Στο Σουνκέτρου στα Καλύβια του Λαϊλιά παρέα με το όνειρο

introΑπόγευμα, παραμονή της γιορτής των Αγίων Αποστόλων Πέτρου και Παύλου κι εγώ βρίσκομαι να περπατώ ολομόναχος στα ερείπια του χωριού Καλύβια πάνω στο "Λαϊλιά".

Τριγύρω απέραντο δάσος από πανύψηλα έλατα και οξιές. Ερημιά και απόλυτη ησυχία επικρατεί παντού. Ένας απροσδιόριστος φόβος με διακατέχει. Θλίψη επικρατεί στην ψυχή μου. Γύρω μου διάσπαρτοι δεκάδες σωροί από πέτρες, απομεινάρια παλιών σπιτιών και ανάμεσά τους ορθώνονται φουντωτές αγριοτριανταφυλλιές, κερασιές, κορομηλιές και αγριομηλιές. Παράξενο πώς οι σωροί αυτοί με τις πέτρες και τα οπωροφόρα δένδρα μετριάζουν τον φόβο μου, ημερεύουν το πρόσωπό μου. Δικοί μας άνθρωποι, σκέφτομαι, έζησαν και πέθαναν κάποτε εδώ. Κουβάλησαν στην πλάτη από το ποτάμι όλες αυτές τις πέτρες, έκτισαν τα σπίτια τους, φύτεψαν αγριοτριανταφυλλιές, κερασιές, κορομηλιές και αγριομηλιές έτσι για να ημερώσει λίγο ο άγριος τόπος. Αυτές οι σκέψεις μου δίνουν θάρρος, διώχνουν τον φόβο από μέσα μου.
Τώρα ανηφορίζω με δυσκολία το στενό χορταριασμένο σοκάκι που οδηγεί στο περίφημο μεσοχώρι, στο πάνω μαχαλά, στην συνοικία των Αβδελλιωτών. Ανυπομονώ να φτάσω. Τόσα και τόσα άκουσα γι αυτό το μεσοχώρι. Μεγάλο και τρανό το έπλασα στην φαντασία μου. Ήθελα τώρα να το επιβεβαιώσω και με τα μάτια μου. Έφθασα τελικά. Απογοήτευση!!!. Μπροστά μου τώρα έχω μια μικρή πλατειούλα. Ένα τόσο δα ισάδι. Μια χούφτα ίσιο (πιό ίσιο!!!) μέρος όλο και όλο. Τα πάντα είναι διαφορετικά, πολύ διαφορετικά από το πώς τα είχα πλάσει στην φαντασία μου. Σε κάθε βήμα μου και ένα πανύψηλο δένδρο ορθώνεται μπροστά σου. . Να και η κιάτρα (πέτρα), η περιβόητη. Στέκει εκεί στην πάνω πλευρά της μικρής πλατείας. Τι δεν έχω ακούσει γι' αυτή!!. Πλησιάζω, θέλω να την δω από κοντά, να την ακουμπήσω, να της μιλήσω, να τη ρωτήσω να μου πει, τί είδε και τι άκουσε όλα εκείνα τα χρόνια όταν κατοικούνταν το χωριό. Να μου πει ποια ήταν η ομορφότερη νύφη που χόρεψε μπροστά της!!!. Ποια ήταν αυτή με τα περισσότερα φλουριά στο στήθος!!!. Ποιο από τα παλικάρια (τζιόνι) ήταν ο ομορφότερος, ο ποιο λεβέντης!!!. «Κιάτρα μη με παρεξηγήσεις για τα ρούχα που φορώ. Ξέρω εσύ έχεις συνηθίσει να βλέπεις άνδρες με φουστανέλα (καντούσια)» της είπα με ψιθυριστή φωνή και κάθισα πάνω της να ξαποστάσω, έτσι όπως κάθονταν τα παλιά χρόνια εκεί οι γεροντότεροι του χωριού.
Κλείνω τώρα τα μάτια μου. Θέλω να ταξιδέψω πίσω στον χώρο και στο χρόνο. Να ονειρευτώ. Και να αμέσως ξεπροβάλλει μπροστά μου το παλιό χωριό Καλύβια ολοζώντανο. Είναι ακριβώς έτσι όπως μου το περιέγραψαν. Αρχίζω να μετρώ τα σπίτια. Μετά τα εκατό μπερδεύομαι και ξαναρχίζω το μέτρημα από την αρχή. Τελικά καταλήγω εκατό πάνω κάτω. Στα στενά σοκάκια, που μετά βίας χωράει να περάσει ένα ζώο φορτωμένο, βλέπω τώρα κόσμος πολύς να πηγαινοέρχεται. Σε ένα από αυτά, στον μαχαλά των Αβδελλιωτών, βλέπω τώρα δυο μικρά παιδάκια να περιφέρονται μόνα τους. Είναι ένα εξάχρονο περίπου κοριτσάκι που κρατά σφικτά από το χέρι ένα μικρότερο αγοράκι. Φαίνονται αδελφάκια μάλλον θα είναι ορφανά. Προσπαθώ να τα δω καλύτερα. Δεν τα καταφέρνω, η απογευματινή αντηλιά από τις λαμαρινιένες στέγες των σπιτιών, θαμπώνει το βλέμμα μου. Όμως κάτι μου λέει μέσα μου ότι τα παιδάκια είναι η μητέρα μου, η τετα-Γκέλα σε μικρή ηλικία με τον μικρότερο αδελφό της, τον θείο μου τον λαλα-Στέργιο.
Αυτό το απόγευμα όλα τα σπίτια του χωριού καπνίζουν και όμως παράξενο σε κανένα από αυτά δεν διακρίνω τζάκι ή κάποιας μορφής καπνοδόχου.
Παραμονή των Αγίων Αποστόλων (Σουνκιέτρου) και το χωριό παρουσιάζει ασυνήθιστα μεγάλη κίνηση. Ετοιμάζεται για τη μεγάλη τριήμερη γιορτή. Στα σπίτια οι νοικοκυρές από το πρωί καθαρίζουν, ετοιμάζουν φαγητό, πλένουν στο ποτάμι (λα αρούου), κουβαλούν νερό, και γενικά προετοιμάζονται για τη γιορτή. Αύριο ξημερώνει η γιορτή Πέτρου και Παύλου και την επομένη των Αγίων Αποστόλων. Από το πρωί συνεχώς κόσμος να καταφθάνει στο χωριό. Από τις Σέρρες, το Λευκώνα, το Καπετανούδι (Μουράμορ), το Χριστός, το Μελενικίτσι, το Σιδηρόκαστρο, τη Φεά Πέτρα, το Καπνόφυτο (Τσιρβίστι), από παντού, καβάλα πάνω σε ζώα, ανηφορίζουν για τα Καλύβια. Σήμερα στο χωριό από το πρωί περιφέρονται και πολλοί τσομπάνηδες. Θυμήθηκα τον παππού που μου είπε, "στα Καλύβια ήταν έθιμο, στη συμφωνία αφεντικού και τσομπάνη να υπάρχει όρος ότι θα δοθεί άδεια για το Σουνκέτρου. Για τα παλικάρια του χωριού, για τους τσομπάνηδες, η γιορτή Σουνκέτρου αποτελούσε αφορμή να έρθουν στο χωριό, να δουν τις γυναίκες, τα παιδιά τους οι παντρεμένοι, και οι αρραβωνιασμένοι έστω και για λίγο, έστω και από μακριά, τις αρραβωνιαστικές τους."
Στα Καλύβια ,το τριήμερο της γιορτής, σε κάθε σπίτι φιλοξενούνται δύο και τρεις οικογένειες και ένα πλήθος από μικρά παιδιά. Πού να χωρέσει τόσος κόσμος σε τόσο μικρά σπίτια; αναρωτήθηκα. Θυμήθηκα την απάντηση που μου είχε δώσει παλαιότερα μια γιαγιά. "Είναι πολύ απλό παιδί μου" μου είχε πει. "Στρώνεις κάτω μάλλινα κιλίμια (σάσμα) αραδιάζεις τρία τέσσερα βλάχικα μαξιλάρια, ρίχνεις και από πάνω τρεις τετράφυλλες βελέντζες και μια ντουζίνα παιδιά, σε ένα χώρο λίγων τετραγωνικών μέτρων, κοιμάται του καλού καιρού, αρκεί βέβαια οι μεγάλοι να προσέχουν μη τα πατήσουν!!!.». "Ο κόσμος παιδί μου τότε ήταν απλός και το δέσιμο ανάμεσα στην οικογένεια πολύ δυνατό".
Ξημέρωσε η πρώτη ημέρα του πανηγυριού. Ανήμερα των Αγίων Αποστόλων Πέτρου και Παύλου. Από την απέναντι πλαγιά, από εκεί που ανατέλλει ο ήλιος, ακούγεται τώρα ο χαρακτηριστικός ήχος του τάλαντου (τοάκα) της εκκλησίας. Η εκκλησία του χωριού δεν είναι ακόμη ολοκληρωμένη. Τα δύσκολα χρόνια που προηγήθηκαν, οι καταστροφές του χωριού, δεν επέτρεψαν να ολοκληρωθεί. Πρόλαβε όμως και κτίστηκε ο σκελετός. Μένει να τοποθετηθεί η σκεπή. Μόνο στο Άγιο Βήμα υπάρχει ένα προσωρινό μικρό σκέπαστρο για να προστατεύονται οι λιγοστές εικόνες. Το τάλαντο είναι κρεμασμένο σε παρακείμενη αιωνόβια οξιά. Στη βάση του δένδρου βλέπω τώρα πολλές γριές με μικρά παιδιά. Η αιωνόβια οξιά έχει στη βάση της μια μεγάλη τρύπα (κουφάλα) από την οποία οι γριές υποχρεώνουν τα παιδιά να περάσουν από μέσα. Θυμήθηκα που μου είπαν πώς η κουφάλα της οξιάς στην εκκλησία είναι θαυματουργή και προστατεύει από τις αρρώστιες όποιον την περάσει. Έως το 1916, ένας από αυτούς που κτυπά το τάλαντο της εκκλησίας στα Καλύβια είναι και ο προπάππος μου ο Στέργιος Τζήμας (λαλα-Τέγα).
Στη βρύση (σιόπατου αλ Καραγώγου) του χωριού αυτό το πρωινό βλέπω ασυνήθιστα μεγάλη κίνηση. Πολλά κορίτσια συνωστίζονται. Κρατούν στα χέρια, γκιούμια, γκαλιάτες, μπαργάτσια, κανάτες, στάμνες και όλες βιάζονται να γεμίσουν. Οι αυλές των σπιτιών όλες σχεδόν καπνίζουν. Οι δυο μεγάλοι φούρνοι του χωριού επίσης καπνίζουν από το πρωί. Οι γυναίκες ετοιμάζουν φαγητό. Θα έχουν σήμερα φιλοξενούμενους (ουάσπιτς) και ετοιμάζονται. Πίτες ετοιμάζονται παντού. Πίτες με τυρί, με τσουκνίδες του βουνού, με άγριο σπανάκι (νάνι), με λάπατα (στέϊ). Είναι ότι καλύτερο μπορούν να προσφέρουν στους φιλοξενούμενους.
Έγινε τώρα απόγευμα. Στα δυο μεσοχώρια των Αβδελιωτών και των Γραμμουστιάνων, πλήθος παιδιών παίζουν χαρούμενα παιχνίδια. Τα παιδία από τις δύο συνοικίες του χωριού δεν κάνουν μεταξύ τους παρέα. Οι σχέσεις μεταξύ τους δεν ήταν ποτέ καλές. Εχθρικές θα έλεγα. Τα Γραμμουστιανόπουλα προκαλούν τα Αβδελιωτόπουλα και το αντίθετο. Καθημερινοί είναι οι καυγάδες που καταλήγουν συχνά σε άγριους πετροπόλεμους στα σοκάκια του χωριού. Ξαφνικά ακούω άγριες φωνές και ανθρώπους ηλικιωμένους να τρέχουν στο σοκάκι. Τι να έχει συμβεί; Ξέσπασε άγριος πετροπόλεμος με τις αυτοσχέδιες σφενδόνες (προυάστια) ανάμεσα σε δύο παρέες παιδιών από τους δύο μαχαλάδες. Και οι ηλικιωμένοι που έτρεξαν τι πήγαν να κάνουν; Για να τα συνετίσουν σκέφτηκα. Πόσο λάθος έκανα!!! Αντί να τα συνετίσουν ο καθένας ενθάρρυνε τα παιδιά της δικής του συνοικίας!!!.Σε λίγο η ηρεμία επανέρχεται. Είναι αλήθεια οι σχέσεις ανάμεσα στις δύο κοινωνίες του χωριού δεν ήταν και τόσο αγαθές. Παρότι διαβιούν στον ίδιο χώρο, λειτουργούν ως ανεξάρτητες η μία από την άλλη. Ξεχωριστά καφενεία, κάθε βράδυ ξεχωριστούς χορούς και τραγούδια στα δύο μεσοχώρια.
Το μοναδικό καφενείο-μπακάλικο (χάνι) του Φαρμάκη, στον Αβδελλιώτικο μαχαλά, είναι τώρα γεμάτο κόσμο.
Ο ήλιος τρεμοσβήνει στην απέναντι κορυφή της «μαϊμούνας». Αρχίζει τώρα ο χορός στα δύο μεσοχώρια. Βλέπω αρχικά νεαρά παιδιά, αγόρια και κορίτσια να τραγουδούν και να χορεύουν.
Έχει ήδη βραδιάσει. Στο μεσοχώρι των Γραμμουστιάνων ξεχωρίζω τις φωνές των βλαχοραφτάδων Γιώργου Γκοάση και Γιώργου Τσακάλη. Ο Γεώργιος Τσακάλης είναι αυτός που σε καθημερινή σχεδόν βάση σε αυτή την συνοικία σέρνει μαζί με τις γυναίκες το χορό. Έχει και μια βροντερή φωνή που ακούγεται μακριά μέχρι το ύψωμα "λα πουάρτα". Άλλοι καλοί Γραμμουστιάνοι τραγουδιστάδες είναι ο Θωμάς Λεβέντης (Τόμτσιουλ), αρχιτσέλιγκας και ξακουστός έμπορος τυροκομικών, ο Στέργιος Λεβέντης (μετέπειτα δήμαρχος Σιδ/στρου), ο Στέργιος Μουντουλάρης, ο Χρήστος Φράντζαλης και άλλοι.
Έχω την εντύπωση ότι από το μεσοχώρι των Γραμμουστιάνων, από την βουλουάγκα, ακούγονται πολύ περισσότερα βλαχόφωνα τραγούδια από ότι από το μεσοχώρι των Αβδελλιωτών.
Σε λίγο ο χορός στο μεσοχώρι των Γραμμουστιάνων διαλύεται και ένας-ένας όλοι τώρα μετακομίζουν στο μεσοχώρι των Αβδελλιωτών, όπου εκεί ο χορός όλο και φουντώνει.
Νύχτωσε και στο μεσοχώρι των Αβδελλιωτών άναψαν τώρα φωτιά.
Τρανός ο χορός και ο τόπος λίγος. Σχηματίζεται αναγκαστικά σπείρα διπλή και τρίδιπλη. Κλείνει πάντα προς τα μέσα, με τελευταία τα παιδιά. Ακούγονται βαριές και βραχνές φωνές. Χορεύουν οι ηλικιωμένοι. Μπροστά οι άνδρες και πίσω οι γυναίκες. Στο χορό όλα γίνονται με τάξη. Ο καθένας γνωρίζει τη θέση του στο χορό. Πρώτα οι παππούδες ανάλογα με την ηλικία και σε περίπτωση συνομήλικων ανάλογα με την χρονολογία του γάμου τους. Ακολουθούν οι νεότεροι παντρεμένοι και κατόπιν οι αρραβωνιασμένοι και μετά οι ελεύθεροι. Αμέσως μετά τους άνδρες οι γυναίκες, με την ίδια τάξη κι αυτές βαλμένες, όπως και οι άνδρες. Προαιώνιος άγραφος νόμος που τηρείται από όλους με θρησκευτική ευλάβεια.
Μουσικά όργανα δεν υπάρχουν. Χορεύουν με φωνητικά τραγούδια. Το τραγούδι ακούγεται τώρα πολύ δυνατό. Η βαριές και βραχνές φωνές των ανδρών, στο πρώτο τραγούδι της ημέρας, αντιλαλούν ως τρία ρέματα μακριά. Ακούγονται μέχρι απέναντι στην θέση "λα τρέι κίνιι" (στα τρία έλατα).

Ντιάντι τουάκα αλ΄Άγιου Πέτρου
βίνιρα τζιόνλι λα Σουνκέτρου…….
(Σήμανε το σήμαντρο στον Άγιο Πέτρο
Ήρθαν τα παλικάρια στο Σουνκέτρου.)

Παρατηρώ τώρα κάποιες κοπέλες να αποφεύγουν να μπουν στο χορό. Θα είναι αρραβωνιασμένες υποθέτω και ντρέπονται να αντικρίσουν τα πεθερικά τους που χορεύουν. Τριγυρίζουν στα σοκάκια του χωριού. Κόβουν καρπούς από τα δένδρα (κερασιές, δαμασκηνιές κ.λ.π.). Κάποια στιγμή όμως τις αντιλαμβάνεται ο λαλα-Τέγας (Στέργιος Τζήμας). Είναι ο λαλα-Τέγας βλαχοράφτης και καθημερινά βρίσκεται στο χωριό και στα σπίτια ράβοντας γαμπριάτικες και νυφιάτικες φορεσιές. Στους χορούς είναι πάντα παρών. Είναι ο χοράρχης. Είναι αυτός που ελέγχει την ομαλή διεξαγωγή του χορού. Αλίμονο στη γυναίκα πού την ώρα του χορού θα τολμήσει να εμφανιστεί στο μεσοχώρι με την ρόκα γνέθοντας. Θα τρέξει αμέσως θα αρπάξει την ρόκα και μια κίνηση πάνω στο γόνατο θα την κάνει κομμάτια και θα την υποχρεώνει να μπει στο χορό. Είναι σωματώδης και δυνατός. Δεν δέχεται δεύτερη κουβέντα. Κανείς δεν του φέρει αντίρρηση.
Στο χορό του Σουνκέτρου, στο μεσοχώρι των Αβδελλιωτών, εξαίρεση από τους κανόνες του χορού, επιτρέπεται μόνο στον Νικόλα (Κόλα) Φαρμάκη. Αυτός χορεύει πάντα πρώτος, ποτέ δεύτερος!!!. Μεγάλος και ξακουστός ζωέμπορος στον ευρύτερο χώρο της Μακεδονίας, γνωστός και για τις διασυνδέσεις του με το Ελληνικό Προξενείο των Σερρών στη διάρκεια του Μακεδονικού Αγώνα, ο Κόλας Φαρμάκης ανεβαίνει κάθε χρόνο στα Καλύβια για το πανηγύρι, και εδώ από σεβασμό και εκτίμηση τον βάζουν να σύρει πρώτος το χορό.
Ο χορός του Σουνκέτρου γίνεται μόνο με φωνητικά τραγούδια. Τα τραγούδια αποδίδονται με αντιφώνηση. Τραγουδούν τον πρώτο στοίχο πρώτα οι άνδρες και τον επαναλαμβάνουν κατόπιν οι γυναίκες. Πριν καλά-καλά ολοκληρωθεί η επανάληψη του στοίχου από τις γυναίκες οι άνδρες ξαναρχίζουν δυνατά τον επόμενο στοίχο και έτσι συνεχίζουν. Πολλά από τα χορευτικά τραγούδια έχουν δύο μέρη, με το ίδιο συνήθως μουσικό μέτρο, αλλά εκτελούνται με πιο ζωηρές κινήσεις κατά το δεύτερο μέρος.
Στο πέρασμα των χρόνων, πολλούς καλούς τραγουδιστάδες έχει να επιδείξει και ο Αβδελλιώτικος μαχαλάς. Αναφέρω ορισμένα ονόματα που δεν είναι και τα μοναδικά, Στέργιος Τζήμας, Νικόλας Φαρμάκης, Θόδωρος (Θουδουρούς) Τσερμεντσέλης, Δήμος (Κούντα) Ζαπάρας κ.λ.π. Ο καθένας έχει το δικό του αγαπημένο τραγούδι που θέλει να χορέψει. Στον τυροκόμο και ράφτη Στέργιο Μπακάλη (Τέα αλ Πούϊου) από τον Λευκώνα, γνωρίζω ότι του αρέσει πολύ να χορεύει το τραγούδι του γάμου "φουστανέλα με γαζί ποιος λεβέντης τη φορεί…". Ως και παρατσούκλι του κόλλησαν του ανθρώπου. Έτσι κάθε φορά που ανεβαίνει στα Καλύβια, ακούς τα μικρά παιδιά να φωνάζουν στα σοκκάκια "βίνι φουστανέλα με γαζί" (ήρθε η φουστανέλα με γαζί).
Ξημέρωσε και η δεύτερη ημέρα του πανηγυριού. Είναι τώρα η γιορτή των Αγίων Αποστόλων. Από την απέναντι πλαγιά του χωριού πάλι ακούγεται ο χαρακτηριστικός ήχος από το σήμαντρο της εκκλησίας. Δυο γριούλες ανηφορίζουν με δυσκολία το μονοπάτι για την εκκλησία. Πηγαίνουν να ανάψουν το καντηλάκι. Χρόνια τώρα στα Καλύβια δεν έχουν δικό τους παπά. Οι Βλάχοι από τα καλύβια, τα Μυστήρια, όπως γάμοι, βαπτίσεις, αγιασμοί κ.α. τα τελούσαν όχι στην εκκλησία αλλά στο σπίτι με παπά που καλούσαν από τα γειτονικά χωριά και κυρίως από το κοντινό Ξηρότοπο.
Ο ήλιος τώρα έχει σηκωθεί ψηλά και οι λαμαρινένιες στέγες του χωριού αντανακλούν εκτυφλωτικά το φως. Στο σοκάκι, κάτω από το καφενείο του Φαρμάκη, το βλέμμα μου τώρα πέφτει σε μια όμορφη δεκάχρονη κοπελίτσα ντυμένη με τα καλά της. Κατηφορίζει κρατώντας επιδεικτικά στα χέρια της ένα μεγάλο ταψί (δίσκο). Το ταψί είναι σκεπασμένο με ένα λευκό καρέ και από πάνω με μια κόκκινη μαντίλα (σβόνλου) που κάνει το στόλισμα ακόμη πιο εντυπωσιακό. Είναι το "κανίσκου κου πουάμιλι". Είναι το δώρο που στέλνει ο γαμπρός στην αρραβωνιαστικιά του. Σε λίγο θα ακολουθήσει επίσκεψη του πεθερού στο σπίτι της μέλλουσας νύφης του γιου. Η νύφη θα τον περιμένει στην εξώπορτα και θα του φιλήσει το χέρι. Είναι ένα έθιμο που τηρείται στα Καλύβια του Λαϊλιά, την δεύτερη ημέρα της γιορτής των Αγίων Αποστόλων.
Είναι απόγευμα της δεύτερης ημέρας του Σουνκέτρου. Ο ήλιος κατηφορίζει για τα καλά προς την δύση. Στα δύο μεσοχώρια το ίδιο σκηνικό όπως και την πρώτη ημέρα.
Αντιλαλεί και πάλι ο τόπος από τις βραχνές φωνές των ανδρών στο χορό.
Χορεύουν επίσης και έναν χορό σε ρυθμό τσάμικου το " ντόσπρτς τζιόν αρματουλάτς… " , (δώδεκα παλικάρια αρματωμένα), που η μελωδία του μοιάζει με το τραγούδι "κάτω στου Βάλτου τα χωριά…" και αναφέρεται στον Βλάχο Βεροιώτη Μακεδονομάχο Νταμπίζα.
Μετά το 1920 συχνά στο χορό στα Καλύβια εμφανίζονται και οργανοπαίκτες με γκάϊντα. Είναι κάτοικοι του χωριού Ξηρότοπος . Ένας ξακουστούς στη δεξιοτεχνία της γκάϊντας είναι ο Δρόντζας. Με τη γκάιντα χορεύουν προς το τέλος του χορού. Χορεύουν συρτό, μπαϊτούσκα, σβαρνιστά (αζβρνουτόρ). Σύννεφο η σκόνη στο μεσοχώρι. Λίγο πριν σχολάσει ο χορός χορεύουν και ορισμένα περιπαικτικά τραγούδια όπως το «Ράφτε τσι νου τζιότς» (Ράφτη γιατί δεν χορεύεις), «Μωρ τσαλ Τάσι» (Κυρα Τάσαινα) κ.λ.π.
Ξημέρωσε και η τρίτη ημέρα της γιορτής. Στα Καλύβια, η τρίτη ημέρα της γιορτής, δεν θεωρείται απόλυτη αργία. Έτσι βλέπω τώρα γυναίκες να κάθονται στο κεφαλόσκαλο στην εξώπορτα και να πλέκουν.
Ξαφνικά στο σοκάκι που οδηγεί στο μεσοχώρι των Αβδελλιωτών βλέπω να ανηφορίζει ένας παπάς καβάλα στο γαϊδουράκι. Ποιος να είναι άραγε ο παπάς και τι θέλει αυτή την ώρα; Το χωριό όπως είπα δεν έχει παπά. Πλησιάζει περισσότερο και τότε τον αναγνωρίζω. Είναι ο παπα-Γκίττσας (Νικόλαος Γκίτσας) βλάχος από το Αχλαδοχώρι (Κρούσιουβα). Σε λίγο τον βλέπω να στρίβει σε μια αυλή, ξεπεζεύει, φοράει το πετραχήλι του και με το εγκόλπιο στο χέρι μπαίνει στο σπίτι. Τι συμβαίνει άραγε; Το πρόσωπό μου γίνεται σκυθρωπό. Μαύρες σκέψεις περνούν από το μυαλό μου. Για λίγο όμως γιατί αμέσως θυμάμαι ότι μέρες τώρα στο σπίτι αυτό, η τσαλ-Στέργιου είναι λεχώνα στο πρώτο της παιδί. Γέννησε ένα όμορφο αγοράκι και ο παπάς ήρθε να την σαραντήσει. Ποιος μέτρησε τις ημέρες για το σαράντισμα; Ο παπα-Γκίτσας!!!. Όλοι το ξέρουν, ο παπάς κρατάει τεφτέρι στο οποίο σημειώνει πότε γέννησε κάθε γυναίκα στο χωριό. Αυτός μετράει τις ημέρες και έρχεται για το σαράντισμα. Για να έρθει σήμερα σημαίνει ότι πέρασαν σαράντα ημέρες από τότε που γέννησε η τσαλ-Στέργιου. Ξέρει, στο σπίτι της τσαλ Στέργιου έχουν μεγάλη χαρά. Είναι το πρώτο παιδί της οικογένειας και το κυριότερο είναι αγοράκι. Ξέρει ακόμα ότι η οικογένεια της τσαλ-Στέργιου είναι βαστούμενη, έχει πρόβατα πολλά και μετά την ευχή που θα διαβάσει, το γαϊδουράκι του θα βγει από την αυλή της φορτωμένο με τόσα καλά πράματα. Όλα αυτά τα γνωρίζει ο παπα-Γκίτσας και έχει τους λόγους του να βιάζεται να έρθει. Είμαι σίγουρος ότι έφαγε κάποιες ημέρες και ήρθε νωρίτερα για το σαράντισμα. Και πράγματι σε λίγο τον βλέπω να βγαίνει από την αυλή. Τώρα δεν είναι καβάλα στο γαϊδουράκι. Το ζώο είναι βαριά φορτωμένο και ο παπάς το σέρνει από το καπίστρι. Πριν αναχωρήσει για το Καπνόφυτο είμαι σίγουρος ότι θα ενημέρωσε το τεφτεράκι του για τυχόν καμμια καινούργια γέννα στο χωριό.
Σε λίγο βράδιασε και στα δυο μεσοχώρια πάλι το ίδιο με τις προηγούμενες ημέρες σκηνικό. Χορός και μόνο χορός. Είναι έθιμο στα Καλύβια ο χορός το τριήμερο των Αγίων Αποστόλων (Σουνκέτρου).
Ο χορός της τρίτης ημέρας είναι ο τελευταίος της γιορτής. Από αύριο το χωριό και πάλι θα αδειάσει. Όλοι τώρα εύχονται "ντι βουρουάρα μα γκίνι" (του χρόνου καλύτερα). Κάποιοι θα ανταμώσουν και πάλι τον Δεκαπενταύγουστο (Σταμαρίι) ή σε κάποιο γάμο που θα γίνει το επόμενο διάστημα στα Καλύβια.
Η όμορφη αυτή τριήμερη γιορτή των Αγίων Αποστόλων στα Καλύβια κρατάει από πολύ παλιά. Για τελευταία χρονιά έγινε το 1939. Τη χρονιά αυτή από άγνωστη μέχρι και σήμερα αιτία, μεγάλο μέρος του χωριού κάηκε. Ήρθε στη συνέχει ο 2ος Παγκόσμιος Πόλεμος και ο εμφύλιος που ακολούθησε και η καταστροφή του χωριού ολοκληρώθηκε.

Με την λήξη των πολεμικών γεγονότων και του εμφυλίου, οι Βλάχοι Καλυβιώτες θέλησαν και πάλι να κτίσουν τα σπίτια τους στα χωριό. Όμως (τι ειρωνεία !!!) αυτό που δεν κατάφεραν να επιφέρουν, κατά τη μακρόχρονη διαδρομή του χωριού, οι απανωτές εχθρικές καταστροφές και λεηλασίες, το κατάφερε η ίδια η Πολιτεία με τις Υπηρεσίες της. Δεν επέτρεψαν στους κατοίκους του να ξαναχτίσουν τα σπίτια τους, θέτοντας οριστικά πλέον την ταφόπλακα του χωριού Καλύβια.
Η τελευταία αυτή φράση με συνταράζει, με συνεφέρνει αμέσως. Ανοίγω αργά τα μάτια μου, τριγύρω μου και πάλι μόνο τρόχαλα και πανύψηλα δένδρα. Η θλίψη φωλιάζει και πάλι μέσα μου. Παίρνω τώρα τον δρόμο της επιστροφής για την πολύβουη πόλη των Σερρών στην οποία είμαι αναγκασμένος να ζω χειμώνα καλοκαίρι. Κρίμα, σκέπτομαι, για μια ακόμη χρονιά, στη γιορτή των Αγίων Αποστόλων στα Καλύβια του Λαϊλιά, πήγα παρέα με το όνειρο!!!

Μιχάλης Μήσιος

 

Στο "Σουνκέτρου" στα Καλύβια του Λαϊλιά παρέα με το όνειρο

Στο "Σουνκέτρου" στα Καλύβια του Λαϊλιά παρέα με το όνειρο

Στο "Σουνκέτρου" στα Καλύβια του Λαϊλιά παρέα με το όνειρο

Στο "Σουνκέτρου" στα Καλύβια του Λαϊλιά παρέα με το όνειρο

Στο "Σουνκέτρου" στα Καλύβια του Λαϊλιά παρέα με το όνειρο

Στο "Σουνκέτρου" στα Καλύβια του Λαϊλιά παρέα με το όνειρο

Στο "Σουνκέτρου" στα Καλύβια του Λαϊλιά παρέα με το όνειρο

Στο "Σουνκέτρου" στα Καλύβια του Λαϊλιά παρέα με το όνειρο

Στο "Σουνκέτρου" στα Καλύβια του Λαϊλιά παρέα με το όνειρο