Βλαχοχώρια

Βρυσοχωρίτες στις αρχές του 20ου αιώνα, σε κάποιο πανηγύρι του χωριούΖαγόρι
Ζαγόρι καλείται εν Ηπείρω το περιώνυμον ορεινόν αυτής τμήμα το εκτεινόμενον από Κονίτσης μέχρι Μετσόβου. Την ονομασίαν αυτού επροτίμησαν πάντες σχεδόν μέχρι τούδε να παραγάγωσιν εκ του σλάβικου ζα (προς, επί και όπισθεν) και Γκόρι (βουνά) ως και τα ζάπλουτος, Ζάβρων, Ζάλογγος κτλ. Το Ζαγόρι κατέχει το κεντρικώτατον και ωραιότατον μέρος της Ηπείρου και της οροσειράς της Πίνδου.
Aι υψηλότεραι των ορέων του κορυφαί ανέρχονται εις ύψος 6 -7000 ποδών ως η Ροδόβολη, η Αστράκα, ο Λάζαρος, η Γκαμίλα, ο Πλόσκος κτλ. χιονοσκέπεις και κατά το θέρος μερικαί, αΐτινες βαθμηδόν χαμηλώνουσαι σχηματίζουσιν εκτενή μαγευτικά οροπέδια ως τα Πέντε Αλώνια, τα Λειβαδάκια κλπ. χρησιμεύοντα προς βοσκήν πλέον των 120.000 προβάτων κατά θέρος. Αι κορυφαί αύται είναι ως επί το πλείστον γυμναί δένδρων, αλλά τίνες καλύπτονται από πανάρχαιων δασών απέραντων, των οποίων οι διακλαδώσεις κατέρχονται μέχρι των υπωρειών συνεχείς, αδιέξοδοι. Τόσον δ’ επί των γυμνών, όσον και επί των δασωδών μερών των τρέφονται αγέλαι άρκτων, αγριόχοιρων, δορκάδων, λύκων, ικτίδων, αλωπεκών, αιγάγρων και πλήθη αγρίων πτηνών.

Αι ευρεΐαι αύται σειραί των ορέων κατέρχονται είτε εις ομαλάς κλιτύας και βουνούς και οροπέδια αμφιθεατρικά, είτε απόκρημνους και κατακεκομμένας ζώνας, σχηματίζουσαι πλείστα όσα μικρά ρεύματα και βαθείας φάραγγας, από των οποίων καταπίπτουσι μετά θορύβου διαυγέστατα και ψυχρά άφθονα ύδατα χυνόμενα εις τους μεγάλους παραποτάμους του Αώου και του Αράχθου, οίτινες αρδεύουσι τας εύφορους πεδιάδας του Ζαγορίου.
Επί μιας των κορυφών των ορέων τούτων υπάρχει και μυθολογική Δρακολίμνη. Αι δε κατάκρημνοι ζώναι αυτών σχηματίζουσι τον περιβόητον Βίκον, των μεγίστην και φοβερωτάτην εκείνην χαράδραν, ην μόνη η Ήπειρος ηυτύχησε να έχει. Ο Βίκος έχει σχήμα κεκλιμένου Γ, μήκος δε τεσσάρων ωρών και ύψος 800 οργυιών. Αι απότομοι πλευραί του καταπληκτικότατου τούτου στενού σχηματίζουσι πριονοειδείς βραχώδεις προεξοχάς κεκαλυμμένες εδώ κ’ εκεί υπό πυκνών δένδρων, ιδία αγρίων καστανέων και ιαματικών βοτάνων, εις δε το βάθος αυτού ρέει το παραποτάμιον του Αώου, ο Βοϊδομάτης.
Η χώρα αυτή, τόσον ωραία και προσφορωτάτη και εις βοσκήν και εις καλλιέργειαν, δεν ήτο δυνατόν να μη κατοικηθεί και παρά των αρχαίων, ίχνη των οποίων βλέπομεν σήμερον εις διάφορα ερείπια τειχών και άλλα κατά καιρούς τυχαίως εκθαπτόμενα κειμήλια, άτινα δεικνύουσιν ημίν, ότι το πάλαι κατώκουν εντάϋθα αι Ηπειρωτικαί φυλαί των Παρωρονίων, Παραυαίων και Τυμφαίων. Τούτων αγνοί απόγονοι είναι οι νυν κυρίως Ζαγορίσιοι λεγόμενοι, δηλαδή οι κάτοικοι του κεντρικού και δυτικού τμήματος του Ζαγορίου ή μάλλον ειπείν οι Έλληνες Ζαγορίσιοι. Διότι το ανατολικόν τμήμα κατοικούσιν ως επί το πλείστον Βλάχοι.

Μεταξύ 27.000 κατοίκων του Ζαγορίου, κατοικούντων εις 46 χωρία, οι 8.500 περίπου είναι Βλάχοι, εγκατεστημένοι εις τας μονίμους χώμας Διβρίνοβον, Δριστενίκον, Φραμπουράρη, Μακρύνον, Δραγάη, Τσερνέση, Γρεβενίτη, Λεσνίτσα, Καβαλάρη, Λάιστα, Παλιοχώρι Λαΐστης και Βοϊούσα, ην μάλλον πρέπει να κατατάξωμεν εις τα περί την Σαμμαρίναν Βλαχοχώρια ως προς τον βίον των κατοίκων αυτής, καίτοι η ιστορία της συνδέεται μετά τις του Ζαγορίου. Και επί της περιοδείας του Leake (1818) ωμίλουν εις τα χωρία ταύτα την Βλαχικήν γλώσσαν, εν αρχαιοτέροις δε χρόνοις, ως λέγει ο κ. I. Λαμπρίδης, ωμίλουν αυτήν και εις άλλα χωρία, ως εις Δόλιανην, Λιασκοβέτσι, Νεγάδες, Φραγγάδες, Τσηπέλοβο, Σκαμνέλι κλπ. όπου σήμερον ομιλείται μόνον η Ελληνική. Αλλά και αί ονομασίαι των κωμών Σόποτσελ (υδρότοπος, Sopotu = βρύση), Μπάγια (θερμός) κλπ. των θέσεων Βάλεα – ντί – Μοάρε (κοιλάς μύλων) κλπ. δηλούσιν ότι και εκεί έζων ποτέ Βλάχοι.

Δεν πρέπει όμως διόλου να συγχέωμεν τους Βλάχους τούτους των χωρίων με τους νομάδας Αρβανιτοβλάχους ή Καραγκούνους, οίτινες κατά το θέρος μόνον ανέρχονται από των χειμαδιών της Ηπείρου εις τα οροπέδια του Ζαγορίου μετά των ποιμνίων των.

Έκτος των Βλάχων και Σλάβοι, άλλ’ ολιγαριθμότεροι εγκατέστησαν επί των δρέων του Ζαγορίου, ως μαρτυροΰσι πολλά ονόματα Σλαβικά και σήμερον έτι σωζόμενα. Πλην δε των ονομάτων οι Σλάβοι εγκατέλειψαν ίχνη των τινά και επί της μορφής και επί του βίου μεταξύ των Βλάχων του Ζαγορίου, ως θέλομεν ίδει. Ουχ ήττον όμως και αρχαιοτέρων κατοικιών δείγματα ευρίσκομεν εν τη χώρα αυτών. Ούτω εις τα Ν. Α. της κώμης Μακρύνου φαίνονται ερείπια τείχους Πελασγικού, έχοντα ικανήν έκτασιν παρά το παραποτάμιον του Αράχθου. Επ’ αυτών υπάρχει θέσις καλούμενη βλαχιστί Κιάτρα-άλ-Άρεου (πέτρα του Άρεως), παρ’ ην και ναός της Άγιας Τριάδος επί θεμελίων ελληνικών εκτισμένος. Εν τη περιοχή δ’ αυτών ευρέθη και βωμός μετ’ ανάγλυφων και νομισμάτων πολλών φερόντων την προτομήν της Ήρας, του Απόλλωνος και του Άρεως μάλιστα. Κατά πάσαν πιθανότητα, ενταΰθα έκειτο πόλις μεγάλη, πρωτεύουσα ίσως, της Τυμφαίας χώρας. Επίσης επί των αυτών Πελασγικών τειχών παρατηρούνται και λείψανα Ρωμαϊκής και Βυζαντινής εποχής, σημεία ότι μεγάλην σημασίαν επέδοσαν εις το Ζαγόριον οι κατά καιρούς δορυκτήτορες, φρουρήσαντες αυτό πάντοτε.

Ένεκα των φρουρών αυτών ημποδίσθη εις τους εκ Μακεδονίας εισβαλόντας εις την Ήπειρον πολεμίους η δίοδος, διότι το Ζαγόρι ήτο τότε τοιαύτη μέχρι της κτίσεως των Ιωαννίνων, και διά τούτο ο Φίλιππος και άλλοι βασιλείς της Μακεδονίας, εισβάλλοντες εις των Ήπειρον, ηναγκάζοντο να οδηγώσι τα στρατεύματα των δια των διόδων του Λόγγου (νυν Σμόλυγγου), εκείθεν δηλ. οπόθεν διήρχοντο επιστρέφοντες εις τας εστίας των και εις την Μακεδονίαν και θεσσαλίαν εφορμώντες ληστράβιοι Αλβανοί. Ώστε το Ζαγόρι έμεινεν ανέκαθεν απρόσιτον εις τους βαρβάρους επιδρομείς. Μόνον δ’ ότε η Ήπειρος άπασα διετέλει εν καταστάσει δεινής λειψανδρείας αφέθη και το Ζαγόρι να πέσει εις τας χείρας των Σλάβων, ούτινες καίτοι ολίγοι, εν τούτοις χάριν των ισχυρών μερών άπερ κατεΐχον, τοσοΰτον ισχυροί ανεδείχθησαν, ώστε οι κατόπιν μετά την IB’ εκατονταετηρίδα επιδρομόντες πολυάριθμοι Αλβανοί, οίτινες εξόντωσαν τους Σλάβους εξ όλων των μερών, όσα κατέσχον, τούτους δεν ήδυνήθησαν ν’ αποδιώξουν έντελώς και ούτως έμειναν μέχρι σήμερον τα σλαβικά ίχνη επί της μορφής, του βίου και των τοπωνυμικών μεταξύ των Βλάχων του Ζαγορίου.

Οι Αλβανοί ούτοι ήσαν πάντες Μπούιοι ή Μπουιάνοι, απόγονοι δηλ. ή οπαδοί των απογόνων της περιωνύμου κατά τους μέσους χρόνους Ηπειροϊλλυρικής οικογενείας των Μπουιαίων, και εγκατέστησαν εις Λεσνίτσαν του Ζαγορίου το πρώτον, ως μαρτυρεί ο κ. Λαμπρίδης, ζώντες κατ’ αρχάς αγρίως εις σπήλαια και τρώγλας. Τους Μπουίους τούτους και τους οπαδούς αυτών ο κ. Λαμπρίδης θεωρεί Αλβανοβλάχους, ενώ ο κ. Αραβαντινός λέγει ότι τα Βλαχοχώρια του Ζαγορίου εισί νεοίδρυτα, οικισθέντα από της Α’ εκατονταετηρίδος της Τουρκοκρατίας και εικάζεται πιθανότατα εκ της ονοματοθεσίας αυτών, αντιστοιχούσης μετά των τοπικών ονομάτων πόλεων και κωμών της άνω και κάτω Βλαχίας, ότι ενωκίσθησαν υπό Βλάχων ηχμαλωτισμένων παρά των χριστιανών Σπαχήδων της Ηπείρου εν ταις κατά καιρούς επιδρομαΐς και μάχαις των οθωμανικών στρατών κατά της Βλαχίας, οίτινες απελευθερούμενοι μετά την εις Ήπειρον απαγωγήν των εγκαθίσταντο εις μέρη ακατοίκητα και προς ανάμνησιν έδιδον εις την νέαν κατοικίαν το όνομα της πατρίδος των. Και ο Χάμερ εν τη Ιστορία της Όθωμανικής Αυτοκρατορίας αναφέρει, ότι πολλοί των κατοίκων της Βλαχίας, κατά την επιδρομήν των τουρκικών στιφών, μη δυνάμενοι να υποστώσι τα φοβερά των κατακτητών βασανιστήρια ηναγκάσθησαν να εγκαταλείψωσι την πατρίδα των και άγοντες μεθ’ εαυτών οικογενείας και θεούς και ποίμνια και πάσαν κινητήν περιουσία των να καταφύγωσι διά των ορέων εις τους επί της Πίνδου προ χρόνων εγκατεστημένους ομογλώσσους των. Διά της ελεύσεως των νέων τούτων άποικων έλαβε περισσοτέραν χροιάν ο επί των τοπονυμιών, της μορφής και του βίου σλαβισμός των Βλάχων του Ζαγορίου. Τοιούτον νεήλυδα Βλαχοποιμένα θέλομεν εύρει εγκατεστημένον και επί των ορέων του Μαλακασίου παρά το Συρράκον επί της μέχρι σήμερον καλούμενης θέσεως Vlachiotlu (ο Βλαχιώτης), προς διάκριση» της Romanu, δι’ ου εκαλούντο και καλούνται οι άλλοι Βλάχοι της Πίνδου γενικώς.

Ο κ. Λαμπρίδης ανασκευάζει τα υπό του κ. Αραβαντινού λεχθέντα ούτω: «Το ανατολικόν του Ζαγορίου διαμέρισμα περιέχει κατά την κατάκτησιν πλην των και ναν υφισταμένων 12 χωρίων, πάντα κατά πατρίας διηρημένιον και τον ποιμενικόν βίον διερχομένων, και τας έξης, Βελγίναν, Βέργιανην, Κουτσούκ Καλωτά, Μπότσαν, Άγιον Γεώργιον, Μπεστρίτση, Κουκουρούτς, Σλίβον, Περητούρην, Μεϊτάνη και έτερα πάντα διαλυθέντα. Της Βέργιανης αι οίκογένειαι, ης η περιοχή λέγεται νυν Τσίπιανη, προσεχώρησαν εις Γρεβενίτη. Επειδή δ’ εξηκολούθουν και μετά την κατάργησιν των τιμαρίων (1846) ν’ αποτίνωσιν εις την Σπαχήν αυτών ότι και πρότερον εκ φόβου, ο χώρος ούτος εθεωρήθη βραδύτερον ιδιοκτησία εκείνου. Διό και εξεποιήθη μετά της περιοχής του χωρίου Νεογγλιοΰς εις τους εκ Δόλιανης αδελφούς Αδαμίδου μεταπωλήσαντας αυτόν εις την κοινότητα Γρεβενίτη αντί 300.000 γροσίων (7. 500 δρχ.). Δεν έχεται δε διόλου αληθείας, ότι τα πλείονα του διαμερίσματος τούτου χωρία ως και τα του κεντρικού Νεγάδες και Τσεπέλοβον ωκίσθησαν κατά τον πρώτον αιώνα της τουρκοκρατίας από Βλάχων αιχμαλωτιζομένων εν Βλαχία παρά των χριστιανών Σπαχήδων της Ηπείρου. Διότι τα πλείστα αυτών μνημονεύονται και επί κατακτήσεως. Οι κάτοικοι αυτών ουδαμώς των λοιπών Βλάχων διαφέρουσι, ελλείπει δε πάσα τοιαύτη παράδοσις. Πλην δε τούτων το Δριστενίκον, ού επίσης μνημονεύει ο χρονογράφος της Μονής Βοτσάς, ουδέποτε υπό αγνής βλάχικης φυλής κατωκήθη, ως τα λοιπά, αλλ’ υπό Αλβανοβλάχων, διαχειμαζόντων κατ’ αρχάς εις Τσαμουριάν, βαθμηδόν δ’ οριστικώς εγκαταστάντων αυτόθι και εξελληνισθέντων προ αιώνων».

Πιστευτόν όθεν μένει το υπό του Χάμερ λεγόμενον, ότι ήλθον μεν κατά τον Α’ αιώνα της τουρκοκρατίας οικογένειαι εκ Βλαχίας επί της Πίνδου, άλλ’ ευρον εκεί άλλους προεγκαθιδρυμένους ομογλώσσους των.

Κατά την ΙΔ’ εκατονταετηρίδα, ότε τα τρία του Ζαγορίου διαμερίσματα ήκμαζον, ενώ το κεντρικόν και δυτικόν εξηκολούθουν πρωταγωνιστούντα υπό την σημαίαν του κατά καιρούς Δεσπότου της Ελλάδος (ως ωνομάζετο τότε ο Δεσπότης της Ηπείρου) μέχρι της κατακτήσεως, το ανατολικόν, το υπό των Βλάχων κατοικούμενον, υπετάχθη εις τους ισχυρούς γείτονες των Μαλακασιώτας, παρακολουθούν δε το σύστημα και τας πεποιθήσεις των ανδρείων αρχηγών τούτων, πολλάκις εξηγέρθη υπ’ αυτών κατά των Δεσποτών. Ένεκα δε της ισχυράς αυτού θέσεως ήτο άπαν το τμήμα τούτο καλώς κατωκημένον τότε.

Εις τα στόματα των κατοικούν των βλάχικων κοινοτήτων του Ζαγορίου διατηρείται και νυν η διάκρισις των διαμερισμάτων κεντρικού και δυτικού από του ανατολικού, διότι οι κάτοικοι των βλάχικων κοινοτήτων τουτέστι του ανατολικού διαμερίσματος καλούσι τους του κεντρικού και δυτικού Ζαγορισίους ή Ζαγοριάνους (Zagurianii) προς διαστολήν εαυτών, ους καλούσι Βλάχους ή Ρωμάνους Vlachii ή Rumanii).

Μετά δε την κατάκτησιν, ότε το μεν κεντρικόν διαμέρισμα του Ζαγορίου, δυνάμει συμβάσεως οικογενειών αυτού μετά του αντιπροσώπου Μουράτ του Β’, διέμεινεν αυτόνομον και αυτοδιοίκητον, εν δε το δυτικό υπήρχεν ιδία πολιτική και δικαστική αρχή εδρεύουσα εις το νυν Μέγαν Μαχαλαν του Παπίγκου, και το ανατολικόν διετήρησε μετά των λοιπών του βορείου διαμερίσματος του Μαλακασίου χωρίων την ανεξαρτησίαν αυτού επί 48 τουλάχιστον έτη από της αυθορμήτου των Ιωαννίνων υποταγής.

Επειδή όμως ηδυνάτουν να διατρέφωσι τα ζώα αυτών εν καιρό χειμώνος, αυθόρμητους υπετάγησαν και ούτοι εις την Βασιλομήτορα, τυχόντες ου μόνον της προστασίας αυτής, αλλά και της αυτονομίας και της αυτοδιοικήσεως και μόνον εις τα τρία είδη, φόρων υποβληθέντες, τον προσωπικόν, το προβατονόμιον, και τον της υποτέλειας, ως και 34 χωρία των Κουρέντων, τρία του δυτικού διαμερίσματος του Ζαγορίου και έτερα τινα. Αλλ’ αι προνομίαι αύται μόλις μέχρι των μέσων του ΙΖ’ αιώνος διετηρήθησαν. Διότι αποσπώμεναι δαθμηδόν από της Βασιλομήτορος αι κοινότητες αύται υπό των Σουλτάνων, αναγκαζομένων να διανέμωσιν αυτάς ιδίως εις διαφόρους πολεμιστάς του κράτους, απεξεδύοντο και της προστασίας εκείνης. Κινδυνεύοντα δε και τα χωρία ταύτα, απολέσαντα και την αυτονομίαν και την αυτοδιοίκησιν αυτών, ένεκα των αυθαιρεσιών και πιέσεων των Σπαχήδων ιδία, προσηρτήσθησαν βαθμηδόν (1681—1684), διά της επιρροής και ισχύος προϊσταμένων του Ζαγορίου παρά τοις εν Κωνσταντινουπόλει μεγιστάσιν, εις το κυρίως Ζαγόρι και συναπετέλεσαν μετ’ αυτού μίαν και μόνην ομοσπονδίαν μέχρι του 1868 διατηρηθείσαν, καίπερ εν πολλοίς και περί τα άκρα κατά τον ΙΗ’ μάλιστα αιώνα ακρωτηριασθείσαν.

Το Δοβρίνοβον κείται κατά την δυτικήν διακλάδωσιν επί εδάφους ηφαιστειώδους πλήρους ρηγμάτων και κατακομβών. Παρά την θέσιν αυτού Λιούταρι ρέει θειούχος ιαματική πηγή, έτερα δ’ επί του όρους Κλοποτσιάρε (Βλαχ. κωδωνίσκου). Τα ηφαιστειώδη αυτά ρήγματα, ένθα διαιτώνται χιλιάδες αγρίων περιστερών και κορωνών, λέγονται εκεί Σπεάραι ή Σπέραι και Μπούστερες (Pestere Βλαχ. – σπήλαιον). Λέγονται επίσης και Κεάδαι και Γκαϊλότρυπες. Οι εν τοις ρήγμασι τούτοις ριπτόμενοι λίθοι αποτελούσι φοβερόν και φρικώδη ήχον προσκρούοντες εις τας πλευράς αυτών. Έχουσι δε τοιούτον βάθος ενίοτε, ώστε οι λίθοι φθάνοντες εις τον πυθμένα μόλις ακούονται, άλλοτε πάλιν ακούεται πάταγος εκ του πυθμένος ως εάν λίθος εκεί έπεσεν εντός ύδατος. Τούτο δηλοί ότι ή ύδατα εκ των βροχών και των χιόνων είναι εν αυτοίς εναποτεθειμένα ή διέρχονται διά του πυθμένος αυτών υποχθόνια ρεύματα. Εν των ρηγμάτων τούτων μεταξύ Βραδέτου καί Τσεπελόβου, καλείται βλαχιστί Σπεάρα αλ Νιβεάστα δηλ. βάραθρον της νύμφης. Διότι κατά τινα καιρόν διερχόμενης εκείθεν γαμήλιου πομπής Βλαχοποιμένων οδηγούντων νύμφην εξ άλλου μέρους εις τα οροπέδια του Βραδέτου, συνωστίσθησαν τόσον οι ίπποι, εφ’ ων επέβαινον πάντες, επί της παρά το χείλος του βαράθρου στενωτάτη ατραπού, πλησίον της οποίας υπάρχει και μικρά κρίνη, ώστε κατέπεσεν εκ του ίππου της η νύμφη και εξηφανίσθη εντός του βαράθρου, κατασυντριβείσα η δυστυχής. Λέγεται δ’ εκ παραδόσεως, ότι μια χείρ αυτής, όλα τα δακτυλίδια φέρουσα, εξήλθε δι’ υποχθονίου ρεύματος και ευρέθη εις το ποτάμιον του Βίκου, κατ’ άλλους δε εις Βελλάν παρά τον Καλαμάν.
Αξία λόγου είναι και η αρχαία μονή του Δοβρινόβου, εν ης μέχρι του 1694 εμόναζον ιέρειαι, ανακαινισθείσα επί των ήμερων του Αλή πασά και διαταγή αυτού εις ενοριακήν εκκλησίαν μεταβληθείσα. Έχει δε και Ελληνικόν σχολείον αρρένων η κώμη του όποιου ο διδάσκαλος μισθοδοτείται υπό του εν Αθήναις Συλλόγου προ διάδοσιν των Ελληνικών γραμμάτων αντί 15 λιρών ετησίως, έχει επίσης και ιατρόν.

Παρά το Δοβρίνοβον κείται και η κώμη Λεσνίτσα, της οποίας οι πρώτοι κάτοικοι ήσαν, ως είπομεν προηγουμένως, Αρβανιτόβλαχοι εκ της Μονής των Μπουίων ή Μπουιάνων, ζώντες κατ’ αρχάς αγρίως εις τρώγλας και σπήλαια. Προσεχώρησαν όμως κατόπιν εκ Χασίων και Οσδίνης της Παραμαθίας (Θεσπρωτίας) ικανοί. Τα δυτικά του χωρίου τούτου όρια, μέχρι της μονής Κονίτσης αφικνούμενα εις απόστασιν 4 ½ ωρών από της μονής Λεσνίτσης, ανεγνωρίσθησαν το 1806 διά φιρμανίου του Σουλτάνου Μουσταφά ενεργεία του εγχωρίου Καρατέλη εκμισθωτού ιδιοκτησίας της Βασιλομήτορος (Βαλιδέ Σουλτάνας) εν Θράκη. Η ρίζα του ονόματος της Λεσνίτσης Λέσι είναι αλβανική απαντώσα και εν τω Αλεσίω της Ιλλυρίας. Η Λεσνίτσα μετά της μονής αυτής, της μονής Κονίτσης και του Δοβρινόβου, κείμεναι κατά τα άνω στενά του Αώου, σχηματίζουσιν ούτως ειπείν διά των ογκωδών δρέων αυτών το βόρειον εκείνο ανυπέρβλητον του Ζαγορίου προπύργιον. Επίσης και της Λεσνίτσης ο διδάσκαλος μισθοδοτείται υπό του αυτού Συλλόγου. Και μονήν αξιόλογον από του 1773 κέκτηται ή Λεσνίτσα.

Το Δριστένικον, το οποίον προ τινων εκατονταετηρίδων ήτο ελληνόφωνον, κείται επί των κλιτύων των Ν.Α. ορέων του Ζαγορίου απέναντι των Β.Α. πλευρών του βουνού των Ιωαννίνων Μιτσκέλ. Το αξιόλογον έδαφος και το ευάερον κλίμα αυτού συντελούσιν όχι μόνον εις την ωραιότητα και ευρωστείαν των κατοίκων, άλλα και εις την αύξησιν του πληθυσμού του. Έχει δε η κώμη και ελληνικόν σχολείον και παρθεναγωγείον ήδη.

Κατά την αυτήν οροσειρά άπαντα και το Γρεβενίτη, το όποιον είναι προς τοις άλλοις και κατάφυτον ως εκ του γονίμου εδάφους και των άφθονων υδάτων, άτινα αρδεύουσιν αυτό, έχον προσοδοφορωτάτους αγρούς και αμπελώνας εκτενείς δίδοντας υπέρ τας 500.000 οκάδας σταφυλών κατ’ έτος, όσας ουδεμία άλλη κώμη όλου του Ζαγορίου παράγει. Εις την κώμην ταύτην, ως είπομεν, προσεχώρησαν άλλοτε οι τον ποιμενικόν βίον διάγοντες κάτοικοι του χωρίου Βέργιανης, του οποίου η περιοχή ωνομάσθη έκτοτε Τσίπιανη, ένθα νυν υπάρχουσιν οι αμπελώνες και τα αγροτικά καλύβια του Γρεβενίτη. Και η κώμη αύτη κέκτηται από του 1852 ελληνικόν Σχολείον, εν ω εφοίτων μετά των αρρένων και κοράσια μέχρι προ μικρού, ότε συνέστησαν και ίδιον παρθεναγωγείον. Παρά το Γρεβενίτη υπάρχει και η περίφημος μονή της Βοτσάς επί της όχθης του παραποτάμου του Αράχθου και του μικρού ποταμίου Ζορίκα, ιδρυθείσα κατά τινα επιγραφήν δεξιά τω εισιόντι εις τον νάρθηκα της εκκλησίας «αναλώμασι του ευσεβέστατου Βασιλέως Κωνσταντίνου του Απογονάτου». Υποθέτουσιν ότι ο Αυτοκράτωρ Κωνσταντίνος ο Πωγωνάτος διερχόμενος εξ Ηπείρου, ότε (668—685) εξ Ιταλίας επέστρεφεν εις Κωνσταντινούπολη, ίδρυσε την μονήν ταύτην εν Ζαγορίω συγχρόνως μετά των της Διπαλίτσας και Αιτοβιανίτσας, επιδιώκων τον εκχριστιναισμόν τών από του 635 εγκατασταθέντων εν τοις μέρεσιν εκείνοις Σλάβων. Αι ονομασίαι των χωρίων, μεταξύ των όποιων τας ίδρυσε και δι’ ων επροικοδότησε αυτάς και εξ ων ωνομάσθησαν αύται, Σλαβοπρόφερτοι ούσαι, δηλούσι ότι από πολλών χρόνων είχαν εγκαταστή εκεί Σλάβοι.

Εκ τούτου πλησιάζει ν’ αληθεύσει η ανωτέρω υπόθεσις. Την Βοτσάν ανεκαίνισε το 1689 ο εκ Γρεβενίτη αγιογράφος και ηγούμενος κατόπιν προχειρισθείς Αθανάσιος. Κατά τινα δε σημείωσιν αναγνωσθείσαν υπό του κ. I. Λαμπρίδου εν τινι εξώφυλλω Τριωδίου της μονής Βιτσικού από του 1693, η μονή της Βοτσάς κατεστράφη μετά την άλωσιν (1431) , μόνον δε η εκκλησία και ο τρούλος εσώθησαν, μείνασα έρημος επί εβδομήκοντα κατόπιν έτη, μεθ’ α επανίδρυσαν τα κελλία και τα τείχη του περιβόλου και εχρησίμευε το εισόδημα εις ζωοτροφίαν του κόσμου. Εμόναζον εν αυτή 60—70 μοναχοί μέχρι περίπου των μέσων του παρελθόντος αιώνος, ενίοτε δε και επίσκοποι, ως Δοσίθεός τις εν έτει 1729 δωρησάμενος και έντυπον Αγίαν Γραφήν από του 1544 χρονολογουμένην. Οι μοναχοί αυτής εκαλλιέργουν και τα γράμματα διατηρούντες και βιβλιοθήκην αξιόλογον, αποτεφρωθείσαν μετά ταύτα ένεκα της απροσεξίας και αμαθείας των διαδόχων αυτών.

Μόνον δε χειρόγραφόν τι χρονικόν ανευρέθη εν αυτή εσχάτως εξ ου ουκ ολίγον διαφωτίζεται η ιστορία του Ζαγορίου επί των πρώτον χρόνων της τουρκοκρατίας μάλιστα. Πολλάς τοιαύτας εκ του χρονικού τούτου αξιόλογους πληροφορίας δύναται τις να εύρη εν τοις δύο τεύχεσι των Ζαγοριακών του κ. I. Λαμπρίδου. Αγιογράφοι εκ Γρεβενίτη διεκρίθησαν και άλλοι.

Το Φλαμποράρη, ευάερων επίσης χωρίον, κείται εις τας υπωρείας του όρους Φλάμπουρο (όρος φιλυρών). Παραδόξως εν τω χωρίω τούτω το θήλυ φύλον είναι έλασσον του άρρενος. Παρ’ αυτό κείται το Τουρνέση, πτωχόν νυν χωρίον, έχουν όμως δημοδιδάσκαλον Έλληνα. Αμφότερα δε ταύτα μετά του προ εκατονταετηρίδοιν Ελληνοφώνου Μακρινού ανάγονται εις την ανατολικήν διακλάδωσιν του Ζαγόρι. Είπομεν ότι εις Μακρίνον υπάρχουσι προϊστορικών Ελληνικών χρόνων ερείπια και Ρωμαϊκών Κάι Βυζαντινών. Έκτος των άλλων προτερημάτων του εδάφους και του κλίματος του χωρίου τούτου φημίζεται λίαν το ύδωρ της κρήνης αυτού Μπρίσκας, καταστάν παροιμιώδες εις το Ζαγόρι επί τη λεπτότητι και ψυχρότητι αυτού. Είναι όμως εκ των πτωχότερων Ζαγοροχωρίων εν τούτοις διατηρεί από χρόνων Ελληνικόν σχολείον και σεμνύνεται επί τη μνήμη Ιωαννικίου του μητροπολίτου Ιωαννίνων (1845 - 1854) χρηματίσαντος, καταγόμενου εκ της ονομαστής εκείσε οικογενείας Ζάγκου. Εξεπαιδεύθη ούτος εν Νεγάδαις, μη υπάρχοντος τότε σχολείου εν τη πατρίδι του, παρά τω μεγάλω διδασκάλω του γένους Α. Σεκκελλαρίω, είτα δ’ εν Αιγίνη παρά το πολλώ Γεvvαδίω ου κατέστη και υπότροφος. Μητροπολίτης δ’ εν Ιωαννίνοις διατελών απεπειράθη προς εξόντωσιν της Βλάχικης γλώσσης εκ της πατρίδος του. Κάι παρθεναγωγεΐον δ’ Ελληνικόν συντηρεί το Μακρίνον εκ των προσόδων της μονής αυτού, δυστυχώς όμως ήδη παρακμάσης και αυτής. Η μονή ιδρύθη το 1700, επεξετάθη δε και ιστορίθη κατόπιν παρ’ αόμματου τινός πλούσιας εκ Νεγάδων, ιαθείσης διά της χάριτος της ‘Αειπαρθένου ενταύθα εντός 24 ωρών. Τοιαύτα είναι κατά το μάλλον και ήττον και τα Δραγάνι, Καβαλάρη, Ελληνόφωνα σχεδόν ήδη, η Βοϊοΰσα ην κατετάξαμεν εις τα περί την Σαμμαρίναν Βλαχοχώρια, και η Λάιστα μετά του Παλιοχωρίου αυτής, ης το αρχικόν όνομα ην Λάκκα, ως και ναν ονομάζουσιν αυτήν οι κάτοικοι της Βοϊούσης και άλλων Βλαχοχωρίων εκεί, οικογένειαι δ’ εκ του χωρίου Λάσσετη (άλβ.), ένθα νυν οι αμπελώνες αυτής, προσχωρήσασαι αυτόθι, μετέδωκαν το όνομα της πατρίδος των, μετατραπέν, ως λέγεται, εις Λάισταν διά του χρόνου.

Εν γένει όλα τα Βλαχοχώρια του Ζαγορίου γέμουσι πυκνότατων δασών και άφθονων υδάτων, δι’ ων αποκαθίσταται ανέκαθεν το κλίμα αυτών ευκρατότατον, κλίμα και έδαφος το οποίον έπρεπε να παραγάγη το ζωηρότατον Ελληνικόν πνεύμα και την τελειοτέραν Ελληνικήν καλλονήν, κλίμα και έδαφος ούτινος στερούνται τα πλείστα των Ελληνικών χωρίων του Ζαγορίου, ων οι κάτοικοι -του τε θήλεος και άρρενος φύλου- είναι πνευματωδέστατοι και κοσμούνται υπό έκτακτου τελειότητος καλλονής.

Ράθυμοι και αμελείς οι Βλάχοι του Ζαγορίου, εις πάν κίνημα, εις πάσαν επιχείρησίν των, πονηροί και φιλάργυροι λίαν, βαρείς την φωνήν και τον χαρακτήρα, διακρίνονται και εκ του χόνδρου και πλαδαρού κατακόκκινου σώματος αυτών και εκ της μαρασμοειδούς φυσιογνωμίας των. Είναι ευρύνωτοι και αργότατοι, μετ’ οκνηρίας μάλιστα κινούσι τα βήματα των. Οι πονηροί οφθαλμοί των καλύπτονται υπό χονδρών βλεφάρων προδιδόντων χονδρότητα πνεύματος και τα προτεταμένα χείλη αυτών επιδεικνύουσι την εν τη καρδία των εμφωλεύουσαν τάσιν προς την λαγνείαν. Λάγνοι επίσης είναι και αι γυναίκες αυτών, αίτινες υψηλαί το ανάστημα, μαλθακαί το σώμα και νωθραί έχουσιν ως επί το πλείστον πρόσωπον πλαδαρόν, σπανίως δε μεταξύ αυτών παρατηρείται η σεμνή, η Ελληνική ωραιότης. Και εάν τοιαύτη υπάρχει που, καταστρέφεται υπό των άλλων χαρακτηριστικών και ιδία υπό των χαύνων οφθαλμών των. Βαδίζουσι και αύται σύσσωμοι και ούτε γνωρίσουσι καν να λυγίζωσιν ολίγον το σώμα των, ως αι ζωηραί γνήσιαι Ελληνίδες του Ζαγορίου. Περιδένουσι δε την κεφαλήν των διά χονδροειδεστάτου κεφαλόδεσμου, ομοίου εκείνου ον μεταχειρίζονται αι γυναίκες των παραδουνάβιων χωρικών και ενδύουσι το σώμα των πολύ ακόμψως, προπετώς προβάλλουσαι τα ογκώδη και προκλητικά στήθη των εις την θέαν του κόσμου, καλύπτουσαι αυτά μόνον διά του λινού χιτώνος των.

Η φυσιογνωμία αύτη και ο χαρακτήρ των Βλάχων του Ζαγορίου είναι αναμφισβήτητα λείψανα της ίσχυράς επιδράσεως των Σλάβων μεταξύ αυτών, λείψανα τα όποια δεν απαντώσιν εις ουδεμίαν των άλλων φυλών των Βλάχων της Πίνδου. Αυτή είναι η γενικότης. Δεν δυνάμεθα όμως να μη ομολογήσωμεν, οτι υπάρχουσι μεταξύ αυτών και καλλοναί οπωσούν κανονικώτεραι και χαρακτήρες και πνεύματα ευγενή και οργώντα. Αλλά πολύ, πολύ μερικά ταύτα δυστυχώς. Φέρω διά παράδειγμα έκτος των άλλων και κόρην εύπορον, Βλαχοπούλαν εκ Ζαγορίου, ανατρεφομένην και σπουδάζουσαν εν Ιωαννίνοις, επί της οποίας όμως έμειναν ανεξάλειπτα εν τε το χαρακτήρι και τη φυσιογνωμία τ’ ανωτέρω των συνεγχωρίων των διακριτικά μεθ’ όλην την ωραιότητα της, μεθ’ όλην την ευπορίαν και την παίδευσιν και την εν Ιωαννίνοις ζωήν της. Που να παραβάλωμεν λοιπόν τας χαύνους και δυσκίνητους αυτάς γυναίκας τας Βλάχας, με τας ζωηράς και εργατικωτάτας ελληνίδας του Ζαγορίου, αίτινες ωραιόταται, αι ωραιόταται ειπείν της Ηπείρου γυναίκες, και σεμνόταται ούσαι, εγείρονται από πρωίας και εκκινούσι διά τας αγροτικάς εργασίας των. Είναι εξαίσιον το πρωινόν τούτο θέαμα αυτών. Η τήδε κακεΐσε συνώστισις αυτών, η καθ’ ομίλους παρέλασις, εξ ων η μεν σύρει διά της χειρός ημίονον φέρουσαν τας ύννεις μετά των άροτρων, η δε προβαίνει φέρουσα φορτίον τι ή λίκνον μετά βρέφους. Είναι δε απερίγραπτοι οι γέλωτες οι γλυκείς και τα λυγερά άσματα των, άτινα αντηχοΰσιν ανά τας κοιλάδας και τας φάραγγας των δρέων των κατά την μυστηριώδη εκείνην της αυγής ώραν «σίντας, λαλούν οι πέρδικες, σίντας ξυπνούν τ’ αηδόνια» κατ’ αυτάς. Διότι, ως γνωστόν, την γην του Ζαγορίου καλλιεργούσιν αι γυναίκες, αίτινες διατηρούσι και τους οίκους και ανατρέφουσι και τα τέκνα, των ανδρών χάριν εμπορικών επιχειρήσεων ή χάριν εξασκήσεως επιστημονικών επαγγελμάτων αναγκαζομένων ανέκαθεν να ξενητεύωνται. Είναι δε καταπληκτική και απαραδειγμάτιστος η τιμιότης, ην αμφότερα τα φύλα διατηρούσιν αλώβητον επί τόσην εποχήν μακράν αλλήλων.

Οι Βλάχοι του Ζαγορίου εσχάτως επεμελήθησαν να μιμηθώσι τους Ελληνας συντοπίτας των, και μόνον εις τας εμπορικάς επιχειρήσεις, συστήσαντες και εν Ηπείρω και εν το εξωτερικό ευκατάστατα τινα καταστήματα, ενώ επί Αλή πασά πάντες ήσαν αγωγείς μεταφέροντες διά φορτηγών ζώων (ιδία ημιόνων) διάφορα εμπορεύματα από της Ηπείρου μέχρι Σερρών, Κωνσταντινουπόλεως, Βουκουρεστίου και τανάπαλιν. Το επάγγελμα των τούτο είναι απομίμησις των γειτόνων των Σαμμαριναίων καρβανάρηδων, με την διαφοράν ότι μιμούμενοι και τους ξενητευομένους Ζαγοραίους έκαμνον ταξίδια πολύ μακρυνότερα, ως βλέπομεν, εκείνων.

Εις τα τοιαύτα δε μάκρυνα εμπορικά ταξίδια των καρβανάρηδων Βλάχων του Ζαγορίου ανήκει αναμφισβητήτως και το έξης παλαιότατον και ωραιότατον Ηπειρωτικόν άσμα:

Ο Γιάννης ο πραγματευτής ξεβγαίνει από την Πόλι.

Σέρνει μουλάρια αφόρτοτα και φορτωμένες μούλες.

κ’ η μούλα η χρυσοπέταλη, η μούλα η συρυτάρα’

βαστάει τον νιόν πραματευτή, βαστάει τον νιον λεβέντη.

Στη στράτα όπου πάγαινε, στη στράτα που πηγαίνει,

αποκοιμήθη ο νιούτσικος στης μούλας τα καπούλια

κ’ η μούλα παραστράτησε κι από άλλη στράτα πάει.

Κι οντάς εξύπνησεν ο νιός τη μούλα του μαλώνει

-Μούλα μ’ επαραστράτησες, με πας απ’ άλλη στράτα,

με πας στη στράτα των κλεφτών, των χαραμήδων στράτα.

Το λόγο δεν απόσωσε, το λόγο δεν απόειπε,

νάτοι κ’ οι κλέφτες πόρχονται σαράντα δυό νομάτοι,

όλοι ντυμένοι μ’ άρματα, με λίρα φορτωμένοι.

Δώδεκα πάν από μπροστά και δώδεκ’ από πίσω.

Πιάνουν και ξεφορτώνουνε αράδα τα μουλάρια

και ανοίγουν όλα τα σακιά να βγουν φλουριά και γρόσια.

Στέκει και τους παρακαλεί να μη τα ξεφορτώσουν,

γιατ’ ειν’ ο μαύρος μοναχός, δεν μπόρ’ να τα φόρτωση.

Κι ο καπετάνιος θύμωσε, στέκεται και του λέει:

-Βρε, ίδες του σκύλου τον υγιό, της κούρβας το κοπέλι,

δεν κλαίει για τη ζωίτσα του πού θαλά τον σκοτώσουν

μουν’ κλαίει για το ξεφόρτωμα πού δεν μπορ’ να φόρτωση.

Μπρε, πούστε, παλικάρια μου, φωνάζει ο καπετάνιος-

αυτοί τον ελυπήθηκαν γιατ’ ήτον αντρειωμένος.

Που είσαι κόρη μ’ να μ’ ιδής, μάνα μου, να με κλάψεις.

Βαρείτε του μια χαντζαριά στον τόπο ν’ απομείνει.

Κι ο καπετάνιος άρχιψε να τον γλυκορωτάει:

-Πες μου να ζήσης, νιούτσικε, πουθ’ είν’ τα πατρικά σου,

και πούθεν είν’ η μάνα σου, γραφή για να της γράψω;

Απ’ το Ζαγόρι ο κύρης μου κ’ η μάνα μ’ απ’ την Άρτα

κι έχω αδερφό στην ξενιτειά που λείπει δέκα χρόνια

κι άλλοι μου λεν απέθανε, άλλοι μου λεν εχάθη,

άλλοι πως είναι χαραμής και με τους κλέφτες πάει.

Κι ο καπετάνιος τρόμαξε, στην αγκαλιά τον παίρνει,

στον ώμο του τον έκοψε και στον γιατρό τον πάει.

-Γιατρέ, πολλούς εγιάτρεψες σφαγμένους και κομμένους,

γιάτρεψε και το Γιάννο μου τον μαχαιροσφαγμένο.

-Είναι μαχαίρι απ’ αδερφό και γιατρεμό δεν έχει.

Κι από το χέρι τον κρατεί, σ’ άλλον γιατρό τον πάει.

-Γιατρέ, που γιάτρεψες πολλούς κομμένους, λαβωμένους,

γιάτρεψε και τον Γιάννο μου, τον αδελφούτσικό μου.

-Αυτή είναι αδερφοχαντζαριά και γιατρεμό δεν έχει.

-Για πάρε τα μουλάρια μας και σύρτα στο χωριό μας,

και στείλε μου τρεις μάστορας, πετροπελεκητάδες

να πελεκήσουν μάρμαρα, το μνήμα για να φτιάσουν.

Κι αν σε ρωτήσει ο κύρης μας κ’ η δόλια μας μανούλα,

πες τους το πως παντρεύθηκα στης ξενιτειάς τα μέρη,

πήρα την πέτρα πεθερά, την μαύρη γης γυναίκα.

-Πως να γυρίσω στο χωριό να πω στα πατρικά μας,

τον αδερφό πως έσφαξα και πήρα τα μουλάρια;

Χρυσό μαχαίριν έβγαλε απ’ άργυρο θηκάρι,

τον αδερφό του αγκάλιασε και στην καρδιά το μπήγει.

Μέσ’ στην ερμιά τούς έθαψαν τούς δυό σ’ ένα μνημούρι

κι εφύτεψαν τριανταφυλλιά και μαύρο κυπαρίσσι,

κι όντας φυσάει ο άνεμος και τρίζουνε τα πεύκα,

λυγάει η μικρή τριανταφυλλιά φιλεί το κυπαρίσσι

Το τραγικώτατον τούτο άσμα άδουσι και χορεύουσιν απανταχού της Ηπείρου και σήμερον έτι συνοδεύοντες αυτό, εν Ζαγορίω ιδία, διά της θρηνώδους στροφής η έφυμνίου «μουν’ και μοναχός μου». Βλάχικα άσματα δεν απαντώσιν εις ουδέν των Βλαχοχωρίων του Ζαγορίου, εις τα οποία παρατηρείται το αξιοπερίεργον τούτο, ότι αι πλείσται των γυναικών, αίτινες ηγνόουν εντελώς προ τίνων δεκαετηρίδων την ‘Ελληνικήν γλώσσαν, έψαλλον άσματα Ελληνικά, χωρίς, εννοείται να εννοώσι τι εσήμαινον. Εν τούτοις έψαλλον Ελληνικά άσματα. Εκ τούτου δύναται τις να εύρη μεταξύ αυτών άβλαβη και σώα τα τιμαλφή, προϊόντα της δημώδους μούσης, άτινα εις πολλά της Ελλάδος μέρη οικτρώς εκολοβώθησαν ή κατεστράφησαν δι’ αθεμίτων προσθηκών και αφαιρέσεων εντελώς. Τα Ελληνικά αυτά άσματα βεβαίως δεν εποίησαν οι Βλάχοι του Ζαγορίου, οίτινες ούτε εγνώριζον τί ταύτα εσήμαινον, ούτε ιδικά των, της γλώσσης των, ηδυνήθησαν να ποιήσωσιν, αλλά παρέλαβον αναμφιβόλως αυτά παρά των συντοπιτών των Ελλήνων Ζαγορισίων ή παρ’ άλλων κατά τα μάκρυνα εμπορικά ταξίδια των, όπως τα ήκουον αδόμενα. Εκ τούτου προκύπτει η εν Ηπείρω ύπαρξις ασμάτων γεννηθέντων και ανηκόντων εις άλλα μέρη, έκτος των εις τον μυθολογικόν κύκλον αναγομένων, άτινα είναι κοινά απανταχού.

Έκτος των ασμάτων και έθιμα πολλά παρέλαβον παρά των Ελλήνων οι Βλάχοι του Ζαγορίου εν τε τω γάμω και ταις άλλαις του ιδιωτικού και κοινωνικού βίου αυτών περιστάσεσι, πλην ολίγων τινών, εν οις διαφαίνονται ακόμη τα του Σλαβισμού λείψανα, και τα οποία εισεχώρησαν κατά τι και μεταξύ των Ελληνικών κοινοτήτων, εις τας οποίας ου μόνον εκ των μονίμων τούτων Βλάχων, αλλά και εκ των νομάδων Αρβανιτοβλάχων παρέμειναν τινα έθιμα, ιδία δε η τέλεσις μνημοσυνών υπέρ της ψυχής των τεθνεώτων τη εορτή του Αγίου Λουκά (18 Οκτωβρίου), όταν συνήθως η νομαδική αυτή φυλή μεταναστεύει εις τα χειμαδιά, και η διανομή τυρού προσφάτου και οπτού κρέατος αντί κολύβων το Σάββατον της Πεντηκοστής, όπερ Σάββατον τ’ Αρσαλιού (Rosalia) αποκαλούσι. Διότι πανταχού του Ζαγορίου πιστεύεται, ότι κατά πάσαν Μεγάλην Πέμπτην αι ψυχαί των τεθνεώτων εξέρχονται εκ του τόπου της διαμονής αυτών εν τω Άδη και περιέρχονται μέχρι του Σαββάτου τούτου επισκεπτόμεναι όσα μέρη της γης συν τω σώματι είδον, ότε πάλιν επανέρχονται εις την αιώνιον κατοικίαν αυτών. Εκ τούτου δε προέκυψε και το έξης δίστιχον μοιρολόγιον:

Μεγάλη Πέφτη έρχεται πέντε φορές το χρόνο,

κι αυτό το έρμο τ’ Αρσαλιού καμιά φορά μην έρθει.

Η δοξασία αύτη είναι λείψανον των Ρωμαίων, οίτινες επίστευον ότι αι ψυχαί των τεθνεώτων τρις του έτους ανήρχοντο εκ του Άδου. Περιεσώθη δε παρά τοις Αρβανιτοβλάχοις ή Καραγκούνοις, όπως περιεσώθησαν και τόσα άλλα, ως είδομεν, τοιαύτα ρωμαϊκά έθιμα εν τω βίω των. Και πως περιεσώθησαν θέλομεν ίδει αργότερα.

Αφ’ ότου απεσπάσθησαν από της μετά των Μαλακασιωτών συμμαχίας των και προσήλθον πάλιν εις την διοίκησιν του Ζαγορίου οι Βλάχοι ούτοι, συνήνωσαν μετά των Ζαγοριτών και τα ιστορικά ανδραγαθήματα ή δεινοπαθήματα αυτών κατά ή υπό των έχθρων των, μέχρις έσχατων, ότε μαζί πάλιν υπέστησαν και υφίστανται εισέτι τας των ληστρικών συμμοριών επιδρομάς, αίτινες εντελώς σχεδόν ήδη έχουν ερημώσει το υπερήφανον άλλοτε και ευφορώτατον και ωραιότατον και πλουσιώτατον Ζαγόρι της δύστυχους Ηπείρου, χάρις εις των κυβερνώντων την ακηδίαν και κακοήθειαν.

Μόνον δ’ ευχής έργον είναι, ότι διά της εκπαιδεύσεως, του εμπορίου και εν γένει παντός μετά των Ελλήνων μακροχρονίου ήδη συγχρωτισμού ήρχισε βαθμιαίως εκλείπον και το Βλαχικόν αυτού στοιχείον, αρξαμένης της αποσκορακίσεως από των κυριωτέρων, από της γλώσσης και των εθίμων. Μετά τούτου δε συν το χρόνο θέλουσιν εξαφανισθεί και τα επαχθή εκείνα Σλαβικά λείψανα, περιβαλλόμενου ούτω διά της αγνότατης ελληνικής περιβολής του ζωηρότατου εθνικού φρονήματος, όπερ εν ταις καρδίαις αυτών τρέφουσιν άσβεστον υπέρ της μητρός των Ελλάδος και οι Βλάχοι του Ζαγορίου.


πηγή: iliochori.wordpress.com

Κώστας Κρυστάλλης
Απόσπασμα από το λαογραφικό έργο «Οι Βλάχοι της Πίνδου»
που δημοσιεύτηκε σε συνέχειες στο περιοδικό "Εβδομάς" το 1892.

8