Βλάχοι και ελληνισμός

Ο τίτλος ευγενείας του Βαρόνου Παύλου ΣπίρταΑδήριτες οικονομικές, πολιτικές και δημογραφικές ανάγκες ώθησαν τους κατοίκους της Βόρειας Ελλάδας, κυρίως της Ηπείρου και της Μακεδονίας, να μεταναστεύσουν κατά την Τουρκοκρατία στις χώρες της Βαλκανικής και της Κεντρικής Ευρώπης, όπου δημιούργησαν ανθηρές ελληνικές παροικίες. Οι Έλληνες απόδημοι, με τη σκληρή και τίμια εργασία τους, απέκτησαν μεγάλη οικονομική επιφάνεια και μπόρεσαν έτσι να βοηθήσουν τις γενέτειρές τους που ήταν τότε υπόδουλες, αλλά να ευεργετήσουν ακόμη και τις θετές τους πατρίδες.
Η παρουσία ελληνικού στοιχείου, κυρίως βλαχοφώνου, στις σερβικές περιοχές, ανάγεται από τα μέσα του 18ου αιώνα. Προέρχεται κυρίως από τη δυτική Μακεδονία (Μπλάτσι, Κλεισούρα, Καστοριά, Κοζάνη) αλλά και από την Βόρεια Ήπειρο,τα Γιάννενα και τη Μοσχόπολη. Οι Βλάχοι, κυρίως έμποροι και ξενοδόχοι, εγκαταστάθηκαν κατά μήκος του εμπορικού δρόμου στον άξονα από Θεσσαλονίκη προς Βελεσσά-Σκόπια-Νις-Βελιγράδι –Νόβισαντ-Πέστη-Βιέννη αλλά και βορειότερα έως το Πόζναν της Πολωνίας με τους ονομαστούς Μοσχοπολίτες εμπόρους κρασιού.
Οι Βλάχοι ή οι αυτοαποκαλούμενοι Αρμάνοι στις σερβικές περιοχές αποκαλούνται από τους ντόπιους Σέρβους «Τσιντσάροι». Αναφορικά με την προέλευση του παρωνυμίου αυτού δεν υπάρχει σύμφωνη γνώμη ανάμεσα στους μελετητές. Κάποιοι θεωρούν ότι προέρχεται από το λατινικό «quinque = πέντε» προκειμένου να αποδώσει το στοιχείο εκείνο που απέμεινε από την πέμπτη Ρωμαϊκή λεγεώνα.

 

Να σημειώσουμε ότι μετά το 165 π.Χ., δηλ. την ολοκληρωτική κατάληψη της ελληνικής χερσονήσου, οι ρωμαίοι επάνδρωσαν το ρωμαϊκό στρατό, όπως εξάλλου το συνήθιζαν σε μια πολυεθνική αυτοκρατορία, με ντόπιους Μακεδόνες και Ηπειρώτες και δημιούργησαν την 5η μακεδονική λεγεώνα. Αργότερα οργάνωσαν την 6η Θεσσαλική και 7η Αιτωλική επίσης με ντόπιους έλληνες αυτών των περιοχών. Με τις τρείς αυτές λεγεώνες σύντομα εκστρατεύουν κατά των Δακών στη βόρια Θράκη (στη χώρα της σημερινής Ρουμανίας) όπου η παρουσία τους για μόνο 100 χρόνια ήταν αρκετή για να εκρωμαίση γλωσσικά τις συγκεκριμένες παραδουνάβιες περιοχές.

Σύμφωνα με άλλους μελετητές, η λέξη Τσιντσάρος δεν αποτελεί τίποτε άλλο παρά «παρατσούκλι» που δόθηκε από τους Σέρβους στους ελληνόβλαχους που είχαν εγκατασταθεί στην περιοχή τους, και αυτό εξαιτίας του ιδιαίτερου τρόπου με τον οποίο πρόφεραν τους φθόγγους «-τς»(τσίντσι-τσι φάτς- φιτσιόρ κλπ).

Ειδικότερα στις καθαρά σερβικές επαρχίες (νότια του Σάβου και Δούναβη ποταμού) εκαταστάθηκαν στις πόλεις Βελεσσά, Νίσσα (Nis), Κραγκούγιεβατς (Kragujevac), Κρούσεβατς (Krusevac), Βάλιεβο (Valjevo), Ποζάρεβατς (Pozarevac), Σμεντέρεβο (Smederevo), Βελιγράδι (Beograd), Σάμπατς (Sabac). Στις δε περιοχές που τέθηκαν μετά το 1718 υπό αυστριακή κυριαρχία (βόρεια του Σάβου), και μετά τη συνθήκη του Pozarevic ,τους συναντάμε στο Σεμλίνο (Zemun), στη Μιτροβίτσα (Mitrovica), στο Βούκοβαρ (Vukovar), στο Σρέμσκι Κάρλοβατς (Sremski Karlovci), στο Πάντζεβο (Pancevo) και Βέρσατς (Vrsac), στο Σλαβόνσκι Μπροντ (Slavonski Brod), το Οσιγιέκ (Osijek) ακόμη και στο Ζάγκρεμπ (Zagreb) της Κροατίας.

Οι ελληνόβλαχοι αυτοί στα νέα μέρη που εγκατασταθήκαν, σαν Τσιντσάροι πλέον, με το πέρασμα του χρόνου, και εξαιτίας της εξαιρετικά δραστήριας παρουσίας και σπουδαίας οικονομικής και κοινωνικής τους προσφοράς, παρατηρήθηκε πλέον το φαινόμενο η λέξη «Τσιντσάρος» να μην είναι απλώς προσδιοριστική της καταγωγής των νεοφερμένων αυτών κατοίκων. Αλλά επιπλέον, απέκτησε ένα ευρύτερο και ουσιωδέστερο νόημα, καθώς χαρακτήριζε μια ολόκληρη τάξη ανθρώπων, η οποία με την οικονομική, κοινωνική και πολιτισμική της προσφορά, αφενός μεν συνέβαλλε στη διάδοση του ελληνικού πολιτισμού στις περιοχές αυτές , αφετέρου μακροπρόθεσμα συνέβαλε στη δημιουργία και τελικά στη θεμελίωση την ντόπιας αστικής τάξης. Αυτά αναφέρουν παλαιότεροι αλλά και σύγχρονοι Σέρβοι ιστορικοί.

Τόποι εγκατάστασης και δημιουργίας

Σημαντικός τόπος εγκατάστασης των μακεδόνων και ηπειρωτών Βλάχων απετέλεσε το Σεμλίνο (Zemun στα σερβικά , Zimony στα ουγγρικά) δίπλα ακριβώς από το Βελιγράδι . Σήμερα αποτελεί έναν από τους 17 δήμους του μητροπολιτικού Δήμου Βελιγραδίου. Στο μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας της αναπτύχθηκε χωριστά από το Βελιγράδι, το οποίο είναι τοποθετημένο στις όχθες του ποταμού Σάβου (ή Σάβα), αλλά με την οικιστική επέκταση του Βελιγραδίου στα τέλη του 20ου αιώνα, η πόλη του Ζέμουν εντάσσεται στο πολεοδομικό συγκρότημα του Νέου Βελιγραδίου.

Το Σέμλινο μετά την οθωμανική κυριαρχία, κατακτήθηκε από τους Αυστριακούς Αψβούργους το 1717, μετά την ήττα του οθωμανικού στρατού στην μάχη του Πετροβαραντίν κοντά στο Νόβι Σαντ, στις 5 Αυγούστου 1716. Η ήττα του οθωμανικού στρατού οδήγησε στην υπογραφή της Συνθήκης του Πασάροβιτς. Οι γεωστρατηγικές αυτές ανακατατάξεις προκάλεσαν νέο μεταναστευτικό ρεύμα προς το Σεμλίνο. Η καταστροφή της Μοσχόπολης το 1769, (της σημαντικής βλαχόφωνης πολιτείας της Ανω μακεδονίας, πατρίδα των ενδόξων εθνικών ευεργετών Γεωργίου και Σίμωνα Σίνα), σήμανε για μια ακόμη φορά την επιπλέον δημογραφική ανάπτυξη της πόλης. Tο Σεμλίνο εξελίχτηκε σε σημαντικότατη ελληνική παροικία με 200-250 Έλληνες στα 1764, οι οποίοι στα 1816 άγγιξαν τους 800 για να φτάσουν τους 1000 στα 1823.

Η εγκατάσταση των Μοσχοπολιτών μάλιστα στην περιοχή ήταν τόσο μεγάλη, ώστε, από τα στοιχεία που είναι διαθέσιμα (Ιωάννης Παπανδριανός 1998, Dusan Popovic 1938 κλπ) προκύπτει ότι, από τις 76 ελληνικές οικογένειες που ζούσαν το 1770 στο Σεμλίνο, οι 28 είχαν καταγωγή από τη Μοσχόπολη. Ανάμεσα στους Μοσχοπολίτες που διακρίθηκαν στον εμπορικό τομέα και την οικονομική ζωή του Σεμλίνου ξεχωρίζει κανείς τους Γεώργιο Πέρρου, Μιχαήλ Ζήκου και Νάστου Κοϊσσόρου. Μάλιστα οι δύο γιοι του τελευταίου, υπήρξαν από τα ιδρυτικά μέλη του ελληνικού σχολείου του Σεμλίνου.

Μια άλλη πόλη που αποτέλεσε σημείο υποδοχής ήταν και το Νόβισαντ ή το Νεόφυτον των Ελλήνων. Τοποθετημένο στην αριστερή όχθη του Δούναβη, πρωτεύουσα της επαρχίας της Βοϊβοντίνας, το Νόβι Σαντ (σερβικά Novi Sad, ουγγρικά Neusatz) απέκτησε μεγάλη στρατιωτική σημασία για την αυτοκρατορία των Αψβούργων. Η ελληνική κοινότητα που δημιουργήθηκε στην πόλη, ονομαζόταν «Κοινόν Ρωμαίων τε Μακεδονοβλάχων Κοινότης» ή «Communitae Ηellenica». Όπως και στην περίπτωση του Σεμλίνου οι νέοι έποικοι της πόλης ήταν κυρίως ελληνόβλαχοι από την Μακεδονία όπως αναφέρει ο Σέρβος ιστορικός Vasa Stajić, στο «Cincari u Novom Sadu» [Οι Βλάχοι του Νόβι Σαντ].

Εκκλησία

Οι έλληνες πάροικοι από την αρχή της εγκατάστασής τους στις σερβικές περιοχές προσπάθησαν να αποκτήσουν δικούς τους ναούς ή τουλάχιστον την άδεια να γίνεται η Θεία Λειτουργία στην ελληνική γλώσσα. Τελικά κατάφεραν σε κάθε πόλη όπου συγκεντρώθηκαν να αποκτήσουν τουλάχιστον έναν ορθόδοξο ναό.

Αν υπήρχαν αντιδράσεις αυτοί πετύχαιναν στο σκοπό τους δεδομένης της μεγάλης κοινωνικής και πολιτικής επιρροής που είχαν. Τα πράγματα εκκλησιαστικά ήταν δυσκολότερα στις περιοχές βόρεια του Σάβα ποταμού δεδομένου ότι η περιοχή εκκλησιαστικά υπαγόταν στη μητρόπολη του Σρέμσκι-Κάρλοβιτς (Mitropoly of Sremski Karlovci) ενώ οι νοτιότερες περιοχές υπαγόταν κάτω από τη δικαιοδοσία του πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως. Ετσι ενώ στις βόρειες πόλεις όπως του Novi Sad, Vrsac, Chakovo, Ruma και Zemun, δύο ελληνορθόδοξες εκκλησίες είχαν κτιστεί, υπήρχε μια διαρκής τριβή όσον αφορά τη γλώσσα της θείας λειτουργίας λόγω της αντίθεσης του Μητροπολίτη του Σρέμ Κάρλοβατς να τελείται η θεία λειτουργία στα σερβικά. Αντίθετα στη Μητρόπολη του Βελιγραδίου η θεία λειτουργία τελείτε και στα ελληνικά δεδομένου ότι υπήρχε και σημαντικός αριθμός ελλήνων ιερέων που μάχονταν την καθολική προπαγάνδα στην περιοχή.

Ο πρώτος ναός δεν άργησε να ιδρυθεί στο Σεμλίνο. Αφιερώθηκε στον 'Αγιο Νικόλαο.Η ανέγερσή του άρχισε στα 1745 και αποπερατώθηκε στα 1752. Λίγο αργότερα, στα 1780 ιδρύθηκε και δεύτερος ορθόδοξος ναός στην πόλη αφιερωμένος στη Γέννηση της Θεοτόκου. Δικούς τους ορθόδοξους ναούς ή παρεκκλήσια απέκτησαν οι έλληνες πάροικοι και στις πόλεις Βέρσατς (Vrsac) (ναός του Αγίου Νικολάου), Σμεντέρεβο (Smederevo) και Ρούμας (Rumas), ενώ στο Τζάκοβο (Cakovo) και στο Βελιγράδι (Beograd) οι Έλληνες εκκλησιάζονταν στους ίδιους ναούς με τους Σέρβους, πέτυχαν όμως να γίνεται η λειτουργία και στα ελληνικά.

Παιδεία

Οι Έλληνες όπου εγκαταστάθηκαν μερίμνησαν από νωρίς για την ίδρυση σχολείων. Στα πρώτα χρόνια της εγκατάστασής τους, πριν αποκτήσουν δικά τους σχολεία, μόρφωναν τα παιδιά τους με ιδιωτικούς δασκάλους ή τα έστελναν στα κοινά για όλους τους ορθοδόξους σχολεία όπου διδάσκονταν και ελληνικά μαζί με τους Σέρβους, και Βούλγαρους. Ιδιαίτερα σημαντικά ήταν τα ελληνικά σχολεία του Σεμλίνου, του Βελιγραδίου, και του Νόβισαντ.

Το ελληνικό σχολείο του Σεμλίνου , έφερε τον τίτλο η «εν Ζέµωνι Ρωµαίων και Μακεδονοβλάχων Αδελφότητος Ελληνικόν Σχολείον, Ελληνομουσείον». Ιδρύθηκε στα 1794 μετά από μία έντονη διένεξη μεταξύ Ελλήνων και Σέρβων. Διαιρούνταν σε τρεις κύκλους: α) την απλή ελληνική σχολή ή πρώτο σχολείο, όπου τα παιδιά μάθαιναν ανάγνωση, β) την ελληνική σχολή ή δεύτερο σχολείο, όπου οι μαθητές έπαιρναν τις βασικές γνώσεις γραμματικής και γ) το τρίτο σχολείο, όπου οι μαθητές τελειοποιούσαν τις γνώσεις τους και διδάσκονταν μεταξύ άλλων και τη Ρητορική. Το σχολείο στα 1802 αριθμούσε 88 μαθητές και μαθήτριες, ενώ γρήγορα απέκτησε μεγάλη φήμη καθώς ήρθαν να φοιτήσουν σε αυτό Σέρβοι και Ούγγροι από το Ζέμουν, το Βελιγράδι αλλά και άλλες περιοχές. Στο σχολείο σπούδασαν και σερβικές προσωπικότητες όπως αυτή του Ηλία Γκαράσανιν, η μεγαλύτερη πολιτική φυσιογνωμία της Σερβίας κατά τον 19ο αι., καθώς και ο διάσημος Σέρβος ποιητής Σίμος Μιλουτίνοβιτς Σαραϊλίγια, συντάκτης του έπους «Σερβιάδα» όπου εξαίρονται οι επαναστατικοί αγώνες των Σέρβων.Σημαντικοί δάσκαλοι που δίδαξαν στο Ζέμουν ήταν μεταξύ άλλων και ο Κλεισουριώτης Νικόλαος Δημήτριος Δάρβαρης (1757-1823) ο οποίος συνέγραψε εκεί και σημαντικά πονήματά του.

Ο Δημήτριος Δάρβαρης (Κλεισούρα Καστοριάς (1757) - Βιέννη (1823) ήταν γιος ευκατάστατου εμπόρου. Ασχολήθηκε με το εμπόριο αλλά κυρίως με τη δασκαλία και τη συγγραφή. Σπούδασε στη Βουδαπέστη και στην Λειψία κλασική φιλολογία και στη Χάγη φιλοσοφία. Υποστήριζε την χρήση του ελληνικού αλφαβήτου και της ελληνικής παιδείας από τον βλαχόφωνο ελληνισμό του 18ου αιώνα της Μακεδονίας, της Ηπείρου και της Θεσσαλίας, αλλά και των παραδουνάβιων πόλεων, όπου υπήρξε μεγάλη ελληνοβλαχική παροικία. Δίδαξε ελληνικά στο Σεμλίνο και στη Βιέννη, όπου και εγκαταστάθηκε με τους τέσσερις αδελφούς του, από τους οποίους ο μεγαλύτερος, ο Γεώργιος, εξέδωσε το 1842 το έργο Δοκίμιον περί σπουδής της Ιστορίας μέσω του οποίου αντικρούει τις θεωρίες του Φαλμεράιερ σχετικά με την καταγωγή των Νεοελλήνων.

Επηρεάστηκε από τον Αδαμάντιο Κοραή πάνω στα θέματα της γλώσσας και ήταν βαθιά θρησκευόμενος. Είχε συγγένεια με την γυναίκα του Απόστολου Αρσάκη, του γνωστού ελληνόβλαχου ευεργέτη από τη βόρεια Ήπειρο, ο οποίος, όπως λέγεται, τον θαύμαζε γιατί προσπαθούσε να παντρέψει την χριστιανική πίστη με την αρχαία ελληνική φιλοσοφία. Θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους του Ελληνικού Διαφωτισμού, τα έργα του χρησιμοποιούνταν από την ομογένεια της εποχής για πολύ καιρό και βοήθησε τους δασκάλους της εποχής με τα βοηθήματά του, καθώς επεξηγούσε τις διδακτικές μεθόδους, όπως η αλληλοδιδακτική, και έδινε συμβουλές στην διδακτική γνωστικών αντικείμενων, όπως τα μαθηματικά και η φυσική. Επίσης μετέφρασε στα ελληνικά αξιόλογα γερμανικά, ρωσικά, σερβικά και άλλα σλαβικά βιβλία αλλά και στα σλαβικά αρχαίους έλληνες συγγραφείς.

Δύο από τα βιβλία του είναι άμεσα συνδεδεμένα µε το εµπόριο και την ορθή τήρηση των καταστίχων, έτσι όπως τα «σπούδασε» στην οικογενειακή εµπορική επιχείρηση µέσα από την εµπειρία της καθηµερινής πράξης. Βιβλία δηλ. χρηστικά για την εξυπηρέτηση των εμπόρων. Το τελευταίο είναι σημαντικό διότι διδάσκονται οι νέοι την εμπορική τέχνη. Ο Δάρβαρης δίνει παραινέσεις και προτρέπει χαρακτηριστικά τους νέους εµπόρους: «Φυλλολόγει συχνά τα Κατάστιχά σου, και µάθε καλώς την Κατάστασίν σου˙ ότι πολλοί διά την περί ταύτα αµέλειαν ουχί µόνον κατά κράτος ηφανίσθησαν, αλλά και εν όλω τω Κόσµω κατησχύνθησαν».

Ελληνικό αξιόλογο γυμνάσιο ιδρύεται και στο Νόβισαντ το οποίο χρηματοδότεί ο απόδημος από το Μπλάτσι στη Μιτρόβιτσα του Σρεμ, Θεόδωρος Χατζημπάκης. Το ελληνικό γυμνάσιο ακόμη και σήμερα κοσμεί το κέντρο του Νόβισαντ στην ομώνυμη οδό Grcka Skola (οδός ελληνικού σχολείου). Αλλα αξιόλογα ελληνικά σχολεία υπήρχαν στο Βελιγράδι στο Ζάγκρεμπ , στο Βέρσατς όπου το σχολείο ιδρύθηκε στα 1822, στο Νεγκότιν, στο Σάμπατς, και στο Σμεντέρεβο.

Η συστηµατική αρωγή και οργάνωση της σχολικής εκπαίδευσης µε την ίδρυση σχολείων, την επάνδρωσή τους µε ικανούς διδασκάλους και τη δηµιουργία βιβλιοθηκών, αποτελούσε τον κύριο σκοπό των εύπορων παροίκων στις σερβικές χώρες αλλά και βορειότερα στις μεγάλες πόλεις της Αψβουργικής Αυτοκρατορίας. Οι ίδιοι όμως φροντίζουν και για την εκπαίδευση στους γενέθλιους τόπους τους στέλνοντας χρήματα για σχολεία κα εκκλησίες. Χαρακτηριστική είναι η φράση «η Πατρίς αύτη ωφελήθη από τον ζήλον του» στον επικήδειο λόγο που εκφωνήθηκε από τον Χρήστο Σολλάρο στη μνήμη του Κλεισουριώτη Στέφανου Σίµου Τζήκου, στον ναό Κοιµήσεως της Θεοτόκου στις 21 Αυγούστου 1820, που υποδηλώνει την ιδιαίτερη µέριµνα των εµπόρων της διασποράς για την αναβάθµιση της παιδείας στον γενέθλιο τόπο καταγωγής τους και την ενίσχυση της ελληνόγλωσσης εκπαίδευσης στην ιδιαίτερη πατρίδα.

Τα σχολεία λειτουργούσαν με κανονισμούς. Παράδειγμα ο κανονισµός που υπογράφεται από τον Διρέκτωρα (Διευθυντή) και Επιµελητή του Ελληνικού Σχολείου του Σεµλίνου, Γεώργιο Σπίρτα, και φέρει ηµεροµηνία 1η Απριλίου 1828. Ο ίδιος κανονισμός ορίζει τη «Δευτέρα της Αγίας Πεντηκοστής» ότι είχε οριστεί βάσει του Καταστατικού λειτουργίας του (1816) ως επίσηµη ηµέρα εορτασµού του σχολείου. Η ελληνική κοινότητα επίσης χρησιµοποιούσε κυκλική σφραγίδα µε την παράσταση της Πεντηκοστής και περιµετρικά την επιγραφή: ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗ ΕΝΟΤΗΣ ΕΝ ΖΕΜΟΝΙ

Φιλανθρωπία και ευεργεσίες

Οι ελληνόβλαχοι πάροικοι ακολουθώντας το πρότυπο και των υπολοίπων Ελλήνων, επένδυαν πολλά από τα χρήματα που είχαν συγκεντρώσει σε κοινωφελείς σκοπούς. Ο Σίμος Μπάσιος από την Κλεισούρα ήταν ένας εξ’ αυτών που διέθεσε μεγάλα ποσά για τη λειτουργία του εμπορικού Συλλόγου του Βελιγραδίου, καθώς και για τα πολιτιστικά ιδρύματα της γενέτειράς του. Στους μεγάλους ευεργέτες στη Σερβία συγκαταλέγεται και η Μαρία Τριανταφύλλου από τη Δυτική Μακεδονία, που κατοικούσε στο Νόβισαντ. Μετά το θάνατο του βαθύπλουτου συζύγου της Ιωάννη Τριανταφύλλου το 1848, έδωσε χρήματα για την επισκευή της ορθόδοξης εκκλησίας του Αγίου Νικολάου της πόλης, η οποία είχε τότε καταστραφεί από πυρκαγιά. Σημαντική ήταν η παρουσία των Κλεισουρέων εμπόρων στις σερβικές χώρες έτσι όπως αναδεικνύεται από τον Κλεισουριώτη Νικόλαο Σιώκη στη μελέτη του με τίτλο «Η παροικία των Κλεισουριέων στο Ζέµουν (Σεµλίνο). Αµφίδροµες σχέσεις µε τον γενέθλιο τόπο (2010)». Έτσι μεγάλη οικογένεια ευεργετών ήταν και αυτή των Κίκη.

Ο Νικόλαος Πέτρου Κίκης γεννήθηκε το 1797 στην Κλεισούρα απ' όπου μετοίκησε στο Βελιγράδι και ίδρυσε, το 1832, αποθήκη εμπορευμάτων. Ασχολήθηκε με εμπόριο ρυζιού και στη συνέχεια καπνού. Είχε εργοστάσιο τσιγάρων στην Οδησσό, με το όνομα του, το οποίο και διατήρησε μέχρι τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο Νικόλαος Δημητρίου Κίκης γεννήθηκε και αυτός στην Κλεισούρα το 1841. Μετοίκησε στο Βελιγράδι όπου, το πρώτο διάστημα, με την καθοδήγηση του θείου του ανέπτυξε, επιτυχώς, εμπορικές δραστηριότητες και κατάφερε τελικά να ξεπεράσει τον μέντορά του. Είναι αυτός που μαζί με τη γυναίκα του Ευγενία Κίκη, χρηματοδότησε και κτίστηκε ένα μεγαλοπρεπές νοσοκομείο στο Βελιγράδι, στην οδό Μιχαΐλοβα 50, το οποίο δώρισε στους « δεινοπαθούντες Έλληνες και Σέρβους» σύμφωνα με την κληρονομιά της. Πατέρας της Ευγενίας Κίκη ήταν ο Νικόλας Ναούμοβιτς (Ναούμ), Ελληνόβλαχος κι αυτός από το Κρούσοβο της Πελαγονίας, που μετοίκησε, μαζί με τον μεγαλύτερο αδερφό του Γιώργο στο Βελιγράδι, και άνοιξαν κατάστημα στην περιοχή Dortsolu (Zercu) και στη συνέχεια αγόρασαν ακίνητο στην οδό Χιλανδαρίου (Hilandar). Ο Νικόλαος και η Ευγενία Κίκη κληροδότησαν επίσης το κτίριο της οδού Hilandar στο Βελιγράδι στην εμπορική νεολαία της πόλης. Η μονοκατοικία της οικογένειας Κίκη στο Βελιγράδι ακόμη και σήμερα κοσμεί τη σερβική πρωτεύουσα στη γωνία της οδού Μιχαϊλοβα και Βασιλιά Πέτρου. Ο Νικόλαος Κίκης πέθανε στις 1 Φεβρουαρίου 1918 στο Βελιγράδι.

Άλλη ονομαστή οικογένεια ήταν η οικογένεια Σπίρτα. Και αυτή μετανάστευσε από την Κλεισούρα στη Σερβία στις αρχές του 18ου αιώνα και γρήγορα εξελίχτηκε σε σημαντικό οικονομικό παράγοντα της περιοχής. Οι Σπίρτα ήταν έμποροι, τραπεζίτες και χρηματιστές. Ένας από αυτούς μάλιστα, ο Παύλος Σπίρτας άνοιξε στις αρχές του 19ου αιώνα το πρώτο εργοστάσιο για την επεξεργασία κουκουλιών στο Σεμλίνο. Παράλληλα διακρίθηκαν και ως εφοπλιστές ελέγχοντας την ναυσιπλοϊα στο Δούναβη. Για την ιστορία να αναφέρουμε ότι στα 2 μεγαλύτερα από τα 17 πλοία της η οικογένεια Σπίρτα τα είχε ονομάσει "Μακεδονία " και "Αρχιμήδης" σε ανάμνηση της καταγωγής της. Το αρχοντικό της οικογένειας Σπίρτα βρίσκεται σήμερα στο κέντρο του Ζέμουν δίπλα στην τράπεζα της Alpha Bank. Χτίστηκε γύρω στα 1848 και σήμερα στεγάζει το Εθνογραφικό και Ιστορικό Μουσείο του Ζέμουν. Είναι αξιοσημείωτο να αναφερθεί η παρακάτω ιστορία που μας τη μεταφέρει ο καθηγητής του Πανεπιστηµίου Αθηνών Ανδρέας Μιχ. Ανδρεάδης σε ταξίδι που πραγµατοποίησε στο Βελιγράδι στις αρχές του 20ου αιώνα. Ο ίδιος όπως αναφέρει, επισκέφθηκε, µετά από πρόταση του διπλωµατικού υπαλλήλου της εκεί Ελληνικής Πρεσβείας Ζήση Χατζηβασιλείου, την Σοφία Σπίρτα, χήρα πλέον τότε του Παύλου Σπίρτα. Εντυπωσιασµένος από το µέγαρο της οικογένειας Σπίρτα στο Σεµλίνο, περιγράφει τη φιλοξενία µε την οποία τον υποδέχθηκαν καθώς και την ακµή της ελληνικής παροικίας. Από τις πληροφορίες που µας παρέχει, γνωρίζουµε ότι ο Γεωρ. Σπίρτας, εξέχουσα φυσιογνωµία του Σεµλίνου µε δαπάνες του οποίου συντηρείτο ακόμη και τότε η ελληνική κοινότητα, είχε φροντίσει για τη διάσωση της πλούσιας βιβλιοθήκης της στην Εθνική Βιβλιοθήκη Αθηνών για δε τις εθνικές του υπηρεσίες είχε λάβει το Χρυσό Σταυρό του Σωτήρος σύμφωνα µε βασιλικό διάταγµα της 16ης Μαΐου 1902. Προγενέστερα δε, είχε απονεμηθεί το 1853 στον πατέρα του Γεωργίου, Παύλο Γ. Σπίρτα τίτλος ευγένειας από τον Αυτοκράτορα Φραγκίσκο Ιωσήφ Α΄ της Αυστροουγγαρίας.

Σέρβοι και ελληνόβλαχοι.

Υπάρχει πλήθος σέρβων ερευνητών του περασμένου αιώνα, αλλά και συγχρόνων, οι οποίοι όλοι τους ανεξαιρέτως αναδεικνύουν τη μεγάλη συμβολή των ελληνοβλάχων-τσιντσάρων στη διάδοση του ελληνικού πολιτισμού στις σερβικές χώρες την περίοδο της μεγάλης ακμής τους τον 18ο και 19ο αιώνα. Όλοι τους ανεξαιρέτως οι σέρβοι ιστορικοί ταυτίζουν ελληνόφωνους και βλαχόφωνους (Grci u Cincar), φορείς και προαγωγούς στη σερβική κοινωνία του ίδιου (ελληνικού) πολιτισμού . Σε μελέτη της για τους έλληνες του Βελιγραδίου («GrciuBeogradu», Belgrade, 2004) η ερευνήτρια J. Dordevic-Jovanović αναφέρει ότι:

«είναι αδιαμφισβήτητη η συμβολή των Τσιντσάρων στη διάδοση του ελληνικού πολιτισμού στα σερβικά εδάφη». Επίσης σε αγγλόφωνη μελέτη της του 2008 με τίτλο «Ελληνική πολιτιστική παρουσία στο Βελιγράδι: Εμπειρίες από το παρελθόν και προοπτικές για το μέλλον» η Dina Dotlić ερευνήτρια του Πανεπιστημίου του Βελιγραδίου, αναδεικνύει τη συμβολή και «το ρόλο των ελλήνων και τσιντσάρων στη διαμόρφωση της μετέπειτα αστικής τάξης της Σερβίας». Η ίδια χαρακτηρίζει μάλιστα τους Τσιντσάρους σαν τους «μεγαλύτερους έλληνες πατριώτες». Επίσης αναφέρει ότι «στα μέσα του 19ου αιώνα έλληνες (σ.σ. εννοεί τους αποκλειστικά ελληνόφωνους) και τσιντσάροι έγιναν τμήμα της σερβικής κοινωνικής ελίτ. Ο ήρεμος και καθαρός λόγος τους, η ευγενής στάση τους και ενδυμασία τους, η διατροφή τους και η θρησκευτική τους ευσέβεια γινόταν αντικείμενο θαυμασμού αλλά και μίμησης». Οι σέρβοι συχνά χρησιμοποιούσαν τον όρο «θρησκευόμενος, ευγενικός και λογικός σαν έλληνας». Στην ίδια μελέτη αναφέρεται στα δισύλλαβα ή τρισύλλαβα επίθετα που χαρακτηρίζουν τους τσιντσάρους του Βελιγραδίου, τονίζοντας μάλιστα την «αδιαμφισβήτητη συμβολή των τσιντσάρων στη διάδοση του ελληνικού πολιτισμού στα σερβικά εδάφη»

Η ίδια συνεχίζει να αναφέρει «…Είχαν τα ποιό όμορφα και σύγχρονα σπίτια στο Βελιγράδι, Ζέμουν, Nis, Sabac, Smederevo, Pozarevac και άλλες σερβικές πόλεις κάποια από τα οποία ακόμη και σήμερα υπάρχουν. Ήταν ιδιοκτήτες των καλύτερων εστιατορίων και ξενοδοχείων της Σερβίας …». Ήταν παλιά η παράδοση των Βλάχων-Αρμάνων όχι μόνο σαν μεγάλοι κτηνοτρόφοι, αργυροχρυσοχόοι και έμποροι, αλλά και ‘χανιτζίδες’ - ξενοδόχοι στη Σερβία αλλά και στην πόλη μας τη Θεσσαλονίκη, με τις γνωστές οικογένειες ξενοδόχων των Μανδρίνου και Τορνιβούκα (ακόμη και σήμερα ο πρώτος γενικός γραμματέας και ο δεύτερος ταμίας της Ένωσης Ξενοδόχων Θεσσαλονίκης).

Σημαντική μελέτη για τους ελληνόβλαχους-Τσιντσάρους των σερβικών χωρών που τιτλοφορεί “O Cincarima”, περί των Βλάχων δηλαδή, και που βασίζεται τόσο σε μελέτη αρχειακού υλικού όσο και προσωπικών μαρτυριών είναι αυτή του σέρβου Ντούσαν Πόποβιτς στα 1938. Ο ίδιος αναφέρει χαρακτηριστικά:

«..Για τους Τσντσάρους έχει παρατηρηθεί από παλαιά ότι εμφανίζονταν περισσότερο Έλληνες από τους γεννημένους Έλληνες (…) Κρατούν όλο το εμπόριο, εισαγωγικό και εξαγωγικό. Την εποχή εκείνη αποτελούν σημαντικό παράγοντα στην κοινωνία του Βελιγραδίου. Οι πασάδες του Βελιγραδίου δανείζονταν χρήματα από αυτούς (….) Στην εποχή τους μπορούμε να πούμε ότι επηρέασαν αποφασιστικά στη δημιουργία και στην εξέλιξη της σύγχρονης αστικής ζωής (…)»

Και πηγαίνει ακόμη παραπέρα, και τους παρουσιάζει σαν αρχιτέκτονες της «ενιαίας βαλκανικής κουλτούρας» όπως αναφέρει.

«…..Δεν υπάρχει ούτε μια εθνική ομάδα στα Βαλκάνια που να μη την ευεργέτησαν και μάλιστα πολύ (…) Οι Τσιντσάροι ήσαν οι κύριοι αρχιτέκτονες της ενιαίας βαλκανικής κουλτούρας: της υλικής, της πνευματικής και της ηθικής..».

Ο ίδιος ο Πόποβιτς την περίοδο εκείνη (1932) φαίνεται να γνωρίζει περισσότερα στοιχεία για τη σύγχρονη ελληνική ιστορία από ότι ο τότε μέσος έλληνας γνώριζε ή και ακόμη και σήμερα γνωρίζει. Αναφέρει συγκεκριμένα:

«…… Mερικοί από τους πιο ένδοξους πολίτες μιας σημαντικής πόλης των Tσιντσάρων, το Mέτσοβο, όπως ο Tοσίτσας, ο Στουρνάρας, ο Aβέρωφ και άλλοι, πλουτίζοντας με το εμπόριο, θυσίαζαν τα χρήματά τους για την ίδρυση και συντήρηση σχολείων και φιλανθρωπικών ιδρυμάτων στην Eλλάδα….».

Αναφέρει δε και τη δική του προσωπική εμπειρία, αφού όντας ο ίδιος Τσιντσαρικής καταγωγής από το Κρούσοβο της Πελαγονίας της τότε Γιουγκοσλαβίας γράφει:

«… Πολλές φορές μεταξύ των Tσιντσάρων και σε καθαρά τσιντσάρικους οικισμούς, συναντά κανείς άτομα που ενώ αυτοαποκαλούνται Έλληνες από την ελληνική γλώσσα ξέρουν μόνο το καλημέρα, καλησπέρα και καληνύχτα. Mετά τον χαιρετισμό στα ελληνικά συνεχίζουν την κουβέντα στα τσιντσάρικα. Aυτό το συναντάμε στο Kρούσοβο και σήμερα….» (σ.σ. πόσοι άραγε από τους σύγχρονους έλληνες θα μπορούσαν να κατανοήσουν τη σημασία των παραπάνω). Ο ίδιος συνεχίζει και ομολογεί ότι «…. συνέβαινε πολλές φορές, οι Tσιντσάροι να είναι οι φορείς της ελληνικής ιδέας και εκεί που δεν υπήρχαν Έλληνες…» (σ.σ. εννοεί ελληνόφωνους έλληνες). Και αναφέρει το παράδειγμα των Βελεσών (Tito Veles) όπου κάνοντας μνεία τον σέρβο μελετητή Filipovic ο οποίος συνέγραψε το “Cincari u Velesu” (Oι Tσίντσαροι στα Bελεσά) αναφέρει επί λέξη

«……στην εκκλησία της Παναγίας στο κέντρο της Bλαχικής γειτονιάς, η λειτουργία γινόταν στα ελληνικά. Στους τάφους τους οι επιγραφές είναι στα ελληνικά. Αν και στα Bελεσά δεν υπήρχαν Έλληνες, το ελληνικό σχολείο ήταν πολύ πιο γεμάτο από το Pουμανικό» (σ.σ. αναφέρεται στην περίοδο της ρουμανικής εκπαιδευτικής προπαγάνδας στα βαλκάνια από το 1870 και εντεύθεν). Και συνεχίζει για τους Τσιντσάρους των Βελεσών ότι «… τα παιδιά τους τα έστελναν για σπουδές στην Aθήνα όπου διαπαιδαγωγούνταν με το πνεύμα της μεγάλης Eλλάδας»

Ο Πόποβιτς κάνοντας ιστορική ανάλυση αναλύει και δίνει εξηγήσεις για το πώς ένας αλλόγλωσσος μη ελληνόφων λαός, τουλάχιστον στη μητρική του γλώσσα, γίνεται ο πρωτεργάτης της ελληνικής ιδέας στις σερβικές περιοχές. Αναφέρει συγκεκριμένα:

«…. H άλλοτε Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία πέτυχε να επιβάλει στην Ελλάδα (αρχαία) και στους Έλληνες, όχι μόνο την πολιτική τους εξουσία αλλά και κάτι παραπάνω, να αισθανθούν, δηλαδή, και οι ίδιοι οι Έλληνες ως ρωμαίοι πολίτες και να ονομαστούν Ρωμιοί, δηλαδή Ρωμαίοι. Επιπλέον, το ρωμαϊκό έθνος πέτυχε να εκρωμαΐσει ευρύτερες μάζες πληθυσμού στη Bαλκανική Xερσόνησο, στα μέρη όπου κατοικούσαν. Παρ’ όλες όμως αυτές τις μεγάλες επιτυχίες της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και της λατινικής γλώσσας, το ελληνικό πνεύμα επέτυχε, μετά τη διαίρεση της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας στο νέο και διαφορετικό της σχήμα, να δώσει στο ανατολικό της τμήμα τη σφραγίδα του δικού της πνεύματος και να επιβάλλει στις υποτελείς ξένες εθνικές ομάδες την αναμφισβήτητη νομιμότητα της κληρονομικής διαδοχής σ’ αυτήν την περιοχή της άλλοτε ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Αυτό φαίνεται να ήταν αποφασιστικής σημασίας γεγονός που και αργότερα –μετά την καταστροφή του Βυζαντίου– δημιούργησε τις προϋποθέσεις για την ιδιαίτερη σχέση μεταξύ Eλλήνων και Tσιντσάρων. Το κοινό παρελθόν, πολιτικό και πολιτιστικό, συνέβαλε τα μέγιστα στη στερέωση αυτής της σχέσεως. Πιθανός πρόσθετος λόγος δημιουργίας αυτής της συνεργασίας ήταν και το γεγονός ότι και οι βυζαντινοί Έλληνες, όπως και οι Tσιντσάροι, θεωρούσαν τον εαυτό τους και αυτοαποκαλούνταν Ρωμιοί, δηλαδή Ρωμαίοι» (σ.σ. σήμερα οι Βλάχοι είναι οι μόνοι που αυτό -προσδιορίζονται σαν Αρμάνοι-δηλαδή Ρωμιοί ) « ...Σ’ εκείνη την κοινότητα (όπως αποκαλούνταν η σχολική κοινότητα στο Σεμλίνο ‘κοινότης των Pωμαίων και Mακεδονοβλάχων’) οι Tσιντσάροι διακρίνονταν από τους Έλληνες ως προς τη γλώσσα: ονομάζονταν ‘βλαχόφωνοι Έλληνες’ (δηλαδή Έλληνες οι οποίοι ομιλούν τη Βλαχική) και κατάγονται από τη Mακεδονία, η οποία, όπως είναι γνωστό, έδωσε στους Έλληνες τον Aλέξανδρο το Mεγάλο. Τους λένε, και λένε και οι ίδιοι τον εαυτό τους ‘Γραικοβλάχους’. Mέχρι το 1823, το κοινόν το ελληνο-τσιντσαρικο στο Nόβι Σαντ ονομαζόταν «Communitae Ηellenica» ή «graeca» και σ’ αυτό το όνομα ήταν καταχωρημένη και η περιουσία αυτού του κοινού…».

Ο ίδιος συνεχίζει

«… Όπως φαίνεται, η σχέση αυτή είχε αρχίσει, ειδικότερα, από την περίοδο της Τουρκοκρατίας, τότε που οι Έλληνες, ως έμποροι, είχαν ειδικά προνόμια όχι μόνο στις τουρκικές περιοχές αλλά και στις όμορες χριστιανικές χώρες της Aνατολικής και Kεντρικής Eυρώπης. Για τις προηγούμενες περιόδους είναι δύσκολο να διαπιστωθεί, ώς ποιο βαθμό, κάτω από το όνομα των Eλλήνων συμμετείχαν οι Tσιντσάροι στο εμπόριο με τη Δύση και τις δικές μας περιοχές. M’ αυτόν πάντως τον τρόπο οι Tσιντσάροι, μαζί με τους Έλληνες διέδιδαν το ελληνικό πνεύμα και τον ελληνικό πολιτισμό στη Δύση και ιδιαίτερα στη Bαλκανική Xερσόνησο……»

Και καταλήγει ο Πόποβιτς

«…… Έτσι, στο πέρασμα των αιώνων, οι έννοιες Έλλην και ελληνικό, τουλάχιστο στις δικές μας περιοχές έγιναν σχεδόν συνώνυμες με τις έννοιες Tσιντσάρος και Τσιντσαρικό».

Σαν επίλογος, σύμφωνα με τα παραπάνω, είναι πλέον επιστημονικά δόκιμο να αναφερθεί, ότι οι Βλάχοι-Αρμάνοι, οι εκπρόσωποι της λατινόφωνης ρωμιοσύνης του ελλαδικού χώρου, αποτέλεσαν σαν «Τσιντσάροι» τον 18ο – 19ο αιώνα την κυρίαρχη μορφή του βαλκανικού ελληνισμού στις σερβικές χώρες.

 

«Βλάχοι - Αρμάνοι - Τσιντσάροι: Διαδίδοντας τον ελληνικό πολιτισμό στις Σερβικές χώρες».
του Φώτη Κιλιπίρη, πρώην προέδρου της Πανελλήνιας Ένωσης Πολιτιστικών Συλλόγων Βλάχων
Διάλεξη στις 7 Μαΐου 2015 στο Βιβλιοπωλείο «Αριστοτέλειο», Θεσσαλονίκη.

 

Ενδεικτική βιβλιογραφία:
1. Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών   «Αρμάνοι - Βλάχοι στα Βαλκάνια».  Έκδοση της πρωτότυπης μελέτης του Ντούσαν Πόποβιτς  «O Cincarima” του 1937. Μετάφραση από το Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών - Ινστιτούτο  Νεοελληνικών Μελετών Σπουδών, 2010
2. Dabižić, Miodrag A.: Zavičajni Muzej. Sedam milenija Zemuna – The regional museum. The seven milleniums of Zemun. Beograd – Zemun 1978.
3. Dordevic Jovanović,  J. «Grci u Beogradu», Belgrade, 2004
4. Dodlic D.   “Greek cultural presence in Beograd. Experiences from the past, perspectives for the future”, University of Beograd, 2008
5. Filipovic, Mil. S., "Cincari u Velesu", (Juzni Pregled, Skopje sv.5, Maj 1936), Mετάφραση: Ι. Παπανδριανός .  
6. Παπαδριανός, Ιωάννης Α.: Οι Έλληνες απόδηµοι στις γιουγκοσλαβικές χώρες (18ος-20ος αι.). Θεσσαλονίκη: Βάνιας 1993.
7. Παπαδριανός, Ιωάννης Α.: Οι Έλληνες της Σερβίας (18ος-20ός αι.). Αλεξανδρούπολη: Ενδοχώρα 2001.
8. Παπαδριανός, Ιωάννης - Kolaković, Vasilija: «Συµβολή στην ιστορία της Ελληνικής Κοινότητος του Σεµλίνου. Πέντε ανέκδοτα έγγραφα του έτους 1793». Μακεδονικά 11 (1971): 29-37.
9. Papadrianos, Ioannis A.: "An epitaph of the Spirtas family in the yugoslav town of Zemun". Balkan Studies 16.2 (1975): 23-25.
10. Popović, Dušan J.: O Cincarima, prilozi pitanju postanka našeg graćanskog društva. Beograd 1937. Ντούσαν Ι. Πόποβιτς «Για τους Βλάχους, Συμβολές στο θέμα της γέννεσης της αστικής μας τάξης, εκδ. β’, Βελιγράδι 1937.
11. Σιώκης Νικόλαος, «Η παροικία των Κλεισουριέων στο Ζέµουν (Σεµλίνο). Αµφίδροµες σχέσεις µε τον γενέθλιο τόπο», 2010. 

 

 

 

«…αδιαμφισβήτητη η συμβολή των Τσιντσάρων στη διάδοση του ελληνικού πολιτισμού στα σερβικά εδάφη»
(J. Đorđević Jovanović, “Grci u Beogradu”, Belgrade, 2004:158)

 

“Οι Τσίντσαροι μαζί με τους Έλληνες διέδιδαν το ελληνικό πνεύμα και τον ελληνικό πολιτισμό στη Δύση και ιδιαίτερα στη Βαλκανική Χερσόνησο. Έτσι, στο πέρασμα των αιώνων, οι έννοιες Έλληνας και ελληνικό, τουλάχιστον στις δικές μας περιοχές, έγιναν σχεδόν ταυτόσημες με τις έννοιες Τσίντσαρος και τσιντσαρικό (…)”
Dusan Popovic (o Cincarima 1932)

 

Φωτογραφίες

 

Οικογενειακός τάφος οικογένειας της Σπίρτα στο Ζέμουν Οικογενειακός τάφος της οικογένειας Σπίρτα στο Ζέμουν Αρχοντικό Σπίρτα στο Ζέμουν-Βελιγράδι

Αρχοντικό Σπίρτα στο Ζέμουν - Βελιγράδι Κληροδότημα Νικολάου & Ευγενίας Κίκη  στο Βελιγράδι Κληροδότημα Νικολάου & Ευγενίας Κίκη, Βελιγράδι

Το ελληνικό σχολείο ή «Ελληνομουσείον» στο Νόβισαντ Η Οδός «Ελληνικού Σχολείου» στο Νόβισαντ

 

 

 

 

Δείτε επίσης απο το ντοκιμαντέρ «ΒΑΛΚΑΝΙΟΣ ΠΡΑΜΑΤΕΥΤΗΣ, ΟΙ ΔΡΟΜΟΙ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ ΣΤΑ ΒΑΛΚΑΝΙΑ» το επεισόδιο «Ο ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΒΟΡΕΙΟΥ ΒΑΛΚΑΝΙΚΗΣ» στο οποίο παρουσιάζεται μία από τις μεγαλύτερες παροικίες των Ελλήνων εμπόρων, κυρίως Δυτικομακεδόνων, που αναπτύχθηκε κατά τον 18ο αιώνα. Ήταν το ΖΕΜΟΥΝ ή ΣΕΜΛΙΝΟ δίπλα στο ΔΟΥΝΑΒΗ. Το ΖΕΜΟΥΝ ή ΣΕΜΛΙΝΟ απέναντι από το ΒΕΛΙΓΡΑΔΙ ήταν το μεγάλο κέντρο των Ελλήνων ξενιτεμένων, πριν διαχυθούν προς τις πόλεις της Αυστροουγγαρίας. Εκεί υπήρχε και το λοιμοκαθαρτήριο (καραντίνα) για τους Οθωμανούς πολίτες. Η εκπομπή ξεναγεί στα δύο μεγάλα Αρχοντικά της οικογένειας ΣΠΙΡΤΑ από την ΚΛΕΙΣΟΥΡΑ ΚΑΣΤΟΡΙΑΣ και της οικογένειας ΚΑΡΑΜΑΤΑ από τους ΠΥΡΓΟΥΣ ΕΟΡΔΑΙΑΣ, την παλιά ΚΑΤΡΑΝΙΤΣΑ. Το πρώτο, το οποίο σήμερα στεγάζει το Εθνογραφικό και Ιστορικό Μουσείο του ΖΕΜΟΥΝ, διατηρεί όλα τα πορτρέτα της οικογένειας ΣΠΙΡΤΑ, το διάκοσμο και την επίπλωση της εποχής. Επίσης, το αρχοντικό του ΚΑΡΑΜΑΤΑ κατοικείται συνεχώς, πάνω από έναν αιώνα από την ίδια οικογένεια με τελευταίο εν ζωή εκπρόσωπό της, τον ΣΤΕΦΑΝΟ ΚΑΡΑΜΑΤΑ, μέλος της Σερβικής Ακαδημίας. Βορειότερα, ο φακός περιπλανάται στα ελληνικά σπίτια του ΚΑΡΛΟΒΙΤΣ (τα ΚΑΡΛΟΒΙΚΙΑ των Ελλήνων), στη μεσαιωνική πόλη ΠΕΤΡΟΒΑΡΑΝΤΙΝ, σημαντικό ναυτικό σταθμό πάνω στο Δούναβη για τους Έλληνες και προπαντός στο ΝΟΒΙ ΣΑΝΤ. Στην πρωτεύουσα της ΒΟΪΒΟΔΙΝΑΣ παρουσιάζεται το ελληνικό σχολείο και η εκκλησία της ελληνικής κοινότητας, με διάσπαρτες ελληνικές επιγραφές, που παραπέμπουν στην ακμή του ελληνικού στοιχείου της πόλης. Στην ελληνική παρουσία του ΖΕΜΟΥΝ και στις άλλες πόλεις της Βόρειας Βαλκανικής αναφέρεται ο καθηγητής ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΠΑΔΡΙΑΝΟΣ και ο ΜΙΟΝΤΡΑΓΚ ΝΤΑΜΠΙΖΙΤΣ, πρώην διευθυντής του Μουσείου του ΖΕΜΟΥΝ.

8