Βλαχοχώρια

Αρβαντόβλαχοι, Φωτ. Fred Boissonnas

Η βλαχική αυτή φυλή κατέχει κυρίως την κατά την Κωλώνιαν ή Μουζακιάν (Ιλλυρίαν) χώραν της Νέας ή Ανω Ηπείρου. Η μεν Κωλώνια1 προς δυσμάς παρά τα Μακεδονικά σύνορα κειμένη ως ορεινή και άγρια παράγει κατοίκους πελωρίους το ανάστημα, βροντοφώνους και αγριωτάτους, ενώ η Μουζακιά2 προς το Βεράτιον εκτεινομένη ως ευφορωτάτη και περικαλλής χώρα παράγει γλυκυτέρους ανθρώπους, βραχυτέρους το ανάστημα και πολυλόγους, περιφήμους δε ιπποδαμαστάς, διότι η χώρα των τρέφει πλήθος ίππων, θαυμαστών καθ' όλην την Ήπειρον, Μακεδονίαν και Αλβανίαν δια το βραχύτατον σώμα και την θαυμασίαν ταχύτητά των.
Εν Μουζακιά, έν η περιήλθε και εδίδαξεν, απέθανε δε και ετάφη ο ισαπόστολος Κοσμάς προ αιώνος ήδη περίπου, η χριστιανική θρησκεία έμεινεν ως επί το πλείστον ανέπαφος. Αλλ' εν τη απροσίτω Κωλώνια, οι Τούρκοι υπερίσχησαν και επέβαλον απανταχού το θρήσκευμα του προφήτου των. Ώστε οι εν Κωλώνια Καραγκούνοι είναι σήμερον πάντες σχεδόν Οθωμανοί.

Εκτός της χώρας ταύτης, την Βλαχικήν αυτήν φυλήν ευρίσκομεν και εν Ζαογορίω της Ηπείρου, κατά το θέρος, οπόθεν τον χειμώνα καταβαίνει εις τα περί τους Αγίους Σαράντα και την Σαγιάδαν χειμαδιά. Επόσης ευρίσκομεν αυτήν και περί τον Όλυμπον εν μικρώ αριθμώ εν τη χώρα της Καρδίτσης3 και των Φαρσάλων εις μέγα πλήθος, επί της Όρθρυος, επί του Παρνασού και εν Ακαρνανία4.
Απανταχού ονομάζονται υπό των Ελλήνων Αρβανιτόβλαχοι, διότι ανέκαθεν ευρέθηκαν καθ' όλα μεμιγμένοι μετά των Αλβανών. Το δε έτερον επώνυμον αυτών Καταγκούνηδες ή Καραγκούνοι εάν με θεωρηθή σύνθετον εκ του Κάρες5 - Ούνοι, είναι βεβαίως και αυτό Ελληνικόν. Εάν όμως είναι, ως άλλοι λέγουσι6, σύνθετον εκ του επιθέτου Καρά (τουρ.= μαύρον) και γκούν (αλβ.= ένδυμα, σιγκούνα), τότε το επώνυμον των είναι αλβανικόν αποδοθέν βεβαίως αυτοίς υπό των Αλβανών μετά την έλευσιν των Τούρκων εν Ηπέιρω και εν Αλβανία, αφού η λέξις Καρά είναι Τουρκική μόνον. Προ της επιδρομής των Τούρκων εις την ελληνικήν χερσόνησον και ολίγον μετά τούτο καιρόν οι Βυζαντινοί συγγραφείς αναφέρουσι γενικώς ως επί το πλείστον τους Βλάχους της Ηπείρου και Θεσσαλίας υπό το όνομα «Αλβανοί».
Εις την εκ της Αλβανικής ετυμολογίαν του ονόματος Καραγκούνοι συμφωνεί και ο Leake λέγων, ότι εκλήθησαν ούτω «προς διαστολήν των άλλων Βλάχων, λευκόν φορούντων ένδυμα» καίτοι είδεν ιδίοις όμμασιν ο Άγγλος περιηγητής, ότι εκ των περί την Σαμμαρίνην, περί το Μέτσοβον και περί το Συρράκον μόνον οι προβατοκτήμονες φέρυσι λευκόν ένδυμα, οι δέ λοιποί κατάμαυρον.
Κυρίως, νομίζω, η oνομασία των Καραγκούνων απεδόθη υπό των Αλβανών συμβίων των, διότι οι Αλβανοί φέρουσι λευκά ενδύματα, πρός διάκρισιν αυτών από των Βλάχων.
Μεταξύ των δε οι Καραγκούνοι καλούνται Ρωμάνοι (Romains) οι δ' εν Θεσσαλία Φαρσαλιώται (Farcharoti).
Το κρανίον και η λοιπή φυσιογνωμία αυτών είναι αλβανικωτάτη· έχουσι μαύρους ωραίους οφθαλμούς, μακράν κόμην, ευρύ μέτωπον, δασείας οφρύς, μύστακας αριμανείως ανεστραμμένους και γένειον εντελώς ξυρισμένον πάντοτε, ως επί πλείστον. Το δε χρώμα του προσώπου των κλίνει ολίγον πρός το μέλαν, μεμιγμένον με την πορφύραν της ευρωστίας και της ζωηρότητος. Ουδεμία όθεν συμφωνία υφίσταται μεταξύ τούτων - οίτινες είναι βαρβαρότεροι και αγριώτεροι των λοιπών Βλάχων καθ' όλα - και των περί τον Δούναβιν, ων πιστήν εικόνα απαντώμεν εν τοις στίχοις του La Fontaine7, όστις παρέλαβε επίσης την εικόνα εκ του Μάρκου Αυρηλίου, ως ομολογεί.
Ωραιόταται είναι αι γυναίκες αυτών, αίτινες έχουσι γλυκυτάτους μαύρους οφθαλμούς, μελαχροινήν επίσης χροιάν, και θελκτικόν μειδίαμα επί τα λεπτά χείλη των, αμαζόνειον δε ανάστημα και βάδισμα και λυγερόν σώμα.
Φορούσιν οι μεν άνδρες σιγούνια μάλλινα πάντα λευκά εκτός του επενδύτου των, όστις είναι, ως προείπομεν, μαύρος και επί της κεφαλής σκούφον λευκόν μάλλινον επίσης, ον οι γηραιότεροι περιτυλίσσουσι δια μελανού η βαθυκυάνου μανδηλίου (σερβέτας η πόσσι κατ' αυτούς). Ενίοτε όμως αποβάλλουσι τον σκούφον και περιδένουσι δια του μανδηλίου μόνον την κεφαλήν. Τοιούτον κεφαλόδεσμον έχουσι και οι Αλβανοί· αι δε γυναίκες των πολυποίκιλας υψηλάς περικνημίδες, ας επιμελέστατα κατασκευάζουσι μόναι των, φούσταν ή τσιπούνι μέλαν βραχύ από των γονάτων μέχρι της κοιλίας (ουχί της οσφύος), φθάνον περικέντητον και πολύπτυχον, δίκην φουστανέλας, από της κοιλίας μέχρι της οσφύος, πλατείαν ζώνην μέλαιναν και επί του λοιπού σώματος των κοντόν (scurtu) μαύρον, τας ημιανοικτάς χειρίδας του όποιου οτέ μεν φορούσιν, οτέ δε ρίπτουσιν επί των νώτων όπισθεν ως τα παλληκάρια, εις δύο δε μέρη, καρφωμένον έμπροσθεν - υπό τον λαιμόν και επί της οσφύος, ώστε αφήνει ελεύθερα να προβάλλωσι τα ογκώδη των στήθη, κρυμμένα όμως υπό τον παχύν εκ λινού κατάλευκον χιτώνα των. Επί δε της κεφαλής φορούσι σκούφον μαύρον περιδεμένον υπερηφάνως δια μελανού μανδηλίου ή - αι γηραιότεραι μάλιστα - υψηλόν πίλον εκ βαθυκυάνου εριούχου, δίκην περσικής τιάρας, ον καλούσι balso. εν γένει λοιπόν η ενδυμασία των είναι μαύρη. Αυταί υφαίνουσιν εκ των μαλλίων των προβάτων των και τας εαυτών και τας των ανδρών των ενδυμασίας και βάφουσιν αυτάς ποικίλως. Αγαπώσι μάλιστα να στολίζωσι δια πυκνών κεντημάτων (ξόμπλια) και να φορτώνωσι δια βαρείων αργυρών και χρυσών κοσμημάτων (αρμάτα) τα ενδύματά των. «Πρέπει δε να ιδή τις αυτάς, ομολογεί και ο Pouqueville, επιστρεφούσας από τον ποταμόν, εν ω έπλυναν, με το δέμα των ενδυμάτων αυτών επί των νώτων των και επ' αυτού τον λέβητα, ένθα κατασκευάζουσι την αλισίβα, η ερχομένας από την βρύσιν με το σώμα των κύπτον υπό τον όγκον του πλήρους ύδατος βαρελιού, όπερ είναι φορτωμέναι και - ινα μη χάσωσι καιρόν - νηθούσας την ηλακάτην ή πλεκούσας τας περικνημίδας των.
Η γλώσσα αυτών είναι εν Ηπείρω βαρβαρωτάτη, δύναται τις είπειν· είναι κράμα τι ανώμαλον Αλβανικής και Βλαχικής. Ενώ εν Ακαρνανία και Θεσσαλία εξέμαθον κάλλιστα την Ελληνικήν. εις την κυρίως γλώσσαν των, την Αλβανοβλαχικήν, διατηρούσιν ηχώ τινα Κελτικήν ή Γαλατικήν, έρρινον ούτως ειπείν. Π. χ. τον άρτον δεν προφέρουσι, ως οι άλλοι Βλάχοι, pâne ή ως οι Ιταλοί pane, αλλά pain καθαρώς και ωσεί το ain ήτο en έρρινον, ούτω και τον κύνα cain (Βλαχ. câne, Ιτ. cane) την χείρα main (Βλαχ. mânâ, Ιτ. mano) κ.τ.τ. και το φυλετικόν επίσης όνομα των Romain (Βλαχ. Romanu. Ιταλ. Ronano, Λατ. Romanus). Την θάλασσαν λέγουσιν guessa, ήτις Βλαχιστί σημαίνει το αλμυρόν. Αι Βλαχικαί λέξεις των είναι αι περισσότεραι όμοιαι η συγγενείς των Λατινικών, ελάχισται δε Βουλγαρικαί και Σλαυικαί, αι δε λοιπαί πάσαι Αλβανικαί. Προ πάντων Αλβανικάς μεταχειρίζονται εις τα κτήνη των, ως π.χ. cal ο ίππος, guessa, barza, cotsina, carba, canuta, niagra, flora κ.τ.τ. όντα χρωματολογικά ονόματα προβάτων και αιγών, εις τας τοπωνυμίας, ως catuna, Kiafa, gropa, struga κτλ. Και ταύτας δε προφέρουσι με την αυτήν χαρακτηριστικήν έρρινον και συγκεκομμένην προφοράν των. Άδουσιν επίσης Αλβανιστί, ολίγιστα δε σώζονται παρ' αύτοίς Βλαχικά άσματα. Τρία τέσσαρα, τα οποία ήκουσα και εσημείωσα, αντιγράφω ενταύθα εκ μεταφράσεως κατά λέξιν, ως και μετά σημειώσεων γλωσσολογικών.

Έβγα, Ζόκα μου, στο Μάνο8
να ιδής το χωριό του Μαραμένου,
του Μαραμένου και του Δαλαπάσκα.
Πώ, πώ! Από κεί,
πόσοι έρχονται ντυμένοι στ' ασήμια,
με σταφίδες, με μπιρμπιλιά (στραγάλια),
με ρακί απ' τη Φραγκιά.
Τώρα, τώρα έρχονται οι συμπεθέροι
για να πάρουν τη Ζόκα νύμφη.
Έβγα, Ζόκα, απ' τα σκαμάγια (λανάρια)
απ' τες μπάσκες (τουλούπια) απ' τα μαλλία,
μωρ' τι εδάκρυσες μώρ' Ζόκα;
 - Δεν εδάκρυσα, καπετάνιο,
γιατί (αλλά) μόριξε νερό ο Στύλλος (Στυλιανός),
ρίξε Δήμο, επάνω στο Μάνο9
γιατί μου λερώνεται το πρόσωπο,
γιατί μου σκουριάζει η πλάκα (η ασημένια βεβ.).

Παρατηρούμεν ότι το άσμα τούτο περιέχει και έθιμα τινα γάμου.
Και το εξής:

- Πίσω από 'να δέντρο γέννησα μια κοπελίτσα.
- Πως, κόρη μ', τη γέννησες,
Και με ποια τη σκέπασες;
- Μάνα, μοναχή μου τη γέννησα,
και με τη γριά τη φάσκιωσα.
- Πες αδερφή, πες κόρη μου,
ποιος σε έπιασε απ' τη μέση;
- Η γριά μ' έπιασε άπ' τη μέση.

Και έτερον:

- Κόρη, μώρ' όμορφη,
έλα και σύρε για νερό.
- Το δρόμο αφησέ μου, λεβέντη,
γιατί με καρτερεί η μάνα.

Τοιαύτα είναι και τα Αλβανικά άσματα αυτών, ερωτικά, ποιμενικά, κλέφτικα και μοιρολόγια. Της ξενητειάς άσματα δεν έχουσι, διότι ουδαμού αυτοί μόνοι άνευ των οικογενειών των ξενητεύονται. Παρατηρούμεν όμως πάντοτε εις τα ανωτέρω Βλαχικά ασματά των, λέξεις ελληνικάς συχνάς και προφοράς ελληνικών στοιχείων εν Βλαχικαίς λέξεσι, όπερ σημαίνει ότι τα άσματά των αυτά επενοήθησαν μετά τας μετά των Ελλήνων σχέσεις των. Ιδίως δε κλεμμένας από τα Ελληνικά δεν δυνάμεθα να παραδεχθώμεν εις αυτά, όπερ θέλομεν απαντήσει εις τα άσματα των Σαμμαριναίων, διότι περιέχουσιν, ως είδομεν, έθιμα ανήκοντα αποκλειστικώς και χαρακτηριστικώς εις αυτούς και μόνον.
Ο Καραγκούνος ούτε εδιδάχθη ποτέ, ούτε κλίσιν έδειξε εις την γεωργίαν. Ανέκαθεν επεδόθη εις την ποιμενικήν ζωήν. Ομολογεί ως τέχνην ή επιστήμην δυσχερεστάτην την οδηγίαν των προβάτων και καυχάται ότι εξέχει εν αυτή. Πλαγιάζει εν υπαίθρω κατά πάσαν ώραν του έτους· κοιμάται άνευ σκέπης και κατά τον χειμώνα επί της χιόνος και υπό την βροχήν, έχει δε ως μόνην του υπεράσπισιν την μάλλινον κάπαν, την ομηρικήν. Κοιμώμενος μάλιστα τηρεί προσεκτικήν την ακοήν του προς τον κανονικόν ήχον των κωδώνων του ποιμνίου του, ώστε όταν εννοή εκ του ήχου, ότι το ποίμνιον απεμακρύνθη, βόσκον βεβαίως, εγείρεται και πηγαίνει να πλαγιάση παρ' αυτό πάλιν. Ούτω διέρχεται τας μακράς αυτάς χειμερινάς νύκτας. Σκληρά τω όντι ζωή αυτή δια τον άνθρωπον, αλλά δια τον Καραγκούνον πολύ αρεστή. Διότι εκτός των άλλων ειδυλλιακών ωρών αυτής, αναλογίζεται ούτος και το κέρδος, όπερ τω παρέχει η ζωή του. Είναι αυτή το μόνον επιτήδευμα του, έξ ου έχει επικαρπίαν κατ' έτος, τόσον ποσόν ερίου και γάλακτος, έξ ου κατασκευάζει το βούτυρον και τον τυρόν, και τόσα αρτιγενή ζώα.
Η ποιμενική ζωή, εις ήν βοηθούσιν ενίοτε και αι γυναίκες, καθιστά τους Καραγκούνους σκληροτάτους την τε ψυχήν και το σώμα. Δια τούτο η φυλή αυτή ανέκαθεν διακρίνεται επί γενναιότητι και τάσει εις τον πόλεμον και τας ληστείας. Επίσης εποίησεν αυτούς και νομάδας. Ούτως αναγκάζονται το μεν θέρος ν' ανέρχωνται τας υψηλοτάτας και δυσπρόσιτους κορυφάς των Ελληνικών ορέων, τον δε χειμώνα να κατέρχωνται εις τα χαμηλότερα χειμαδιά. Είναι δε οι Καραγκούνοι ο τύπος των νομαδικών λαών. Όταν πρόκειται ν' αναχωρήσωσι, τα εφόδιά των άπαντα και τα τρόφιμά των συσσωρεύονται εντός μεγάλων μάλλινων σάκκων, ους φορτώνουσιν επί των ζώων των. Διότι, ελησμονήσαμεν να είπωμεν, εκτός των προβάτων τρέφουσι και αίγας αρκετάς και ημιόνους και ίππους κατ' αγέλας, ας καλούσι αργιλέδες. Τα υποζύγια μεταχειρίζονται εις μετακόμισιν της αποικίας των και εις εμπόριον, πωλούντες αυτά. Είναι δε περίφημοι ιπποδαμασταί. Καθ' οδόν σταθμεύοντες εκτείνουν ευρείας σκηνάς εκ ταπήτων (τέντες), υφασμένας δια τριχών αιγών ως επί το πλείστον. Όταν τα ζώα δεν αρκούσι δια τα εφόδια των φορτώνονται μέρος αυτών επί των νώτων των αι γυναίκες, ενώ οι άνδρες ενίοτε και ιππεύουσιν. Η γυνή και έγκυος εάν τύχη, είναι αναγκασμένη να ακολουθήση την οδοιπορίαν πεζή· εάν δ' επέλθη η ώρα της, γεννά και καθ' οδόν. Είδομεν εν τω 3ω, ως ανωτέρω, άσματι πως γεννώσι τότε· στηρίζονται μόναι των, εάν βοσκός τις δεν παρευρεθή, επί φράκτου η θάμνου η κορμού δένδρου και τίκτουσιν. Εκτελούσιν έπειτα μόναι των το έργον της μαίας, και περιτυλίσσουσαι το βρέφος εις έτοιμα μάλλινα ράκη εξακολουθούσι το ταξείδιον. Ούτε λεχώ ούτε δωμάτια ιδιαίτερα και φαγητά δια την λεχώ του Καραγκούνου. Φθάνοντες εις το μέρος, όπου μέλλουσι να διέλθωσι το θέρος ή τον χειμώνα, πηγνύουσι καλύβας εκ φύλλων δένδρων, ας καίουσιν, όταν αναχωρούσιν εκείθεν. Αι καλύβαι των, ως παρετήρησα μόλις καταλαμβάνουσι πόδας τινάς γής, σύγκεινται εκ δύο κυρίως διαμερισμάτων, του ενός ανοικτού χρησιμεύοντας εις διανυκτέρευσιν των ποιμνίων και του ετέρου εστεγασμένου δια τέντας και χρησιμεύοντος εις τους ανθρώπους. Εντός τούτων συναθροίζουσι τον αργαλειόν, ενώ υφαίνουσιν αι γυναίκες των τας ενδυμασίας και τα λοιπά του βίου των έπιπλα και εφόδια, εντός αυτών επίσης και τα πρός κατασκευήν του τύρου και βουτύρου εργαλεία και δοχεία των.
Ως πρός τον ποιμενικόν και νομαδικόν βίον και την εκ του μελανού ενδύματος ονομασίαν των, οι Καραγκούνοι ομοιάζουσι πρός τους Μελάγχλαινας (μέλαινα - χλαίνα), φυλήν Δακικήν, οικούσαν εν Τρανσυλβανία, φέρουσαν μελανά ενδύματα, έξ ου και η ονομασία αυτής, και έχουσιν έθιμα Σκυθικά10.
Οι Καραγκούνοι διάγουσι τον αρχαίον πατριαρχικόν βίον. Ενούνται κατ' αθροίσματα εκ 50-100 οικογενειών, έκαστον των οποίων είναι ανεξάρτητον των άλλων - μετά των ποιμνίων των - και σχηματίζουσι την ομάδα την λεγομένην Ελληνιστί μεν στάνην, παρ' αυτών δε Câliji (καλύβια). Η στάνη αυτή είναι χωρίον, άλλα χωρίον μεταβάλλον θέσιν· εις την στάνην των δίδουσι και όνομα, το όνομα του αρχηγού, του πατριάρχου αυτών. Ουτω λέγουσι τα καλύβια ή στάνη του Μπάρδα, του Τσιγγέλη, του Τσουμάνη, του Μίχα κλπ. Ο αρχηγός των λέγεται Ελληνιστί σκουτέρης.
Ο αρχηγός των δεν εκλέγεται ημέραν παρ' ημέραν ή έτος παρ' έτος· η δύναμις του, ην εξασκεί επί της στάνης,είναι ανέκαθεν κληρονομική, η δε αυθεντία αυτή, καθιερωμένη υπό της παραδόσεως, είναι σεβαστή παρ' όλων. Ο τσέλιγγας είναι πάντοτε ο πλουσιώτερος και νουνεχέστερος των ποιμένων ους διευθύνει, ενίοτε μάλιστα ανήκει εις αυτόν το ήμισυ των ποιμνίων. Καίτοι δε περιβάλλεται υπό προσωπείου όλως ειρηνικού, διατείνεται όμως ότι κατέχει την εξουσίαν του εκ των πολεμικών προγόνων του, οίτινες την απέκτησαν με το σπαθί. Εις αυτόν αναφέρονται δι' όλας τας διαφοράς των οι ποιμένες της στάνης, εμπιστευόμενοι αυτώ τα συμφέροντά των. Εάν κακούργοι, άνθρωποι επίφοβοι τοις ποιμέσιν, εμφανισθώσιν εις τα πέριξ, αυτός οφείλει να τους συνδιαλλάξη. Επί τη προσεγγίσει του έαρος αυτός μεταβαίνει να συμφωνήση με τους κατοίκους των ορέων τας θερινάς βοσκάς, ως επίσης και κατά το φθινόπωρον τα χειμαδιά. Επίσης ορίζει την ημέραν της αναχωρήσεως των από ενός τόπου εις άλλον. Η καλύβη του είναι το σημείον της συγκεντρώσεως της στάνης. Πληρώνουσιν εις αυτόν ποσόν τι χρηματικόν κατ' έτος δια την διεύθυνσίν του. Εάν εξοδεύση δια το κοινόν, συναθροίζει τους γεροντοτέρους και δίδει αυτοίς λογαριασμόν. Ο φόρος διανέμεται υπ' αυτού αναλόγως εφ' εκάστης οικογενείας. «Η διαρκής και αδιαφιλονείκητος αυτή εξουσία ενός μόνου άνθρώπου από του χρόνου των πατριαρχών είναι αναγκαία εις την νομαδικήν ζωήν, λέγει ο Heuzey11 αυτός μόνος αποτελεί τον σύνδεσμον των περιπλανωμένων τούτων οικογενειών». Επίσης ως εις πάσας τας κοινωνικάς της στάνης υποθέσεις, επεμβαίνει και εις τους γάμους ο αρχηγός ούτος. Άνευ της συγκαταθέσεως αυτού περί των συζευγνυομένων υποκειμένων γάμος δεν γίνεται.
Και ο γάμος των Καραγκούνηδων είναι πολύ περίεργος. «Είναι πολύ διάφορος των Ελληνικών γάμων, σημειοί ο Heuzey, προδίδει την ξένην καταγωγήν και την όλως Λατινικήν ανατροφήν του λαού τούτου». Ουδέποτε δίδουσι κόρην των εις αλλόφυλον, ενώ αυτοί λαμβάνουσιν, εν Ακαρνανία και Φθιώτιδι, τοιαύταις, ούτε χείρα μάλιστα τείνει η βλαχοπούλα των εις ξένον. Υπανδρεύων δε την θυγατέρα του ο Καραγκούνος δεν δίδει εις αυτήν προίκα, ειμή την ενδυμασίαν της. Απεναντίας μάλιστα λαμβάνει παρά του γαμβρού τοιαύτην εις χρήματα. Δια τούτο αι περί γάμου προτάσεις δεν γίνονται εκ μέρους της κόρης, άλλα εκ μέρους του νεανίου. Όταν δηλαδή νεανίας τις θέλη να νυμφευθή, μεταβαίνει ο ίδιος προς τον πατέρα της κόρης, ην ζητεί. Δεκτής δε γενομένης της προτάσεώς του, σύρει αμέσως το βαλάντιον και θέτει χρυσά τινα νομίσματα εις την χείρα του μέλλοντος πενθερού του· οφείλει δε να ανανεώση το αυτό δώρον και κατά την ημέραν του γάμου, όταν θα μεταβή να παραλάβη την νύμφην. Ούτω τελείται ο αρραβών (issossire βλαχ. δηλ. ελλην. σιάσιμον, σύμβασις). Δια του τρόπου αυτού αγοράζει, ούτως ειπείν, ούτος την σύζυγόν του. Η συνήθεια αυτή υπενθυμίζει τον δι' ωνής γάμον των Ρωμαίων», επιλέγει ο Heuzey.Προσθέτει δε: «Παρά τοις σκληροίς του τοις ποιμέσι, καθώς και εν τη αρχαία Ρώμη ο γάμος είναι αγοραπωλησία· η γυνή είναι αντικείμενον ωφελείας, ην πληρώνουσι τοις μετρητοίς, πρέπει μάλιστα να δίδωσιν αρραβώνας (δακτυλίους), δια να ασφαλίση έκαστος το δικαίωμά του επ' αυτής, ως πρώτου κατακτητού». Μα παρ' αρχαίοις Έλλησι δεν συνηθίζοντο τα προπληρωμένα υπό των γαμβρών έδνα;
Καί τί μοι ἐδνον ἄγεις γάμου ἄξιον, ἤν ἐπινεύσω; λέγει η παρθένος του Θεόκριτου12 προς τον εις γάμον ζητούντα αυτήν βουκολίσκον Δάφνιν.
Προείπομεν, ότι εις γάμον επεμβαίνει και η θέλησις του τσέλιγκα της στάνης. Φθάνει επί τέλους η ημέρα της τελετής. Ειδοποιείται περί τούτου η στάνη οκτώ ημέρας πρίν.
Αι νεάνιδες συναθροίζονται πάσαι και φέρουσι εκ του δάσους ξύλα δια τας οικίας των μελλονύμφων. Φέρουσι δε μεθ' εαυτών και κλάδον μακρόν με πέντε μικρούς κλώνους εις την άκραν του. Επί του μεσαίου των οποίων προσηλούσι μήλον, επί δε των τεσσάρων άλλων τεμάχια ερυθρού μαλλιού. Επιστρέφουσαι κρατούσαι τον κλάδον τούτον δίκην σημαίας υψηλά και πηγνύουσιν αυτόν επί της γαμηλίου στέγης, φωνάζουσι πλήρεις χαράς άπασαι: Τρόε13 φλάμπουρα14 τρόε κουκκέλα!»
Ο γάμος άρχεται πάντοτε την Κυριακήν κατα το χριστιανικόν έθιμον. Αι νεάνιδες συναθροίζονται εκ νέου από πρωίας και πηγαίνουσι να παρασταθώσι, ενδεδυμέναι με τα λαμπρότερα ενδύματα και κοσμήματα των, εις τον στολισμόν του γαμβρού. Ενόσω τον γυρίζουν αυταί χορεύουσι πέριξ αυτού και άδουσι Βλαχιστί δίστιχα, εν οις και το εξής:

Sum ’nâ saltse, si lioirâ
Si o arêki sum soárâ.
δηλαδή, (εύρε την κόρην ο γαμβρός)
Υπό μιαν ιτέαν και ελαφράν
την ήρπαξεν υπό την μασχάλην του.

Το δίστιχο τούτο φαίνεται λείψανον της εποχής του δι' αρπαγής γάμου. Ενδυόμενος ο νυμφίος μεταβαίνει έφιππος πρός την οικίαν της νύμφης. 'Ολοι οι Βλάχοι της στάνης ακολουθούσιν αυτόν, έφιπποι επίσης. Προπομπός τις τρέχει εις την θύραν της οικίας πρό των άλλων, όπου λαμβάνει κολλούραν τινά, ην ανυψοί υπέρ την κεφαλήν αυτού. Σπεύδουσι δε πάντες οι του γαμβρού τις πρώτος ν' αρπάση την κολλούραν. Ταύτο δε γίνεται και κατά την επιστροφήν εις την οικίαν του γαμβρού. Παραλαμβάνουσι την νύμφην έφιππον και επιστρέφουσι. Πρό της θύρας της οικίας του γαμβρού, εκτός της κολλούρας, συμβαίνει και έτερον τι πολύ περίεργον έθιμον. Εις την στιγμήν, καθ' ην η νύμφη αφιππεύσασα μέλλει να διέλθη τον ουδόν της θύρας, τη παρουσιάζουσι βούτυρον ή ενίοτε και μέλι και δι' αυτών χρίει την θύραν, δεικνύουσα ούτως ότι η έλευσίς της συνεπιφέρει εις την οικίαν γλυκύτητα και ευδαιμονίαν15.
Παρατηρούμεν, ότι πάντα ταύτα εγένοντο και η νύμφη, εισήλθεν εν τη οικία του γαμβρού πρό της ευλογίας του ιερέως. Παρά τοις Καραγκούνοις κατόπιν τελείται ο Χριστιανικός γάμος. Την πρώτην νύκτα η νύμφη οφείλει να διέλθη υπό την στέγην του γαμβρού άνευ της θρησκευτικής καθιερώσεως. Ορθία εν τινι γωνία Ασπάζεται ευσεβάστως τας χείρας των προσκεκλημένων. Ο ιερεύς προσκαλείται την επαύριον. Τότε άρχεται ο Χριστιανικός γάμος με τα αρμόδια άσματα και τους χορούς, οίτινες τον συνοδεύουσιν. Η εορτή του γάμου επιτείνεται μέχρι της Τετάρτης. Η γυνή κατά τους πρώτους μετά τον γάμον χρόνους ζή μετά του συζύγου αυτής κατά παράδοξον τινα τρόπον. Πριν η γεννήση δηλ. το πρώτον τέκνον, ουδέποτε απευθύνει κατ' ευθείαν λόγον πρός τον σύζυγόν της· δεν δύναται να συνομιλήση μετ' αυτού, ειμή όταν επίκειται η ανάγκη της μή παραλείψεως των συμφερόντων των. Ζή εν τη οικία ως άφωνος αιχμάλωτος. Μόνον ο τίτλος της μητρός επελθών, την ανεγείρει εκ της ταπεινότητός της ταύτης και της σιωπής.
Περίεργον επίσης έθιμον παρατηρείται εις τους Καραγκούνους της Θεσσαλίας. Είναι αγών ιππηλασίας συγκροτούμενος εν Φαρσάλοις την τρίτην ημέραν της εκεί κατά το Δεκαπενταύγουστον πανηγύρεως. Εις το ανοικτόν πεδίον απολύονται ίπποι αδάμαστοι εισέτι και εκλέγονται άλλοι τόσοι ιπποδαμασταί Καραγκούνοι, οίτινες τρέχουσι κατόπιν των ίππων. Οι ίπποι δεν φέρουσιν ούτε σάγματα ούτε πέταλα ακόμη. Οι αγωνισταί οφείλουσι να τους συλλάβωσι και να αναβώσι επ' αυτών· όστις δε πρώτος κατορθώση να οδηγήση έφιππος τον ούτως αχαλίνωτον ίππον, εις το μέρος όπου γέρων πολιός αναμένει με στέφανον ελαίας εν χερσί, στεφανούται και επισπά τον έπαινον και τον θαυμασμόν του πλήθους μετά της αμοιβής κερματίων τινών. Πως κατορθούσι να συλλάβωσι και να ιππεύσωσι τους ίππους αυτούς είναι ιδική των τέχνη. Αλλ' είναι και η μόνη τέχνη, εν η νηπιόθεν επιδίδονται και υπερτερούσιν. Η δε τέχνη αύτη δεν είναι αρά γε αυτή η των Αρχαίων Κενταύρων;
Έν Θεσσαλία οι Καραγκούνοι προσέλαβον και τα θρησκευτικά έθιμα των Ελλήνων. Ο κ. X. Χρηστοβασίλης εν τω Αττικώ ημερολογίω του κ. Ειρην. Ασωπίου (1889, σελ. 167), παρατίθησιν Αξιόλογα τοιαύτα έθιμα υπό τον τίτλον «Αι ψάλτριαι της Μεγάλης Τεσσαρακοστής». Εν Καραγκουνιά, λέγει, η Μεγ. Τεσσαρακοστή εχει τας ψαλτρίας της και τα άσματά της. Αι μεν ψάλτριαι μετά θρησκευτικής ευλαβείας τηρούσι τους νηστευτικούς αυτής κανόνας, δηλ. απόλυτον αποχήν παντός μη νηστευσίμου βρώματος μέχρι του αθωοτάτου ελαίου, όπερ μόνον τα Σαββατοκύριακα είναι καταλύσιμον· αλλά τα άσματά της ουδεμίαν σχέσιν έχουσι πρός αυτήν, και μόνον κατ' έθιμον ψάλλονται κατά την εποχήν αυτής και δή από της Καθαροδευτέρας μέχρι της ημέρας του Λαζάρου. Αι ψάλτριαι αύται, μικρά αθώα κοράσια, συναθροίζονται καθ' ομίλους ανά 5, 10 και 15 - τας ημέρας εκείνας καθ' εκάστην - εις τας ερημίας, όπου βόσκουσι τα μικρά ποίμνιά των, και καταλαμβάνουσαι τας προς το χωρίον των οδούς, συλλαμβάνουσι τους τε εξερχομένους και εισερχομένους διαβάτας και άδουσαι αυτά ζητούσι κερμάτια τινα προς αμοιβήν. Ουδείς δε διαφεύγει αυτάς. Είτε εκ φιλοτιμίας, είτε εξ ελέου, είτε και δια να τας ξεφορτωθή έκαστος δίδει την αμοιβήν του εις τας πτωχάς ψαλτρίας. Εκάστη δε τούτων συναθροίζει εντός πηλίνου αγγείου (κουμπαρά) όσα τοιαύτα κερμάτια κατορθώση ψάλλουσα να αποκτήση καθ' όλην την παιδικήν της ηλικίαν, και όταν γίνη πλεον νεάνις και τα αθώα αυτά άσματά της μετατροπώσιν εις άσματα της καρδίας της, εις άσματα ερωτικά, τότε θραύει τον προσφιλή κουμπαράν και δια του περιεχομένου ποσού αγοράζει μεταξωτά και μάλλινα νήματα, δι' ων αρχίζει να κεντά υποκάμισον, το οποίον λέγεται μεν νυμφικόν, αλλά είναι επιτετραμμένον να φορέση την ημέραν του γάμου της! Ακολούθως ο κ. Χρηστοβασίλης δημοσιεύει 14 τοιαύτα άσματα αξιόλογα και ωραία αναφερόμενα εις ανύπαντρον, αρραβωνιασμένον (συβασμένον), παντρεμένον αφέντην του χωριού, δάσκαλον, ξενητεμένον, νοικοκύρην και νοικοκυράν και υιούς τούτων, εκ των οποίων αντιγράφομεν ενταύθα το πρώτον και ωραιότερον, το εις ανύπαντρον, κατ' άντίθεσιν των 4 εκείνων Βλαχικών, άτινα, ως είδομεν, άδουσι οι Καραγκούνοι της Ηπείρου. Διότι η διαφορά μεταξύ τούτων και εκείνων συνιστάται εις τε την γλώσσαν και εις το πνεύμα, την ιδιοφυίαν, εκεί μεν Αλβανοβλαχικήν, εδώ δε Ελληνικήν αγνοτάτην. Αναφέρει μάλιστα ο κ. Χρηστοβασίλης, ότι και «η μελφδία των ασμάτων τούτων είναι λίαν πρωτότυπος και ίσως - ίσως αρχαιοτάτη, πάντη ξένη της των άλλων θεσσαλικών ασμάτων, και πως παρεμφερής προς την των Ηπειρωτικών του Λαζάρου, αρκετά νόστιμον, αλλ' άνευ γυρισμάτων και αθώα, ως είναι αι άκακοι μικραί ψάλτριαι». Ιδού το άσμα:

Παλληκαράτσι νέμορφο16, με το στρυφτό μουστάκι
σέρνει το φέσι του στραβά και τον τσιαμπά κλωσμένο
τριγύρω - γύρω έφερνε, τριγύρω - γύρω φέρνει,
βασιλικόν εμάζωνε, βασιλικόν μαζώνει.
Χωριά πααίν' η μάνα του, χωριά την άδερφή του,
χωριά την εξαδέρφη, την ηλιογεννημένη.
Ήλιος γεννιόταν το ταχιά και το μεσημέρι.
Ήλιε μ' μήγ' κρούης το ταχιά, να κρούης το μεσημέρι,
να ζεσταθούν τα νύχια μου, ν' απλώσουν τα φτερά μου.

Το δε περίεργον είναι, ότι αι ψάλτριαι μας αναγκάζονται να ξανατραγουδήσουν τον μη έχοντα ή τον μη θέλοντα να δώση αυταίς αμοιβήν τινα. Το ξετραγούδημα των έχει ως εξής:

Αφέντη μου, στη τάβλα σου γεμάτο καλιακούδια
τα μισά γεννούν, τα μισά κλωσσούν, τα μισά σοί βγάν' τα μάτια
και τάλλα τα λιγότερα σοί κουτσουλάν τα μ' στάκια.

Οι Καραγκούνοι της ξενητειάς άσματα δεν έχουσι, διότι ούτε έξενητεύθησαν, ούτε είναι δυνατόν να ξενητευθώσι ποτέ μακράν των οικογενειών των όπως ζώσιν. Επίσης στερούνται όλον τον φιλοπόλεμον χαρακτήρα των, να εγκαταλείψωσι τα απειράριθμα ποίμνια των και να δράξωσι κατά του κοινού εχθρού τα όπλα εν καιρώ μάλιστα, καθ' ον είχεν αναστατωθή ολόκληρος η χώρα, ης μέρη κατοικούσιν. Αυτοί ενέμοντο τότε τας ευφόρους πεδιάδας, όταν οι Έλληνες προς υπεράσπισιν της τιμής των και αναστήλωσιν της Ελευθερίας κατέφυγον, τα όπλα μόνον μεθ' εαυτών φέροντες, εις τα όρη! Δια τούτο τραγούδια της ξενητειάς και της δόξης μεταχειρίζονται τα των Αλβανών ή των Ελλήνων κατά τας επικοινωνίας αυτών μετά τούτων ή εκείνων.
Καραγκούνοι όμως ποιμένες συνώκισαν την περίφημον εκείνην της Ηπείρου Βοσκόπολιν η Μοσχόπολιν, την κατά τα Μακεδονικά όρια κειμένην. «Η πόλις αυτή, λέγει ο Π. Αραβαντινός17 κατά το 1770 έχαιρε φήμην και υπόληψιν πληρεστάτην δια τον πλούτον και τον εξευγενισμόν των κατοίκων της, οικουμένη εκ πεντήκοντα περίπου χιλιάδων ψυχών, έχουσα σχολείον αξιόλογον18, τυπογραφίαν, εμπόριον μεγίστης αναλώσεως και σχέσεις μετά πολλών της Ευρώπης αγορών, και πολλούς τεχνίτας κλειδοποιούς, οπλοποιούς, μαχαιροποιούς και λοιπούς, ιδρύσασα εσχάτως και εργοστάσια ταπήτων. Αλλ' οι Τουρκαλβανοί της Πρενμετής, Κωλώνιας και Μουζακιάς φθονήσαντες την πρόοδον της επετέθησαν ληστρικώς κατ' αυτής επί δέκα ολόκληρα έτη (1770 - 1780), καθ' α έμεινεν ωσεί πολιορκημένη νυχθημερόν ύπ' αυτών. Εως ότου επί τέλους οι κατοικοί της ηναγκάσθησαν να μεταναστεύσωσιν αλλαχού της Ηπείρου και Μακεδονίας και να εναπολειφθώσι σήμερον επί των αλγεινών ερειπίων της μόλις 1000 άνθρωποι μικρέμποροι και ποιμένες Καραγκούνοι, οίτινες απανταχού σεμνυνόμενοι ομολογούσιν, ότι είναι εκ της μεγάλης πατρίδος του Βαρώνου, ως λέγουσιν αυτοί, Σίνα, του ιδρυτού της Ακαδημίας των Αθηνών.


ΚΩΣΤΑ ΚΡΥΣΤΑΛΛΗ
Άπαντα ποιήματα, πεζογραφήματα, μελέτες, γράμματα κ.λ.π
εισαγωγή επιμέλεια Π. Βραχιώτη
Εκδόσεις Μαίναλον
Αθήνα, 1967

 

1. Colonia = (λατ.) αποικία
2. Μουζακιέ = (Αλβ.) εύφορος γή.
3. «Καραγουνιά λέγεται άπαν το πεδινόν τμήμα της επαρχίας Καρδίτσης και μέρος του πεδινού τμήματος των Τρικκάλων. Οι κάτοικοι αυτής καλούνται Καραγκούνηδες και διαφέρουσιν ουσιωδώς των άλλων θεσσαλικών φυλών κατά τε την ενδυμασίαν, τον χαρακτήρα, τα ήθη και τα έθιμα και το γλωσσικόν ιδίωμα» X. Χρηστοβασίλη, Ήθη και έθιμα Θεσσαλικά, εν Αττικώ ημερολ. του 1889, σελ. 167
4. Heuzey, le mont Olympe et l' Acarnanie «lesValaques en Acarnanie».
5. Κάρες κατα Β. Ζώτον τον Μολοσσόν, φυλή τις Αλβανική περί την πάλαι Ατιντανίαν.
6. Ι. Λαμπρίδου, Ηπειρωτικά μελετήματα, τεύχος 5 μέρος 2, σελ. 1 (1888).
7. La Fontaine (272-267)

PAYSAN
Des rives du Danube, homme donc Marc-Aurèle
Nous fait un portrait fort fidèle
. . . . . . . . . . . . . . . .
Son menton nourissoit une barbe touffue ;
taute sa persone velue
Représentoit un ours, mais ours mal léché ;
Sous un sourcil épuis il ovoit l' oeil caché,
Le regard de travers, nez tourtu, grosse lèvre,
Portoit sayon de poil de chèvre,
Et ceinture be joncs marins.
Ut homme, ainsi bâti, fut député des villes
Qie lave le Dodube

Ο εκδότης του Lofontaine E. Geruzer σημειοί, ότι η λέξις sayon παράγεται εκ του Λατινικού sagum είδους βραχέος επενδύτου, όπερ παρ' Αρχαίοις Ρωμαίοις αντικαθιστά το toga εν καιρώ πολέμου. Πιθανώτατα εκ του Λατινικού τούτου να παράγεται και το Ελληνικόν σιγκούνι και το Αλβανικόν γκούν.

8. Όνομα κορυφής όρους
9. Ευνταύθα είναι όνομα ανδρός Μανώλη 10. Στραβ. Ζ, 7, 3 - 10
11. Heuzey, le mont Olympo et l' Acarnanie (les Valaques en Acarnanie)
12. Ειδύλια σ. 126 VIII Οαριστύ, στιχ. 31
13. Αυτλη είναι Αλβανική λέξις, ης αγνοώ την σημασίαν
14. Το φλαμπουρον είναι Ελληνικωτάτη λέξις λεγομένη παρ' αυτών Αλβανιστί κουκκέλα, όπερ ίσως προήλθεν εκ τυ Αλβανικού κούκκε = ερυθρός, εκ των ερυθρών μαλλίων άτινα αναρτώσιν εις τους κλώνους του. Το φλάμπουρον μεταχειρίζονται, ως είδομεν, και οι Καρακατσάνοι και οι λοιποί Βλάχοι, ως θα ίδωμεν, καθώς και όλοι εν γένει οι Έλληνες αγρόται. Είναι δε Ελληνικόν έθιμον, λείψανα της εποχής της δια σημαίας αρπαγής των γυναικών. Καθόλου δε παράδοξον να έχωσι σχέσιν και οι πέντε κλώνοι του φλάμπουρου και το μήλον των Καραγκούνων με την γαμήλιον των Ελλήνων ευχήν: «πέντε γυιούς και μια μηλιά;». Ερυθρόν επίσης είναι και το φλάμπουρον των Ελλήνων, ως η κουκκέλα των Καραγκ., ως και το άσμα μαρτυρεί: «Τίνος είν' το φλάμπουρο τάσπρο και το κόκκινο; Ποιός το φκιάν', ποιός το στολίζει. ποιός το κατακοκκινίζει; Μήλα, ρόϊδα το γιομίζει; κλπ.
15. Ο Heuzey θεωρεί το έθιμο τούτο καθαρώς Λατινικόν, διασωθέν μετά καταπληκτικής ακεραιότητος υπο των Βλάχων τούτων. «Αι νύμφαι, λέγει, των αρχαίων Λατίνων, όταν έφθανον εις τον ουδόν της συζηγικής κατοικίας, είχον επίσης συνήθειαν να χρίωσι την θύραν. Είναι δύσκολον να πιστεύη τις ακόμη, μετα τοιαύτην προσέγγισιν, ότι οι ποιμένες ούτοι δεν κατάγονται εκ τινος ιταλικής αποικίας ή τουλάχιστον εκ τινος μίγματος εκ τούτων των αποίκων μετά λαών βαρβάρων, οίτινες τοις εδάνεισαν τα πλέον ιδιωτικά των έθιμα». Παρατηρεί δε, ότι η λέξις uxor (κοινώς unxor) = γυνή παρά Λατίνοις προέρχεται εκ του ρήματος ungere = αλείφειν, χρίειν (ως έχριον αι γυναίκες την θύραν), ως επίσης και το ungto = βούτυρον, όπερ και οι Βλάχοι διέσωσαν υπό την διαστροφήν unpto.
16. Νέμορφο αντί όμορφο. Το προστεθέν ν είναι ευφωνικόν και παρεντίθεται εις δύο κατά σειράν λέξεις, ων η μεν τελευτά, η δε άρχεται από φωνήεντος. Τούτο απαντά εις τους στίχους, όπου δεν επιτρέπεται εκ του μέτρου η συνίζησις ή έκθλιψις.
17. Χρονογρ. Ηπείρου Τομ. Α' σελ. 271, 135
18. Πολλοί Βοσκοπολίται αναφέρονται πεπαιδευμένοι κατά την ΙΖ' και ΙΗ' εκατοντ. Μεταξύ ττούτων μνημονεύονται Διονύσιος ο Μούτουκας Μητροπολίτης Καστορίας, Ιωάννης Χαλκεύς ιερεύς και διδάσκαλος εν Βενετία, Κωνσταντίνος Παμκέρης, Ιωάσαφ Πατριάρχης Αχριδών, Γρηγόριος (το σωστό είναι Δανιήλ) ο Βοσκοπολίτης, συγγράψας τετράγλωσσον λεξικόν Ελληνικόν, Βλαχικόν, Αλβανικόν και Βουλγαρικόν, Αν. Καζαντζής, Μ. Κοπέκης και άλλοι.



ΣΗΜ. - Στο φύλλο της 9 Μαρτίου 1891 της «Εβδομάδος» ο Χρ. Χρηστοβασίλης δημοσίευσεν επιστολή με παρατηρήσεις σχετικές πρός την πραγματεία περί Καραγκούνων. την παραθέτομε, μαζί με την απάντηση που έδωσε ο ίδιος ο Κρυστάλλης στο επόμενο φύλλο του περιοδικού.
Κύριε Διευθυντά της «Εβδομάδος»,
Επιτρέψατε μοι, παρακαλώ, να επιφέρω ολίγας παρατηρήσεις εις την λαμπράν περί των Βλάχων της Πίνδου μελέτην του συμπατριώτου μου κ. Κ. Δ. Κρυστάλλη, την δημοσιευθείσαν εν τοίς ύπ’ άριθ. 4, 5 και 7 φύλλοις της «Εβδομάδος»:
1ον) Περί της λέξεως Καραγκούνος.
Ουδαμού της Ηπείρου, της Θεσσαλίας και της λοιπής Ελλάδος ο αρβανιτόβλαχος λέγεται καραγκούνος-οι αλλά καραγκούνης-ηδες· όσον δε δια την ετυμολογίαν της λέξεως ταύτης, αποκρούων την τε εκ του Κάρες και Ούνοι του γνωστού επι σχολαστικισμώ Ζώτου και Μολοσσού, και την εκ του τουρκικού καρά και του αλβανικού γκούν επιφυλάσσομαι εν ιδίω κεφαλαίω να γράψω τη φίλη «Εβδομάδι».
2ον) Περί των εν τη πεδιάδι Τρικκάλων και Καρδίτσης Καραγκούνηδων.
Οι Καραγκούνηδες ούτοι, ους ο κ. Κρυστάλλης έξ απλής συνωνυμίας θεωρεί αρβανιτοβλάχους, είναι ελληνικώτατοι και αμιγέστατοι πάσης ξένης φυλής. Ομιλούσι την Ελληνικήν γλώσσαν μόνον, είναι ο γεωργικώτερος λαός της Θεσσαλίας και κατοικεί την πεδινωτέραν χώραν της Ελλάδος, πράγματα καθ' όλα αντίθετα προς τους αρβανιτοβλάχους Καραγκούνηδες.
3ον) Περί του ότι οι Καραγκούνηδες καλούνται εν Θεσσαλία Φαρσαλιώται.
Καραγκούνηδες εν Θεσσαλία καλούνται οι κάτοικοι της πεδιάδας Καρδίτσης και οι της πεδιάδος Τρικκάλων οι κατοικούντες προς ανατολάς και δυσμάς και νότον της πόλεως Τρικκάλων, εκτός των κατοίκων των χωρίων του δήμου, οίτινες καλούνται «Γκουγκτζουράδες» και είναι φυλή συγγενής προς τους Χασιώτας, συγγενείς των Μακεδονικών, η δε προσωνυμία Φαρσαλιώται είναι άγνωστος μεταξύ του καραγκουνικού της Θεσσαλίας πληθυσμού και αγνοώ πόθεν ηρύσθη αυτήν ο κ. Κρυστάλλης.
4ον) Περί του εν θεσσαλίοι αγώνος της ιππηλασίας.
Τοιούτος αγών, οίον περιγράφει ο κ. Κρυστάλλης, είναι αγνωστότατος εν Θεσσαλία και δή εν Φαρσάλοις. Πράγματι τον δεκαπενταύγουστον γίνεται εμπορική ζώων πανήγυρις εν Φαρσάλοις, Αλλ' άνευ αγώνος, ιππηλασίας και άνευ στέψεως δια στεφάνου ελαίας, καθόσον μάλιστα το δένδρον της ελαίας είναι τόσον άγνωστον εν τη Καραγκουνιά της Θεσσαλίας όσον και το του καφέ.
5ον) Περί των Κωλωνιατών θεωρουμένων ως καραγκούνηδων ήτοι αρβανιτοβλάχων.
Οι Κωλωνιάται, ήτοι οι κάτοικοι της εν Ηπείρω επαρχίας Κωλώνιας, είναι Αλβανοί, αλβανικώτατοι και ουδαμώς εξωμόται αρβανιτοβλάχοι. Εξώμοσαν ως οι πλείστοι Αλβανοί και ομιλούσι την αλβανικήν γλώσσαν ως μητρικήν, μανθάνοντες εξ απαλών ονύχων και την ελληνικήν, ως όλοι οι Αλβανοί της Ηπείρου είτε μωαμεθανοί, είτε χριστιανοί όντες. Δεν είναι δε ποσώς αληθές, ότι οι Κωλωνιάται ομιλούσι την βλαχικήν και εάν τις τούτων τυχόν εχει μάθει την βλαχικήν ως εκ του μετά των αρβανιτοβλάχων συγχρωτισμού, και ήκουσεν αυτόν, ως ο κ. Κρυστάλλης ομιλούντα βλαχιστί δεν έπεται ποσώς, ότι οι Κωλωνιάται είναι βλαχικής καταγωγής, ούτε αποτελεί ιστορικήν αλήθειαν...


ΧΡ. ΧΡΗΣΤΟΒΑΣΙΛΗΣ


Κύριε Διευθυντά της «Εβδομάδος»,
Επιτρέψατέ μοι, παρακαλώ, ν' απαντήσω κι εγώ εις τας παρατηρήσεις, ας ο κ. X. Χρηστοβασίλης επιφέρει εν τω προηγουμένω φύλλω εις την περί Καραγκούνων πραγματείαν μου.
α) Η λέξις Καραγκούνος -οι απαντά και εν Θεσσαλία Καραγκούνης -ηδες, Αλλ' επροτίμησα εγώ την Ηπειρωτικήν έκφρασιν ως ορθοτέραν και γενικωτέραν, αφού άλλωστε Ρωμούνος -οι, Σκλαβούνος -οι, Κατσαούνος -οι, Ούνος -οι λέγομεν και γράφομεν και ουχί Σκλαβούνης -ηδες, Κατσαούνης -ηδες, Ούνης -δες κλπ. Ως πρός την ετυμολογίαν δ' αυτής μέχρι σήμερον τουλάχιστον γενικώς πιστευτοτέρα είναι η εκ του τουρκικού καρά - μαύρος και αλβανικού γκουν - μανδύας, σιγ- κούνι. Και πρώτον ως προς την διεθνή αθέμιτον σύνθεσιν· το τουρκικόν καρά συνεδυάσθη ουχί μόνον μετ' αλβανικών λέξεων, αλλά και μεθ' ελληνικών και δή ονομάτων οίον Καραγεώργος, Καραγιάννης, Καραβασίλης, Καρατάσος κλπ. Δεύτερον ως προς την ουσίαν: μήπως και φυλή τις κατά την Τρανσυλβανίαν, επί Στράβωνος δεν εκαλείτο Μελάγχλαινες εκ του μέλαινα - χλαίνη; Ούτως ωνομάσθησαν και οι μελάγχλαινες Αρβανιτοβλάχοι υπό των Τούρκων Καρα - γκούν προς διάκρισιν των κυρίως Αλβανών ποιμένων οίτινες φέρουσι λευκά όλα τα ενδύματά των.
β) Περί των εν τη πεδιάδι της Καρδίτσης της Θεσσαλίας Καραγκούνων παραπέμπομεν τον κ. Χρηστοβασίλην ουχί μακράν, αλλ' εις αυτά ταύτα περί της πεδιάδος ταύτης, της Καραγκουνιάς γραφόμενά του, εφ' ών βασιζόμενος εγώ ανέγραψα αυτούς Βλάχους. Διότι καίτοι εγνώριζεν ούτος, ότι Καραγκούνους καλούσιν απανταχού, ιδία εν Ηπείρω, τη πατρίδι μας, τους Αρβανιτοβλάχους, εν τούτοις αδιαφόρησε να σημειώση εν ταις περί Καραγκουνιάς πραγματείας του, ότι σήμερον οι κάτοικοι αυτής δεν είναι Βλάχοι. Λέγω δε σήμερον, διότι η λέξις Καραγκουνιά δηλοί, ότι άλλοτε διέμεναν εις το μέρος αυτό Βλάχοι Καραγκούνοι. Η ονομασία της πεδιάδος παρέμεινεν ή εκ της εποχής καθ' ην όλη η Θεσσαλία εκαλείτο μεγάλη - Βλαχία ή εκ της εποχής καθ' ήν οι Αρβανιτόβλαχοι της Πίνδου ηναγκασμένοι δια τον χειμώνα να κατέλθωσιν εις Θεσσαλίαν υπετάγησαν εις τον αυτοκράτορα Ανδρόνικον και διέμειναν εν τη πεδιάδι της Θεσσαλίας, μέχρις ότου επανεστάτησαν και ανήλθον πάλιν εις τα όρη ή κατ' άλλην αργότερον εποχήν ής η ιστορία δεν έμνήσθη. Πάντοτε όμως ωνομάσθη Καραγκουνιά εκ Βλάχων Καραγκούνων και έξ ουδενός άλλου αιτίου.
γ) Όχι μόνον τους εν Θεσσαλία Βλάχους Καραγκούνους, αλλά και τους εν Ηπείρω (εν ης, ως απανταχού, οι Καραγκούνοι είναι όλοι Βλάχοι) οι άλλοι Βλάχοι, ιδία δ' οι του Περιβολίου και της Σαμμαρίνης, καλούσι Φαρσαλιώτας. Περί τούτου μας βεβαιοί και ο Γερμανός ποιητής κ. G. Weigand εν τη πραγματεία αυτού Olypmo-Walachen.
δ) Περί του εν Φαρσάλοις αγώνος ιππηλασίας των Καραγκούνων είναι αληθές ότι ουδαμού είδα τι γεγραμμένον, αλλ' επείσθην περί τούτου και μένω εισέτι πεπεισμένος, παρά του φιλίστορος και πολυμαθούς και πάσης πίστεως άξιου συμπατριώτου μας κ. Ν. Τσιγαρά. Ίσως τελευταίως να κατηργήθη το έθιμον τούτο, όπως τόσα άλλα ωραία ελληνικά έθιμα κατηργήθησαν και αλλαχού δυστυχώς της Ελλάδος.
ε) Ότι δ' ωνόμασα Καραγκούνους τους Κωλωνιάτας όλους, ουδεμιάς επίσης υφίσταται αλήθειας και τούτο αφού κάλλιστα γνωρίζω, ότι οι Κωλωνιάται είναι κυρίως Αλβανοί, κατέφυγον όμως εις τα όρη των και πλείστοι Καραγκούνοι, οίτινες εις τόσας σχέσεις ανέκαθεν διατελούσι μετ' αυτών, ώστε και ούτοι δεν διέφυγον την εξωμοσίαν, ότε οι Αλβανοί ηναγκάσθησαν να εξισλαμισθώσιν. Είμαι μάλιστα αυτής της γνώμης ότι εκείθεν απεδόθη υπό των Ελλήνων της Ηπείρου το όνομα Αρβανιτόβλαχοι εις τους Καραγκούνους, καθ' ότι εκεί το πρώτον ανεμίχθησαν ούτοι μετ' Αλβανών, μεθ' ών έκτοτε διατελούσι εις τόσας στενάς σχέσεις. Δέξασθε κλπ.


Κ. Δ. ΚΡΥΣΤΑΛΛΗΣ

8