Βλαχοχώρια

Περιβόλι ΓρεβενώνΠερίληψη:
Με αντικείμενο μελέτης συγκεκριμένες ορεινές κοινότητες της Πίνδου, η ανακοίνωση αναφέρεται στις συζητήσεις για τη σχέση του πολιτισμού με τις αντιλήψεις του χώρου, στον προβληματισμό δηλαδή για ζητήματα όπως η ιδεολογική αναπαράσταση του τόπου, η ερμηνευτική λειτουργία του τοπίου αλλά και η αμφισβήτηση της τοπικής οριοθέτησης της ταυτότητας. Προσεγγίζει δηλαδή τις έννοιες του χώρου, του τόπου και του τοπίου, της εντοπιότητας και της «απεδαφοποίησης» της ταυτότητας, ζητήματα που υπερβαίνουν μονοσήμαντες τοπικές προσεγγίσεις και παραπέμπουν σε υπερτοπικές θεωρήσεις. Η μελέτη του τοπικού και οι θεματικές με τις οποίες συνδέεται - το βίωμα, η μνήμη και η αναπαράσταση-, ο επαναπροσδιορισμός των διαστάσεων του χώρου, η μελέτη της τοπικής ιδιαιτερότητας μέσα από την ιστορικότητά της και τις δομικές συναρθρώσεις της, η σχέση τελικά της παράδοσης με τη νεωτερικότητα, αποτελούν αντικείμενο προβληματισμού τόσο στο εσωτερικό των ανθρωπιστικών επιστημών αλλά και θέμα ευρύτερου διεπιστημονικού διαλόγου και διαμορφώνουν το πλαίσιο για τη διεύρυνση της θεωρητικής και μεθοδολογικής οπτικής της Λαογραφίας.

 

Χώρος, τόπος, τοπίο

Η διάσταση του χώρου ως δομικού άξονα στη συγκρότηση και λειτουργία των τοπικών κοινωνιών και παράγοντα διαμόρφωσης των πολιτισμικών ταυτοτήτων, αποτελεί αντικείμενο του προβληματισμού που αναπτύσσεται ολοένα και περισσότερο στο πλαίσιο των κοινωνικών και πολιτισμικών σπουδών. Οι αντιλήψεις για το χώρο αλλά και οι συναφείς με αυτόν ερμηνείες των εννοιών του τόπου και του τοπίου αποτελούν ζητήματα μελέτης στο εσωτερικό των ανθρωπιστικών επιστημών, αλλά και θέματα ενός ευρύτερου διεπιστημονικού διαλόγου, διευρύνοντας τις θεωρητικές και μεθοδολογικές οπτικές τους [1].

 

Χώρος και ελληνική Λαογραφία

Εστιάζοντας στην ελληνική πραγματικότητα και σε μια επιλεκτική αναφορά στην «αρχαιολογία του χώρου» αξίζει να επισημανθούν δύο πρώιμες προσεγγίσεις που αναζητούν στις χωρικές διαστάσεις τα στοιχεία του τοπικού πολιτισμού. Πρόκειται, αρχικά, για το έργο «Γεωγραφία Νεωτερική» των Δημητριέων, Δ. Φιλιππίδη και Γρ. Κωνσταντά[2] (Βιέννη 1791), στο οποίο κυριαρχούν οι έννοιες της τοπογραφίας και της πατριδογνωσίας, σε μια απόπειρα θεμελίωσης της πολιτισμικής ενότητας στο παρόν και όχι στη συνέχεια με την αρχαιότητα[3], θεωρώντας καθοριστική τη σχέση μεταξύ Τοπολογίας και Παράδοσης για τη δημιουργία πολιτισμικών ταυτοτήτων.

Με παρόμοιο τρόπο ο γεωγράφος Αντώνιος Μηλιαράκης στο τέλος του 19ου αιώνα[4], με το έργο του θεωρεί ότι ο τόπος, το «οικιστήριο» ανθρώπων, αποτελεί μια γεωγραφική και πολιτισμική ενότητα που χαρακτηρίζεται από ένα συγκεκριμένο τρόπο ζωής [5]. Πολύ περισσότερο, σε μια συγκεκριμένη χωρική και χρονική «στράτευση» του επιστημονικού του έργου -καθώς το ενδιαφέρον του εστιάζεται σε μεγάλο βαθμό σε περιοχές της τότε «υπόδουλης» Ελλάδας, υποστηρίζει ότι οι τοπογραφίες και χωρογραφίες περιοχών αποτελούν ουσιαστικά εθνογραφικές πραγματείες που έχουν ως στόχο τη συντήρηση του πνεύματος του εθνισμού, του πνεύματος της αδελφότητας[6], υπηρετώντας τελικά την εθνική υπόθεση.

Ωστόσο από τη θέσπιση της επιστήμης της Λαογραφίας στην Ελλάδα και για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, η κυρίαρχη αντίληψη θέλει το χώρο ως αντικειμενικό σκηνικό, το πλαίσιο που προσδιορίζει την ανθρώπινη δράση. Σύμφωνα με το ταξινομικό σύστημα του Νικολάου Πολίτη, που «ορίζει» τα πλαίσια της ελληνικής Λαογραφίας, επίκεντρο του ενδιαφέροντος είναι τα πολιτισμικά τεχνουργήματα που χωρίζονται σε δύο βασικές κατηγορίες: τα μνημεία του λόγου και τις « κατά παράδοσιν πράξεις ή ενεργείας του λαού», με ιδιαίτερη έμφαση στην προφορική λογοτεχνία που εκτιμάται ότι αποδίδει τη μνημειακή διάσταση, ενώ τα στοιχεία της δεύτερης κατηγορίας καλύπτουν τις καθημερινές πλευρές της λαϊκής ζωής. Σε αυτό το πλαίσιο, ο χώρος φαίνεται να αποτελεί το υπόβαθρο που εκδηλώνονται οι κατά παράδοση πράξεις του λαού, ο τόπος το πλαίσιο στο οποίο εκτυλίσσεται ο βίος, οι εκδηλώσεις της λατρείας και όσα σχετίζονται με την κοινωνική οργάνωση και βέβαια τον οίκο[7].

Η συγκεκριμένη ταξινομική ματιά και η ιστορική συγκριτική μέθοδος ανάλυσης των δεδομένων καθορίζει για ένα μεγάλο διάστημα την πορεία της ελληνικής Λαογραφίας και εμμέσως τη δευτερεύουσα θέση του χώρου σε αυτή. Ωστόσο αξίζει να αναφερθούν, επιλεκτικά έστω, εκείνα τα παραδείγματα από το χώρο της επίσημης ή μη Λαογραφίας αλλά και από το ευρύτερο ακαδημαϊκό περιβάλλον που εκφράζουν μια διαφορετική χωρική αντίληψη και επηρεάζουν με τον τρόπο τους τιςτοπικές έρευνες. Αυτό σε ένα μεγάλο βαθμό συμβαίνει στα πλαίσια της μελέτης των υλικών εκφράσεων του παραδοσιακού πολιτισμού [8].

Παρά την προτεραιότητα στη μελέτη των μνημείων του λόγου, η έρευνα του υλικού βίου προκύπτει ως αναγκαιότητα κι αυτό εκφράζεται με το ενδιαφέρον για όψεις του υλικού πολιτισμού στο έργο των πρώτων λαογράφων. Πέρα από το επίπεδο των διακηρύξεων αναφορικά με τον υλικό βίο, αρχικά του Ν. Πολίτη και αργότερα του Στ. Κυριακίδη[9], διευθυντή του Λαογραφικού Αρχείου και καθηγητή αργότερα στο νεοσύστατο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης, τα στοιχεία του υλικού βίου -και η έμμεση αναφορά στο χώρο- προβάλλουν διαρκώς όταν η λαογραφική μελέτη αποκτά χαρακτηριστικά εθνογραφικής έρευνας. Ενδεικτικό παράδειγμα αποτελεί το έργο του Δ. Λουκόπουλου, συνεργάτη του Λαογραφικού Αρχείου από το 1926, αρχικά αποσπασμένου στο Ιστορικό Λεξικό (1925) και αργότερα πρώτου συνεργάτη της Μέλπως Μερλιέ στο Μουσικό Λαογραφικό Αρχείο (1930-1933) (μετέπειτα Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών). Χωρίς να απομακρύνεται από την κυρίαρχη τάση της ελληνικής Λαογραφίας ως προς τη διάρθρωση του υλικού του, σε δύο από τις σημαντικότερες μελέτες του εστιάζει στον τόπο, δίνοντας έμφαση στον υλικό βίο και στην τοπική κοινωνική ζωή, αναδεικνύοντας με αυτόν τον τρόπο τις χωρικές διαστάσεις του τοπικού πολιτισμού [10]. Σε ένα διαφορετικό επιστημονικό πεδίο, ενδιαφέρουσα περίπτωση αποτελεί το έργο του αγροτοκοινωνιολόγου Γ. Καραβίδα, αναγνωρισμένο πλέον στον ελληνικό επιστημονικό κόσμο, και πιο συγκεκριμένα η συνεισφορά του στη μελέτη των αγροτικών κοινωνιών και οι απόψεις του για την κοινότητα [11]. Εστιάζοντας στον ιδιαίτερο τρόπο ζωής και στον τοπικό πολιτισμό, αποδίδει ιδιαίτερη σημασία στο δημογραφικό και το γεωγραφικό παράγοντα, στη σχέση δηλαδή της τοπικής κοινωνίας με το χώρο, μέσα από τις μορφές οικειοποίησής του σε συνδυασμό με τις χωρικές δυνατότητές του [12].

Περιβόλι-Ένας από τους πολούς δρόμους που καταλήγει στο ΑΗ-ΛΙΑ!

Ιδιαίτερο ρόλο για την πρόσληψη του χώρου στα πλαίσια της ελληνικής Λαογραφίας, διαδραματίζουν οι απόψεις και το έργο του Γ. Μέγα [13]. Οι μελέτες του για τις λαϊκές οικίες στον ελληνικό χώρο, χωρίς να παρεκκλίνουν από τις αρχές του Ν. Πολίτη, χαρακτηρίζονται από τη δυναμική της επιτόπιας έρευνας. Στην έρευνά του εστιάζει στη μελέτη των γεωγραφικών και επαγγελματικών όρων διαβίωσης των κατοίκων κάθε περιοχής, καθώς αυτοί οι δύο παράγοντες μαζί με την ιστορία διαμορφώνουν τη μορφή της λαϊκής οικίας[14]. Σημαντική στο μεθοδολογικό επίπεδο είναι η συμβολή του, ως διευθυντή της Επετηρίδας του Λαογραφικού Αρχείου της Ακαδημίας με συντάκτη τον Γεώργιο Σπυριδάκη, στη συστηματική και αναλυτική ένταξη του υλικού βίου στο λαογραφικό διάγραμμα, όπως αποτυπώνεται στη σύνταξη της βιβλιογραφίας της ελληνικής Λαογραφίας τα έτη 1946-47. Ο υλικός βίος αποτελεί πλέον μία μεγάλη ξεχωριστή ενότητα, στα πλαίσια του οποίου εντάσσεται ο συνοικισμός, η οικία και η αυλή. Αυτή η διάταξη ισχύει ως σήμερα και έχει επιδράσει στη σύνταξη των νέων ερωτηματολογίων του Λαογραφικού Αρχείου (Κέντρου Ερεύνης της Ελληνικής Λαογραφίας πλέον) της Ακαδημίας Αθηνών.

Ωστόσο, παρά τη συγκεκριμένη στροφή προς τις υλικές εκφράσεις του παραδοσιακού πολιτισμού και την επισήμανση ορισμένων χωρικών διαστάσεών του, ο χώρος ουσιαστικά παραμένει στο παρασκήνιο των μελετών της ελληνικής Λαογραφίας, αποτελεί το υπόβαθρο των εκδηλώσεων του λαού και εξακολουθεί να εξετάζεται αποσπασματικά και μέσα από συγκεκριμένες θεματικές, καθορισμένα λήμματα [15].

Είναι επόμενο λοιπόν η συγκεκριμένη οπτική να χαρακτηρίζει τα διαγράμματα και τα ερωτηματολόγια που παράγονται στο μεγαλύτερο διάστημα του 20ού αιώνα, παρά τη διαπίστωση για την αναγκαιότητα μελέτης του υλικού βίου και τις προσπάθειες προς αυτή την κατεύθυνση. Για παράδειγμα, ο Δ. Λουκάτος στην Εισαγωγή του στη Λαογραφία, χωρίζοντας τις θεματικές ενότητες της Λαογραφίας σε εθιμική και φιλολογική, εντάσσει τον υλικό βίο στην πρώτη. Στη μελέτη της κατοικίας, συγκεκριμένα, θεωρεί αναγκαίο να συμπεριληφθεί η επισκόπηση του χωριού και του συνοικισμού, στρέφοντας το ερευνητικό ενδιαφέρον στη μορφή του οικισμού, στο κλίμα, το έδαφος, το υψόμετρο, τα νερά, τις καλλιέργειες, την εσωτερική σύνθεση του χωριού κ.λπ. [16]

Σε θεσμικό επίπεδο το ενδιαφέρον εστιάζεται αναμφίβολα στο έργο του Λαογραφικού Αρχείου (και μετέπειτα Κέντρον Ερεύνης Ελληνικής Λαογραφίας) της Ακαδημίας Αθηνών, το κατεξοχήν ερευνητικό κέντρο για τη Λαογραφία στην Ελλάδα [17]. Η επιτόπια έρευνα, μέσω των εντεταλμένων και «επ’ ευκαιρία» ερευνητικών αποστολών των συντακτών και μετέπειτα ερευνητών του, αποτελεί μία διαρκή επιδίωξη του Κέντρου, παρά την έλλειψη τεχνικών και κυρίως οικονομικών προϋποθέσεων. Η πορεία της επιτόπιας έρευνας κινείται για μεγάλο χρονικό διάστημα παράλληλα και κάποτε, εξαιτίας αυτών των δυσκολιών, υποφωτισμένη σε σχέση με την επιτυχημένη αλλά αμφιλεγόμενη και επικριμένη πολιτική συλλογής λαογραφικού υλικού με τη συμπλήρωση των ερωτηματολογίων από φορείς και μεμονωμένα άτομα (που αποτελεί, ωστόσο, για μεγάλο διάστημα το βασικό μέσο για τον εμπλουτισμό του λαογραφικού αρχείου) [18].

Καθοριστικό σημείο αναφοράς στις ερευνητικές πρακτικές του Κέντρου αποτελεί η μεταστροφή από την καταγραφή και συλλογή στοιχείων του πνευματικού βίου σε μια συνολικότερη προσέγγιση που καλύπτει το εύρος του υλικού και κοινωνικού βίου. Η επισκόπηση των Αναφορών των Λαογραφικών αποστολών στις Επετηρίδες που εκδίδει το Κέντρο αλλά κυρίως η μελέτη των χειρογράφων των ερευνητών του, ακριβώς γιατί στηρίζονται στην επιτόπια εθνογραφική έρευνα, αποκαλύπτει συχνά μια ιδιαίτερη αναφορά στις αντιλήψεις και ιδιότητες του χώρου ακόμα και στα πλαίσια της περιγραφικής ή λειτουργικής προσέγγισης, ανάλογα βέβαια με το επιστημονικό υπόβαθρο και την ερευνητική εμπειρία του καθενός/μιάς εξ αυτών.

Προς αυτή την κατεύθυνση άλλωστε, συμπυκνώνοντας το σύνολο της εμπειρίας που συσσωρεύεται στο Κέντρο Λαογραφίας, και αφού έχει προηγηθεί ο σχεδιασμός και η σύνταξη του Λαογραφικού Άτλαντα [19], κινείται το αναλυτικό ερωτηματολόγιο των Στ. Ήμελου και Αικ. Πολυμέρου–Καμηλάκη: Παραδοσιακός Υλικός Βίος του Ελληνικού Λαού, που εκδίδεται το 1983 [20] και στα πλαίσια της στροφής προς τη μελέτη του υλικού βίου θέτει σημαντικά ζητήματα για τη λειτουργική προσέγγιση του χώρου.

Σε αυτή την έμμεση αναδρομή στο χώρο έχει τη δική της σημασία η αναφορά στο έργο του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών, το οποίο θέτει ως στόχο την καταγραφή και τη διάσωση του Μικρασιάτικου πολιτισμού και ιδιαίτερα μετά την ανταλλαγή πληθυσμών του 1922 και την εγκατάλειψη των χριστιανικών κοινοτήτων στη Μικρά Ασία. Στο ερωτηματολόγιο, με βάση το οποίο επιχειρείται αυτή η καταγραφή, ο χώρος έχει για πρώτη φορά ξεχωριστή θέση. Καθώς μονάδα μελέτης είναι η κοινότητα, δίνεται ιδιαίτερη έμφαση στον τόπο και αυτό φαίνεται μέσα από τις επιμέρους θεματικές του ερωτηματολογίου [21]. Παρόλο που η έρευνα μένει κυρίως στο περιγραφικό επίπεδο και σε κάποιες περιπτώσεις εστιάζει στη λειτουργική διάσταση του χώρου, είναι το πρώτο οργανωμένο ερωτηματολόγιο με ιδιαίτερη έμφαση στον τόπο και μάλιστα από ένα ίδρυμα που δεν ανήκε στην επίσημη, τότε, ακαδημαϊκή κοινότητα.

Σε μια παράλληλη και συχνά ασύμπτωτη πορεία, μετά το τέλος του Β΄ παγκοσμίου πολέμου, από τη δεκαετία του ’50 κι ύστερα, ο ελληνικός αγροτικός χώρος αποτελεί το αντικείμενο ανθρωπολογικών και κοινωνιολογικών ερευνών υπό την αιγίδα μεγάλων ιδρυμάτων της Δύσης [22].

Πρόκειται στην ουσία για μονογραφίες κοινωνιών μικρής κλίμακας, στις οποίες ακολουθείται η δομολειτουργική προσέγγιση. Στο πλαίσιο αυτών των ερευνών κυριαρχεί η περιγραφική προσέγγιση του χώρου ως υποβάθρου των ανθρώπινων πρακτικών. Ουσιαστικά εξετάζεται η λειτουργική του διάσταση στη δομική συγκρότηση των τοπικών κοινωνιών.

Αντίθετα, μια νέα αντίληψη για το χώρο στη μελέτη του τοπικού, λαμβάνοντας υπόψη τις επιμέρους ιδιαιτερότητες, το κοινωνικό, οικονομικό, ιστορικό και πολιτισμικό πλαίσιο παράλληλα με τα γεωγραφικά και κλιματολογικά δεδομένα, εισάγεται με τις έρευνες των Γάλλων ανθρωπογεωγράφων στον ελληνικό χώρο τις δεκαετίες του ’60 και του ’70[23]. Ακολουθώντας μια ολιστική προσέγγιση, δίνεται ιδιαίτερη έμφαση στα αγροτικά συστήματα, στις γεωργικές δραστηριότητες και τη δημογραφία στα πλαίσια της διαλεκτικής σχέσης των τοπικών κοινωνιών με την ευρύτερη κοινωνία. Οι συνθετικές εργασίες και οι μονογραφίες που προκύπτουν από αυτές τις έρευνες αναδεικνύουν για πρώτη φορά σε τέτοιο βαθμό τη διάσταση του χώρου στα τοπικά συμφραζόμενα, όπως για παράδειγμα η μελέτη του Μ. Σιβινιόν για τους Βλάχους κτηνοτρόφους στη Βόρεια Πίνδο. Στα πλαίσια μιας συνθετικής προσέγγισης, η αναφορά στους τόπους, τα τοπία και την κατοικία καταδεικνύει τη λειτουργική σχέση του χώρου με τις κοινωνικές δομές[24].

Ανακεφαλαιώνοντας αυτή τη σύντομη και ενδεικτική ανασκόπηση, υποστηρίζεται ότι η στάση της Λαογραφίας αναφορικά με το χώρο σχετίζεται με το συγκεκριμένο ιστορικό και κοινωνικό πλαίσιο στο οποίο αυτή αναπτύχθηκε. Ουσιαστικά η ελληνική Λαογραφία αποτέλεσε οργανικό τμήμα της διαμόρφωσης της σύγχρονης Ελλάδας, καθώς όχι μόνο μελέτησε και μελετά τον εθνικό πολιτισμό, αλλά έχει, ιστορικά, το δικό της μερίδιο στη διαμόρφωσή του [25]. Είναι επόμενο να προκρίνεται, στη συγκεκριμένη περίοδο, η μελέτη του πνευματικού βίου, ως κυρίαρχου στοιχείου στην ανάδειξη του ελληνικού πολιτισμού, καθώς όπως τονίστηκε προβάλλει τη μνημειακή του διάσταση.

Διευρύνοντας την οπτική της προσέγγισης, στρεφόμενοι δηλαδή στο ευρύτερο θεωρητικό πεδίο, θα πρέπει επίσης να επισημανθεί ότι είναι η εποχή που ο χρόνος κυριαρχεί του χώρου, ο οποίος αποτελεί μια αφηρημένη διάσταση που γίνεται αντιληπτή μόνο μέσα από την εμπειρία [26]. Ο χώρος, δηλαδή, είναι το αντικειμενικό σκηνικό για τη χρονική διαδοχή των ανθρώπινων δράσεων και τη συσχέτιση των συμβάντων. Αυτή η θεωρητική προσέγγιση αποσυνδέει το χώρο από την ανθρώπινη πράξη και του αποστερεί κάθε δεσμό με την κοινωνική διάσταση.

Η «επιστροφή» του χώρου

Σήμερα ο θεωρητικός προβληματισμός για την αφηρημένη και ιδεαλιστική αντίληψη του χώρου, η αμφισβήτηση δηλαδή του αντικειμενισμού, όσο και οι εξελίξεις στο επίπεδο της θεωρίας και της μεθοδολογίας, μια αναμφισβήτητη πραγματικότητα στο πλαίσιο των ανθρωπιστικών σπουδών, θέτουν νέες προϋποθέσεις για τη σχέση του πολιτισμού με τις αντιλήψεις του χώρου.

Σε σχέση με το χώρο, επισημαίνετε η μεταστροφή του από πλαίσιο σε μέσο της δράσης. Με μεθοδολογικό άξονα τη γεωγραφική γνώση, ο χώρος μεταμορφώνεται σε βιωμένο τόπο, τοπίο αναπαράστασης, αφηγηματικό «κείμενο»· η ανάγνωσή του ερμηνεύει τις πράξεις και τους συμβολικούς κώδικες των ανθρώπων που ζουν σε αυτόν. Ταυτόχρονα στα πλαίσια μιας κριτικής θεωρίας της νεωτερικότητας υποστηρίζεται ολοένα και περισσότερο η προτεραιότητα του χώρου έναντι του χρόνου. Η διεύρυνση της θεώρησης του χώρου από αντικειμενικό σκηνικό σε μέσο της ανθρώπινης δράσης, δηλαδή σε δομημένο πεδίο κοινωνικών σχέσεων και ερμηνευτικό κώδικα στάσεων και συμπεριφορών, προκύπτει αναπόφευκτα από τη χρήση της έννοιας της χωρικότητας ως δομικού παράγοντα στη συγκρότηση και λειτουργία των ανθρώπινων κοινωνιών[27].

Σε αυτό το πλαίσιο αναπτύσσονται οι έννοιες του χώρου, του τόπου με την ιδεολογική αναπαράστασή του και του τοπίου με την ερμηνευτική λειτουργία του, της εντοπιότητας και της «απεδαφοποίησης» της ταυτότητας και την αμφισβήτηση της τοπικής οριοθέτησής της, ζητήματα που υπερβαίνουν μονοσήμαντες τοπικές προσεγγίσεις και παραπέμπουν σε υπερτοπικές θεωρήσεις, οδηγώντας πολλούς μελετητές ακόμα και στην αμφισβήτηση του ισομορφισμού χώρου τόπου πολιτισμού, θεωρώντας τον τόπο αποκλειστικά πολιτισμική κατασκευή [28].

Σε ένα δεύτερο επίπεδο, ο επαναπροσδιορισμός των διαστάσεων του χώρου και οι θεματικές με τις οποίες συνδέεται - το βίωμα, η μνήμη και η αναπαράσταση-, σχετίζεται άμεσα με τη μελέτη των τοπικών κοινωνιών, του τοπικού, τις τοπικές ιδιαιτερότητες μέσα από την ιστορικότητά τους και τις δομικές συναρθρώσεις τους, την ποικιλομορφία και την πολλαπλότητα των ταυτοτήτων πέρα από μονοδιάστατες ταυτοποιήσεις, τον τρόπο ζωής, τη σχέση τελικά της παράδοσης με τη νεωτερικότητα. Ζητήματα που αποτελούν αντικείμενο προβληματισμού τόσο στο εσωτερικό των ανθρωπιστικών επιστημών αλλά και θέμα ευρύτερου διεπιστημονικού διαλόγου και διαμορφώνουν το πλαίσιο για τη διεύρυνση της θεωρητικής και μεθοδολογικής οπτικής της Λαογραφίας.

Η στροφή στη διάσταση του χώρου και η επιλογή του τοπικού ως μονάδα μελέτης φέρνει στο προσκήνιο τον προβληματισμό που αναπτύσσεται στις ανθρωπιστικές επιστήμες, τον αναστοχασμό για τα πεδία μελέτης της επιστήμης, και συνδέεται με το επιστημολογικό ρεύμα της «ανθρωπολογίας οίκοι». Ο συσχετισμός είναι αναπόφευκτος, καθώς διευρύνεται το οπτικό πεδίο της εθνογραφικής έρευνας δίνοντας λόγο και φωνή στη γεωγραφική και πολιτισμική περιφέρεια του δυτικού κόσμου, τον αγροτικό χώρο, τα μεταβατικά τοπία των συνοικιών, τους εκτοπισμένους χώρους και τους τόπους της μνήμης προσφύγων και μεταναστών, συνδέεται με την ανάγκη «ανακάλυψης» νέων χώρων και την εξεύρεση «ελεύθερου» χρόνου. Στην ελληνική περίπτωση, με τον όρο «επιστροφή» σηματοδοτείται περισσότερο η εισαγωγή της θεωρητικής και μεθοδολογικής γνώσης παρά η διεύρυνση του ερευνητικού πεδίου, καθώς ο οικείος τόπος αποτελεί το κατεξοχήν πεδίο της ελληνικής Λαογραφίας όπως αποτελεί το αποκλειστικό, σχεδόν, πεδίο μελέτης της ελληνικής Ανθρωπολογίας [29].

Παρά τον προβληματισμό αναφορικά με την απουσία του κοινωνικού και ιστορικού ορίζοντα και την απειλή του σχετικισμού, καθώς στα πλαίσια της «ανθρωπολογίας οίκοι» ο τοπικός πολιτισμός συγκροτείται αποκλειστικά σχεδόν στην πολλαπλότητα των τοπικών συμφραζομένων και στις τοπικές κοινωνικές σχέσεις [30], το τοπικό, ως μονάδα μελέτης, αποτελεί μια από τις περιπτώσεις που μπορεί να δοκιμασθεί η χωρική προσέγγιση καθώς συνδέεται με το χώρο και το χρόνο, είναι δηλαδή τόπος, εδαφική και φαντασιακή επικράτεια, τρόπος ζωής και έχει ως συνιστώσες υλικά, οργανικά και συμβολικά όντα [31]. Η μορφή και το περιεχόμενό του εκφράζονται στα τοπία του, τα εδαφικά, μνημονικά και συμβολικά μοτίβα που αντανακλούν συγκεκριμένες εποχές και πολιτισμούς. Όπως συνδέεται με την ταυτότητα και την κοινότητα, και εκφράζεται με την τοπικότητα, το τοπικό ορίζεται πολιτισμικά αλλά διαμορφώνεται ιστορικά και κοινωνικά στη συνάρθρωσή του με το ευρύτερο σύνολο (περιφέρεια, κράτος, υπερεθνικές διασυνδέσεις). Η διάσταση του χώρου συμβάλλει στη μορφοποίηση της κοινότητας και της τοπικότητας, στη συγκρότηση των ταυτοτήτων της.

Στην κατεύθυνση αυτή, η μελέτη του τοπικού προϋποθέτει μια άλλου είδους επιστροφή, αυτή στον παραδοσιακό πολιτισμό. Την επανεξέτασή του δηλαδή στο ιστορικά καθορισμένο παρελθόν και τον προσδιορισμό της πρόσληψης και της αναπαράστασής του στο παρόν. Επομένως η μελέτη του τοπικού σχετίζεται άμεσα με τη Λαογραφία, με την κριτική επανεκτίμηση της συσσωρευμένης εμπειρίας και γνώσης της επιστήμης στη μελέτη του τοπικού πολιτισμού. Ιδιαίτερα σήμερα αυτού του είδους η επιστροφή προσλαμβάνει ξεχωριστή σημασία με την εξάπλωση «του πολιτικού και πολιτιστικού φαινομένου της παγκοσμιοποίησης» [32]. Ταυτόχρονα, όμως, εντάσσεται στην ολοένα και περισσότερο αναπτυσσόμενη ρητορική για το χώρο, αποτέλεσμα της μεταμοντέρνας αντίληψης για την προτεραιότητα του σε σχέση με το χρόνο. Αφορά, σε πολλές περιπτώσεις, μια σχηματική επιστροφή στο τοπικό, συνδυασμένη με την ανάγκη «κατάκτησης» νέων, ανοίκειων χώρων, με την αναζήτηση του «χαμένου χρόνου» [33].

Η σύγχρονη ερμηνεία του τόπου, επομένως, πραγματευόμενη τις ιδεολογικές προσλήψεις, αντιλήψεις και χρήσεις του χώρου, της ιστορίας και της παράδοσης, συμβάλλει στην ανάδειξη των πολλαπλών διαστάσεων και του περιεχομένου της τοπικής ταυτότητας.

Μερική άποψη του Περιβολίου από την "τσιούμα". Στο βάθος δεξιά η τοποθεσία "κόντουρου" όπου το ξωκλήσι του Αγιου-Σωτήρα. Από δώ έχεις πανοραμική εικόνα του οικισμού

Οι ρευστοί χώροι μιας κοινότητας: Περιβόλι Γρεβενών

Οι παραδειγματικές εφαρμογές των παραπάνω θεωρητικών προτάσεων καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα περιπτώσεων. Τους εκτοπισμένους χώρους των προσφυγικών εγκαταστάσεων (από τους πρόσφυγες της Μικρασιατικής Καταστροφής ως τους επαναπατρισθέντες από τις χώρες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης), όπου οι μνημονικοί τόποι συνυπάρχουν με τους βιωμένους χώρους της καθημερινότητας και τα σύγχρονα τοπία χρήσης του χώρου, των τόπων εκείνων, αγροτικών ή αστικών, που παραπέμπουν διττά στην πραγματικότητα του Σήμερα και στις πατρίδες του Χθες. Τους μεταβαλλόμενους τόπους της Ελληνικής περιφέρειας, ιδιαίτερα των πιο απομακρυσμένων -όπως των ορεινών- άρα και ευαίσθητων, όπου η κοινωνική και ιδεολογική ανασυγκρότηση των τοπικών κοινωνιών ταλαντώνεται σε μια επισφαλής ισορροπία ανάμεσα στην τοπική ιδιαιτερότητα και την υπερτοπική πολυμορφία. Στους μη τόπους και τις ετεροτοπίες των σύγχρονων τουριστικών θέρετρων, στους μεταβατικούς τόπους των προαστίων, στο παλίμψηστο των αστικών κέντρων.

Ως παράδειγμα θα παρουσιαστεί, συνοπτικά, ο μεταβατικός χαρακτήρας του πολιτισμικού πεδίου μιας κοινότητας, σε έναν συνολικά μεταβαλλόμενο τόπο, όπως είναι ο ορεινός χώρος της Πίνδου. Πρόκειται, ουσιαστικά, για τη σχέση που αναπτύσσεται ανάμεσα στην τοπική ιδιαιτερότητα και ένα πολυσυλλεκτικό πολιτισμικό πεδίο που διαμορφώνεται από επιρροές σε εθνική ή ευρύτερα παγκόσμια κλίμακα. Αφορά, τελικά, έναν διάλογο ανάμεσα στην αντίληψη του χώρου ως βιωμένου τόπου από τη μια και ως τοπίο, δηλαδή αναπαράσταση και εικόνα, από την άλλη. Ένα διάλογο που εκφράζει τη δυναμική της τοπικής κοινωνίας στο Περιβόλι.

Στην αρχή είναι ο τόπος. Το Περιβόλι Γρεβενών βρίσκεται στις ψηλότερες ζώνες των δασικών συμπλεγμάτων και των αλπικών βοσκότοπων της Βόρειας Πίνδου. Είναι χωριό Βλάχων κτηνοτρόφων –αλλά και αγωγιατών, εμπόρων, μετακινούμενων επαγγελματιών, στην ιστορική του πορεία- με τους ρυθμούς της εποχιακής μετακίνησης να καθορίζουν την κατοίκησή του. Αποτελεί μια από τις χαρακτηριστικές περιπτώσεις βλάχικων κοινοτήτων της περιοχής, μαζί με την Αβδέλλα, τη Σαμαρίνα και τη Σμίξη. Ζωντανός οργανισμός από την άνοιξη ως το φθινόπωρο σε παλιότερες εποχές –ανάμεσα στις γιορτές των καβαλάρηδων αγίων, τ’ αϊ Γιωργιού και τ’ αϊ Δημήτρη– και τους θερινούς μήνες σήμερα, ερημώνει τον υπόλοιπο χρόνο, καθώς το ξεχειμώνιασμα για τα εναπομείναντα κοπάδια γίνεται όπως παλιότερα στα πεδινά της Θεσσαλίας, κυρίως, και της Μακεδονίας, ενώ την ίδια ώρα οι αστικοποιημένοι χωριανοί επιστρέφουν στους τόπους της μόνιμης κατοικίας τους, στα αστικά κέντρα της Θεσσαλίας, της Μακεδονίας και την πρωτεύουσα. Το μέσο υψόμετρο του οικισμού είναι στα 1300 μέτρα και απέχει 45 χιλιόμετρα από τα Γρεβενά και περίπου 65 από τα Ιωάννινα.

Ο κοινοτικός του χώρος εκτείνεται στις πλαγιές και στις κοιλάδες που περιβάλλονται από τον ορεινό όγκο του Λύγκα. Τα εκτεταμένα κοινοτικά του εδάφη συνορεύουν με τα χωριά Αβδέλλα, Λάβδα, Σπήλαιο, Μοναχήτι, Μικρολίβαδο, Κρανιά, του νομού Γρεβενών, Μηλιά, Μέτσοβο, Φλαμπουράρι, Βωβούσα, Λάιστα και Δίστρατο του νομού Ιωαννίνων.

Η προσεκτική μελέτη και ανάγνωση των σημείων του χώρου συνεισφέρει σημαντικά στη μελέτη, κατανόηση και ερμηνεία του ιστορικού και πολιτιστικού τοπίου της κοινότητας. Πολύ περισσότερο προσφέρει τα δεδομένα για τη συγκρότηση του βιωμένου τόπου της κοινότητας. Συγκεκριμένοι τόποι, μαζί με τις συνοδευτικές τους παραδόσεις, συγκροτούν ένα μεγάλο κεφάλαιο της τοπικής ιστορίας, καθώς συνδέονται με την κοινωνικοοικονομική και πολιτισμική συγκρότηση της τοπικής κοινότητας και τους μετασχηματισμούς της στο χρόνο, παράλληλα με τη δημιουργία και τις μεταβολές του οικιστικού ιστού, αποτελούν δηλαδή δομικά στοιχεία στη διαμόρφωση της τοπικότητας.

Σημείο αναφοράς της τοπικής ταυτότητας, μετωνυμία του χωρικού συνόλου της κοινότητας, αποτελεί ο οικισμένος χώρος. Το Signili, το έθιμο της περιφοράς του λαβάρου του αγίου Γεωργίου στη γιορτή της Μικρής Παναγιάς στις 8 Σεπτέμβρη [34], ορίζει δυναμικά και όχι στατικά τον κατοικημένο χώρο, περιλαμβάνοντας δηλαδή το σύνολο του οικιστικού ιστού με τις μεταβολές του, με στάσεις σε τόπους που παραπέμπουν στην ιστορική του και συμβολική του συγκρότηση. Με αυτό τον τρόπο συνδέεται με τον ιδρυτικό μύθο της κοινότητας, την προφορική παράδοση και τα γραπτά τεκμήρια, προστατεύοντας και επιβεβαιώνοντας την κοινοτική συνοχή.

Η συνένωση στον οικιστικό πυρήνα του σημερινού χωριού, όπου προφανώς υπήρχε αντίστοιχη οικιστική συγκέντρωση ισχυρών κτηνοτροφικών οικογενειών –σύμφωνα άλλωστε και με τον ιδρυτικό μύθο του χωριού εκεί ήταν εγκατεστημένη η οικογένεια των Παλαταίων στην ομώνυμη θέση κοντά στη βρύση του Μπένταλου [35]–, έγινε σταδιακά. Πρόκειται για μια διαδικασία που πιθανώς είχε ξεκινήσει πριν την οθωμανική κατάκτηση με την πλαισίωση ισχυρών κτηνοτροφικών οικογενειών από έναν αριθμό μικροκτηνοτρόφων, εγκατεστημένων σε μικρές διάσπαρτες οικήσεις. Η διαδικασία φαίνεται να εντείνεται με την οθωμανική επικράτηση, στο πλαίσιο της διοικητικής και πολιτικής οργάνωσης της οθωμανικής εξουσίας. Αυτό προκύπτει, μεταξύ άλλων, από τις επανειλημμένες διαταγές της οθωμανικής διοίκησης για τη συγκέντρωση των διάσπαρτων οικισμών[36], με χαρακτηριστικότερο το «μπουγιουρντί» του Αλή Πασά το 1789[37]· πρόκειται άλλωστε για ένα γενικότερο φαινόμενο στη διαδικασία συγκρότησης των κοινοτήτων της Πίνδου [38].

Σύμφωνα με την προφορική παράδοση, αλλά και τα γραπτά τεκμήρια, το χωριό προήλθε από τη συνένωση μεγάλων ή μικρότερων οικιστικών εγκαταστάσεων («χοάριλι») της ευρύτερης περιοχής, σωζόμενα τοπωνύμια σήμερα σε όλη την κοινοτική περιφέρεια [39]. Πρόκειται για τους οικισμούς Καρίτσα, Μούρα και Μουτσάλες, Χράπα, Μετόχι Αγίας Τριάδος, Αλμπασαράς, Παληόκαστρο και Παληομονάστηρο, τα Καλύβια [40] της Βάλια Κάλντα, Μπιθούλτσι και Μπρόστι, όπου σύμφωνα με τους Wace και Thompson ήταν η πρωταρχική θέση του οικιστικού πυρήνα με επίκεντρο το μοναστήρι του αγίου Νικολάου [41], και το Μπαετάνι, τοποθεσία δυτικά του όρους Αυγό, στην κοιλάδα των πηγών του Αώου, τόπος διεκδικούμενος από τη γειτονική Βωβούσα, πρωταρχική οικιστική συγκέντρωση και στη δική της προφορική παράδοση.

Ήδη από τον 17ο αιώνα[42] τέσσερις συνοικίες - ενορίες (του Αγ. Γεωργίου -η κεντρική-, της Αγίας Παρασκευής ή Σφούρλα, του Αγίου Αθανασίου και του Προφήτη Ηλία ή Δούκα, πρώην Αγίου Παντελεήμονα) συγκροτούν διακριτά σχεδόν οικιστικά σύνολα στον οικισμό. Σημείο αναφοράς σε κάθε συνοικία αποτελεί η ομώνυμη εκκλησία, ενώ ο χώρος σημαδεύεται από τη βρύση ή τις βρύσες με τον πολυλειτουργικό τους ρόλο. Οι οικογενειακές ονομασίες με τις οποίες αναφέρονται στον τοπικό λόγο –εκτός από τη συνοικία Δούκα, αυτή του Αγίου Αθανασίου ταυτίζεται συχνά με την πολυπληθή στο παρελθόν οικογένεια των Σαϊταίων–, όπως και οι αναφορές στις οικογενειακές συγκεντρώσεις που τις συνθέτουν, παραπέμπουν στις διαδικασίες συγκρότησής τους, αυτό άλλωστε «πιστοποιείται» και από τα ονόματα για τις βρύσες που συχνά αναφέρονται σε συγκεκριμένους οίκους[43]. Ταυτόχρονα αποτελούν «υλικές» εκφράσεις της τοπικής ιστορίας [44].

Αντίστοιχα η ανθρωπογεωγραφία κάθε συνοικίας αποτυπώνει, ως ένα βαθμό, την κοινωνική, διοικητική και οικονομική δομή της κοινότητας. Η πλειοψηφία των κτηνοτρόφων, κύριας παραγωγικής δραστηριότητας στο χωριό, συγκεντρώνονται στις συνοικίες Δούκα και Αγίου Αθανασίου, οι τεχνίτες στη συνοικία της Αγίας Παρασκευής, και στο Μισοχώρι μερικές από τις μεγαλύτερες ή παλιότερες κτηνοτροφικές οικογένειες και η ιερατική εξουσία του χωριού, ενώ στο επίπεδο της τοπικής διοίκησης η δημογεροντία στελεχώνεται αντιπροσωπευτικά και ισότιμα από κάθε μια από τις τέσσερις συνοικίες (από έναν «γέροντα» -αούσου -, μουχτάρη και αζά αντίστοιχα).

Όπως διαφαίνεται στην επαγγελματική διάρθρωση των συνοικιών, πρωταρχική οικονομική δραστηριότητα στο Περιβόλι είναι, διαχρονικά, η κτηνοτροφία. Παρά τη μεγάλη ανάπτυξη της υλοτομίας -η θέση «Πριόνια» παραπέμπει σε ένα τρόπο ζωής για μεγάλο τμήμα του πληθυσμού και συμβάλλει στη διαμόρφωση του τοπικού πολιτισμικού τοπίου-, και των εμπορικών δραστηριοτήτων -οι Περιβολιώτες αγωγιάτες αρχικά μεταφέρουν, διακινούν και τέλος εμπορεύονται κτηνοτροφικά και άλλα προϊόντα-, είναι η κτηνοτροφική δραστηριότητα που σημαδεύει τον παραγωγικό χώρο της κοινότητας [45]. Πολύ περισσότερο από οικονομική πρακτική και παράγοντας διαμόρφωσης των κοινωνικών σχέσεων, αποτελεί σύμβολο της τοπικής πολιτισμικής ταυτότητας.

Εξίσου σημαντικά για τη συγκρότηση της τοπικότητας αναδεικνύονται σημεία του οικισμένου και φυσικού περιβάλλοντος, που η διάρκειά τους ως ορόσημα στο χώρο και το χρόνο της κοινότητας τα μετατρέπει σε συμβολικού τόπους.

Η πλατεία του χωριού, καμάρι των κατοίκων για τη θαυμάσια θέα της [46], αποτελεί το νοητό κέντρο του δομημένου χώρου. Θρησκευτικό (εκεί βρίσκεται ο Άγιος Γεώργιος, η κεντρική εκκλησία), οικονομικό (συγκεντρώνει το σύνολο των «μαγαζιών») και πολιτικό κέντρο (στο χώρο της εκλέγεται και λογοδοτεί η δημογεροντία την παραμονή της γιορτής της αγίας Παρασκευής στις 26 Ιουλίου, λαμβάνονται οι σημαντικότερες πολιτικές αποφάσεις και κατανέμονται οι φορολογικές εισφορές, ενώ αργότερα είναι η έδρα όλων των δημόσιων υπηρεσιών), τελετουργικό πεδίο στη διάρκεια των πανηγυριών, αναδεικνύεται σε πεδίο έκφρασης των ατομικών και συλλογικών κοινωνικών πρακτικών που διαμορφώνουν την ιεραρχική δομή, τις «ηθικές» αξίες [47], τη συμβολική συνοχή της τοπικής κοινωνίας.

Ένας άλλος συμβολικός χώρος είναι το χοροστάσι του χωριού. Το Κίνικ’, ένα φυσικό πλάτωμα εντοπισμένο στα όρια του οικισμένου χώρου, είναι ο τόπος κορύφωσης των τελετουργικών πρακτικών κατά το πανηγύρι της αγίας Παρασκευής στις 26 Ιουλίου. Εκεί, κάθε απόγευμα κατά τον τριήμερο εορτασμό, με τα όργανα να προπορεύονται και πίσω να ακολουθεί το σύνολο των χωριανών, καταλήγει η πομπή που ξεκινά από το Μισοχώρι και τελείται ο «χορός του Κίνικ’» (Κόρλου ντι λα Κίνικ’). Εκεί ο φυσικός χώρος υποδέχεται τον κοινωνικό τόπο της πλατείας, το ατομικό συναντά το συλλογικό, ο χρόνος της ιστορίας την παράδοση. Ένας χορός που με τη χρονική του συνέχεια και τη χωρική διάταξη των συμμετεχόντων, ιεραρχημένη κατά φύλο, ηλικία και κοινωνική σειρά, διακηρύσσει και αναπαράγει την «κανονικότητα» της κοινωνικής ομάδας [48].

Ωστόσο η ιστορική διαδρομή της κοινότητας είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την κοιλάδα της Βάλια Κάλντα. Η κοιλάδα μαζί με το Αρκουδόρεμα –παραπόταμο του Αώου– συγκροτούν τον Εθνικό Δρυμό της Πίνδου σήμερα, αποτελεί, δηλαδή, προστατευόμενο μνημείο της φυσικής κληρονομιάς χάρη στη μεγάλη οικολογική αξία του οικοσυστήματός της .Εκεί είναι οι δρακόλιμνες της Φλέγκας, μεταξύ πολλών άλλων «στοιχειωμένων» τόπων (πηγές, δάση, βράχοι, ρεματιές κ.λπ.), όπου ο μύθος θέλει να σχηματίζονται από τα δάκρυα του δράκοντα Λύγκου, μετά το θάνατο του φίλου του Πίνδου.

Η Βάλια Κάλντα για τους Περιβολιώτες είναι πρώτα απ’ όλα ο βιωμένος χώρος των οικονομικών τους δραστηριοτήτων, αναπόσπαστο μέρος του τρόπου ζωής τους. Κατεξοχήν κτηνοτροφικός τόπος, με πλούσιο δασικό πλούτο, αποκτά μια συμβολική διάσταση για το χωριό, γιατί στη διάρκεια της ιστορίας της ήταν διαρκώς ένας χώρος αμφισβητήσιμος, διεκδικούμενος είτε από τους γείτονες είτε από την κεντρική πολιτική εξουσία, με σχετικά πρόσφατο παράδειγμα -τη δεκαετία του 1980- το σχέδιο της Δ.Ε.Η. για τη δημιουργία φράγματος στην περιοχή. Αυτό καταγράφεται στη συλλογική μνήμη, στις προφορικές αφηγήσεις, τους μύθους και τα τραγούδια αλλά εγγράφεται, κυριολεκτικά, επανειλημμένως στα φιρμάνια της κεντρικής διοίκησης στην οποία προσφεύγουν οι κάτοικοί του για να «δικαιωθούν» [49] στις συνοριακές διαφορές με τη Βωβούσα, την Κρανιά (Τούρια – Κρανιά) και το Μέτσοβο με επίκεντρο την περιοχή της Βάλια Κάλντα, χαρακτηριστικό στοιχείο της γειτονικής ετερότητας.

Άλλοτε πάλι ο χώρος της γίνεται κοινωνικά επισφαλής. Το κοινωνικό φαινόμενο της ληστείας καθιστά τη Βάλια Κάλντα επικίνδυνο χώρο. Το γεωγραφικό της χώρο χρησιμοποιούν ως ορμητήριο κλέφτες και ληστρικές συμμορίες στους Οθωμανικούς χρόνους, αντάρτικες ομάδες στις βαλκανικές διαμάχες, καταδιωκόμενοιληστές από το ελληνικό κράτος με ιδιαίτερη ένταση μέχρι το 1926 [50].

Τόπος αμφίσημος και οριακός, αμφισβητήσιμος και διεκδικήσιμος, η Βάλια Κάλντα έχει μια ιδιαίτερη αξία στο τοπολογικό σύστημα της κοινότητας, συνιστά έναν από τους «ιερούς» της χώρους, προσλαμβάνει επομένως ένα συμβολικό χαρακτήρα στη διαδικασία συγκρότησης της τοπικότητας στο Περιβόλι.

Η Βάλια Κάλντα αποτελεί και σήμερα εμβληματικό τόπο, σημείο αναφοράς για τη διαμόρφωση των σύγχρονων χαρακτηριστικών της τοπικότητας στο Περιβόλι. Τόπος αμφισβητήσιμος, όχι μόνο από εξωτερικούς παράγοντες, αλλά αντικείμενο διεκδίκησης στο εσωτερικό της τοπικής κοινωνίας. Οι τρόποι με τους οποίους προσλαμβάνονται η μορφή και το περιεχόμενο του τοπίου της συμπυκνώνουν τις αντίρροπες τάσεις που αναπτύσσονται τόσο μεταξύ των κατοίκων, όσο και υπερτοπικά.

Η Βάλια Κάλντα, αποτελεί αναμφισβήτητα τον κεντρικό άξονα για την τουριστική ανάπτυξη της περιοχής. Ο χώρος της σε μια ρομαντική προσέγγιση, ετεροπροσδιορίζεται από την τάση για αναζήτηση μοναδικών, αισθητικά, τοπίων κατανάλωσης. Ταυτόχρονα ωστόσο, ακόμα και με τους περιορισμούς που τίθενται από την ανακήρυξή της ως Εθνικού Δρυμού, αποτελεί βιωμένο τόπο, παραγωγικό πεδίο για έναν σημαντικό αριθμό κατοίκων του χωριού.

Οι συγκεκριμένες μορφές πρόσληψης του τοπίου της επεκτείνονται στο σύνολο του κοινοτικού χώρου. Τα σύγχρονα τοπία στο Περιβόλι μοιάζουν να είναι αναπαραστάσεις μιας εικονικής όσο και βιωματικής πραγματικότητας, που επηρεάζονται από τις αστικές προσλήψεις του αγροτικού χώρου (ακόμα και από τους εξαστισμένους Περιβολιώτες που αντιμετωπίζουν το χωριό ως μικρή πατρίδα αλλά και τουριστικό θέρετρο) και από την εσωτερική δυναμική της τοπικής κοινωνίας. Η «ισοτοπία» χώρου, τόπου και πολιτισμού, συγκροτημένη μέσα σε συγκεκριμένες ιστορικά δομικές συνθήκες, συναρθρώνεται με «εκτός τόπου» ιεραρχήσεις και συμβολισμούς του χώρου. Σε αυτό το πλαίσιο οι κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις και οι υλοτομημένες δασικές εκτάσεις παράλληλα με τους ξενώνες και τις υπόλοιπες τουριστικές εγκαταστάσεις συνιστούν τα σύγχρονα «παραγωγικά» τοπία της κοινότητας. Σε αυτά συνυπάρχει το «παραδοσιακό» με το «νεωτερικό», η κτηνοτροφία με τη «φυσιολατρία»(κάθε μορφής αναζήτησης ξεχωριστών εμπειριών στις «αξίες» των ορεινών όγκων, από την πεζοπορία ως το κυνήγι, από την ιππασία ως την οδήγηση εκτός δρόμου οχημάτων), διαφορετικοί τρόποι πρόσληψης και χρήσης του χώρου. Η χρηστική, βιωματική και συναισθηματική πρόσληψη του τόπου παρατίθεται με την αισθητική, αξιολογική και καταναλωτική αντίληψη του τοπίου σε μια παράλληλη και συχνά ασύμπτωτη πορεία.

Αν σε αυτά προστεθεί και η αναζήτηση της «γραφικότητας» στις εθιμικές τελετουργικές πρακτικές, στην παράδοση της κοινότητας, τότε παρουσιάζεται το σύνολο των σύγχρονων ιδεολογικών προσλήψεων, αντιλήψεων και χρήσεων για το χώρο, την ιστορία και την παράδοση στο Περιβόλι, όλο το πλέγμα των εξωγενών αλλά και ενδογενών πιέσεων που ασκούνται στην τοπική κοινωνία. Πρόκειται, τελικά, για τις νέες μορφές κοινωνικών σχέσεων και σχέσεων εξουσίας που επιχειρούν να παρέμβουν και να συγκροτήσουν την έννοια της τοπικότητας, αναδεικνύοντας προς το παρόν τις πολλαπλές διαστάσεις και τη δυναμική της τοπικής ταυτότητας.

Επίλογος

Καθώς ο χώρος είναι μια δομική αρχή θεσμοθετημένη στις κοινωνικές πρακτικές και τις δομικές συνθήκες που τις διαμορφώνουν [51], με καθοριστικό ρόλο στη συγκρότηση των ταυτοτήτων, η μελέτη του μπορεί να συμβάλει, τόσο στο επίπεδο των δεδομένων αλλά κυρίως σε αυτό των θεωρητικών αναζητήσεων, στις νέες κατευθύνσεις που ανοίγονται στις εθνογραφικές σπουδές απέναντι στις προκλήσεις της εποχής. Με το παράδειγμα του μετασχηματισμού μιας ορεινής κοινότητας, όπως είναι το Περιβόλι Γρεβενών, επιχειρήθηκε να στραφεί η έρευνα του τοπικού από τη μορφολογική περιγραφή και τη λειτουργική ερμηνεία στη μελέτη των χωρικών τακτικών και στη σύνδεσή τους με τον πολιτισμό και τις ταυτότητες. Απώτερος στόχος ήταν μια σύγχρονη προσέγγιση της εντοπιότητας, σε σχέση με την αναζήτηση σταθερών σημείων αναφοράς στους σύγχρονους «ρευστούς καιρούς» [52].

 

Ποτηρόπουλος Παρασκευάς
Ερευνητής, Κέντρο Ερεύνης Ελληνικής Λαογραφίας, Ακαδημία Αθηνών
Χώρος, τόπος, τοπία: Οι πολλαπλές διαστάσεις των τοπικών κοινοτήτων και η σύγχρονη ερευνητική τους προσέγγιση. Το Περιβόλι Γρεβενών

Το παρόν κείμενο αποτελεί κείμενο εργασίας για τα πρακτικά του Πανελληνίου Συνεδρίου με θέμα:
100 ΧΡΟΝΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΛΑΟΓΡΑΦΙΑΣ (1909-2009),
που διοργανώθηκε από την Ελληνική Λαογραφική Εταιρεία και τον
Τομέα Βυζαντινής Φιλολογίας και Λαογραφίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών,
Αθήνα 11-13 Μαρτίου 2009,
Η ανακοίνωση με θέμα:
Χώρος, τόπος, τοπία: Οι πολλαπλές διαστάσεις των τοπικών κοινοτήτων και η σύγχρονη ερευνητική τους προσέγγιση. Το Περιβόλι Γρεβενών.
δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Λαογραφία, Δελτίον της Ελληνικής Λαογραφικής Εταιρείας , τόμος ΜΒ΄ (42), Αθήνα 2013, σελ. 793 – 817.

 


[1] Η έννοια του χώρου κατέχει πρωταρχική θέση στην κριτική θεώρηση της νεωτερικότητας, αναδεικνύεται ως κυρίαρχη διάσταση στο μεταμοντέρνο λόγο, στα πλαίσια μιας ευρύτερης κοινωνικο-ιστορικής προσέγγισης. Προς αυτή την κατεύθυνση συμβάλλουν με το έργο τους θεωρητικοί όπως ο M. Foucault (βλ. M. Foucault, “Questions on Geography” στο Gordon, C. (ed.), Power/Knowledge: Selected Interviews and Other Writings 1972 – 1977, Pantheon, New York, 1980, σ. 63-77 και “Of Other Spaces”, Diacritics, Spring 1986, σ. 22-27), θεωρητικοί των επιστημών του χώρου, των ανθρωπιστικών και κοινωνικών επιστημών (βλ. παρακάτω), ωστόσο οι όροι που προσδιορίζουν την «παραγωγή του χώρου» αναδεικνύονται, κατά πολλούς, από τον Henri Lefebvre στο έργο του Le Production de l'Espace (1974) [H. Lefebvre, The Production of Space, Blackwell, Oxford 1991, (1st edition 1974), αγγλική μετάφραση], βλ. σχετικά F. Jameson, Το Μεταμοντέρνο ή η Πολιτισμική Λογική του Ύστερου Καπιταλισμού, εκδ. Νεφέλη, Αθήνα 1999, σ. 191–193. Για μια αναλυτική παρουσίαση των θεωρητικών προσεγγίσεων του χώρου και ιδιαίτερα τη σύνδεσή του με τη μελέτη του πολιτισμού, βλ. Παρασκευάς Ποτηρόπουλος, Πολιτισμικές Ταυτότητες στην Πίνδο, διδακτορική διατριβή, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, Φιλοσοφική Σχολή, Τμήμα Ιστορίας & Αρχαιολογίας, Τομέας Λαογραφίας, Ιωάννινα 2007, στο κεφάλαιο «Η ανάγνωση του χώρου», σ. 23 - 71.
[2] Βλ. Δ. Φιλιππίδης και Γρ. Κωνσταντάς, Γεωγραφία Νεωτερική περί της Ελλάδος, Βιέννη 1791, (επανέκδοση Ερμής, Αθήνα 1988, εισαγωγή Κ. Κουμαριανού).
[3] Βλ. Σ. Δαμιανάκος, Από τον Χωρικό στον Αγρότη, συνέκδοση Εξάντας – ΕΚΚΕ, Αθήνα 2002, σ. 187, υποσημείωση. Ο συγγραφέας στο τρίτο μέρος του βιβλίου του παρουσιάζει έναν αιτιολογημένο βιβλιογραφικό οδηγό των αγροτικών ερευνών στην Ελλάδα από το 19ο αιώνα ως τις μέρες μας, που αποτέλεσε καθοδηγητικό άξονα για την παρούσα μελέτη.
[4] Βλ. Α. Μηλιαράκης, «Περί της Ωφελείας των Γεωγραφικών Επιστημών», Εστία, 4 (1877), σ. 423-426 αναδημοσιευμένο στο Χ. Κουλούρη,Ιστορία και Γεωγραφία στα Ελληνικά Σχολεία (1834-1914), εκδ. Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας, Αθήνα 1988, Α. Μηλιαράκης,Νεοελληνική Γεωγραφική Φιλολογία, ήτοι Κατάλογος των από του 1800-1880 Γεωγραφηθέντων υπό Ελλήνων, Αθήνα 1885, Α. Μηλιαράκης, Οδηγός των απλών Τοπογραφικών Περιγραφών, εκδ. Κολλάρος, Αθήνα 1901 (1η Έκδοση 1881).
[5] Τα θέματα που συγκροτούν το περιεχόμενο των τοπολογιών και αποτελούν παράλληλα αντικείμενο της έρευνας είναι μεταξύ άλλων η γλώσσα, τα έθιμα, οι έξεις, ο χαρακτήρας, τα ήθη, τα επαγγέλματα, η ενδυμασία, η τροφή και τα ποτά, ο οικογενειακός βίος, η περιγραφή των κοινωνικών τάξεων και οι σχέσεις τους, τα εργαλεία, τα σκεύη, τα σπίτια, τα ερείπια και οι σχετικοί μύθοι και οι ονομασίες, το πολίτευμα, το εορτολόγιο, τα μοναστήρια κτλ. του τόπου. Θα μπορούσε να διακρίνει κανείς μερικές ομοιότητες με την Αμερικάνικη Πολιτισμική Γεωγραφία (βλ. Βλ. C. Sauer, The Morphology of Landscape, University of California Publications in Geography, 2, 1925, σ. 19-54 και ανατύπωση στο J. Leighly, (ed.), Land and Life: A Selection of the Writings of Carl Ortwin Sauer, University of California Press, Berkeley 1963, σ. 351-379), που θέτει ως στόχο τη διερεύνηση της πολιτισμικής ιστορίας στον τοπικό σχηματισμό της, με την αντίληψη δηλαδή ότι η πολιτισμική πρακτική δημιουργεί και αναδημιουργεί τους χώρους που οι άνθρωποι ζούνε.
[6] Βλ. Α. Μηλιαράκης, « Περί της Ωφελείας των Γεωγραφικών Επιστημών», ό.π.
[7] Βλ. Ν. Πολίτης, «Λαογραφία», Λαογραφία, 1(1909), σ. 3-18. Στις σελίδες 11-18 αναφέρονται αναλυτικά τα λήμματα μελέτης ως εξής: Ο οίκος, Τροφή, Ενδύματα, Κοινωνική οργάνωση (διοίκηση κοινότητας, τη διαχείριση της κοινοτικής περιουσίας, πατρογραμμική διαίρεση του χωριού, κοινωνικές σχέσεις, κτλ.), Το παιδί, Γαμήλια έθιμα, Έθιμα κατά την τελευτή, Βίοι, Δίκαια, Λατρεία κτλ.
[8] Για τη μελέτη του υλικού πολιτισμού από τη σκοπιά της Λαογραφίας, βλ. ενδεικτικά Αικ. Πολυμέρου-Καμηλάκη «Λαϊκός υλικός βίος και πολιτισμός. (Προβλήματα και απόψεις)» στο Επιστημονικές Ανακοινώσεις (22-30 Νοεμβρίου 1979), Ακαδημία Αθηνών. Σύλλογος Επιστημονικού Προσωπικού, Αθήνα 1984, σ. 93-104, Μ. Γ. Μερακλής, «Η μελέτη του υλικού πολιτισμού. Μια όχι άσκοπη αναδρομή», Λαογραφία, ΛΕ΄ (35) (1987-1989), σ. 93-103 και Ευάγ. Καραμανές «Προσεγγίσεις του υλικού βίου κατά την περίοδο του Μεσοπολέμου: το Λαογραφικό Αρχείο», στο Ο Νικόλαος Γ. Πολίτης και το Κέντρον Ερεύνης της Ελληνικής Λαογραφίας, Πρακτικά Διεθνούς Συνεδρίου (Μέγαρον Ακαδημίας Αθηνών, 4-7 Δεκεμβρίου 2003), Ακαδημία Αθηνών, Δημοσιεύματα του Κέντρου Ερεύνης της Ελληνικής Λαογραφίας, αριθμ. 23, (στο τυπογραφείο), όπου και εκτενής αναφορά στα άρθρα του περιοδικού Λαογραφία που αφορούν στον υλικό πολιτισμό, κατά τα πρώτα χρόνια της έκδοσής του. Ειδικότερα για ζητήματα τεχνολογίας βλ. Σ. Παπαδόπουλος, Η χαλκοτεχνία στον ελληνικό χώρο. 1900-1975 κατά τις προφορικές μαρτυρίες των χαλκουργών. (Συμβολή στην εθνογραφική τεχνολογία), τόμος Α΄, εκδ. Π.Λ.Ι., Ναύπλιο 1982, σ. 9-37, Α Ε. Φλωράκης, «Η εθνογραφική τεχνολογία. Όψεις θεωρίας και εφαρμογής», Εθνολογία, 6-7 (1998-1999), σ. 31-59.
[9] Βλ. Στίλπ. Π. Κυριακίδης, Ελληνική Λαογραφία, μέρος Α΄, Μνημεία του Λόγου, τύποις Π. Δ. Σακελλαρίου, εν Αθήναις 1922.
[10] Ενδεικτικά Βλ. Δ. Λουκόπουλος, Ποιμενικά της Ρούμελης, εκδ. Ι. Σιδέρης, Αθήνα 1930, και Δ. Λουκόπουλος, Αγροτικά της Ρούμελης, Αθήνα 1938.
[11] Βλ. το αφιέρωμα στον Κ. Καραβίδα, Μ. Κομνηνού- Ε. Παπαταξιάρχης (επιμ.), Κοινότητα, Κοινωνία και Ιδεολογία: ο Κωνσταντίνος Καραβίδας και η Προβληματική των Κοινωνικών Επιστημών, εκδ. Παπαζήσης, Αθήνα 1990.
[12] Βλ. Κ. Καραβίδας, Αγροτικά, Έρευνα επί της Οικονομικής και Κοινωνικής Μορφολογίας εν Ελλάδι και εν ταις Γειτονικαίς Σλαυικαίς Χώραις, Εθνικό Τυπογραφείο, Αθήνα 1931 (φωτογραφική αναπαραγωγή, εκδ. Παπαζήσης, Αθήνα 1978).
[13] Βλ. Α. Κυριακίδου-Νέστορος, Η Θεωρία της Ελληνικής Λαογραφίας, Κριτική Ανάλυση, Εταιρεία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας Σχολή Μωραΐτη, Αθήνα 1978, σ. 9-10.
[14] Βλ. ενδεικτικά, Γ. Μέγας, Θεσσαλικαί Οικήσεις, Αθήνα 1946, Γ. Μέγας, Η Ελληνική Οικία, Αθήνα 1949, Γ. Μέγας, «Ζητήματα Ελληνικής Λαϊκής Αρχιτεκτονικής», Λαογραφία, ΙΔ΄(1952), σ. 304-317, Γ. Μέγας, «Σκοποί και Μέθοδοι δια την Έρευναν της Λαϊκής Οικοδομίας», Λαογραφία, Κ΄(1962), σ. 293-302.
[15] Η αντίληψη αυτή εκφράζεται χαρακτηριστικά από το Γ. Μέγα αρκετά αργότερα, καθώς, προλογίζοντας την έκδοση της Παγκόσμιας Λαογραφικής και Γεωγραφικής Εγκυκλοπαίδειας, επισημαίνει:
« … Η Γεωγραφία εξετάζει και τας μεταξύ φύσεως και ανθρώπου κρατούσας αμοιβαίες σχέσεις, τας ποικίλας εκπολιτιστικάς εργασίας των ανθρώπων εν σχέσει προς τους φυσικούς γεωγραφικούς παράγοντας, την ιδιάζουσαν σχέσιν εκάστου λαού προς τον πολιτισμό και επομένως την συμβολήν του λαού τούτου εις την ανάπτυξιν του πολιτισμού. Ούτως η Γεωγραφία απέβη επιστήμη του πολιτισμού· …θεωρεί την επιφάνειαν της γης ως θέατρον της ανθρώπινης δράσεως και μας διδάσκει να εκτιμώμεν ορθώς την πατρίδα μας και τας ξένας χώρας. … Ο πολιτισμός όμως ενός λαού υφίσταται μεν την επίδρασιν των φυσικών παραγόντων αλλά είναι κυρίως προϊόν της ψυχής του λαού αυτού. Εκ τούτου η Γεωγραφία χρησιμοποιεί τα πορίσματα και μιας άλλης επιστήμης, της Λαογραφίας, η οποία ερευνά εν τω πλαισίω ενός έθνους την ψυχικής ιδιοσυστασίαν του λαού. Ο λαϊκός πολιτισμός (πνευματικός, κοινωνικός και υλικός) είναι η βάσις και αφετηρία δια την δημιουργίαν του πολιτισμού ολόκληρου του έθνους. Όθεν η Λαογραφία συμβάλλει εξόχως εις το έργον της Γεωγραφίας ». Βλ. Γ. Μέγας, «Πρόλογος», στο Παγκόσμιος Λαογραφική και Γεωγραφική Εγκυκλοπαίδεια, εκδ. Γιοβάνη, Αθήνα 1965, σ. 4-6.
[16] Βλ. Δ. Λουκάτος, Εισαγωγή στην Ελληνική Λαογραφία (Γ΄ Έκδοση), εκδ. Μ.Ι.Ε.Τ., Αθήνα 1985
[17] Tο Kέντρον Eρεύνης της Eλληνικής Λαογραφίας σύμφωνα με τον Κανονισμό του αποσκοπεί « εις την περισυλλογήν πάσης της λαογραφικής ύλης και εις την δημοσίευσιν αυτής». Ειδικότερα, το έργο του Κέντρου είναι, μεταξύ άλλων, να συγκεντρώνει τα δημοσιευμένα κείμενα του λαϊκού πολιτισμού, να τα αποδελτιώνει και να συντάσσει σχετική βιβλιογραφία. Να εμπλουτίζει το αδημοσίευτο υλικό από την προφορική παράδοση με αποστολές του επιστημονικού προσωπικού (επιτόπια έρευνα / fieldwork), με προκήρυξη διαγωνισμών, με αποστολή ερωτηματολογίων σε φορείς και μεμονωμένα άτομα κ.ά., βλ. Κέντρον Ερεύνης της Ελληνικής Λαογραφίας. Ιστορικό, προγράμματα ανάπτυξης, εκσυγχρονισμός, Α΄ έκδοση, Αθήνα 1999 (κείμενα Αικ. Πολυμέρου-Καμηλάκη, επιμέλεια Ελένη Ψυχογιού), Γ΄ έκδοση αναθεωρημένη (κείμενα Αικ. Πολυμέρου-Καμηλάκη, συντονισμός-οργάνωση ύλης Ευαγγ. Καραμανές), Αθήνα 2006 (http://www.kentrolaografias.gr/).
[18] Ένα σημαντικό μέρος των χειρογράφων προέρχεται από εκπαιδευτικούς που ανταποκρίνονται σε σχετικές εγκυκλίους του Υπουργείου Παιδείας σε συνεργασία με την Ακαδημία Αθηνών, από φοιτητές -μέσω των Λαογραφικών Φροντιστηρίων που διεξάγονται από τους διευθυντές του Κέντρου που εκλέγονται Καθηγητές στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών, ή ερευνητών του Κέντρου που διδάσκουν σε άλλα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα κ.λπ. Το υλικό συλλέγεται κατά βάση με τη χρήση ερωτηματολογίων, κυρίως βλ. Γ. Α. Μέγας, Ζητήματα Ελληνικής Λαογραφίας, Ανατύπωσις [των τριών τευχών-ανατύπων από την Επετηρίδα του Λαογραφικού Αρχείου, 1939-1949], Ακαδημία Αθηνών, Αθήναι 1975, Γ. Κ. Σπυριδάκης, Oδηγίαι προς συλλογήν λαογραφικής ύλης, Ακαδημία Αθηνών, εν Aθήναις 1962 (Aνάτυπον εκ της Eπετηρίδος του Λαογραφικού Aρχείου, τομ. 13-14 [1960-1961]) και αργότερα Στέφ. Δ. Ήμελλος- Αικ. Πολυμέρου - Καμηλάκη, Παραδοσιακός υλικός βίος του ελληνικού λαού (Ερωτηματολόγιο), Δημοσιεύματα του Κέντρου Ερεύνης της Ελληνικής Λαογραφίας, Ακαδημία Αθηνών, Αθήνα 1983. Σχετικά με τα Αρχεία και τις Συλλογές του Κέντρου αλλά και τις εκδόσεις του, και ειδικότερα το Αρχείο Χειρογράφων και τα περιεχόμενά του βλ. http://www.kentrolaografias.gr.
[19] Πρόκειται για τη συνεισφορά του Κέντρου Ερεύνης Ελληνικής Λαογραφίας στα πλαίσια της δημιουργίας του Ευρωπαϊκού Λαογραφικού Άτλαντα, με θέματα τις εθιμικές περιοδικές πυρές, το άροτρο (ξύλινο και σιδερένιο) και το ζυγό και τη γεωγραφική διάδοσή τους στον ελληνικό χώρο, με στοιχεία που συγκεντρώθηκαν από 4000 ειδικά ερωτηματολόγια. Βλ. Στ. Δ. Ήμελλος, «Ο Άτλας της Ελληνικής Λαογραφίας και οι χειμερινές περιοδικές πυρές στον βορειοελλαδικό χώρο», Επετηρίς του Κέντρου Ερεύνης της Ελληνικής Λαογραφίας, ΚΕ΄ (1977-1980), σ. 3-12, Μ. Zender (Red.),Forschungen zum Ethnologischen Atlas Europas und seiner Nachbarländer, Band 1, Die Termine der Jahresfeue r in Europa, Göttingen 1980, όπου δημοσιεύεται κείμενο των Στ. Δ. Ημέλλου και Δ. Β. Οικονομίδου για τον ελληνικό λαογραφικό Άτλαντα (σ. 20-23), Βλ. επίσης την ψηφιακή έκδοση του Άτλαντα που περιλαμβάνεται στην ψηφιακή εφαρμογή Άτλας της Ελληνικής Λαογραφίας (επιστημ. υπεύθυνη: Αικ. Πολυμέρου-Καμηλάκη, επιμέλεια: Ευάγγ. Καραμανές) στο πλαίσιο του Έργου «Ανάπτυξη Εθνικού Κέντρου Τεκμηρίωσης του Λαϊκού Πολιτισμού» του Επιχειρησιακού Προγράμματος «Κοινωνία της Πληροφορίας», Κέντρον Ερεύνης της Ελληνικής Λαογραφίας της Ακαδημίας Αθηνών, Αθήνα 2008, όπου και εισαγωγικό κείμενο σχετικά με το ιστορικό και τους στόχους του Άτλαντα, Ευαγγ. Καραμανές, Ο «Άτλας της Ελληνικής Λαογραφίας» του Κέντρου Ερεύνης της Ελληνικής Λαογραφίας της Ακαδημίας Αθηνών.
[20] Βλ. Σ. Ήμελλος - Α. Πολυμέρου–Καμηλάκη, Παραδοσιακός Υλικός Βίος του Ελληνικού Λαού (Ερωτηματολόγιο), Δημοσιεύματα του Κέντρου Ερεύνης της Ελληνικής Λαογραφίας, αριθμ. 17, Αθήνα 1983.
[21] Βλ. O. Merlier, Ο Τελευταίος Ελληνισμός της Μικράς Ασίας, Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών, Αθήνα 1974, σ. 28 - 32. Στους πίνακες 13-15 (σ. 76–85) με τίτλο «Η Μέθοδος» περιγράφονται περισσότερο αναλυτικά οι θεματικές για τη συλλογή πληροφοριών και τη συμπλήρωση του Δελτίου της Χαρτογραφικής Υπηρεσίας του Κ.Μ.Σ. και των ερωτηματολογίων: γειτονικά χωριά, διοίκηση, κάτοικοι, σχέσεις και συναλλαγές, επιγαμίες, επαγγέλματα, δρόμοι και συγκοινωνίες, βουνά, λόφοι, ρέματα, τοπωνύμια, κλίμα, εσωτερική μορφή χωριού, δρόμοι, αλώνια, πλατείες, χωράφια, βρύσες, μύλοι, νεκροταφεία, ξωκλήσια, μοναστήρια, κ.λπ.
[22] Για μια εμπεριστατωμένη και κριτική παρουσίαση βλ. Σ. Δαμιανάκος, ό.π. και Ε. Κοβάνη, Οι Εμπειρικές Έρευνες στην Αγροτική Ελλάδα, εκδ. Ε.Κ.Κ.Ε., Αθήνα 1986. Σημαντικές πληροφορίες αντλούνται επίσης από το M. Dimen – E. Friedl, Regional Variation in Modern Greece and Cyprous: Towards a Perspective on the Ethnography of Greece, The New York Academy of Sciences, New York 1976.
[23] Οι γεωγραφικές έρευνες στην Ελλάδα έχουν αφετηρία τη συνεργασία του B. Kayser με το Ε.Κ.Κ.Ε. τα χρόνια 1961 -63. Στα πλαίσια αυτής της προσέγγισης κινούνται οι θεμελιώδεις εργασίες B. Kayser, Η Ανθρωπογεωγραφία της Ελλάδος: Στοιχείαν δια την Μελέτην της Αστυφιλίας, εκδ. Ε.Κ.Κ.Ε., Αθήνα 1968(1η έκδοση στα Γαλλικά, 1964) και B. Kayser, Κ. Thompson, Β. Kouki, Ο Οικονομικός και Κοινωνικός Άτλαντας της Ελλάδας, Ε.Σ.Υ.Ε., Κέντρο Οικονομικών Ερευνών, Κέντρον Κοινωνικών Επιστημών Αθηνών, Αθήνα 1964, και οι μελέτες των G. Burgel, M. Sivignon, E. Kolodny. P.Y. Péchoux κ.ά., βλ. Στ. Δαμιανάκος, ό.π., σ. 247–249 και Ε. Κοβάνη, ό.π., σ. 36-46.
[24] Βλ. Μ. Sivignon, Les Pasteurs du Pinde Septentrional, Centre de Sciences Sociales d’ Athènes, Centres d’ Etudes et de Researches sur la Géographie de l’ Europe, Lyon 1968, επίσης M. Sivignon, Η Θεσσαλία , γεωγραφική ανάλυση μιας ελληνικής περιφέρειας, εκδ. Μορφωτικό Ινστιτούτο Αγροτικής Τράπεζας, Αθήνα 1992.
[25] Συμφωνώντας σε αυτό το σημείο με το συμπέρασμα του Μ. Herzfeld στο Μ. Herzfeld, Πάλι Δικά μας:Λαογραφία, Ιδεολογία και η Διαμόρφωση της Σύγχρονης Ελλάδας, εκδ. Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2002.
[26] Ο αντικειμενισμός, δηλαδή η μονοσήμαντη θεώρηση του χώρου ως αντικείμενο, στηρίχτηκε στην Καρτεσιανή λογική και σηματοδότησε τη γεωμετρική και διανοητική πρόσληψη του χώρου, την εμπειρική αντίληψη του κενού χώρου και την ορθολογική ερμηνεία του. Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται η προσπάθεια οντολογικής θεμελίωσης της χωρικής έννοιας από τον Καντ και η άποψή του για τον απόλυτο χρόνο και χώρο ως a priori λειτουργίες το λόγου. Με τη γνωσιολογία του Καντ ο χώρος αντιμετωπίζεται ως πράγμα καθ’ εαυτό, δηλαδή ως ενιαίος, συνεκτικός και χωρίς διαφοροποιήσεις κατά περιοχές, μια αφηρημένη διάσταση που γίνεται αντιληπτή μόνο μέσα από την εμπειρία. Αναπτύσσοντας τις θέσεις του ο Καντ υποστηρίζει ότι «… ότι δεν έχουμε γνώση κανενός αντικειμένου ως πράγματος καθ’ εαυτό παρά μόνο ως αντικειμένου της κατ’ αίσθηση εποπτείας, δηλαδή ως φαινομένου, … Απ’ αυτό θα προκύψει χωρίς αμφιβολία ο περιορισμός κάθε δυνατής θεωρητικής γνώσεως του λόγου αποκλειστικά σε αντικείμενα της εμπειρίας », βλ. I. Kant, Κριτική του Πρακτικού Λόγου, τόμος Α, μτφ. Αν. Γιανναράς, εκδ. Παπαζήση, Αθήνα 1977, σ. 52. Βλ. Θ. Μαλούτας, «Θεωρίες του Χώρου και Χώρος της Θεωρίας. Γεωγραφία και Φαινομενολογία: Δοκιμή Φαινομενολογικής Θεμελίωσης της Έννοιας του Χώρου», Επιθεώρηση Κοινωνικών Ερευνών 63, εκδ. Ε.Κ.Κ.Ε., Αθήνα 1986, σελ 283-285. Για την έννοια του χωρικού αντικειμενισμού βλ. Α. Λαγόπουλος και Κ. Μπόκλουντ–Λαγοπούλου, «Νόημα και Γεωγραφία: Η Κοινωνική Σύλληψη της Περιφέρειας στη Βόρεια Ελλάδα», ΤΟΠΟΣ, Επιθεώρηση Αστικών και Περιφερειακών Μελετών, 4(1992), σ. 157-158. Για το φιλοσοφικό υπόστρωμα για την κυριαρχία του αντικειμενισμού στη μελέτη του χώρου βλ. E. Soja, “The Spatiality of Social Life”, στο D. Gregory – J. Urry, Social Relations and Spatial Structures, Macmillan, London 1985, σ. 100-102.
[27] Για μια απόπειρα φιλοσοφικής θεμελίωσης της χωρικότητας στη νεωτερικότητα βλ. Ε. Soja, Postmodern Geographies, Verso, London 1989, σ. 125.
[28] Βλ. A. Gupta –J. Ferguson, “Beyond “Culture”: Space, Identity and the Politics of Difference”, στο A. Gupta – J. Ferguson (eds), Culture, Power, Place: Explorations in Critical Anthropology, Duke University Press, Durham and London 1997, σ. 33–37. Για τη φιλοσοφική προσέγγιση των εννοιών της ισομορφίας και της ετερομορφίας βλ. Ζ.Φ. Λυοτάρ, Η Μεταμοντέρνα Κατάσταση, μτφ. Κ. Παπαγιώργης, εκδ. Γνώση, Αθήνα 1993.
[29] Ε.Π. Αλεξάκης,, «Ανθρωπολογία οίκοι ή λαογραφία; Μια επιστημολογική προσέγγιση» στο Επιστημονικό συμπόσιο. Το παρόν του παρελθόντος. Ιστορία, λαογραφία, κοινωνική ανθρωπολογία (Αθήνα, 19-21 Απριλίου 2002), Εταιρεία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας, Σχολή Μωραΐτη, Αθήνα 2003, σ. 39-63.
[30] Βλ. Δ. Γκέφου-Μαδιανού, Πολιτισμός και Εθνογραφία. Από τον Εθνογραφικό Ρεαλισμό στην Πολιτισμική Κριτική, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 1999, σ. 371-384.
[31] Η αντίληψη του τοπικού όπως διατυπώνεται εδώ στηρίζεται στην έννοια του περίγυρου και της εδαφικής επικράτειας που διατυπώνουν οι G. Deleuze - F. Guatarri στο G. Deleuze - F. Guatarri, Capitalisme et Schizophrénie: Mille Plateaux, Minuit, Paris 1980, σελ 384-402. Επίσης βλ. F. Guattari, Οι τρεις Οικολογίες, εκδ. Αλεξάνδρεια, Αθήνα 1991, σ. 84-88. Για τη διαπραγμάτευση της έννοιας του τοπικού βλ. Σ. Παπαϊωάννου, «Τοπικό κι εναλλακτικό», Το Βήμα των Κοινωνικών Επιστημών, τόμος Δ΄, τεύχος 16, 1995, σ. 91–120.
[32] Βλ. Μ. Μερακλής, «Συνηγορία για τη Λαογραφία», στο Επιστημονικό συμπόσιο. Το Παρόν του Παρελθόντος. Ιστορία, Λαογραφία, Κοινωνική Ανθρωπολογία, Εταιρεία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας, Σχολή Μωραΐτη, Αθήνα 2003, σ. 122-125.
[33] Για τη πραγμάτευση διαφόρων πτυχών του ζητήματος, ενδεικτικά, βλ. Λ. Λουλούδης, «Από το “Τραγικό” στο “Μαγικό” Βουνό. “Υπερτοπικές” Συνέργειες Επιβίωσης της Ορεινής Κοινωνίας», Γεωγραφίες, 5(2003), σ. 36-56, Ε. Δέλτσου, «Η Οικοτουριστική Ανάπτυξη και ο Προσδιορισμός της Φύσης και της Παράδοσης: Παραδείγματα από τη Βόρεια Ελλάδα», στο Β. Νιτσιάκος-Χ. Κασίμης (επιμ.), Ο Ορεινός Χώρος της Βαλκανικής, Συγκρότηση και Μετασχηματισμοί, εκδ. Πλέθρον/Δήμος Κόνιτσας, Αθήνα 2000, σ. 231-248, Αθήνα 2000, και της Τ. Τραγανού, «Η Ιδεολογική Επιστράτευση του Τοπίου: Προοπτικές Ανάγνωσης του “Ελληνικού Τοπίου” και Παραλληλισμοί με την Περίπτωση της Ιαπωνία», στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, Τμήμα Αρχιτεκτόνων Μηχανικών, “Ωραίο, φριχτό και απέριττο τοπίον!: Αναγνώσεις και προοπτικές του τοπίου στην Ελλάδα, επιμέλεια Κώστας Μανωλίδης, εκδ. Νησίδες, Σκόπελος 2003, σ. 95-107.
[34] Το έθιμο έχει αναλυθεί από τον καθηγητή Βασίλη Νιτσιάκο, βλ. «Τόπος και κοινότητα», στο Β. Νιτσιάκος, Χτίζοντας το χώρο και το χρόνο, εκδ. Οδυσσέας, Αθήνα 2003, σ. 84-96.
[35] Η διαχρονικότητα του μύθου επιβεβαιώνεται και από τη διήγηση για την ανασύσταση του χωριού μετά την καταστροφή στα χρόνια του Αλή Πασά, όταν ένας ανιψιός του Σουλτάνου ανταποδίδοντας την προστασία που του παρείχαν Περιβολιώτες κτηνοτρόφοι κατά την καταδίωξή του από τον Αλή Πασά, παράχωσε την γκλίτσα του στη θέση Παλάτου, λέγοντας « ότι εις αυτήν την θέσιν όπου παράχωσε την γκλίτσα του, πρέπει να ανοικοδομηθή εκ νέου το Περιβόλι, και όπως εις το παρελθόν θα αποκτήση τα προνόμια τα οποία είχαν παραχωρηθή », βλ. Γ. Ντόντος – Γ. Παπαθανασίου, Το Περιβόλι, η αετοφωλιά της Πίνδου, Θεσσαλονίκη 1973, σ. 71–73.
[36] Είναι χαρακτηριστικό το Αυτοκρατορικό Διάταγμα (φιρμάνι) του 1635 που επιβάλλει την ανασύσταση του χωριού μετά από τη διασπορά των κατοίκων του εξαιτίας της «αυθαίρετης επέμβασης» των Ζαΐμηδων και των Σπαχήδων των γειτονικών τιμαρίων και των «λυπηρών γεγονότων» που ακολούθησαν το 1634, των ένοπλων συγκρούσεών τους με τον Περιβολιώτη καπετάν-Δούκα δηλαδή, βλ. Θ. Σαράντης, ό.π., σ. 127-128.
[37] Βλ. Θ. Σαράντης, ό.π., σ. 175-176.
[38] Το 1683 σχετικό φιρμάνι της Πύλης διατάσσει τη συγκέντρωση των διάσπαρτων οικισμών στην Πίνδο, βλ. Α. Τσοπανάκης, «Το Σιατιστινό ιδίωμα», Μακεδονικά, τόμ. 2ος (1941-1952), σ. 288. Αντίστοιχη απόφαση στο Ζαγόρι εκδίδεται το 1580, βλ. Γ. Σαρηγιάννης, «Η εξέλιξη του οικιστικού δικτύου του Ζαγορίου», στο Πρακτικά πρώτου Συμποσίου Λόγου, Ο λόγος για το Ζαγόρι, εκδόσεις το Ζαγόρι μας, Ιωάννινα 1986, σ. 71 ενώ γενικότερα είναι ενδεικτικά τα Αυτοκρατορικά φιρμάνια του 1705 «περί διασποράς των χριστιανών και εξευρέσεως τρόπου επαναφοράς εις της εστίας των» βλ. Ι. Κ. Βασδραβέλλης, «Ιστορικά αρχεία Μακεδονίας. Α΄, Αρχείον Ιεροδικείου Θεσσαλονίκης», Μακεδονικά, τόμ. 2ος (1941-1952), εν Θεσσαλονίκη 1953, σ. 98.
[39] Βλ. Θ. Σαράντης, Tο χωριό Περιβόλι Γρεβενών, Aθήνα 1977, σ. 61-64, όπου και οι παραπομπές στα σχετικά έγγραφα (φιρμάνια) που αναφέρονται αναλυτικά οι οικισμοί από τη σύμπτυξη των οποίων δημιουργήθηκε το Περιβόλι.
[40] Η τοποθεσία «Λα Καλύβι» (Στα Καλύβια), βρίσκεται «Σ’ ένα επίπεδο αντέρεισμα του Αυγού», όπως επισημαίνει ο N.G.H. Hammοnd, ενώ επισημαίνει και την ύπαρξη αρχαίων μεταλλείων χαλκού στη διπλανή τοποθεσία Ιμπερατόρια, βλ. N.G.H. Hammοnd, Ήπειρος, εκδόσεις Ηπειρωτική Βιβλιοθήκη, Αθήναι 1971, τόμ. Β΄, σ. 107.
[41] Βλ. A. Wace - M. Thompson, Oι Nομάδες των Bαλκανίων, μτφ. Πάνος Kαραγιώργος, εκδ. Αφοί Kυριακίδη, Θεσσαλονίκη 1989, σ. 174–175. Η συγκεκριμένη αναφορά αναδεικνύει τη σημαντική θέση της μονής ως οικονομικό και κοινωνικό κέντρο στην περιοχή, βλ. και Π. Ποτηρόπουλος, «Η οργάνωση του χώρου στο Περιβόλι Γρεβενών» στο Το Περιβόλι της Πίνδου. Αναζητώντας την κοινότητα του σήμερα, ιχνηλατώντας την κοινότητα του χθες, επιμέλεια Β. Νιτσιάκος, εκδ. Εξωραϊστικός εκπολιτιστικός Σύλλογος Περιβολίου «Βάλια Κάλντα», Περιβόλι – Τρίκαλα 1995, σ. 69-70.
[42] Σύμφωνα με το φιρμάνι του σουλτάνου Μουράτ Δ΄, το 1635, όπως παρατίθεται στο Θ. Σαράντης, ό.π., σ. 127.
[43] Ενδεικτικά αναφέρονται η Φαντίνα Εξάρχου, οι βρύσες (Σιόπουτι) Κουβάτα, Μπέντου, Δούκα, Μπέη, Γιάτσου κ.λπ.
[44] Για την «ανταρσία» του Καπετάν-Δούκα απέναντι στην οθωμανική διοίκηση, την εξόντωσή του, την καταστροφή του χωριού και την εγκατάλειψή του το 1634, βλ. Θ. Σαράντης, ό.π., σ. 77-8 ενώ για το φιρμάνι που διατάσσει την επιστροφή των Περιβολιωτών βλ. υποσημείωση 36. Σχετικά με τη συνοικία του Αγίου Αθανασίου οι Α. Wace – M. Thompson (βλ. Α. Wace - M. Thompson, Oι Nομάδες των Bαλκανίων, ό.π., σ. 175) αναφέρουν ότι στις αρχές του 20ού αιώνα, η περιοχή των Σαϊταίων ήταν ερειπωμένη και τα σπίτια μισογκρεμισμένα μετά την μετοίκηση των οικογενειών στην Οχρίδα εξαιτίας της οικονομικής δυσχέρειας και του επισφαλούς ιστορικού πλαισίου. Αντίθετα στις αρχές του 21ου αιώνα παρουσιάζει την αντίθετη ακριβώς όψη, γνωρίζοντας μεγάλη ανοικοδόμηση.
[45] Ενδεικτική της μεγάλης ανάπτυξης της κτηνοτροφίας είναι η παράδοση, στα όρια της «μυθικής» διήγησης, που θέλει το κοπάδι του μεγαλοτσέλιγκα Έξαρχου να φθάνει τις 16.000 πρόβατα και το γάλα να μεταφέρεται από τη στάνη στο «Κουτάρλου ντι Κιάτρα» σε απόσταση 5 χιλιομέτρων μέσα σε κεραμικούς σωλήνες («Κιούγγιλι αλ Έξαρχου»), περνώντας από την τοποθεσία Μπάτζι, το χοροστάσι Κίνικ και να καταλήγει στο μπατζαριό του στη θέση Σμηρίστι που επικοινωνούσε υπογείως με την παρακείμενη, μεγαλοπρεπής κατασκευής, οικία του. Βλ. Γ. Ντόντος – Γ. Παπαθανασίου, ό.π., σ. 69.
[46] Βλ. Α. Wace - M. Thompson, ό.π., σ. 175 και 177.
[47] Ως σχετικά πρόσφατα, ο δημόσιος χώρος της πλατείας είναι χώρος αποκλειστικά, σχεδόν, ανδρικός Ο περιθωριοποιημένος ρόλος του γυναικείου φύλου στο πολιτικό και κοινωνικό πεδίο καθιστά σχεδόν «απαγορευμένο» τόπο το χώρο της πλατείας στην καθημερινότητα, ενώ η παρουσία της γυναίκας στην πλατεία είναι αποδεκτή στο επίπεδο των τελετουργιών, στο προδιαγεγραμμένο πλαίσιο των ηθικών αξιών και του κοινωνικού της ρόλου.
[48] Βλ. Β. Νιτσιάκος, «Χορός και συμβολική έκφραση της κοινότητας. Το παράδειγμα του χορού στο Κίνικ’ (Περιβόλι Γρεβενών)», στο Β. Νιτσιάκος, Οι ορεινές κοινότητες της βόρειας Πίνδου, εκδ. Πλέθρον, Αθήνα 1995, σ. 133-150.
[49] Βλ. σχετικά τα φιρμάνια και τα άλλα ιστορικά τεκμήρια που παραθέτει ο Θ. Σαράντης στη μονογραφία του για το Περιβόλι, βλ. σχετικά Θ. Σαράντης, ό.π., σ. 127-174.
[50] Είναι χαρακτηριστικές οι ονομασίες «Κιάτρα α Φούρλι» (Βράχος του κλέφτη) και «Μπάντε Φούρλο» (Πεδιάδα των κλεφτών).
[51] «Ο χώρος είναι μια πολιτιστική και υπαρξιακή δεσπόζουσα, δομική αρχή θεσμοθετημένη στο προσκήνιο, που έχει ένα κύριο ρόλο σε σχέση με το παρελθόν και τους τρόπους παραγωγής », βλ. F. Jameson, Το Μεταμοντέρνο ή η Πολιτισμική Λογική του Ύστερου Καπιταλισμού, εκδ. Νεφέλη, Αθήνα 1999, σ. 193.
[52] Βλ. Zygmunt Bauman, “In search of a settlement for the ‘liquid modern’ era”, στο βιβλίο του City of fears, city of hopes, Goldsmiths College, University of London, New Cross, London 2003, σ. 15-21.