Βλαχοχώρια

Κρανιά Ασπροποτάμου - Ο μαχαλάς του Αγίου ΔημητρίουΤο παράδειγμα της Κρανιάς Ασπροποτάμου1
Η Κρανιά Ασπροποτάμου, περισσότερο από σημείο στο χάρτη -γεωγραφικά συγκεκριμένη θέση-, ένα από τα χωριά δηλαδή που συγκροτούνται, μετατοπίζονται, παρακμάζουν και ανασυγκροτούνται στη διάρκεια του ιστορικού χρόνου, είναι πρώτα από όλα ένας βιωμένος, ένας κοινωνικοποιημένος χώρος. Συμβολίζει σχέσεις, αντιλήψεις και συμπεριφορές, μεταφέρει μνήμες και ιστορία, εκφράζοντας τη δυναμική στη σχέση του ανθρώπου με το χώρο, ορίζει έναν συγκεκριμένο τόπο ταυτότητας. «Λα Κόρνου» στα Βλάχικα, η Κρανιά (Κρανειά ή Κρανέα κατά καιρούς η επίσημη ονομασία της)2 είναι ένα από τα βλαχοχώρια του Νομού Τρικάλων, χτισμένη στις πλαγιές της Κεντρικής Πίνδου, κάτω από την κορυφή Τριγγία, δεξιά και αριστερά στις όχθες του Κρανιώτικου ποταμού, έναν από τους παραπόταμους που μαζί με το Σκληνιασίτικο στην ένωσή τους στα Τρία Ποτάμια με τα νερά των πηγών του ποταμού από το Χαλίκι, σχηματίζουν τον άνω ρου του Αχελώου, γνωστού ως Ασπροπόταμου σε αυτό το τμήμα.


Η κοινότητα κατοικείται τους θερινούς μήνες, στο παρελθόν από ημινομάδες κτηνοτρόφους που είχαν τα χειμαδιά τους στη Θεσσαλία, δραστηριότητα που ακολουθούν ακόμη, σε περιορισμένη κλίμακα, οι Σαρακατσάνοι κτηνοτρόφοι, παλιότερα σμίχτες και βοσκοί στην υπηρεσία των Βλάχων τσελιγκάδων, με το δικό τους ξεχωριστό οικισμό, τα Κονάκια3.
Η Κρανιά, σχετικά πλούσιο χωριό στην ύστερη περίοδο της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, γνώρισε ιδιαίτερη άνθηση από τον 18ο και κυρίως το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, χάρη στην εκμετάλλευση των κτηνοτροφικών προϊόντων, το εμπόριο δηλαδή των γαλακτοκομικών αλλά ιδιαίτερα από την εξαγωγή των σκουτιών της τοπικής οικοτεχνίας προς την Κύπρο. Αυτό αντανακλάται στη δημογραφική διακύμανση του χωριού, καθώς ο σχετικά μειωμένος, όπως υποστηρίζεται, αριθμός των 150 σπιτιών που καταγράφεται το 18204, στην απογραφή του 1881 φθάνει τους 2.444 κατοίκους. Η σταδιακή εγκατάσταση πολλών κατοίκων του, από τις πλουσιότερες οικογένειες του χωριού, στα αστικά κέντρα της Θεσσαλίας, κυρίως στα Τρίκαλα, ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα, εντείνεται τις πρώτες δεκαετίες του 20ου (στην απογραφή του 1896 καταγράφονται 1185 κάτοικοι)5. Άλλωστε στη συλλογική μνήμη των Κρανιωτών το χωριό έχει το χαρακτήρα παραθεριστικού κέντρου ήδη από τη δεκαετία του 1920.
Η πλειονότητα των απογραφών του 20ου αιώνα αδυνατούν να αποτυπώσουν το πληθυσμιακό δυναμικό, καθώς διεξάγονται τους χειμερινούς μήνες, που δεν κατοικείται ο οικισμός, είναι ενδεικτικές ωστόσο της δημογραφικής διακύμανσης (1920: 185, 1928: 209, 1940: 337, 1951: 105, 1961: 9, 1971: 0, 1981: 136, 1991: 94, ενώ το 2001 243 και για πρώτη φορά ξεχωριστή απογραφή στα Κονάκια: 66).
Ο γεωγραφικός εντοπισμός της κοινότητας σε συνδυασμό με τις πρακτικές κατοίκησης, οργάνωσης και χρήσης του χώρου από τους κατοίκους της, τα συγκεκριμένα δηλαδή «πολιτισμικά» χαρακτηριστικά της τοπικής κοινωνίας αναδεικνύουν την Κρανιά σε μια από τις ιδιαίτερες παραστάσεις που συνθέτουν την τοπιογραφία της Πίνδου, έναν από τους λόγους που συντάσσουν την τοπολογία της.
Σχετικά με την ιστορία της κατοίκησης συγκεκριμένα εδώ στον ορεινό χώρο, στην Πίνδο ιδιαίτερα σε ότι αφορά στη δημιουργία των τοπικών ταυτοτήτων, πολλές απόψεις εστιάζουν στη στατικότητα των οικισμών, την ταύτιση δηλαδή χώρου, ιστορίας με τον πολιτισμό, τα στοιχεία που διαμορφώνουν αυτό που αποκαλείται τόπος6. Ωστόσο, όπως είναι φανερό και στη χωρική επικράτεια της Πίνδου – ιδιαίτερα σε περιπτώσεις βλάχικων χωριών αλλά όχι μόνο μια άλλη κύρια μορφή κατοίκησης στο χώρο και διαμόρφωσης τοπικών ταυτοτήτων, αφορά στη μετακίνηση ανάμεσα σε διαφορετικούς χώρους. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα είναι η πρακτική της μετακινούμενης κτηνοτροφίας, η σταθερή και επαναλαμβανόμενη στο χρόνο μετακίνηση ανάμεσα σε διαφορετικούς χώρους –και εκτός των ορίων του ορεινού συμπλέγματος της Πίνδου στην προκειμένη περίπτωση-, το κατέβασμα στα χειμαδιά δηλαδή, ως μέρος ενός ιστορικά διαμορφωμένου τρόπου ζωής, μια επιλογή προσαρμογής στο γεωγραφικό περιβάλλον, αποτέλεσμα συγκεκριμένων οικολογικών, πολιτικών και κοινωνικών –ιστορικών με μια λέξηπαραγόντων.
Τέτοιου τύπου μετακινήσεις διαφοροποιούν και διευρύνουν τον προσδιορισμό της έννοιας του τόπου, από τη σταθερότητα της κατοίκησης σε ένα συγκεκριμένο χώρο στην πολλαπλότητα των χώρων εγκατάστασης. Η Κρανιά στην προκειμένη περίπτωση αντιστοιχεί σε ένα συγκεκριμένο χώρο όπου επιστρέφει η κοινωνική ομάδα και προσλαμβάνει την ταυτότητα του τόπου, ωστόσο η «Κρανιά», ως μετωνυμία μιας συγκεκριμένης τοπικής πολιτισμικής ταυτότητας, μεταφέρεται στο σύνολο των χώρων της μετακίνησης των μελών της κοινότητας.
Με αυτή την αντίληψη διευρύνονται τα πρότυπα και οι κυρίαρχες δια τυπώσεις για την έννοια και το περιεχόμενο του τόπου, τόσο στην αντίληψή τους όσο και στο χρόνο. Οι σταθεροποιημένες κωδικοποιήσεις των χωριών ως συμπαγών και αναλλοίωτων στο χώρο και στο χρόνο κοινοτήτων, μεταβάλλονται καθώς διαπιστώνεται ότι όχι μόνο στη σύγχρονη εποχή αλλά και στο ιστορικό παρελθόν, οι μετακινήσεις, οι μεταναστεύσεις, οι πολλαπλοί χώροι αναφοράς διαμορφώνουν μια διαφορετική αντίληψη του τόπου και της τοπικής ταυτότητας.
Στον οικιστικό ιστό της Πίνδου γενικότερα, συνυπάρχουν, αλληλοσυμπληρώνονται και ανταγωνίζονται οι σταθεροί τόποι με την πολλαπλότητα στους χώρους και στους χρόνους. Μια πολλαπλότητα που διαφοροποιεί και διευρύνει τον προσδιορισμό της έννοιας του τόπου. Οι συνεχείς μετακινήσεις από και προς τις κοινότητες της Πίνδου, οι διαδοχικοί και ποικίλοι αποχωρισμοί, όχι μόνο συμβάλλουν στη συγκρότηση και τους μετασχηματισμούς, στην ιστορική διαμόρφωση της τοπογραφίας της οροσειράς αλλά διευρύνουν πρότυπα και κυρίαρχες διατυπώσεις για την έννοια και το περιεχόμενο του τόπου.
Ούτως ή άλλως, οι πολλαπλές μετατοπίσεις στο γεωγραφικό χώρο, αναδεικνύουν τη διασπορά σε συστατικό στοιχείο της ταυτότητας στις Βλάχικες συλλογικές οντότητες. Στις σταθερές μεταβάσεις στα χειμαδιά, στις πρόσκαιρες αναζητήσεις εναλλακτικών θερινών βοσκών μακριά από την κοινοτική περιφέρεια, στα κέντρα των εμπορικών μετακινήσεων, στους μεταναστευτικούς τόπους, τους προσωρινούς εκτοπισμούς, ο θερινός οικισμός διαμονής, ο τόπος τους, αποτελεί σταθερό σημείο αναφοράς, ο κεντρικός άξονας οργάνωσης των κοινωνικοοικονομικών σχέσεων, η χωρική έκφραση της πολιτισμικής διαφοροποίησης ακόμα και στο πλαίσιο συγγενών πληθυσμιακών ομάδων. Ωστόσο οι συγκεκριμένες περιοχές στις οποίες μετακινούνται αποτελούν τα χωρικά σημεία στα οποία διαχέεται η τοπική τους ταυτότητα, σε αυτούς τους τόπους, τα χειμαδιά, τα κέντρα των εμπορικών δραστηριοτήτων τους, στους τόπους μετανάστευσης, μεταφέρεται ο κοινωνικός και συμβολικός χώρος της κοινότητας τους.

Κρανιά Ασπροποτάμου - Η εκκλησία της Αγίας Παρασκευής και το παλιό Σχολείο
Δύο από τα ελάχιστα κτήρια που δεν κάηκαν τον Οκτώβριο του 1943 από τα ναζιστικά στρατεύματα. Στις αίθουσες του ανακαινισμένου Σχολείου φιλοξενούνται σήμερα τα πλούσια εκθέματα του Λαογραφικού Μουσείου της Κρανιάς.


Εστιάζοντας στην Κρανιά και σε μια ιστορική επισκόπηση του χώρου, οι ιστορίες καταγωγής, οι πληθυσμιακές μετακινήσεις και οι αποδημίες υποδηλώνουν τον πολυκεντρικό χαρακτήρα στις χωρικές αναφορές των κατοίκων του.
Στη μεταβατική κίνηση στους χώρους και στους χρόνους και στην ποικιλία των μορφών διαμονής στο χώρο που διαμορφώνονται, το καθοριστικό στοιχείο που μεταλλάσσει τη μετακίνηση σε διαφορετικούς χώρους σε κίνηση με άξονα ένα σταθερό σημείο αναφοράς, είναι η οικιστική εγκαθίδρυση και η συνακόλουθη αίσθηση του τόπου που δημιουργείται με βάση τη διάρκεια στη σχέση χώρου, κοινωνικής ομάδας, πολιτισμού.
Στις αφηγήσεις για την ίδρυση του χωριού οι πληθυσμιακές ανταλλαγές με το Παλιοχώρι, από την άλλη πλευρά της Τριγγίας, και γενικότερα οι μετακινήσεις από τη θεσσαλική πεδιάδα και τα «παλιοχώρια» στις υπώρειες τις Πίνδου προς τα ορεινά χαρακτηρίζουν τις διαδικασίες συγκρότησης της Κρανιάς.
Ένας από τους κεντρικούς δομικούς άξονες των αφηγήσεων για την οικιστική εγκατάσταση στην περιοχή, είναι η αναζήτηση εκεί καταφύγιου για να προφυλαχθούν είτε από τις φυσικές καταστροφές είτε από πολεμικές επιδρομές και τις πολιτικές και οικονομικές πιέσεις. Στις περισσότερες αφηγήσεις η εγκατάσταση στην περιοχή οφείλεται, κατά κύριο λόγο, στις επιδημίες που πλήττουν τις γειτονικές, χαμηλότερες υψομετρικά, περιοχές7:
«Παλιά το χωριό ήταν στο Παλιοχώρι, τότε το λέγαν Γκορτσιά. Μετά ο κόσμος έφυγε από κει και ήρθαν εδώ. Φύγαν από κει γιατί το κλίμα δεν ήταν υγιεινό, αρρώσταιναν τα μικρά παιδιά και πέθαιναν. Γι’ αυτό οι παλιοί φύγαν από κει. Εκεί ήταν το παλιό χωριό, για αυτό το λέμε Παλιοχώρι. Τους λέμε όμως και Παλιοχωρίτες γιατί όλοι αυτοί που μείναν εκεί μετά από μας, ήρθαν πέρα από τη Μεσοχώρα, τα Παλιοχώρια που τα λέμε εδώ. Αυτούς τους είχαμε βαλμάδες σε μας»8.
«Κοίταξε να δεις, εμείς ήρθαμε από το Παλιοχώρι. Ακόμα εκεί έχουμε χωράφια δικά μας. Φύγαμε από κει για την πανούκλα. Ο κόσμος πέθαινε και ήρθαμε δω για να σωθούμε, πιο υγιεινό το μέρος βλέπεις. Έκανε ο τόπος και για τα ζώα, σηκώνει πολλά κοπάδια εδώ πέρα.…»9 .
Στην πλοκή των διηγήσεων η εγκατάσταση στην Κρανιά συνδέεται με το στερεότυπο της ερήμωσης των πεδινών εκτάσεων και της φυγής στα ορεινά εξαιτίας της Οθωμανικής κατάκτησης και των πιέσεων που ασκούνταν στους χριστιανικούς πληθυσμούς. Στο αφηγηματικό μοτίβο, οι πιέσεις των Τούρκων, όταν δεν συνιστούν τη βασική αιτία, συντείνουν στην εγκατάλειψη των θεσσαλικών υπωρειών της Πίνδου και στην αναζήτηση ασφαλούς εγκατάστασης στην περιοχή. Στις διάφορες παραλλαγές της ιστορίας, στην Κρανιά βρίσκουν καταφύγιο καταδιωκόμενες οικογένειες από την περιοχή της Ηπείρου αλλά και Βλάχοι που αναζητούν νέα εστία μετά την καταστροφή της Μοσχόπολης10.
Κατά τη διάρκεια των διεργασιών συγκρότησης της κοινότητας και το πρώτο διάστημα της υπόστασής της, φαίνεται ότι σε περιόδους κρίσεων, η μετακίνηση στο Παλιοχώρι και τις γειτονικές ορεινές περιοχές του Κόζιακα αποτελούσε τη διέξοδο για τους κατοίκους της. Ακόμα και στην ταραχώδη περίοδο στο τέλος του 18ου και στις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα, όπου κυριαρχεί και εδώ η απόπειρα πολιτικής και οικονομικής ηγεμονίας του Αλή Πασά, η αντιπαράθεση με τους πρόκριτους και τους αρματολούς της περιοχής, οι αντιδικίες μεταξύ των οπλαρχηγών11 και στο τέλος η ελληνική επανάσταση, οι κάτοικοι της Κρανιάς δεν συμμετέχουν, τουλάχιστον σε συγκροτημένες ομάδες, στις μαζικές μετακινήσεις και τις οργανωμένες μετοικήσεις που παρατηρούνται από τα Βλαχοχώρια του Ασπροποτάμου προς την περιοχή της Μακεδονίας ή ακόμα και νοτιότερα προς την περιοχή της Στερεάς Ελλάδας12.
Για τους μεταβατικούς κτηνοτρόφους της Κρανιάς ο οικονομικός τους χώρος στη διάρκεια του χειμώνα εκτείνεται, ιστορικά, στο θεσσαλικό κάμπο. Οι κοντινές πεδινές περιοχές των Τρικάλων και της Καλαμπάκας αποτελούσαν τους τόπους των χειμαδιών για μερικούς από αυτούς, ωστόσο το γεωγραφικό δίκτυο των μετακινήσεων απλώνεται προς την περιοχή των Φαρσάλων στο Χατζόμπασι (Υπέρεια), το Τικελί (Μικρό Βουνό) και το Ψυχικό Λάρισας, για να έρθουν πολύ αργότερα οι Σαρακατσάνοι να το διευρύνουν προς το Δοξαρά, τη Φαρκαδόνα και αλλού. Η κύρια δίοδος που ενώνει το χωριό με τον κάμπο διέρχεται από το πέρασμα της Μπάμπας στο βουνό Τριγγία που οδηγεί στο χωριό του Κλεινοβού από την άλλη πλευρά του βουνού και στη συνέχεια στη Διάβα, στο πέρασμα του Πηνειού, ακολουθώντας από κει και πέρα συγκεκριμένη πορεία για κάθε ξεχωριστό προορισμό13. Για παράδειγμα, η ανάβαση από την περιοχή του Χατζόμπασι προς το χωριό διαρκούσε έξι με εφτά ημέρες με βασικούς σταθμούς στην πορεία το Πέτρινο Καρδίτσας, το Παλιογαρδίκι κοντά στο Πετρωτό Τρικάλων, τη Ράξα Τρικάλων, την περιοχή Γκορτσιές δίπλα στη Διάβα, το Σιακαμπέντη, όπου και το ομώνυμο χάνι στον Κλεινοβό, την ανάβαση στην Μπάμπα και μετά τη διανυκτέρευση εκεί ακολουθούσε η κάθοδος στην Κρανιά. Το δρομολόγιο πρόσβασης και αναχώρησης από το χωριό παραμένει σταθερό, στο πέρασμα του χρόνου, ωστόσο, οι συνθήκες της νεωτερικότητας κάνουν αισθητή την παρουσία τους ήδη από το τέλος του 19ου αιώνα με τη χρήση του τρένου για τη μεταφορά των κοπαδιών στον κάμπο από και προς το σιδηροδρομικό σταθμό της Καλαμπάκας. Αντίθετα παρά τη διάνοιξη αμαξιτής οδού προς το Παλιοχώρι το 1911 και προς την Καστανιά το 1938, η οδική μετάβαση προς και από τον κάμπο αποτελεί σύγχρονο φαινόμενο, εδραιώνεται αρκετά χρόνια μετά το τέλος του Β΄ παγκοσμίου πολέμου.
Ωστόσο και το καλοκαίρι, οι Κρανιώτες επέκτειναν τον οικονομικό τους χώρο εκτός της κοινοτικής τους περιφέρειας, νοικιάζοντας βοσκοτόπια στο Παλιοχώρι, όπου άλλωστε πολλοί από αυτούς κατέχουν ιδιόκτητες εκτάσεις, το Αϊβάν και την Καλογριανή, όταν δεν επαρκούν τα λιβάδια στην κτηματική περιφέρεια της κοινότητας, ή προμηθευόμενοι ξυλεία από την περιοχή του Κόζιακα (Περλιάγκο)14. Σε περιόδους οικονομικής ακμής, άλλωστε, όπως αναφέρει η προφορική παράδοση, ο παραγωγικός χώρος επεκτεινόταν εκτός των ορίων της περιφέρειας του Ασπροποτάμου, καθώς αναζητούνταν διαθέσιμες βοσκές στην περιοχή του Γράμμου.
Στην Κρανιά, όπως και σε άλλα Βλαχοχώρια του Ασπροποτάμου, η εξειδίκευση στην επεξεργασία του μαλλιού και στην παραγωγή σκουτιών σημαδεύει την ιστορική της πορεία. Η οικιακή βιοτεχνία γνωρίζει, μάλιστα, ιδιαίτερη ανάπτυξη από τον 18ο ως τις αρχές του 20ου αιώνα, με κύριο αποδέκτη του εξαγωγικού εμπορίου την Κύπρο. Η βιοτεχνική παραγωγή των σκουτιών, διαδικασία που δεν περιορίζεται στα όρια της κοινότητας αλλά συνεχίζεται στους τόπους διαχείμασης και ιδιαίτερα στα Τρίκαλα, είναι η δραστηριότητα που διευρύνει το χωρικό ορίζοντα των κατοίκων της Κρανιάς. Τα δρομολόγια των κιρατζήδων προς Καλαμπάκα και Τρίκαλα, με «στέκια» κατά την πορεία τη Σαρακίνα, την Κοτσιλιά και τον Κλεινοβό, είναι το πρώτο στάδιο της διαδρομής των εμπόρων και των
προϊόντων τους. Τα Τρίκαλα απορροφούν το μεγαλύτερο μέρος των γαλακτοκομικών προϊόντων, ενώ από το τέλος του 19ου αιώνα κι έπειτα είναι ο χώρος των εμπορικών συμφωνιών για τη διάθεσή τους σε χοντρεμπόρους από την Αθήνα. Σε αυτή την εξέλιξη η Καλαμπάκα αποτελεί το διαμετακομιστικό κέντρο, καθώς στο σιδηροδρομικό της σταθμό μεταφορτώνεται η παραγωγή για να καταλήξει σιδηροδρομικώς μέσω των Παλαιοφαρσάλων στην Αθήνα.
Η διάθεσή τους κατά κύριο λόγο στην Κύπρο –ενώ υπάρχουν προφορικές μαρτυρίες και για τη διάθεσή τους στην Αίγυπτο– εγκαθιδρύει σταθερές εμπορικές σχέσεις με το νησί από τον 18ο ως τις αρχές του 20ου αιώνα, που προς το τέλος τους διευρύνονται με την εμπορία και άλλων προϊόντων όπως ο καπνός• είναι χαρακτηριστική η περίπτωση του καπνέμπορου Πατίκη με πεδίο εμπορικής δραστηριότητας την Κύπρο.
Παράλληλα και στην Κρανιά, όπως και στα άλλα μεγάλα βλαχοχώρια, η ενασχόληση με το εμπόριο γενικότερα τροποποιεί τους χρονικούς ρυθμούς «παρουσίας απουσίας» στο χώρο, που καθορίζονται πλέον από τους ρυθμούς του εμπορίου και τις συνθήκες μετακίνησης στο χώρο. Επιπλέον, και σε έναν ύστερο χρόνο, για ένα τμήμα του παραγωγικά ενεργού πληθυσμού σηματοδοτεί τη μετατόπιση από το βιωμένο χώρο της κοινότητας, τη μετανάστευση δηλαδή σε μεγάλα εμπορικά κέντρα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας αλλά και της Κεντρικής και Δυτικής Ευρώπης.
Στο γενικότερο δίκτυο των χωρικών σχέσεων της Κρανιάς, η απουσία ενός μεγάλου διοικητικού και οικονομικού κέντρου στον Ασπροπόταμο υποκαθίσταται από την παρουσία των Τρικάλων, ένα υπερτοπικό και διαπεριφερειακό κέντρο. Η πόλη των Τρικάλων αποτελεί σημείο αναφοράς, καθώς εκτός από τον κομβικό της ρόλο στην κατανομή της εξουσίας, τον κοινωνικό έλεγχο του χώρου και τη διοικητική διαχείριση, αποτελεί σημείο συνάντησης ομάδων, ανταλλαγής προϊόντων, μεσολαβεί δηλαδή ανάμεσα στον κάμπο, τις υπώρειες και το βουνό. Με την πάροδο του χρόνου τα Τρίκαλα συνιστούν για την Κρανιά ένα διαρκή πόλο έλξης καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους, διευρύνοντας την ρυθμιστική τους λειτουργία και στους χειμερινούς τόπους διαμονής του πληθυσμού της15.
Ο ρόλος των Τρικάλων για την Κρανιά και την ευρύτερη περιοχή, είναι προϊόν της νέας διάταξης των κοινωνικών και οικονομικών σχέσεων, που διαμορφώνονται από τα μέσα του 19ου αιώνα κι ύστερα, όταν οι πεδινές περιοχές και τα αστικά κέντρα αναπτύσσονται σταδιακά σε βάρος του ορεινού αγροτικού χώρου. Ο αστικός χαρακτήρας και ο κεντρικός ρόλος των Τρικάλων στη χωρική οργάνωση της ευρύτερης περιοχής προσελκύουν από τα μέσα του 19ου αιώνα, κυρίως, πολλούς Κρανιώτες για μόνιμη εγκατάσταση. Η σταδιακή αύξηση αυτής της κίνησης, ιδιαίτερα μετά το 1881, καθιστά την πόλη των Τρικάλων εναλλακτικό γεωγραφικό τόπο των Κρανιωτών. Ο συνεχώς αυξανόμενος αριθμός των χωριανών που μεταφέρουν σε μόνιμη βάση τις επαγγελματικές, βιοτεχνικές και εμπορικές τους δραστηριότητες στην πόλη, περιορίζοντας αισθητά το χρόνο παραμονής και άσκησης των επαγγελμάτων τους στο χωριό, συνιστά μια μορφή αστικοποίησης που αναπτύσσεται εις βάρος ακόμα και της κτηνοτροφίας και δημιουργεί ένα παράλληλο κέντρο με σημαντικό βαθμό παρέμβασης στα κοινοτικά θέματα. Ενώ δηλαδή στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα το χωριό σταδιακά ανασυσταίνεται και γνωρίζει μια σχετική οικονομική ανάπτυξη, παρατηρείται μια συνεχής ροή κατοίκων για μόνιμη εγκατάσταση στην πόλη των Τρικάλων και άλλες περιοχές του θεσσαλικού κάμπου, κίνηση που εντείνεται μετά το 1881 και τις αλλαγές που σημαδεύουν σταδιακά τον ορεινό χώρο για να γενικευτεί πλέον τον 20ο αιώνα, μεταβάλλοντας το χωριό από σταθερό τόπο διαμονής και παραγωγικό χώρο για αυτούς, σε παραθεριστική κατοικία.
Οι Κρανιώτες δημιουργούν στα Τρίκαλα τις δικές τους «παροικίες» στις συνοικίες Τρικαίογλου και στον Άγιο Κωνσταντίνο και αποτελούν μια από τις δυναμικές ομάδες τις πόλεις. Ο G. Weigand κατά την επίσκεψή του στα Τρίκαλα το 1889 αναφέρει ότι το 1/3 του μόνιμου πληθυσμού της είναι Βλάχοι από την περιοχή του Ασπροποτάμου, ενώ το χειμώνα ο πληθυσμός αυξάνεται εντυπωσιακά από την κάθοδο των υπόλοιπων Βλάχων, μεταξύ αυτών ως μια από τις πολυπληθέστερες ομάδες αναφέρει τους Κρανιώτες εκτιμώντας τον πληθυσμό τους σε 200 οικογένειες16.
Η συνοχή της κοινότητας επιβεβαιώνεται και αναπαράγεται μέσα από εθιμικές πρακτικές που τελούνται κι «εδώ» στην πόλη, όπως είναι ο χορός των Κρανιωτών τη δεύτερη μέρα του Πάσχα στη θέση Κουκουτζάμι. Τα παραδείγματα που παραθέτει η Μ. Κλιάφα, σταχυολογώντας τον Τρικαλινό τύπο από το 1881 ως το 1960 στο βιβλίο της για την Κρανιά17, αποτελούν τη γραπτή συνδρομή στις προφορικές αφηγήσεις των κατοίκων του χωριού για τη σχέση του οικισμού και των Τρικάλων. Οι πολιτικές διεργασίες αναπτύσσονται παράλληλα και στους δύο χώρους, όπως πανηγυρίζονται αντίστοιχα και οι εκλογικές νίκες. Στα Τρίκαλα λαμβάνονται οι σημαντικότερες αποφάσεις για την ανάπτυξη της κοινότητας και της ευρύτερης περιοχής του Ασπροποτάμου. Εκεί δραστηριοποιούνται οι κοινοτάρχες της περιοχής για τη διεκδίκηση περισσότερων πόρων, λαμβάνουν χώρα οι ζυμώσεις των επαγγελματικών ομάδων αλλά και των κατοίκων των χωριών για τη σύσταση κτηνοτροφικού συνεταιρισμού το 1910 και της Ένωσης Ασπροποταμιτών το 1923, ιδρύεται η «Φιλοπρόοδος Αδελφότητα Κρανέας» το 1911 με στόχο την ανάπτυξη της κοινότητας, που επαναδραστηριοποιείται το 1927, διεξάγονται έρανοι για διάφορα έργα κοινοτικού χαρακτήρα, όπως η αποπεράτωση του ναού του Αγίου Δημητρίου το 1925 κ.λπ.
Σε μια παράλληλη διαδικασία που σχετίζεται με τις κοινωνικές και οικονομικές αλλαγές που επιφέρει η ένταξη στο ελληνικό κράτος και είναι σύμφωνη με τη συγκεντρωτική δομή ανάπτυξής του, παρατηρείται ένας σταθερός προσανατολισμός της χειμερινής μετακίνησης σημαντικού μέρους των κατοίκων προς την Αθήνα όπου απασχολούνται ως μικροπωλητές18, κοινή πρακτική και σε άλλα χωριά του Ασπροποτάμου19.
Την εγκατάσταση μικροεπαγγελματιών στην Αθήνα στα τέλη του 19ου αιώνα ακολουθούν στη διάρκεια του Μεσοπολέμου και άλλοι συγχωριανοί20. Εγκατεστημένοι σε ομάδες στην περιφέρεια, τότε, της πόλης -για παράδειγμα στην περιοχή των Αμπελοκήπων-, επιδίδονται σε εμπορικές δραστηριότητες και άλλες επαγγελματικές ασχολίες. Εκεί μέσα από το δίκτυο κοινωνικών επαφών και σχέσεων αλληλοβοήθειας (με την αλληλοϋποστήριξη σε επαγγελματικά ζητήματα), τους νέους κοινωνικούς χώρους αναπαραγωγής της κοινοτικής ταυτότητας, όπως τα καφενεία, δημιουργούν έναν νέο γεωγραφικό χώρο επέκτασης της τοπικότητας, παρεμβαίνοντας με τη σειρά τους στα τεκταινόμενα του χωριού τους. Οι προεκλογικές διεργασίες το καλοκαίρι του 1932 με τη διανομή προκηρύξεων από τους «Αθηναίους» Κρανιώτες στην πόλη των Τρικάλων, με τις οποίες καλούν τους συμπατριώτες τους να λάβουν μια συγκεκριμένη πολιτική θέση, αποτελούν παράδειγμα για τον τρόπο με τον οποίο ο «τόπος» της κοινότητας διαχέεται σε πολλαπλούς γεωγραφικούς χώρους21.
Ο Β΄ παγκόσμιος πόλεμος και ο εμφύλιος, η δεκαετία του 1940 γενικότερα, αποτελεί μια οριακή περίοδο για τις τοπικές κοινωνίες, μια χρονική τομή που οι διαστάσεις της αποτυπώνονται και χωρικά. Για πολλές από τις ορεινές κοινότητες της Πίνδου συνδέεται με τη μερική ή ολοσχερή καταστροφή των οικιστικών εγκαταστάσεων. Η Κρανιά καταστρέφεται ολοκληρωτικά το 1943 από τις γερμανικές δυνάμεις κατοχής22.
Οι τοπικές παρεκκλίσεις στους ρυθμούς και τους χρόνους ανταπόκρισης στο κανονιστικό σχήμα των μετασχηματισμών εκφράζουν τις επιμέρους ιδιαιτερότητες και δυναμικές κάθε τοπικής κοινωνίας, ως γενική διαπίστωση καταγράφεται ωστόσο η διεύρυνση της μετατόπισης και της διασποράς του γεωγραφικού χώρου των κοινοτήτων, η επέκταση των νέων κοινωνικών χώρων έκφρασης της συλλογικής ταυτότητας, η αύξηση του ρόλου των ήδη υφισταμένων ή η δημιουργία νέων παράλληλων τόπων αναφοράς της τοπικότητας.
Στην Κρανιά η ανοικοδόμηση των κατεστραμμένων χωριών και η ανασύσταση, σε πρώτη φάση, της κοινωνικής ζωής στο χωριό συνδέεται άμεσα με την κτηνοτροφική πρακτική. Οι κτηνοτρόφοι αποτελούν με αυτό τον τρόπο και για μια ακόμη φορά, το δίαυλο επαναφοράς της τοπικότητας από τους χώρους διάχυσής της.
Η καταστροφή, ωστόσο, του χωριού ολοκληρώνει τις διαδικασίες διασποράς των κατοίκων που παρατηρούνται ήδη από το τέλος του 19ου αιώνα. Οι αργοί ρυθμοί ανάκαμψης της κοινότητας, επιβραδύνονται ακόμη περισσότερο από τη σταδιακή στροφή στον κάμπο και στα μεγάλα αστικά κέντρα και πολλών οικογενειών από εκείνες που είχαν επιστρέψει την κρίσιμη περίοδο της δεκαετίας του 1960.
Παράλληλα με τη μετατόπιση του χώρου της τοπικής κοινωνίας στα Τρίκαλα και στην Αθήνα, αναδύονται δύο νέοι πόλοι οργάνωσης του οικονομικού, κοινωνικού και πολιτισμικού χώρου της κοινότητας, στα όρια της περιφέρειάς της αυτή τη φορά. Ο πρώτος αφορά τη σύσταση του οικισμού της Δασικής Υπηρεσίας στη θέση Κουκουφλί, στα σύνορα με τα Δολιανά, μια κίνηση που ενισχύει την τοπική οικονομία με την απασχόληση των κατοίκων σε υλοτομικές εργασίες. Ο δεύτερος σχετίζεται με την εγγραφή των Σαρακατσάνων στα δημοτολόγια του χωριού. Στο σύνθετο πλέγμα των οικονομικών εξαρτήσεων, των κοινωνικών ανισοτήτων και των πολιτισμικών διαφοροποιήσεων υπεισέρχεται και ο χωρικός παράγοντας. Τα κονάκια των Σαρακατσάνων αποτελούν, σε ένα ιδιόμορφο καθεστώς χρήσης αλλά όχι ιδιοκτησίας του χώρου, συνοικισμό της Κρανιάς και συνιστούν έναν ετερογενή πόλο προσδιορισμού της τοπικότητας, τόσο στα όρια της κοινοτικής περιφέρειας όσο και στο θεσσαλικό κάμπο, στους χειμερινούς τόπους διαμονής. Εκεί που στις περισσότερες περιπτώσεις συνυπήρχαν, ακολουθούσαν ή διαδέχτηκαν τα βλάχικα κρανιώτικα τσελιγκάτα και με τη πάροδο του χρόνου απέκτησαν τη δική τους αυτόνομη υπόσταση με την κατασκευή μόνιμων οικιών και εγκαταστάσεων και την αγορά γεωργικής γης.
Καταγράφοντας τις επεκτάσεις και τις μετατοπίσεις της τοπικής κοινωνίας στους πολλαπλούς χώρους διασποράς της, διαπιστώνεται ο διαρκώς μεταβαλλόμενος χαρακτήρας της κοινότητας. Με άξονα την κινητικότητα στο διευρυμένο «κοινωνικό» και «γεωγραφικό» χώρο των κατοίκων της Κρανιάς, μια σειρά από νεωτερικά στοιχεία συναρθρώνονται με ό,τι συνιστά τον «παραδοσιακό» τρόπο ζωής και μεταβάλλουν το χαρακτήρα των χωρικών, κοινωνικών και οικονομικών τους σχέσεων. Πολύ περισσότερο η διάχυση του κοινοτικού χώρου σε πολλαπλά σημεία αναφοράς «φαίνεται» να αμφισβητεί την κυριαρχία του γεωγραφικού χώρου τη κοινότητας ως συστατικό χαρακτηριστικό, διαφοροποιητικό γνώρισμα, συμβολικό πεδίο, υπόστρωμα και όριο της τοπικής ταυτότητας.
Ωστόσο, οι μετατοπίσεις του κοινωνικού χώρου της κοινοτικής ομάδας –τα δίκτυα κοινωνικών, συγγενικών και πολιτικών σχέσεων στις περιοχές εγκατάστασης–, οι πολλαπλές προεκτάσεις του κοινοτικού της χώρου –οι μετακινήσεις ανάμεσα στους χώρους εγκατάστασης και στον τόπο καταγωγής, στην εμπειρία και τη μνήμη του γεωγραφικού χώρου–, συνιστούν μια διευρυμένη κοινοτική ενδοχώρα, σταθερά προσανατολισμένη στον τόπο της συλλογικής οντότητας. Η κεντρομόλος δύναμη που συνέχει το δίκτυο των μετατοπισμένων χώρων είναι ο γεωγραφικός, ταυτόχρονα υλικός και συμβολικός, χώρος της κοινότητας. Αντιπαραβάλλοντας τη δυναμική της τοπικότητας στην κατάτμηση και τη διασπορά σε πολλαπλούς χώρους, αναδεικνύεται ο πολύκεντρος χαρακτήρας του τόπου.
Συμπερασματικά, στην «ιστορική» του μορφή ο οικισμός της Κρανιάς, το χωριό, εκφράζει την υλική υπόσταση της κοινότητας, καθορίζει την κοινωνική της δομή, τις οικονομικές σχέσεις των μετεχόντων σε αυτήν, την πολιτισμική και κοινωνική τους ταυτότητα. Είναι η κεντρομόλος δύναμη στον οργανικό ιστό των χώρων μετακίνησης, των μεταναστεύσεων, των τόπων διαχείμασης. Ουσιαστικά η «μεταφορά» της κοινότητας στους χώρους πρόσκαιρης, εποχιακής ή μονιμότερης διαμονής, μέσα από τα δίκτυα κοινωνικών, συγγενικών και πολιτικών σχέσεων, αναδεικνύει τον πολυτοπικό χαρακτήρα της Κρανιάς, ευρύτερα των βλάχικων κοινοτήτων.
Σε μια ευρύτερη θεώρηση, στην οποία η Κρανιά αποτελεί μια από τις περιπτώσεις που συνθέτουν τη «γεωγραφία» της κατοίκησης της Πίνδου, οι μετακινήσεις από και προς το χωριό, οι διαδοχικοί και ποικίλοι αποχωρισμοί, που παρατηρούνται στον ιστορικό χρόνο, αναδεικνύουν τους τόπους της κίνησης, τους πολλαπλούς χώρους αναφοράς και τις χρονικές
«παύσεις» που χαρακτηρίζουν τις μορφές κατοίκησης και μεταβάλλουν το κανονιστικό πρότυπο της τοπικότητας, θεμελιωμένο στην αντίληψη μιας σταθερής -χωρικά και κοινωνικά κοινότητας, πολύ πριν την επικράτηση των σύγχρονων αλλαγών και τάσεων της νεωτερικότητας.

Ποτηρόπουλος Παρασκευάς
Ερευνητής του Κέντρου Ερεύνης της Ελληνικής Λαογραφίας της Ακαδημίας Αθηνών
Υποψ. Διδάκτωρ Λαογραφίας, ΚΕΕΑ Ακαδημίας Αθηνών

9ο Συμπόσιο Ιστορίας, Λαογραφίας, Βλάχικης Παραδοσιακής Μουσικής και Χορών,
Ασπροπόταμος Τρικάλων 11-12-13 Μαΐου 2007

 

 

1 Η ανακοίνωση στηρίζεται σε επιτόπια έρευνα για την εκπόνηση της διδακτορικής μου διατριβής στον Τομέα Λαογραφίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων υπό την εποπτεία του καθηγητή Λαογραφίας κ. Β. Νιτσιάκου, βλ. Παρασκευάς Ποτηρόπουλος, Πολιτισμικές Ταυτότητες στην Πίνδο, διδακτορική διατριβή, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, Φιλοσοφική Σχολή, Τμήμα Ιστορίας & Αρχαιολογίας, Τομέας Λαογραφίας, Ιωάννινα 2007.

2 Η Κρανιά αναγράφεται ως Κρανειά μετά την ενσωμάτωσή της στο ελληνικό κράτος το 1881, όταν ο οικισμός αποτελεί θερινή έδρα του Δήμου Χαλκίδας του νομού Τρικάλων με χειμερινή έδρα τον Κλεινοβό με το Βασιλικό Διάταγμα της 31ης Μαρτίου 1883, βλ. Υπουργείον Εσωτερικών, Πίνακες των επαρχιών Ηπείρου και Θεσσαλίας κατά την απογραφήν του 1881, τυπ. Αφών Περρή, εν Αθήναις 1884, σελ. β΄και 31. Με τις αλλαγές του 1912 στην τοπική αυτοδιοίκηση γίνεται έδρα της κοινότητας Κρανιάς, συμπεριλαμβάνοντας στη δικαιοδοσία της τους οικισμούς Παλιοχώρι και Δολιανά, ως το 1965 και 1967 αντίστοιχα. Συγκεκριμένα με την Υπουργική απόφαση της 31/08/1912 επικυρώνεται η σύσταση της ομώνυμης κοινότητας και αποφασίζεται η προσάρτηση του οικισμού της Μονής Δολιανών ενώ με αντίστοιχη της 01/06/1916 αποφασίζεται η προσάρτηση στην κοινότητα του οικισμού Παλιοχωρίου. Στις 31/05/1965 αποσπάται το Παλιοχώρι και στις 21/11/1967 ο οικισμός των Δολιανών, βλ. Λεξικό Διοικητικών Μεταβολών των Δήμων και των Κοινοτήτων (1912-2001), ηλεκτρονική έκδοση, Νομός Τρικάλων, κοινότητα Κρανιάς, στην επίσημη σελίδα της Ελληνικής Εταιρείας Τοπικής Ανάπτυξης και Αυτοδιοίκησης, (http:// www.eetaa.gr/). Από το 1940 η επίσημη ονομασία της «διορθώνεται» σε κοινότητα Κρανέας, διοικητικό όνομα που διατηρείται στον οικισμό μέχρι σήμερα, μέρος της διευρυμένης κοινότητας Ασπροποτάμου, από το 1997.

3 Οι Σαρακατσάνοι της Κρανιάς αποτελούν από τις λίγες περιπτώσεις Σαρακατσάνων που ξεχειμάζουν στον κάμπο της Λάρισας και είναι εγγεγραμμένοι στον ορεινό τόπο διαμονής τους με δικαιώματα βοσκής στα κοινοτικά λιβάδια. Καθοριστικό ρόλο σε αυτή την εξέλιξη στη δεκαετία του 1950 διαδραμάτισαν οι Βλάχοι μεγαλοτσελιγκάδες της Κρανιάς που εξασφάλισαν με αυτόν τον τρόπο βοσκούς για τα κοπάδια τους, μέσα από το σύστημα των πελατειακών σχέσεων, βλ. Λ. Γουργιώτη, «Σαρακατσάνοι κτηνοτρόφοι – γεωργοί στην περιοχή της Λάρισας» στο Σαρακατσάνοι, ένας ελληνικός νομαδικός κτηνοτροφικός πληθυσμός, Πρακτικά Συνεδρίου Σερρών 13 Οκτωβρίου 1983, Αθήνα, 1985, σελ. 48 – 59. Η Κρανιά είναι από εκείνες τις περιπτώσεις συνεργασίας και συνύπαρξης Βλάχων και Σαρακατσάνων, με διακριτούς και άνισους ωστόσο κοινωνικούς, πολιτισμικούς και πολιτικούς ρόλους, με ιδιαίτερη ένταση στο παρελθόν αλλά ακόμα ισχυρούς.

4 Στον Κώδικα Τρίκκης που συντάχτηκε για φορολογικούς λόγους κατ’ εντολή του Αλή Πασά, βλ. Μ. Κλιάφα, Μούλτι χερετίματι ντι λα Κόρνου: μικρό χρονικό της Κρανιάς Ασπροποτάμου, Γένεσις, Τρίκαλα 2003, σελ. 9. Αντίθετα ο Φ. Πουκεβίλ κατά την επίσκεψή του στην περιοχή το 1814, με όλες τις επιφυλάξεις για την ορθότητά του, εκτιμά σε 300 οικογένειες τον πληθυσμό του χωριού, βλ. Φ. Πουκεβίλ, Ταξίδι στην Ελλάδα, Ήπειρος, μτφ. Παναγιώτα Κώτσου, Αφοί Τολίδη, Αθήνα 1994, σελ. 332.

5 Βέβαια θα πρέπει να σημειωθεί ότι η απογραφή διεξάγεται μεταξύ 610 Οκτωβρίου, περίοδο που ήδη πολλοί έχουν αναχωρήσει για τα χειμαδιά. Για τον ίδιο λόγο, την ημερομηνία διεξαγωγής τους, οι απογραφές στις 1516/4/1889 και 27/10/1907 καταγράφουν 27 και 6 κατοίκους αντίστοιχα, βλ. Μ. Χουλιαράκης, Γεωγραφική, διοικητική και πληθυσμιακή εξέλιξις της Ελλάδος, 1821-1971, τόμος πρώτος, μέρος δεύτερον, Ε.Κ.Κ.Ε., Αθήναι 1974, σελ. 171, 241 και 328.

6 Ο ισομορφισμός χώρου, τόπου, πολιτισμού ερμηνεύει μονοσήμαντα τις τοπικές κοινωνίες, καθώς κάθε πολιτισμός θεωρείται εντοπισμένος, διακριτός και οριοθετημένος σε συγκεκριμένα γεωγραφικά πλαίσια, χαρακτηρίζεται από ομοιογένεια και σταθερότητα στα χαρακτηριστικά του και παράγει ένα συνεκτικό πολιτισμικό τοπίο, βλ. E. Hirsch, “Landscape: Between Place and Space”, στο E. Hirsch M. O’Hanlon, The Anthropology of Landscape. Perspectives on Place and Space, Clarendon Press, Oxford 1995, σελ. 1. Επίσης βλ. A. Gupta –J. Ferguson, “Beyond “Culture”: Space, Identity and the Politics of Difference”, στο A. Gupta – J. Ferguson (eds), Culture, Power, Place: Explorations in Critical Anthropology, Duke University Press, Durham and London 1997, σελ. 33–37. Για τη φιλοσοφική προσέγγιση των εννοιών της ισομορφίας αλλά και της ετερομορφίας βλ. Ζ.Φ. Λυοτάρ, Η Μεταμοντέρνα Κατάσταση, μτφ. Κ. Παπαγιώργης, Γνώση, Αθήνα 1993. Για τη συγκρότηση της τοπικότητας, ως έκφρασης της κοινωνικής οντότητας σε συγκεκριμένο χώρο βλ. K. Olwig, Landscape, Nature and the Body Politic: From Britain’s Renaissance to America’s New World, University of Wisconsin Press, Madison 2002, σελ. 17.

7 «Κάποια επιδημία, ίσως στα τέλη του 17ου αιώνα, κατέστρεψε το χωριό Γκορτσιά, που υπήρχε στη θέση του Παλαιοχωρίου Κρανιάς. Πολλοί κάτοικοι φέρονται να μετακινήθηκαν τότε στην Κρανιά, δίνοντάς της δυναμικότερη διάσταση», Α. Κουκούδης, Οι μητροπόλεις και η διασπορά των Βλάχων, University Studio Press, Θεσσαλονίκη 1999 σελ. 69. Η μετακίνηση από ελληνόφωνα χωριά, χαμηλότερα στην Πίνδο, προς την περιοχή του Ασπροποτάμου αποτελεί χαρακτηριστικό μοτίβο ιστορίας καταγωγής στα περισσότερα χωριά τη περιοχής, βλ. Α. Κουκούδης, ό.π., σελ. 38 και 69.

8 Αφηγητής, Α. Ψ. 30072004, Κρανιά.

9 Αφηγητής, Κ. Μ. 07082003, Κρανιά.

10 Για την τελευταία εκδοχή βλ. Μ. Κλιάφα, Μούλτι χερετίματι ντι λα Κόρνου, ό.π., σελ. 8 και γενικότερα για τη μετακίνηση των κατοίκων της Μοσχόπολης προς την περιοχή του Ασπροποτάμου βλ. Α. Κουκούδης, ό.π., σελ. 234.

11 Πρόκειται για τη διαμάχη του Γ. Καραϊσκάκη με τον Ν. Στουρνάρη και το γαμπρό του και τοπικό οπλαρχηγό Γ. Λιακατά για τον έλεγχο της περιοχής, που έχει ως αποτέλεσμα τη λεηλασία της Κρανιάς το 1824, βλ. Ν. Κασομούλης, Στρατιωτικά ενθυμήματα της Ελληνικής Επαναστάσεως, τόμ. Α΄, Αθήνα 1940, σελ. 262 και Θ. Νημάς, Τρίκαλα-Καλαμπάκα-Μετέωρα-Πίνδος-Χάσια (Γεωγραφία-Ιστορία-Μνημεία-Τουρισμός), Αφοί Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 1987, σελ. 73-76.

12 Για τις μετακινήσεις των Βλάχων και, στη διάρκεια του 19ου αιώνα, των Σαρακατσάνων του Ασπροποτάμου βλ. Α. Κουκούδης, ό.π., σελ. 71-81.

13 Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όπως για το φόβο των ληστών, χρησιμοποιούσαν και άλλες διαδρομές όπως από το πέρασμα Γκουράσια προς την Πύρρα.

14 Πρακτική που συνεχίζουν και οι Σαρακατσάνοι προμηθευόμενοι ξύλα από κει για το ετήσιο «στήσιμο» των καλυβιών τους στα Κονάκια.

15 Είναι χαρακτηριστικό ότι από τον 19ο αιώνα κι έπειτα αποτελεί ένα σταθερό τόπο συνάντησης των χωριανών και λήψης κρίσιμων αποφάσεων για το μέλλον της κοινότητας.

16 Βλ. G. Weigand, Οι Αρωμούνοι (Βλάχοι), μτφ. Th. Kahl, Αφοί Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 2001, σελ. 21-12.

17 Βλ. Μ. Κλιάφα, Μούλτι χερετίματι ντι λα Κόρνου, ό.π. Για τα παραδείγματα που αναφέρονται βλ. ειδικότερα σελ. 17, 27-28, 42-44, 47.

18 Βλ. Μ. Κλιάφα, ό.π., σελ. 14.

19 Για το Γαρδίκι βλ. Θ. Σπύρου, «Από το Γαρδίκι στο Γαρδικάκι», Δοκιμές 8 (1999), σ. 82-83. Γενικά για τα χωριά του Ασπροποτάμου είναι χαρακτηριστική η αναφορά του G. Weigand, το 1889, βλ. G. Weigand, Οι Αρωμούνοι (Βλάχοι), ό.π., σελ. 215. Επίσης γενικότερα για τα χωριά του Ασπροποτάμου βλ. Κ. Φαλτάιτς, «Οι πλανόδιοι τεχνίτες στην Ελλάδα», Ελληνικά Γράμματα(1928), τ. 3, σελ. 9.

20 Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα των αδελφών Ζαφόλια από την Κρανιά Ασπροποτάμου που εγκαταστάθηκαν στην Αθήνα το 1916 και δημιούργησαν μια Ομόρρυθμη Εταιρεία τυροκομικών προϊόντων λιανικής πώλησης με την επωνυμία «Αφοί Ζαφόλια» που υπάρχει ακόμα στην οδό Σοφοκλέους.

21 Βλ. Μ. Κλιάφα, ό.π., σελ. 58-59.

22 Για την καταστροφή των χωριών του Ασπροποτάμου και της Κρανιάς το 1943 από τα Γερμανικά στρατεύματα κατοχής Βλ. Αχ. Καρανάσιος: «Η καταστροφή του Ασπροποτάμου», Μετέωρα, έτος β΄, Τρίκαλα 1948, σελ. 19117, Αλ. Χατζηγάκης, Τ’ Ασπροπόταμο της Πίνδου, Ιστορικά, Μαυρίδης, Αθήνα 1961, σελ. 347350, και αφηγήσεις των Κ. Χατζηγάκη και Χ. Ντάφη, στο Μ. Κλιάφα, Σιωπηλές φωνές, Μαρτυρίες Θεσσαλών για τον 20ο αιώνα, Καστανιώτης, Αθήνα 2000, σελ. 117 και 139 αντίστοιχα. Για την Κρανιά ειδικότερα Μ. Κλιάφα, Μούλτι χερετίματι..., ό.π., σελ. 6266, Δ. Κωνσταντινίδης, Κρανιά Ασπροποτάμου. Η Ιστορία, Ο Τόπος, Οι Άνθρωποι, Τρίκαλα 2007 όπου επίσης περιλαμβάνονται στοιχεία για την ιστορική διαδρομή του χωριού, τα τοπωνύμια και τα κρανιώτικα οικογενειακά επώνυμα. Γενικά για το χωριό βλ. επίσης την έκδοση του Πολιτιστικού Συλλόγου Κρανιάς Ασπροποτάμου, Μνήμες και παράδοση, Λεύκωμα Κρανιάς Ασπροποτάμου, 2005, επιμέλεια Δ. Γκαραγκούνης, φωτογραφίες Γ. Πολύσης.

8