Γεννημένος το 1893 στη Σαμαρίνα, το κεφαλοχώρι της Πίνδου, καταγόμενος από πλούσια βλάχικη οικογένεια εμπόρων, σπούδασε στο Γυμνάσιο της Σιάτιστας και συνέχισε τις σπουδές του στη Ρουμανία, όπου ενεπλάκη στο βλάχικο αυτονομιστικό κίνημα.
Ο Διαμάντης οραματίστηκε το αυτόνομο ανεξάρτητο κρατίδιο των Βλάχων «Πριγκιπάτο της Πίνδου» και έχρισε εαυτόν αρχηγό και εκπρόσωπο των Βλάχων της Κάτω Βαλκανικής. Διεκδικούσε πολιτική και πολιτιστική αυτονομία των Βλάχων με στόχο την διατήρηση και προώθηση της βλάχικης γλώσσας και κουλτούρας και επιδίωκε την υποστήριξη από τις δυνάμεις του Άξονα (Ιταλία και Γερμανία) για την επίτευξη των στόχων του με αντάλλαγμα τη συστράτευσή του με τον κατακτητή.
Ο Αλκιβιάδης Διαμάντης εμφανίστηκε μαζί με τους Ιταλούς μετά την κατάρρευση του μετώπου, το 1941 και ίδρυσε τη «Λεγεώνα των Βλάχων», το όνομα της οποίας προήλθε από την επιχειρηματολογία ότι οι Βλάχοι είναι απόγονοι στρατιωτών της 5ης Ρωμαϊκής Λεγεώνας (Legio V Macedonica). Η Λεγεώνα δημιουργήθηκε από τον Διαμάντη μετά από οδηγίες και συνεννόηση με τις κυβερνήσεις της Ρουμανίας και της Ιταλίας, όπως αναφέρει ο ίδιος στην αναφορά του προς τον πρωθυπουργό της Ρουμανίας στις 17 Ιουλίου 1942, αλλά και ο δεύτερος τη τάξη, Νικόλαος Ματούσης, στην αναφορά του προς Ρουμανικές αρχές στις 21 Οκτωβρίου 1943.
Τον Μάιο του 1941, ο Διαμάντης πηγαίνει στα Ιωάννινα και συναντά βλαχόφωνους και το καλοκαίρι περιοδεύει στη Σαμαρίνα, Γρεβενά, Λάρισα, Τρίκαλα, Ελασσόνα, σε πολλά χωριά και στο Πραιτώρι Ελασσόνας όπου οργανώνει συγκέντρωση περίπου 50 Βλάχων της περιοχής, με παρουσία αποφοίτων ρουμάνικων σχολών και Ιταλών. Το καλοκαίρι εμφανίζεται η πρώτη δράση λεγεωνάριων, με αρχηγό τον Βασίλη Ραποτίκα με σκοπό την βοήθεια των ιταλικών δυνάμεων στην ανακάλυψη και συλλογή όπλων που ήταν στην κατοχή του ελληνικού πληθυσμού.
Στις 25/9/1941 ο Διαμάντης επισκέπτεται τον διορισμένο από τους Γερμανούς πρωθυπουργό Γεώργιο Τσολάκογλου και του υποβάλλει υπόμνημα ζητώντας δικαιώματα για τους Βλάχους, ίδρυση σχολείων, οικονομική ενίσχυση και ανάμεσα στα άλλα να διορίζονται «Οι Νομάρχαι και οι Δήμαρχοι Ηπείρου, Πίνδου, Θεσσαλίας και Μακεδονίας, όπου υπάρχουν εις τας ως άνω περιοχάς αμιγείς συνοικισμοί Βλάχων ή μικτοί τοιούτοι Βλάχων και Ελλήνων», από κοινού μεταξύ της Ελληνικής Κυβέρνησης και του ιδίου «υπό την ιδιότητά του ως αντιπροσώπου των Βλαχικών Κοινοτήτων της Πίνδου, Ηπείρου, Θεσσαλίας και Μακεδονίας με την προηγουμένην έγκρισιν των Αρχών Κατοχής, ήτοι των Γερμανών διά την περιοχήν Θεσσαλονίκης και των Ιταλών διά την υπό της Ιταλίας κατεχομένην ζώνην.»
Στη συνέχεια ο Διαμάντης, με τη βοήθεια των ιταλικών αρχών, προχωρά σε αντικατάσταση δημάρχων, ίδρυση ρουμάνικων σχολείων, παρακράτηση εμπορευμάτων και αγαθών καθώς και εξαναγκασμό κατοίκων να μπουν στην οργάνωση των λεγεωναρίων και συνέχιση των επιδρομών στα χωριά για όπλα. Τα μέλη της Λεγεώνας τύγχαναν ευεργετικών ρυθμίσεων ως προς την τυροκόμηση ενώ σταδιακά συγκροτούνται και ένοπλα ενισχύοντας τις ιταλικές κατοχικές αρχές.
Τον Φεβρουάριο του 1942 δημοσιεύτηκε σε εφημερίδες της Θεσσαλίας το «Μανιφέστο των Βλάχων» το οποίο υπέγραφαν ο Διαμάντης ως «Αρχηγός και εκπρόσωπος των Βλάχων της κάτω Βαλκανικής» και ορισμένοι επιφανείς Βλάχοι μερικοί από τους οποίους δήλωσαν λίγο αργότερα ότι η υπογραφή τους δεν τέθηκε με την άδειά τους, αποκηρύσσοντάς το.
Τη δράση του Διαμάντη και της «Ρωμαϊκής Λεγεώνας» καταδίκασε η «Ένωσις Ελλήνων Κουτσοβλάχων» με προκηρύξεις που έριξε σε πόλεις και χωριά της περιοχής, στις οποίες καταδίκαζε όσους συμμετείχαν στη Λεγεώνα κάνοντας λόγο για «πολιτικάντηδες, αποτυχημένους διανοούμενους, κοινούς κατσικοκλέφτες και τυχοδιώκτες διεθνούς φήμης» και αναφερόταν στα εγκλήματα των λεγεωνάριων σε περιοχές της Θεσσαλίας, της Ηπείρου και της Μακεδονίας: «ελεηλάτησαν σπίτια, λήστεψαν προϊόντα πτωχών αγροτών και κτηνοτρόφων, έκαναν αναγκαστική συγκέντρωση του γάλακτος και των μαλλιών και των σφαγίων σε εξευτελιστικές τιμές, εξόρισαν και βασάνισαν του αντιφρονούντας, επρόδωσαν κατόχους όπλων και στρατιωτικών ειδών, παρέδωσαν εις την κτηνώδη διάθεσιν των κατακτητών φασιστών τιμίους συμπατριώτας, που πέθαναν από τα βασανιστήρια..».
Παράλληλα η οργάνωση «Η νέα Φιλική Εταιρεία» που δημιούργησαν οι Ευάγγελος Αβέρωφ και Νικόλαος Ράπτης, τον Μάιο του 1941 καταφερόταν εναντίον της δράσης της Λεγεώνας στέλνοντας μάλιστα και υπόμνημα διαμαρτυρίας στον Ιταλό στρατηγό Ρουτζέρο στις 15 Γενάρη 1942 ενώ παράλληλα δημοσίευε κείμενα στον Τύπο κατά της δράσης της. Ενώ ο υπομοίραρχος Χωροφυλακής, Χ. Κούρτης, έπειτα από συνεννόηση με τον Αβέρωφ, πυρπόλησε στα Τρίκαλα ιταλική αποθήκη εφοδιασμού που προοριζόταν για τη Λεγεώνα. Για την δραστηριότητά τους, ο Αβέρωφ και άλλοι φυλακίστηκαν από τις ιταλικές αρχές στις 28 Απριλίου 1942 και στάλθηκαν αρχικά σε φυλακή και στη συνέχεια σε στρατόπεδο συγκέντρωσης στην Ιταλία.
Οι κινήσεις του Διαμάντη και της Λεγεώνας συνάντησαν αντίδραση και από την κατοχική κυβέρνηση Τσολάκογλου, αλλά και από τοπικούς παράγοντες. Ο Τσολάκογλου, εξέδωσε εγκύκλιο στις 13 Μαρτίου 1942 προς τους Νομάρχες όπου αναφέρεται «συστηματική δράσις ξένων προπαγανδιστών», ότι «σκορπίζουν άφθονο χρήμα», ότι «δελεάζουν το λαό με τρόφιμα», ότι εκβιάζουν κατοίκους χωριών με παρουσία «αξιωματικού ή υπαξιωματικού των ξένων στρατευμάτων». Ενώ στη Θεσσαλία μετέβησαν, με εντολή του Τσολάκογλου, σημαντικά πρόσωπα της βλάχικης κοινότητας, όπως ο υποστράτηγος Ντάκος, ο συνταγματάρχης Απόστολος Παπαγεωργίου, ο δικηγόρος Δασκαλόπουλος και ο λοχαγός Θεόδωρος Σαράντης, τον οποίο διόρισε νομάρχη Τρικάλων, ώστε να ασκήσουν επιρροή εναντίον της αυτονομιστικής κίνησης.
Το 1942, ο δημοσιογράφος Τάκης Οικονομάκης δημοσιεύει σειρά άρθρων στην εφημερίδα του Βόλου «Η Θεσσαλία» εναντίον της «Λεγεώνας» (Φεβρουάριος 1942) αναφερόμενος εμμέσως αλλά σαφώς στα μέλη της: «κατσικοκλέφτες, φυγόδικοι, μαυραγορίτες, πάσης φύσεως άτακτα στοιχεία» και αργότερα μιλώντας για «αντεθνική λεγεώνα». Ο Διαμάντης συντάσσει κείμενο με τίτλο «επιβεβλημένη απάντησις», το οποίο απαιτεί να δημοσιευτεί την 25η Μαρτίου, επέτειο της εθνικής εορτής. Οι εφημερίδες αρνούνται και το δημοσιεύουν στις 28 Μαρτίου 1942 η «Θεσσαλία» και «Ο Ταχυδρόμος», ενώ ο «Λαρισαϊκός Τύπος» και το «Θάρρος» των Τρικάλων το δημοσιεύουν στις 2 Απριλίου. Η «Θεσσαλία» προσπαθεί να δημοσιεύσει σχόλιο το οποίο δεν επιτρέπει η ιταλική λογοκρισία, ενώ ο ιδιοκτήτης του «Θάρρους» σε διπλανή στήλη δημοσιεύει κείμενο με τίτλο «Προδότης και προδοσία» δήθεν αναφερόμενο στα θρησκευτικά δρώμενα του Πάσχα, το οποίο τελειώνει λέγοντας «Εκ της εξιστορήσεως της προδοσίας του Ιούδα..... το κοινωνικόν σύνολον αντλεί διδάγματα εκ του καυτηριασμού της επιβόλου πράξεως».
Το κείμενο του Διαμάντη φερόταν να υπογράφεται από τον ίδιο με την ιδιότητα «Ο Αρχηγός και εκπρόσωπος των Βλάχων της Κάτω Βαλκανικής» και 42 πρόσωπα ως «Οι Σύμβουλοι και εκπρόσωποι των Βλάχων της Κάτω Βαλκανικής, Σερβίας, Βουλγαρίας, Αλβανίας, Ελλάδος» Ορισμένοι από αυτούς κατάφεραν να δημοσιεύσουν σε άλλη εφημερίδα τη διαφωνία τους.
Ο Αλκιβιάδης Διαμάντης το καλοκαίρι του 1942 αποχώρησε από την Ελλάδα για ν’ αποφύγει τη σύλληψη, καταφεύγοντας στη Ρουμανία και αντικαταστάθηκε στη διοίκηση της Λεγεώνας από το Νικόλαο Ματούση. Μέλη της οργάνωσης συμμετείχαν το 1943 μαζί με τα ιταλικά στρατεύματα στις εκτελέσεις αμάχων που πραγματοποιήθηκαν στο Δομένικο και στην Τσαριτσάνη του νομού Λαρίσης. Μετά τη λήξη του πολέμου, δικάστηκε ερήμην στα Ειδικά Δικαστήρια Δωσιλόγων και καταδικάστηκε δυο φορές σε θάνατο από το Εφετείο της Λάρισας (υπ’ αριθ. 35/1946 και 314/1947 αποφάσεις) και δύο φορές από το Εφετείο Ιωαννίνων (υπ’ αριθ. 9/1948 και 10/1948 αποφάσεις). Στο μεταξύ, μετά την κατάληψη της εξουσίας από τους κομμουνιστές στη Ρουμανία, συνελήφθη το 1948 και πέθανε λίγους μήνες αργότερα, στις 9 Ιουλίου 1948 όσο βρισκόταν στα χέρια των αρχών.
Ο Νικόλαος Ματούσης (15 Αυγούστου 1899, Σαμαρίνα - 11 Μαρτίου 1991, Λάρισα) Έλληνας βλαχόφωνος δικηγόρος και συνεργάτης της ναζιστικής Γερμανίας που μετά την αναχώρηση του Διαμαντή, ήταν ο ουσιαστικός αρχηγός της Λεγεώνας μέχρι που και ο ίδιος, ένα χρόνο αργότερα, το 1943 έφυγε για τη Ρουμανία. Στη Ρουμανία φυλακίστηκε μόλις ανέλαβε το κομμουνιστικό καθεστώς, ενώ το 1964 με αίτηση των ελληνικών αρχών στάλθηκε στην Ελλάδα, όπου πέρασε από νέα δίκη και αθωώθηκε, καίτοι είχε καταδικαστεί από το Ειδικό Δικαστήριο Δωσιλόγων το 1945 για προδοσία. Έζησε στην Ελλάδα ελεύθερος ως το τέλος της ζωής του το 1991.
Ο Βασίλειος Ραποτίκας (1888 - 1943 ή 1944, αναφέρεται και ως Ραμπότικας ή Ραμπουντίκας]) ο οποίος έμεινε γνωστός για τη δράση του την περίοδο της Κατοχής ως ηγετικό στέλεχος της αποσχιστικής Ρωμαϊκής Λεγεώνας, γεννήθηκε το 1888 στον Γράμμο, που τότε ανήκε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, και ήταν Αρβανιτόβλαχος, ενώ σύμφωνα με μια εκδοχή ενδέχεται να καταγόταν από περιοχή της σημερινής Αλβανίας. Έδρασε επί σειρά ετών ως ληστοκτηνοτρόφος και ληστοτρόφος, όντας εγκαταστημένος από τα πρώτα χρόνια του Μεσοπολέμου στην περιοχή της Λάρισας. Παράλληλα, μέσω των δραστηριοτήτων του είχε αποκτήσει αρκετές διασυνδέσεις στη Θεσσαλία, την Ήπειρο και τη δυτική Μακεδονία, ωστόσο αργότερα υπέστη οικονομική καταστροφή.
Με την έναρξη της Κατοχής, ο Ραποτίκας εντάχθηκε στη Ρωμαϊκή Λεγεώνα των Διαμάντη και Ματούση. Ανέλαβε την αρχηγία της πρώτης ένοπλης ομάδας της οργάνωσης, ξεκινώντας τη δράση του ήδη από το καλοκαίρι του 1941 σε κοινές επιχειρήσεις με ιταλικές δυνάμεις. Το τμήμα του, το οποίο αποτέλεσε - μαζί με εκείνο του Γ. Μητσιμπούν(ι)α - ένα από τα δύο κυριότερα ένοπλα σώματα της δωσιλογικής οργάνωσης, χαρακτηρίζεται από άποψη στελέχωσης και πειθαρχίας ως χαμηλής ποιότητας, αλλά και ιδιαιτέρως βίαιο. Παράλληλα, ο Ραποτίκας συμμετείχε και σε διάφορες προπαγανδιστικές δράσεις της οργάνωσης. Το 1942, δυνάμεις του ΕΛΑΣ πραγματοποίησαν αποτυχημένη ενέδρα εναντίον του στην οποία σκοτώθηκε ένας από τους άνδρες του. Εντέλει ο Ραποτίκας αιχμαλωτίστηκε από τον ΕΛΑΣ, διαπομπεύτηκε και ακολούθως εκτελέστηκε ή λιντσαρίστηκε από το πλήθος. Ο θάνατός του εντοπίζεται χρονικά λίγες ημέρες μετά την ιταλική συνθηκολόγηση ή - σύμφωνα με άλλη εκδοχή κατά την περίοδο της Απελευθέρωσης.
Τα μέλη της Ρωμαϊκής Λεγεώνας που δεν έφυγαν στη Ρουμανία, δικάστηκαν στα Ειδικά Δικαστήρια Δωσιλόγων τα οποία συστάθηκαν από το 1945 μέχρι το 1947. Κατηγορήθηκαν ως δωσίλογοι 617 άνθρωποι και από αυτούς καταδικάστηκαν οι 152, ενώ δεν έλαβαν ποινή 91 λόγω δεδικασμένου (είχαν ήδη καταδικαστεί για άλλα αδικήματα) και για 55 έπαυσε η δίωξη λόγω θανάτου (σε αρκετές περιπτώσεις, τους είχαν σκοτώσει οι αντιστασιακοί). Αθώοι κρίθηκαν οι 319.
Έρευνα και επιμέλεια κειμένου Αλεξάνδρα Πετούση
Πηγές
- Αρχείο Εισαγγελίας Εφετών. Ειδικό Δικαστήριο Δωσιλόγων JUS001.S06
- Αρχείο Εφετείου Λάρισας. Δικογραφίες Ειδικού Δικαστηρίου Δωσιλόγων JUS005
- Παπαγιάννης, Στ. Α. (2004). Τα παιδιά της Λύκαινας: Οι «Επίγονοι» της 5ης Ρωμαϊκής Λεγεώνας κατά τη διάρκεια της κατοχής 1941-1944. (Β’ εκδ.) Αθήνα: Σόκολης.
- Αμπατζή Ελένη. Οι Βλάχοι της Ελλάδας και η παρεξηγημένη ιστορία τους. Ανακτήθηκε από vlahoi.net 28/8/2024.
- Πριγκιπάτο της Πίνδου. Ανακτήθηκε από wikipedia.org 28/8/2024.
- Διβάνη Λένα. Το θνησιγενές πριγκιπάτο της Πίνδου: Γιατί δεν ανταποκρίθηκαν οι Κουτσόβλαχοι της Ελλάδος στην ιταλό - ρουμανική προπαγάνδα. Μακεδονία και Θράκη 1941 - 1944. Κατοχή - αντίσταση – απελευθέρωση. Διεθνές Συνέδριο ΙΜΧΑ, Θεσσαλονίκη 1998, σσ. 189 - 210. Οργανώθηκε στη Θεσσαλονίκη (9-11 Δεκεμβρίου 1994) από το Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου του Αίμου και το Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας Α.Π.Θ. Ανακτήθηκε από vlahoi.net 28/8/2024.
- Αναστασίου Αναστάσιος (2015, Δεκέμβριος 20). Το Ειδικό Δικαστήριο Δωσιλόγων Λάρισας. Ομάδα Μελέτης Σύγχρονης Ιστορίας, OMSILEVADIA. Ανακτήθηκε https://omsisite.wordpress.com 29/5/2023.
- Μνήμες από την Κατοχή στην Ελλάδα – MOG (occupation-memories.org)
- Εφημερίς της Κυβερνήσεως ΦΕΚ Α 224/1945, Αναγκαστικός Νόμος 533/1945 «Περί τροποποιήσεως, συμπληρώσεως και κωδικοποιήσεως της υπ’.αριθμ. 6/1945 Συντακτικής πράξεως περί επιβολής κυρώσεων κλπ. ως έχει τροποποιηθή».
- Εφημερίς της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ),αρ. φ. 12, 6 Νοεμβρίου 1944
- Συντακτική Πράξη 6, «Περί επιβολής κυρώσεων κατά των συνεργασθέντων μετά του εχθρού», ΦΕΚ 12, 20 Ιανουαρίου 1945
πηγή: Facebook Γενικά Αρχεία του Κράτους - Τμήμα ΓΑΚ Λάρισας






















