανική αυτοκρατορία η οποία έχει να αντιμετωπίσει την διοίκηση πολλών λαών, αλλόθρησκων και πολύγλωσσων. Χωρίζεται λοιπόν η αυτοκρατορία σε μιλλέτ (κλίματα) ανάλογα με τη θρησκεία - η εθνική συνείδηση δεν έχει αρχίσει ακόμα να διαμορφώνεται - και όχι ανάλογα με τη γλώσσα ή την εθνική καταγωγή. Δημιουργείται το Μουσουλμανικό, το Ορθόδοξο, το Αρμένικο, το Εβραϊκό και το Καθολικό μιλλέτ. Το μιλλέτ των Ορθοδόξων (Rum millet) δηλ. το μιλλέτ του Οικουμενικού Πατριαρχείου, είναι κατεξοχήν Ελληνικό (Ρωμαϊκό), μια και ο Πατριάρχης ο οποίος είναι ο πνευματικός αρχηγός και ο αντιπρόσωπος του μιλλέτ των Ορθόδοξων στον σουλτάνο, είναι Έλληνας και επίσημη γλώσσα της Ορθόδοξης εκκλησίας είναι η ελληνική. Στο μιλλέτ αυτό περιλαμβάνονται όλοι οι ορθόδοξοι πληθυσμοί της Βαλκανικής (Έλληνες, Βούλγαροι, Ρουμάνοι, Σέρβοι, Αλβανοί, Βλάχοι). Η δύναμη της ελληνικής γλώσσας και του ελληνικού πολιτισμού είναι ότι κατά την Τουρκοκρατία σε όλα τα Βαλκάνια όλοι οι ορθόδοξοι όταν μορφώνονται, αυτό γίνεται στην ελληνική, ο δε όρος Ρωμιός δεν προσδιορίζει εθνική προέλευση αλλά το θρήσκευμα. Η κατάσταση αυτή αλλάζει μόλις στον 19ο αι. μ.Χ., με την κίνηση των σλαβόφωνων ορθόδοξων πληθυσμών υπέρ της χειραφέτησής τους από το Οικουμενικό Πατριαρχείο (πανσλαβισμός). Στην προσπάθειά των υπόδουλων να ιδρύσουν τα εθνικά τους κράτη, να εδραιώσουν τα νέα σύνορα και να αποκτήσουν εθνική συνείδηση δημιουργούν αυτοκέφαλες εκκλησίες, το 1833 γίνεται αυτοκέφαλη η Εκκλησία της Ελλάδας, το 1870 δημιουργείται η Εξαρχεία (Βουλγάρικο σχίσμα).

Κατά την Τουρκοκρατία οι Βλάχοι εμφανίζονται ως ένας άρτια συγκροτημένος πληθυσμός. Είναι υπό την προστασία της βαλιντέ σουλτάνας, γεγονός που τους εξασφαλίζει σχετική ανεξαρτησία και καταβολή ασήμαντου σχετικά φόρου. Φτιάχνουν τα περίφημα τσελιγκάτα (πρωτοπόροι αυτόνομοι κτηνοτροφικοί συνεταιρισμοί), τα αρματολίκια, τους βρίσκουμε κτηνοτρόφους, αγωγιάτες, βιοτέχνες, λαϊκούς τεχνίτες κι έμπορους. Κατά τον 16ο - 17ο αι. μ.Χ. διοργανώνονται κουτσοβλαχικές κοινότητες οι οποίες ακμάζουν ιδιαίτερα. Από αυτές ιδιαίτερη σημασία έχουν η πόλη της Μοσχόπολης (κοντά στη σημερινή Κορυτσά) όπου ιδρύεται και το πρώτο ελληνικό τυπογραφείο γύρω στα 1730, η κοινότητα της Βουδαπέστης και της Βιέννης οι οποίες αποτέλεσαν ελληνικά κέντρα και φυτώρια της ελληνικής παιδείας. Κατά τον 18ο αι. μ.Χ. με την ανάπτυξη του εμπορίου μεταναστεύουν στις Ρωσία, Ουγγαρία, Αυστρία, Σερβία και φυσικά στις παραδουνάβιες ηγεμονίες (Βλαχία, Μολδαβία που το 1859 ενώνονται για να φτιάξουν τη σύγχρονη Ρουμανία) οι οποίες την εποχή εκείνη είναι ημιαυτόνομες περιοχές. Εκεί οι Κουτσόβλαχοι αποτελούν την αστική τάξη μαζί με τους Φαναριώτες (επιφανείς Έλληνες από το Φανάρι της Κωνσταντινούπολης που αποτελούν την άρχουσα τάξη). Στις παραδουνάβιες ηγεμονίες γλώσσα της διοίκησης, των κοινωνικών σχέσεων, της αστικής τάξης και γενικότερα γλώσσα της διαβαλκανικής συνεννοήσεως είναι η ελληνική. Η δε προσφορά της ελληνορθόδοξης παιδείας στη διαμόρφωση του εκεί πληθυσμού είναι τόσο σημαντική (με σχολεία, Έλληνες λόγιους, ελληνικά εγχειρίδια) ώστε ουσιαστικά την εποχή εκείνη δεν γίνονταν διάκριση ανάμεσα σε Μολδαβούς και Έλληνες.

Η άνθηση αυτή των κουτσοβλαχικών κοινοτήτων διακόπτεται με τη διάλυση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και τη δημιουργία των εθνικών κρατών που βρίσκει τους Βλάχους διασκορπισμένους σε όλη την βαλκανική. Όπως είναι γνωστό, η διάχυση των πληθυσμών σε όλη τη Βαλκανική χερσόνησο είχε τέτοια έκταση ώστε στάθηκε αδύνατο να συμπεριλάβουν τα νέα κράτη μόνο ομοεθνείς πληθυσμούς, με τα γνωστά αποτελέσματα των ατέλειωτων πολέμων και τις ανταλλαγές πληθυσμών που ζούμε μέχρι και σήμερα. Οι Βλάχοι από τη μεριά τους δεν προσπάθησαν να δημιουργήσουν το δικό τους εθνικό κράτος και αυτό πιστεύω ότι αποδεικνύει το ότι ποτέ δεν ένιωσαν ότι ήταν μία ξεχωριστή εθνότητα. Αντίθετα οι επιφανείς Βλάχικες οικογένειες υποστήριξαν με κάθε τρόπο τα ελληνικά συμφέροντα. Τελικά η χάραξη των συνόρων διαμοιράζει τους Βλάχους σε 4 διαφορετικά κράτη, στην Ελλάδα, στην Αλβανία, στη Σερβία και στη Ρουμανία

 Σήμερα, σχεδόν 100 χρόνια μετά, η άποψή μου αφορά μόνο στους Βλάχους που ζουν μέσα στα ελληνικά σύνορα (προσάρτηση της Θεσσαλίας το 1881, προσάρτηση της Ηπείρου - Μακεδονίας το 1913) και όλα όσα καταθέτω αφορούν αυτούς και μόνο αυτούς. Υποψιάζομαι πώς ένιωθαν οι Βλάχοι που βρέθηκαν εκτός των ελληνικών συνόρων στις αρχές του 20ου, αλλά δεν μπορώ να ξέρω πώς νιώθουν σήμερα οι απόγονοί τους, ζώντας σε διαφορετικές χώρες στις οποίες έπρεπε να προσαρμοστούν για να επιβιώσουν, έχοντας γαλουχηθεί με διαφορετικές κουλτούρες και έχοντας δεχτεί επίδραση διαφορετικών πολιτικών και διαφορετικής αντιμετώπισης.

 Συμπερασματικά, κοιτώντας την πολυκύμαντη ιστορία των Βαλκανίων, την ονομαζόμενη και "πυριτιδαποθήκη της Ευρώπης", το μόνο σίγουρο που μπορούμε να πούμε, είναι ότι εδώ και εκατοντάδες χρόνια οι Βλάχοι είναι κάτοικοι της Βαλκανικής, ανήκαν στη Βυζαντινή και μετέπειτα Οθωμανική αυτοκρατορία, ήταν Χριστιανοί Ορθόδοξοι, μιλούσαν ένα λατινικό ιδίωμα αλλά εκκλησιάζονταν και μορφώνονταν στα Ελληνικά. Εδώ αξίζει να θυμηθούμε τον ορισμό του Ισοκράτη για τον ελληνισμό ότι ' Έλληνας καλείσθαι τους της παιδεύσεως της ημετέρας μετέχοντας '.

 Η ιστορική έρευνα των τελευταίων ετών κλίνει προς τη θέση ότι οι Βλάχοι είναι εκλατινισμένοι αυτόχθονες πληθυσμοί που κατοικούν στα ορεινά των νοτίων Βαλκανίων γύρω στα 2.000 χρόνια, οι οποίοι εκλατινίστηκαν κατά την ρωμαϊκή αυτοκρατορία και μάλιστα αρκετά πριν από τους Δάκες (τους μετέπειτα Ρουμάνους). Η διαμάχη για την καταγωγή των Βλάχων έχει μεταφερθεί σ' ένα άλλο πεδίο, αυτό του εθνικού - γλωσσικού υποστρώματος των Βλάχων. Με απλά λόγια ναι μεν είναι αυτόχθονες εκλατινισμένοι πληθυσμοί αλλά πριν εκλατινιστούν τι ήταν; ήταν Μακεδόνες; ήταν Ιλλυριοί; ήταν Θράκες;

 Αυτά είναι ερωτήματα, που φυσικά εγώ δεν μπορώ να απαντήσω, είναι ερωτήματα που εξετάζονται από τους ειδικούς και θα έπρεπε να απαντηθούν χωρίς την επήρεια πολιτικών σκοπιμοτήτων. Πιθανόν να μην υπάρχει μια κοινά αποδεκτή απάντηση, όλοι όμως 'εχθροί' και 'φίλοι' παραδέχονται και ομολογούν ότι οι Βλάχοι της Ελλάδας νιώθουν Έλληνες πάνω και πρώτα από όλα και κάποτε πρέπει να γίνει κατανοητό ότι κανείς δεν μπορεί να τους επιβάλλει να νιώσουν διαφορετικά.

Ο Ευ. Αβέρωφ - Τοσίτσας στο βιβλίο του "Η πολιτική πλευρά του Κουτσοβλαχικού ζητήματος" γράφει: Η επιστημονική αυτή διαμάχη (εννοεί της καταγωγής του Κουτσοβλάχων) , η οποία απασχόλησε διαπρεπέστατους επιστήμονες της Ευρώπης, δεν έχει τελειώσει ακόμα και ίσως δεν θα τελειώσει ποτέ. Η ιστορία της Βαλκανικής Χερσονήσου κατά τους τελευταίους προχριστιανικούς και τους πρώτους μεταχριστιανικούς αιώνες είναι γεμάτη με τόσα γεγονότα αλλά και τόσο σκοτεινή, οι φυλές που έζησαν σ' αυτή τη μεγάλη έκταση της γης και οι εσωτερικές και ξένες επιδράσεις που δέχτηκαν, τόσο πολλές και τόσο κατά τόπους ανόμοιες, ώστε είναι απίθανο ότι θα διαπιστωθεί ποτέ μια θεωρία που θα λύνει οριστικά το ζήτημα της προέλευσης των κουτσόβλαχων και της διαλέκτου που μιλούν.

Ο δε Σερ. Φυντανίδης αναφέρει στον πρόλογο του βιβλίου του 'Εξαρχου "Αυτοί είναι οι Βλάχοι": Υπάρχουν μερικά θέματα που αφορούν εθνότητες, μειονότητες, γλωσσικά ιδιώματα και θεωρούνται ταμπού. Σε πολλές περιπτώσεις η άγνοιά μας φτάνει σε τέτοια σημεία, που να αρνιόμαστε την ίδια την ιστορία μας. Είμαστε ένας λαός, μία θρησκεία, μία γλώσσα. Κι όμως τα πράγματα δεν είναι έτσι. Αυτός ο τόπος γνώρισε αμέτρητες εισβολές, κατακτήσεις και ειρηνικές μετεγκαταστάσεις σε διάστημα 10 αιώνων. Από τον 5ο αι. μ.Χ. Σλάβοι, Αβαροί, Φράγκοι, Γότθοι, Βούλγαροι, Τούρκοι, Καταλανοί άφησαν εδώ το αιματηρό τους επισκεπτήριο ενώ οι εξ Αλβανίας προερχόμενοι εγκαταστάθηκαν ειρηνικά.. Όμως το μεγαλείο αυτού του τόπου είναι ότι όλους αυτούς είτε τους απέβαλε είτε τους αφομοίωσε. Γιατί διέθετε ανώτερο πολιτισμό, γλώσσα και γραφή. Αυτά όλα αποτελούν ιστορία και είναι προς δόξα μας ότι όλοι αυτοί αισθάνονται απολύτως Έλληνες.

 Να προσθέσω ότι η ανάμειξη όλων αυτών των πληθυσμών με τον αποδεκατισμένο λαό της υπαίθρου υπήρξε σωτήρια για την διατήρηση του ελληνικού στοιχείου. Δεν νομίζω λοιπόν ότι μπορεί κάποιοι να θεωρούν λιγότερο Έλληνες τους Βλάχους ή τους Αρβανίτες (μια και δίγλωσσοι) από τους λεγόμενους "παλαιοελλαδίτες" ή τους πρόσφυγες που ήρθαν από τη Μικρά Ασία, τους Πόντιους, τους καθολικούς του Αιγαίου, τους Δωδεκαννήσιους. Παρά τις επιμέρους διαφορές, στα έθιμα, στη γλώσσα ή στο δόγμα, όλοι ένιωθαν και νιώθουν Έλληνες.

 Όσον αφορά στη Βλάχικη (Αρωμουνική), δεν ανέπτυξε ποτέ τον γραπτό λόγο, ήταν μόνο προφορική γλώσσα, μεταδιδόταν από γενιά σε γενιά, με παραλλαγές από τόπο σε τόπο, οι άνθρωποι που τη μιλούσαν δεν ήταν άρχοντες , δεν ήταν άνθρωποι των γραμμάτων αλλά νομάδες κτηνοτρόφοι και αργότερα αγωγιάτες και έμποροι, οι οποίοι αν ήθελαν να γράψουν έγραφαν στην ελληνική δηλαδή στην επίσημη γλώσσα του Βυζαντινού κράτους και αργότερα (κατά την Τουρκοκρατία) στη γλώσσα της εκκλησίας, της μόρφωσης, του εμπορίου και της αστικής τάξης.

 Γλωσσολογικά η Αρωμουνική είναι μία από τις Νεολατινικές ή Πρωτορωμανικές διαλέκτους που μιλήθηκαν στα Βαλκάνια τους πρώτους αιώνες μ.Χ. Ρωμανικές ονομάζονται οι γλώσσες που παρήχθησαν από τη δημώδη λατινική μετά την πτώση της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Η Αρωμουνική ανήκει στην οικογένεια των Ανατολικών Ρωμανικών γλωσσών και συγκεκριμένα στη γλωσσική ομάδα των Βαλκανικών Ρωμανικών τα οποία περιλαμβάνουν τις 'βόρειες' διαλέκτους της Δακορωμανικής (τη βάση των σύγχρονων Ρουμάνικων) και της Ιστρορωμανικής, και τις 'νότιες' διαλέκτους της Αρωμουνικής και Μεγλενορωμανικής. Το πότε έγινε ο διαχωρισμός αυτών των γλωσσών είναι ένα ακόμα ερώτημα που δεν έχει μονοσήμαντη απάντηση. Οι ειδικοί μιλούν για ένα διάστημα από τον 5ο αι. μ.Χ. μέχρι και τον 11 αι. μ.Χ.. Πιθανόν ο διαχωρισμός να συντελέστηκε κάπου ανάμεσα στον 9ο- 10ο αι. μ.Χ. μετά την κάθοδο των Σλάβων. Γεγονός είναι ότι μεταξύ τους έχουν σημαντικές γλωσσολογικές διαφορές και δεν είναι πλήρως αλληλοκατανοητές ( not mutually intelligible ). Εκεί ξεκινά και εκεί σταματά η σχέση της Αρωμουνικής με τη Ρουμανική, είναι συγγενικές αλλά είναι και διαφορετικές.

 Έχουν οι Βλάχοι κοινή καταγωγή με τους Ρουμάνους ή απλά οι γλώσσες τους είναι συγγενικές; Ο καθένας από την πλευρά του μπορεί να δώσει και μια απάντηση, για μένα αυτό δεν έχει σημασία. Άλλωστε όλοι οι σημερινοί Ευρωπαίοι από κάπου ήρθαμε άλλοι πιο νωρίς άλλοι πιο αργά. Για μένα σημασία έχει ότι όταν το 1859 η Ρουμανία έγινε κράτος και ένιωσε έθνος, έφτιαξε σύνορα τα οποία έπρεπε να επεκτείνει και να εδραιώσει. Σ' αυτήν την προσπάθεια, ανακάλυψε τους Βλάχους που τους θεώρησε συγγενείς, τους χαρακτήρισε "αλύτρωτους αδελφούς" και έκανε το παν για να τους προσεταιριστεί, όχι για να τους απελευθερώσει ή να τους σώσει αλλά γιατί τους χρειαζόταν.

 Είναι ιστορικά καταγραμμένο ότι οι Ρουμάνοι είχαν βλέψεις στην περιοχή της Τρανσυλβανίας που ανήκε στην Αυστροουγγρική αυτοκρατορία και στην οποία ζούσαν πολλοί ομοεθνείς τους αλλά ήταν αδύνατη η προσάρτηση της. Έτσι δημιούργησαν το ανύπαρκτο θέμα των "Ρουμάνων της Μακεδονίας" για αντιπερισπασμό. Επιπλέον οι Ρουμάνοι ήθελαν να χρησιμοποιήσουν τους Βλάχους σαν ενέχυρο στις διαπραγματεύσεις τους με τους Βούλγαρους έτσι ώστε να εξασφαλίσουν ευνοϊκότερη ρύθμιση των συνόρων των δύο κρατών στην αμφισβητούμενη περιοχή της Δοβρουτσάς. Επιθυμούσαν να μεταφέρουν τις απαιτήσεις τους για τους Βλάχους στην Βουλγαρία σε ανταλλαγή για τους Βούλγαρους που ζητούσαν δικαιώματα σε αυτή την περιοχή. Οι δυνάμεις της εποχής υποδαύλιζαν τη δημιουργία του θέματος των "Ρουμάνων της Μακεδονίας" για ιδία οφέλη: Η Αυστρία για να γλιτώσει από τις πιέσεις των πολυάριθμων ρουμανικών πληθυσμών της Τρανσυλβανίας, οι Βούλγαροι για να κερδίσουν μεγαλύτερο κομμάτι στην πίτα της Μακεδονίας, οι Ρώσοι γιατί υποστήριζαν τον πανσλαβισμό, οι Τούρκοι γιατί είχαν αρχή τους το διαίρει και βασίλευε.

 Από το 1860 μέχρι και το 1913 (και οριστικά με το τέλος του 2ου παγκόσμιου πόλεμου και την επικράτηση του τοπικού Κ.Κ.) η Ρουμανία οργάνωσε συστηματική και πολυδάπανη προπαγάνδα για προσηλυτισμό των Βλάχων. Προγραμμάτισε και ενίσχυσε τη συγγραφή πλήθους κειμένων με θέμα την προέλευση των Βλάχων από τη Δακία ώστε να δίνεται η εντύπωση ύπαρξης αλύτρωτων Ρουμάνων. Πέτυχε να αναγνωριστεί Κουτσοβλάχικη εθνότητα - ρουμάνικη μειονότητα μέσα στην βαλκανική οθωμανική αυτοκρατορία με τον Ιραδέ του 1905 (διάταγμα του σουλτάνου), ίδρυσε σχολεία σε εδάφη της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και αργότερα της Ελλάδας. Η πλειοψηφία των Βλάχων παρέμεινε αμέτοχη, απέρριψε την κηδεμονία της Ρουμανίας και διέσωσε την ελληνικότητά της συνεχίζοντας να μορφώνεται με την ελληνική παιδεία, να περιφρονεί τους λίγους που ακολούθησαν τη ρουμάνικη προπαγάνδα και να παλεύει για την απελευθέρωση της Μακεδονίας και την προσάρτησή της στην Ελλάδα.

Δυστυχώς με τη συνθήκη του Βουκουρεστίου (28/7/1913), ο Βενιζέλος "παραχώρησε" τους Βλάχους έναντι κάποιων σημαντικών "ανταλλαγμάτων". Συγκεκριμένα στην απεγνωσμένη του προσπάθεια να κερδίσει την ευμένεια της Ρουμανίας μια και η Ελλάδα αντιμετώπιζε σοβαρές πιέσεις στο θέμα της προσάρτησης της Ηπείρου και στο Κρητικό θέμα και επιπλέον χρειάζονταν τη συμμετοχή της Ρουμανίας στη συμμαχία που είχε συνάψει με τη Σερβία εναντίον της Βουλγαρίας, αναγνώρισε ρουμάνικη μειονότητα στην Ελλάδα και της παραχώρησε ιδιαίτερα σχολικά και εκκλησιαστικά προνόμια. Τα σχολεία της ρουμανικής στον ελληνικό χώρο έκλεισαν οριστικά το 1946 ή 1948. Τα παραπάνω προνόμια δεν ωφέλησαν ιδιαίτερα τη Ρουμανία μια και η μεγάλη πλειοψηφία των Ελληνόβλαχων ενσωματώθηκε στο νέο ελληνικό κράτος οι δε ρουμάνικες κοινότητες τοποθετήθηκαν στο περιθώριο της κοινωνίας των Ελλήνων και έσβησαν με τον καιρό από φυσικό θάνατο και μαρασμό. Εδώ να επισημάνω ότι αποδεδειγμένα όπου ιδρύθηκαν ρουμάνικα σχολεία τα Βλάχικα πέθαναν, ενώ στα χωριά που δεν έφτασε η Ρουμάνικη προπαγάνδα τα Βλάχικα ακούγονται ακόμα και σήμερα από τους υπερήλικες.

 Κατά την διάρκεια της κατοχής κάποιες δεκάδες εναπομεινάντων ρουμανιζόντων Βλάχων προσπάθησαν να ιδρύσουν το πριγκιπάτο της Πίνδου σε Θεσσαλία και Ήπειρο με την ανοχή και την υποστήριξη των Ιταλικών κατοχικών δυνάμεων αλλά την αντίθεση και πάλι της πλειοψηφίας των Ελληνόβλαχων. Δημιουργήθηκε έτσι η δεύτερη φάση του Κουτσοβλαχικού ζητήματος για το οποίο έχουνει γράψει εκτενώς ο Ευ. Αβέρωφ στο ομώνυμο βιβλίο του και ο Έξαρχος στο 'Αυτοί είναι οι Βλάχοι'.

 Μετά από τον πόλεμο, και έχοντας νωπές τις μνήμες από την πρόσφατη ιστορία, οι βλαχόφωνοι Έλληνες αγνόησαν εθελοντικά τα Βλάχικα, μια και οποιαδήποτε αναφορά έφερνε στο μυαλό τις ανθελληνικές ενέργειες των λίγων. Ένα από τα προσόντα των Βλάχων είναι η προσαρμοστικότητά τους η οποία συντέλεσε στο ότι επέζησαν μέσα στους αιώνες. Οι βλαχόφωνοι της Ελλάδας μόχθησαν για την προσωπική τους ευημερία, κατόρθωσαν να ανέβουν όλες τις σκάλες της κοινωνίας και να διαπρέψουν. Έχουν δε τιμή τους το ότι πρόσφεραν τα μέγιστα στην εθνική ανεξαρτησία, στην πνευματική και οικονομική αναγέννηση, στις τέχνες και το εμπόριο. Να αναφέρουμε τους εθνικούς ευεργέτες που έχτισαν και στόλισαν την Αθήνα ιδρύοντας το Εθνικό Μετσόβειο Πολυτεχνείο, το Ζάππειο, το Παναθηναϊκό Στάδιο, το Εθνικό Αστεροσκοπείο, το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, την Αρχαιολογική Εταιρεία, την Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία, το Φιλολογικό Σύλλογο "Παρνασσό" και τόσα άλλα. Να αναφέρουμε τον Γεωργάκη Ολύμπιο, τον Ρήγα Βελεστινλή, τον Αλέξανδρο Σβώλο, τον Πατριάρχη Ιωακείμ, τους Ευάγγελο και Κωνσταντίνο Ζάππα, τον Σίνα, τον Στουρνάρα, τον Τοσίτσα, τον Ιωάννη Κωλέττη, τον Κρυστάλλη. Τους τόσους και τόσους ανώνυμους που ζουν και ευημερούν στην σύγχρονη Ελλάδα από συστάσεως της. Είναι νομίζω αρκετή η φράση ' όλοι οι ευεργέτες πλην του Συγγρού ήταν Βλάχοι '.

 Ας έρθουμε και στα τωρινά. Τα τελευταία χρόνια η Ευρωπαϊκή Ένωση δείχνει μία ιδιαίτερη ευαισθησία για τις μειονότητες και τις λιγότερο ομιλούμενες γλώσσες. Ιδρύεται το Ελληνικό παρατηρητήριο των συμφωνιών του Ελσίνκι το οποίο τον Φεβρουάριο του 1994, επιδικάζει στην Ελλάδα πέντε μειονότητες. Βάζει τους Βλάχους και τους Αρβανίτες μαζί με τους Πομάκους, τους Ρόμα (τσιγγάνους), τους αλλόθρησκους και λοιπούς στην ομάδα των εθνικών - εθνογλωσσικών μειονοτήτων και ζητεί την ίδρυση σχολείων. Οι σύλλογοι των Βλάχων, οι Έλληνες γλωσσολόγοι - ιστορικοί που μελετούν τα Βλάχικα, οι απλοί άνθρωποι στις πλατείες των χωριών αντιδρούν και μόνο στο άκουσμα των λέξεων 'μειονότητα' και 'σχολεία' και μιλούν για μια νέα προδοσία. Η Ευρωπαϊκή Ένωση απορεί γιατί οι Βλάχοι δεν αγκαλιάζουν μία τέτοια κίνηση αγαθή και προοδευτική που δένει αρμονικά με τις νέες ιδέες περί πολυπολιτισμικών κοινωνιών και υποστήριξης της διαφορετικότητας, οι ξένοι επιστήμονες μιλούν για εθνικισμό, για φίμωση των Βλάχων από το ελληνικό κράτος, για μη εφαρμογή κοινοτικών οδηγιών. Φαντάζομαι ότι ο καθένας που διάβασε τα παραπάνω κατανοεί τη στάση των Βλάχων. Τα αποτελέσματα των εθνικού διαχωρισμού συνεχίζουν να δημιουργούν ιστορίες πόνου στη γειτονιά μας και δεν νομίζω να μπορεί κανείς να εγγυηθεί για το μέλλον όταν ακούγονται λέξεις βαριές όπως 'μειονότητα'. Θα χαιρόμουν ιδιαίτερα αν η Ευρωπαϊκή Ένωση με την 'ευαισθησία' που τη διακρίνει έψαχνε τα αισθήματα των Βλάχων, μελετούσε την πρόσφατη ιστορία, περιόδευε στα χωριά της Πίνδου και πριν τους κατατάξει οπουδήποτε τους ρώταγε. Αν πραγματικά ήθελε να προσφέρει κάτι στα Βλάχικα που αργοσβήνουν θα έπρεπε η κάθε κίνησή της να ήταν μελετημένη και οργανωμένη έτσι ώστε να μην ενοχλεί την εθνική συνείδηση ενός κομματιού του ελληνικού λαού που τόσο έχει βασανιστεί και διαπομπευτεί στο παρελθόν. Αλλά δυστυχώς αντ' αυτού, διαβάζουμε αναφορές της Ε.Ε. γραμμένες από "ειδικούς" Ισπανούς, Γάλλους αλλά και Έλληνες (πανεπιστημιακούς καθηγητές που συμμετέχουν στο Κ.Ε.Μ.Ο. - Κέντρο Ερευνών Μειονοτικών Ομάδων) οι οποίοι οχυρωμένοι πίσω από τα γραφεία τους, βυθισμένοι στα βιβλία τους και με πίστη στην αυθεντία τους βάζουν ταμπέλες απόντων των ενδιαφερομένων.

 Μετά από όλα αυτά πώς νιώθω; Νιώθω μία πίκρα γιατί εξαιτίας όλων αυτών των παιχνιδιών που παίχτηκαν εις βάρος των Βλάχων όσο και αν θέλω να πω σώστε τα Βλάχικα, πεθαίνουν, χάνονται, σε λίγα χρόνια δεν θα τα μιλάει κανείς, δεν θα τα ξανακούσω ποτέ τα καλοκαίρια στο χωριό μου, φοβάμαι να το πω. Δυστυχώς στην περιοχή που ζούμε η διαφορετικότητα και η πολιτική εκμετάλλευση του παρελθόντος συνεχίζει να μας στοιχειώνει ακόμα το 2000. Δεν θα ζητούσα ποτέ να αναστήσουν τα Βλάχικα, δεν έχει νόημα, έχει νόημα όμως να τα καταγράψουν και να τα φανερώσουν, γιατί η Ελλάδα σήμερα είναι δυνατή και δεν κινδυνεύει από την ιστορία της ούτε πρέπει να τη φοβάται. Τα Βλάχικα πεθαίνουν και όπως λέει και o David Crystal στο άρθρο του "Vanishing Languages" όταν πεθαίνει μια γλώσσα πεθαίνει μαζί η ιστορία και η κουλτούρα ενός λαού, πεθαίνει ένα τρόπος σκέψης και το σημαντικότερο πεθαίνει μία συσσωρευμένη γνώση που εκτείνεται εκατοντάδες χρόνια πίσω.

 Υπολογίζεται ότι μέσα στα επόμενα 100 χρόνια θα έχουν χαθεί σχεδόν οι μισές από τις 6.000 γλώσσες που υπάρχουν σε όλο τον κόσμο. Και αυτό συμβαίνει όταν μία γλώσσα παύει να έχει χρησιμότητα, όταν ο πληθυσμός που τη μιλάει δεν έχει οικονομική ευρωστία, πρέπει να μεταναστεύσει, να αστικοποιηθεί, για να σπουδάσει πρέπει να μάθει και να μιλήσει μία άλλη γλώσσα. Τα λατινικά ήταν παγκόσμια γλώσσα όταν η Ρώμη ήταν η πρωτεύουσα του κόσμου, τα Αγγλικά που τώρα είναι ο κυρίαρχος του παιχνιδιού, κινδύνεψαν κατά τον 11ο αι. μ.Χ. όταν τα Βρετανικά νησιά κατακτήθηκαν από τους Νορμανδούς οι οποίοι έφεραν μαζί τους τα γαλλικά, στη Νότιο Αμερική τα Ισπανικά και τα Πορτογαλικά, οι γλώσσες των αποικιστών, εξαφάνισαν τις τοπικές Ινδιάνικες γλώσσες.

 Κάτι αντίστοιχο συνέβη και με τα Βλάχικα. Έκλεισε ο κύκλος της ζωής τους στα μέσα του 20ου αιώνα όταν η συμπαγής κοινωνία των Βλάχων έσπασε σε πολλά κομμάτια και ξεκίνησε η αστικοποίηση. Τα Βλάχικα που δεν έμαθα, μάλλον δεν θα τα μάθω ποτέ. Αν όμως ζούσα κάπου άλλου και όχι στα πονεμένα Βαλκάνια αν δεν ήμουν Βλάχα άλλα Σκωτσέζα ή Ουαλή θα μάθαινα τα Κέλτικα έτσι για 'χόμπυ' όπως έμαθα Ιταλικά, θα παρακολουθούσα μαθήματα ερασιτεχνικά, θα περπατούσα στα σοκάκια του χωριού μου και θα έβλεπα δίγλωσσες πινακίδες με τοπωνύμια. Ποιος αλήθεια θα κινδύνευε από την ύπαρξη ενός λαογραφικού μουσείου που πλάι στις παραδοσιακές φορεσιές, τα τσαρούχια και τις γκλίτσες θα είχε videο και CD με τη Βλάχικη γλώσσα; Δεν είναι και αυτή ένα κομμάτι της ιστορίας μας, φτωχό, ταπεινό, ατελές αν θέλετε, αλλά ένα κομμάτι των προγόνων μας;

Τα Βλάχικα που μίλαγε η αγαπημένη μου γιαγιά πέθαναν μαζί της, τα Βλάχικα που ο πατέρας μου μόλις και καταλάβαινε, εγώ μπορώ μόνο να τα έχω σε δυο ράφια του γραφείου μου (ευτυχώς βρέθηκαν κάποιοι που με μεράκι και πολύ δουλειά έτρεξαν και τα κατέγραψαν) και βαθιά μες στην καρδιά μου. Ο παππούς μου όταν άφησε το χωριό του και ήρθε να βρει μια καλύτερη τύχη στην πρωτεύουσα δεν τα χρειαζόταν, μιλούσε Ελληνικά., έλεγε στη γιαγιά, άστα αυτά τώρα, μίλα Ελληνικά, δεν είναι αυτή γλώσσα για τα παιδιά , γιατί για τα παιδιά του, που μεγάλωναν στην Αθήνα, προσδοκούσε το καλύτερο. Φεύγοντας λοιπόν από το χωριό του άφησε τα Βλάχικα μαζί με τα κουδουνίσματα των κοπαδιών να αιωρούνται στον αέρα μόνα τους, ανάμεσα στα έλατα και στις απομονωμένες κορφές, γιατί ανήκαν εκεί, δεν είχαν θέση στους δρόμους της πόλης, ήξεραν να περπατούν μόνο στις γιδόστρατες και να συνοδεύουν τον ήχο του κλαρίνου σε χαρά και πόνο. Αν ποτέ βρεθείτε στα βουνά μας ίσως να τα νιώσετε να κυλούν πάνω στα νερά του Ασπροπόταμου, να σιγομιλούν με το θρόισμα των φύλλων και να ταξιδεύουν με τα σύννεφα ψηλά στον ουρανό.

 

Μαυρομμάτη Α.Β.

 

Δεκέμβριος 2000
πηγή :www.tamos.gr