Βλαχοχώρια

Κρανιά Ασπροποτάμου - Ο μαχαλάς του Αγίου ΔημητρίουΗ Κρανιά ή Κρανέα κτίσθηκε, κατά τον Γάλλο συγγραφέα Pouqueville, το έτος 1507. Πιο παλιότερα όμως και πριν να εγκατασταθεί το χωριό στη σημερινή θέση, λέγονταν Τούργια και βρισκόταν δύο χιλιόμετρα βορειοδυτικά της Κρανιάς, στα ριζά του όρους Λύγκος, εκεί όπου και σήμερα ακόμη το μέρος εκείνο ονομάζεται Ντούργια, ή Μπαλιοχώρι.
Η Κρανιά βρίσκεται στα δυτικά όρια του Νομού Γρεβενών και στο τρίγωνο τριών μεγάλων διαμερισμάτων της χώρας, της Μακεδονίας, της Ηπείρου και της Θεσσαλίας. Το χωριό είναι εγκατεστημένο σε μια μικρή κοιλάδα με πολλές κρανιές, στον ορεινό όγκο της Βόρειας Πίνδου, και συνορεύει: ανατολικά με την Καλλιθέα και τα Πριόνια, δυτικά με το Μικρολείβαδο και το Περιβόλι, βόρεια με το Μοναχήτι και το Κυπουριό και Νότια με τη Μηλιά, που υπάγεται στο Νομό Ιωαννίνων, και την Παλαιά Κουτσούφλιανη (Πλατανιά), που υπάγεται στο Νομό Τρικάλων.

 Την κοιλάδα διασχίζουν τρεις παραπόταμοι του Βενετικού ποταμού και δύο ρέματα. Γύρωτης περιβάλλεται από μεγάλα βουνά, όπως οι Μπάλτσες με υψόμετρο 2.160 μ., η Πυροστιά ή Λύγκος με 1.967 μ., η Γκιόνα με 1.482 μ. και ο Καραϊλής με 1.231 μ., που ανήκουν στην οροσειρά της Πίνδου.
Το μεγαλύτερο μέρος της περιοχής της Κρανιάς είναι δασωμένο με τη μοναδική στη χώρα μαύρη πεύκη, καθότι την ευνοεί πολύ το έδαφος. Επίσης στα χαμηλότερα σημεία ευδοκιμεί η ευγενής Βελανιδιά και στα ψηλότερα ο ελατός, η οξιά και το ρόμπολο. Έχει δροσερό κλίμα το καλοκαίρι και πολύ κρύο με αρκετά χιόνια το χειμώνα. Από αρχαιοτάτων χρόνων η περιοχή της Κρανιάς είχε πολύτιμα και περιζήτητα βοσκοτόπια. Το ομώνυμο χωριό βρίσκεται σε υψόμετρο 960 μ. και στα γύρω βουνά της υπάρχουν αρκετές κρυσταλλένιες πηγές. Η Τούργια Κρανιά, όπως την έλεγαν, για να την ξεχωρίζουν από τις άλλες Κρανιές που υπάρχουν, δημιουργήθηκε εξαρχής από Βλαχόφωνους και συνεχίζει ακόμη να κατοικείται από τους απόγονους εκείνων των Βλαχόφωνων. Ο πληθυσμός του χωριού είναι κατά πολύ μειωμένος σε σχέση με τα παλαιότερα χρόνια και σήμερα ο αριθμός τους δεν υπερβαίνει τους 300 μόνιμους κατοίκους.

Ανέκαθεν η Κρανιά είχε προσβάσεις από τα Γρεβενά, τη Μηλιά Μετσόβου, το Περιβόλι και την Παναγία (Κουτσούφλιανη) Τρικάλων, γιατί βρισκόταν σε οδικό κόμβο, πολύ δε περισσότερο σήμερα που υπάρχουν και ασφαλτοστρωμένοι δρόμοι. Οι πρώτοι άνθρωποι που ήρθαν και κατοίκησαν μετά τους Τυφαίους και πριν ακόμα συγκροτηθεί το χωριό ήταν Βλάχοι, κάτοικοι της κοντινής Μεγαλοβλαχίας της Δυτικής Θεσσαλίας, οι οποίοι από τα παλαιότερα χρόνια και κάθε άνοιξη ανέβαιναν στα βουνά με τα κοπάδια τους, αναζητώντας τα καλά βοσκοτόπια της βόρειας Πίνδου, κι έφταναν μέχρι ψηλά στη Σαμαρίνα. Έτσι η περιοχή της Κρανιάς, του Περιβολιού, της Βωβούσας, της Αβδέλλας και της Σαμαρίνας, φιλοξενούσαν κάθε καλοκαίρι πολλές χιλιάδες γιδοπρόβατα, στα πολύτιμα βοσκοτόπια τους. Κι όταν ερχόταν το φθινόπωρο με τα πρωτοβρόχια κατέβαιναν πάλι με τα κοπάδια τους στη θεσσαλική πεδιάδα να διαχειμάσουν. Ο θεσσαλικός κάμπος ήταν πηγή ζωής τότε για τα ορεινά Βλαχοχώρια, λόγω του χειμωνιάτικου χιονιού.
Κάποτε όμως ορισμένοι από αυτούς τους περιδιαβαίνοντες Βλάχους τσελιγκάδες, είτε επειδή δεν είχαν θέση στα χειμαδιά, είτε γιατί κουράστηκαν από τη σκληρή ζωή της μετακίνησης, που γίνονταν κάθε άνοιξη και φθινόπωρο, αποφάσισαν να μείνουν μόνιμα στην περιοχή της Κρανιάς, δημιουργώντας έτσι μικρούς συνοικισμούς με λίγες οικογένειες. Οι πρώτοι συνοικισμού που εμφανίστηκαν στην περιφέρεια της Κρανιάς ήταν της Τούργιας και του Βελονιού. Με την πάροδο του χρόνου όμως τους μιμήθηκαν κι άλλοι Βλαχόφωνοι με αποτέλεσμα να δημιουργηθούν κι άλλοι συνοικισμοί όπως στη Μητσιούλα, στη Σέργιαν, στο Βλότοπο, στο Κόρνο, στο Σαλσαγκίνη, στο Γκουντρουμάρι κ.ά. Οι συνοικισμοί αυτοί των ολίγων οικογενειών, που έμεναν σε σκόρπιες καλύβες, γίνονταν συνήθως στα χαμηλότερα μέρη της περιφέρειας και ανήκαν διοικητικά στο μεγαλύτερο συνοικισμό που ήταν η Τούργια. Η Τούργια δεν εξελίχθηκε ποτέ σε κανονικό χωριό, παρά μόνο μετά τη μεταφορά της που αναγκάστηκε να κάνει το 1507 μ.Χ.


(Η ζωή των κατοίκων της ήταν πολύ δύσκολη εκείνα τα χρόνια, λόγω κυρίως της κακής θέσεως στην οποία βρισκόταν το μικρό εκείνο χωριό, με αποτέλεσμα να έχουν προβλήματα επιβίωσης. Η Τούργια, η οποία αντιπροσώπευε και τους άλλους συνοικισμούς, ήταν εγκατεστημένη όπως παρατηρούμε σήμερα, ανάμεσα από δύο παραπόταμους του ποταμού Βενέτικου, που έρχονται από τις Μπάλτσες και τη Μηλιά. Στο σημείο που ενώνονται οι παραπόταμοι, σχηματίζονταν τότε ένα Δέλτα, το οποίο ήταν προσηλιακό με διάσπαρτες ποταμόπετρες με αργυροαμώδες έδαφος. Λόγω της ιδιομορφίας του εδάφους, είχε γίνει το καταφύγιο των διαφόρων ερπετών και ιδιαίτερα της φαρμακερής οχιάς. Στην πρωτόγονη εκείνη κατάσταση που ζούσαν οι κάτοικοι, δεν ήταν εύκολο να προφυλαχτούν από το θανατηφόρο τσίμπημα της οχιάς, που την συναντούσαν συχνά. Ούτε βέβαια υπήρχε θεραπεία μετά το δάγκωμα. Η Τούργια όμως είχε κι άλλα σοβαρά προβλήματα ν' αντιμετωπίσει, κι επειδή ήταν αδύνατη η επίλυση τους, έπρεπε να εγκαταλείψουν την τοποθεσία εκείνη. Σοβαρό πρόβλημα υπήρχε στη θέση Ριζώματα, εκεί που έσμιγαν τα ποτάμια και ήταν σχετικά κοντά στην Τούργια. Η παράδοση λέει πως τον παλαιό εκείνο καιρό, εκεί κοντά υπήρχε ένα στοιχειό, που έβγαινε κάθε μέρα και κολυμπούσε στα ολοκάθαρα νερά του Βενετικού ποταμού.