Γκλίτσα: Νοηματοδότηση και ανανοηματοδότηση «ταπεινών» αντικειμένων

Αναμνηστική φωτογραφία που απεικονίζει ένα τσελιγκόπουλο στον κάμπο της Σαλονίκης, το 1927.Η ενασχόληση μου με την γκλίτσα ως είδος του υλικού πολιτισμού και ως έκφραση της λαϊκής τέχνης προσδιορίστηκε από τον τρόπο αναπαράστασης της τόσο στη διαδικασία της συγκρότησης πολιτισμικής τοπικότητας όσο και στην εστίαση της έρευνας καταγραφής και συλλογής του υλικού πολιτισμού. Όσον αφορά το πρώτο, αντλώ το τεκμηριωτικό υλικό από προσωπική εμπειρία, όταν πριν από πολλά χρόνια άρχισα να επαναδιαπραγματεύομαι τη σχέση μου με το Συρράκο, το γενέθλιο χωριό των γονιών μου, του οποίου η σκιά βάρυνε τους ώμους των γεννημένων στα κράσπεδα ενός μικρού αστικού κέντρου, των Συρρακιωτών δεύτερα γενιάς. Όλο καμάρι ανακοίνωσα την πρόθεση μου να επισκεφτώ το χωριό στον τότε πρόεδρο της κοινότητας, παρουσιάζοντας την γκλίτσα που συνόδευε, όπως είχα ενημερωθεί, την άνοδο των συμπατριωτών στο αυγουστιάτικο πανηγύρι της Παναγίας. «Μην πας χωρίς γκλίτσα», με συμβούλευαν κάποιοι συνομήλικοι. Αγόρασα μία από το Μέτσοβο. «Μην ανεβείς μ’ αυτό το πράμα στο χωριό μας», είπε ο πρόεδρος και ούτε καν πήρε στα χέρια του την ξομπλιασμένη με διάφορα μοτίβα γκλίτσα. Αιφνιδιάστηκα. Περίμενα τον έπαινο κι αντ’ αυτού εισέπραξα έναν υπαινικτικό αποτροπιασμό. «Δεν είναι δικιά μας», συμπλήρωσε ο συνομιλητής μου, «θα σε γελάσουν στην Γκούρα. Δεν τις κεντάμε εμείς». Ομολογώ ότι η αντίδραση με προβλημάτισε. Με στενοχώρησε. Τότε δεν είχα τα θεωρητικά εργαλεία να την εξηγήσω. Δεν είχα ανοιχτεί ακόμη στο επιστημονικό πεδίο. Την απέδωσα σε συρρακιώτικη στενοκεφαλιά. Διαισθανόμουν όμως ότι κινδύνευα να χάσω την αξιοπιστία της προσπάθειας για ανάπτυξη σχέσεων με την πατρογονική μήτρα.


Γεννήθηκα στην Πρέβεζα και, γι’ αυτούς που δεν διέκοψαν τη σχέση τους με το χωριό, όλοι σαν κι εμένα ήταν αμφίβολης συρρακιωτοσύνης. Μια γκλίτσα με λάθος σύμβολα απειλούσε την εξώθηση μου στα άκρα της συρρακιώτικης φαντασιακής ταυτότητας. Συνέβη αυτό που παραθέτει ο Bourdieu: «Όπως η ιδέα που σχηματίζουμε για ένα πρόσωπο αλλάζει ανάλογα με την εθνοτική ταυτότητα την οποία του προσδίδουμε, η αξία των τεχνών, των ειδών, των έργων, των δημιουργών εξαρτάται από τα κοινωνικά σήματα που τους προσαρτώνται ανά στιγμή». Ο Bourdieu έχει απόλυτο δίκιο. Η γκλίτσα που κρατούσα στα χέρια μου εξέπεμπε κοινωνικά και πολιτισμικά σήματα. Η εμμονή σ’ αυτήν μπορούσε να αλλάξει τη διάθεση των Συρρακιωτών απέναντι μου.
Το περιστατικό αυτό στοίχειωσε μέσα μου και φαίνεται πως αναζητούσε την ευκαιρία να εκφραστεί. Το συνέδριο για τη Ζώρα προσφερόταν. Έτσι, η αναζήτηση υλικού με οδήγησε, εκτός από την επιτόπια έρευνα που είχα κάνα κατά το παρελθόν στο Συρράκο και τις προσωπικές εμπειρίες στα αρχεία του Σπουδαστηρίου Λαογραφίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, καθώς και του Κέντρου Έρευνας της Ελληνικής Λαογραφίας της Ακαδημίας Αθηνών. Τα αποτελέσματα ήταν πενιχρά. Οι καταγραφές των ερευνητών και η εστίαση των φοιτητικών εργασιών στις γκλίτσες ήταν ελλιπέστατες . θα μπορούσα να πω ότι οι αναφορές είναι μόνο αποσπασματικές, σε αντίθεση με τη συχνή παρουσία άλλων θεμάτων, ακόμη και ξυλογλυπτική. Η γκλίτσα δεν έχει προσελκύσει το ενδιαφέρον των ερευνητών. Οποιαδήποτε αναφορά σ’ αυτήν προκύπτει από τις περιστάσεις και δεν εντάσσεται στην αποδοχή της ως συστατικού στοιχείου των αναπαραστατικών ερευνητικών δομών στους ερευνητές και συλλογείς.
Η παραπάνω άποψη επιβεβαιώνεται επίσης από τη θέση που κατέχει η γκλίτσα στις μελέτες. Τα μεταπολεμικά χρόνια φιλοξενούνται συλλογές σε διάφορα μουσεία. Παρά το γεγονός όμως ότι οι λαογράφοι διαφοροποίησαν τη θέση τους για την έννοια του πολιτισμού και μετακινήθηκαν από την επικέντρωση στη λαϊκή τέχνη ως προνομιακού πεδίου στον υλικό πολιτισμό, η γκλίτσα παραμένει μετέωρη, αν δεν εξωθείται στα κράσπεδα των επιστημονικών ενδιαφερόντων.
Εξαίρεση στον κανόνα είναι η Χατζημιχάλη, η οποία ασχολείται με την γκλίτσα («Το ραβδί του τσοπάνη και το φίδι», σσ. 425-32) στο κλασικό της έργο για τους Σαρακατσάνους.
Η συγγραφέας εντάσσει την εστίαση ως στο πεδίο «ξυλοτεχνία και ξυλογλυπτική», γεγονός που φωτίζει τα κίνητρα της. Αντιμετωπίζει την γκλίτσα ως μέρος της λαϊκής τέχνης, εξαιτίας των μοτίβων που εγχαράσσονται στη λαβή (φίδια, φεγγάρια, σταυροί, πουλιά, κριάρια, αετοί, γεωμετρικά σχήματα κ.λπ.), τα οποία είναι κοινά σε όλα τα είδη της ξυλοτεχνίας και ξυλογλυπτική των Σαρακατσάνων (ρόκες, σφοντύλια, ταμπακιέρες, κούπες, ξυλοχούλιαρα, σφραϊστερα, κεντισμένα βουλώματα από βαρέλες γκλίτσες). Γι’ αυτό και το μεγαλύτερο μέρος της αναφοράς της καλύπτεται από την περιγραφή των ξυλογλυπτικών μοτίβων. Η ενασχόληση της με τα θέματα αυτά αποτελεί υλοποίηση του προγραμματικού της βιβλίου για τη Σκύρο, όπου υποστηρίζει ότι η λαϊκή τέχνη είναι η υλική έκφραση της ψυχής του λαού και ότι η μελέτη της αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για τη δημιουργία εθνικής τέχνης. Πρόκειται για μια συζήτηση η οποία διεξάγεται αναφορικά με το νέο περιεχόμενο της εθνικής ταυτότητας μετά την κατάρρευση της Μεγάλα Ιδέας στα μικρασιατικά παράλια. Η νέα πραγματικότητα κινητοποιεί σημαντικό μέρος της ελληνικά αστικής τάξης, που επεξεργάζεται την ιδέα της ελληνικότητας.
Ο όρος κλίτσα, κλούτσα, γκλίτσα, αγκλίτσα προέρχεται από το κυκλικό σχήμα της χειρολαβής, σύμφωνα με την άποψη του Hocg. Η «ετυμολογία της λέξης κλίτοα <αγκλίτσα> μπορεί να αναχθεί στο αρχαίο ελληνικό αγκύλο, που με τη νεότερη υποκοριστική κατάληξη -ιτσα έδωσε τον μεταβατικό τύπο αγκίλτσα, απ’ όπου με συγκοπή προήλθε η αγκλίτσα<γκλίτσα<κλίτσα».
Με αυτή την ετυμολογική πρόταση του Γεωργίου Μπαμπινιώτη συμφωνεί και ο –κτηνοτροφικής καταγωγής- συγγραφέας Δημήτρης Παπαχρήστου, ο οποίος υποστηρίζει ότι το όνομα της γκλίτοας στη βόρεια Εύβοια (Άγιος Γεώργιος Ιστιαίας) είναι αγκούλα, που είναι συγγενές με το επίθετο «αγκύλος». Το ίδιο υποστηρίζει και η λαϊκή εικονοποιία, η οποία έδωσε το όνομα «καρλίμπους» σε ποτάμι στο βλαχοχώρι Ματσούκι Ιωαννίνων, που βρίσκεται στις υπώρειες της Κακαρδίτσας των Τζουμέρκων, σύνορο με τη Θεσσαλία «Δυτικό σύνορο του Ματσουκιού με τους Καλαρρύτες, Πηγάζει από την Κάλουτα των Καλαρρυτών, κάτω από τον Μπάρο, και ρέει ανάμεσα σε πολύ δυσκολοδιάβατα μέρη, για τα οποία είναι απαραίτητη η χρήση της γκλίτσας (βλ. καρλίμπου). Από δω προέρχεται και το όνομα του, αν αυτό δεν οφείλεται και στην ομοιότητα του μέρους με το σχήμα της γκλίτσας (κάθετα ανεβοκατεβάσματα)».
Η Χατζημιχάλη δίνει και μια άλλη πληροφορία για το όνομα της γκλίτσας στους Σαρακατσάνους. Ισχυρίζεται ότι αυτοί την αποκαλούσαν σημείο «του αρχηγού, του βασιλιά της στάνης, του τσέλιγκα και των αρχηγών του κάθε κοπαδιού».
Προκειμένου μάλιστα να ενισχύσει την επιχειρηματολογία της, επικαλείται τον Λουκόπουλο, γράφονται ότι «σημείον λένε την κλίτσα και στη Ρούμελη». Πρόκειται εντούτοις για παρερμηνεία των απόψεων του Λουκόπουλου, ο οποίος δεν υποστηρίζει ότι η γκλίτσα ονομαζόταν σημείο. Εκείνο που διευκρινίζει είναι ότι αυτή θεωρούνταν σύμβολο του τσοπάνου: «Αυτή είναι το δικό του σύμβολο, αυτό που λέει αυτός σημείο» . Επιπλέον, σε κανένα κείμενο για Σαρακατσάνους δεν εντόπισα σχετική αναφορά. Άγνοια για τη χρήση αυτής της λέξης εξέφρασαν Σαρακατσάνοι πληροφορητές από τη Θράκη, τη Θεσσαλία και την Ήπειρο.
Η γκλίτσα, λοιπόν, είναι ένα ταπεινό αλλά πολύ χρηστικό εργαλείο για την καθημερινή δραστηριότητα των κτηνοτροφικών πληθυσμών. Βαθμιαία μετασχηματίζεται σε φορέα εξουσίας και κόρους, σε μέσο διάκρισης, κατά τον Bourdieu. Η Χατζημιχάλη αλλά και τα λαογραφικά-ιστορικά μουσεία γοητεύτηκαν από την αισθητική πλευρά του αντικειμένου. Παραμέλησαν, άλλοτε λιγότερο και άλλοτε περισσότερο, τη χρηστική διάσταση, η οποία είναι και το αφετηριακό σημείο στις διάφορες εκφάνσεις του υλικού πολιτισμού που αναδεικνύει με ενάργεια ο Μερακλής.
Η δική μου προσπάθεια περιορίζεται στη χρηστικότητα αλλά και στην κοινωνική λειτουργία που επωμίζεται η γκλίτσα, γεγονός που διαπλέκεται ασφαλώς με την αισθητική διάσταση. Η προσέγγιση μου πάντως δεν θα επεκταθεί στην ανάλυση των αισθητικών μοτίβων των εγχαραγμένων στη χειρολαβή ή αλλαχού. «Αυτό που θα μπορούσε να κάνει μια βιογραφία πολιτιστική δεν είναι αυτό με το οποίο ασχολείται, αλλά πώς και με ποια οπτική», σχολιάζει ο Kopyroff.
«Η γκλίτσα είναι απαραίτητη για το βοσκό. Προσφέρει ποικίλος υπηρεσίας εις τον βοσκόν. Αυτός χρησιμοποιεί την γκλίτσα (κλούτσα) την γαλαργιάρικη και όχι του χεριού. Σε αυτήν στηρίζεται, διότι κουράζεται όρθιος όλην την ημέραν (…)
Η γκλίτσα μόνη της λέγεται γκλίτσα και όταν βάλωμε και το κοντάρι (στυλιάρι), πάλι γκλίτσα αλλά και αγκλίτσα και κλούτσα Η γκλίτσα γίνεται από ξύλο πιξάρι ή σφενδάνι (…) Το κοντάρι της γκλίτσας γίνεται από ξυλο της Κρανιάς, γιατί είναι πολύ γερό. Αφού κόψη το στηλιαρόξυλο από την κρανιά, που θα πρέπει να έχει ύψος ενάμισι μέτρο περίπου. Δεν τηρείται αναλογία ύψους γκλίτσας και βοσκού στο να εξυπηρετεί τους σκοπούς. Το ξύλο αυτό έχει περίπου διάμετρον 1,5-2 εκατοστά Αφού το κόψουν από το δέντρο το καψαλίζομε στη φωτιά, όταν ακόμη είναι χλωρό, διότι το ξερό δεν καψαλίζεται, και ακολούθως ισιάζομε ενώ ακόμη είναι ζεστό. Κατόπιν το βάζομε όρθιο καθέτου για να μη στραβώσει. Τότε λέμε έγινε λαμπάδα. Για την κατασκευή της γκλίτσας χρησιμοποιεί τα εξής εργαλεία: ξυράφι, τρυπτάρι, τσεκουράκι ή μαχαίρα».

 

Το φοιτητικό χειρόγραφο από τα Τρίκαλα δίνει κατατοπιστικές πληροφορίες για την γκλίτσα του τσομπάνου:
α. Γκλίτσα ονομάζεται η χειρολαβή, ενώ το μακρύ ξύλο πάνω στο οποίο εφαρμόζει το ξύλο ονομάζεται στυλιαρόξυλο, κλιτσόκυλο, ραβδί, σκόπι, μπασούνι, τ’ εάγκου στα βλάχικα. Ενδιαφέρουσα είναι η διαδικασία της εξεύρεσης στυλιαρόξυλου. Συνήθως προτιμούν ξύλο που δεν σπάει εύκολα. Έτσι διάλεγαν ξύλο από κρανιά, από αγριελιά, από πουρνάρι, από κυδωνιά, λυγαριά (Η λυγαριά έχ’ πουλύ γιρό ξύλου).
Το ξύλο, επιπλέον, έπρεπε να έχει λίγους κόμπους. Το καψάλιζαν για να φύγουν τα υγρά. Μαλάκωνε και το ισιώνανε. «Το ‘βαζες στο γόνα και το ίσιωνες», τονίζει ο Συρρακιώτης Γιάννης Γκαρτζονίκας. Δυο-τρεις ημέρες μετά προχωρούσαν στην αποφλοίωση και την αφαίρεση των κόμπων.
β. Στην τσομπανόκλιτσα η χειρολαβή, δηλαδή η γκλίτσα, απεικόνιζε τη χρηστικότητα του συγκεκριμένου εργαλείου. Έπρεπε να έχει το κατάλληλο άνοιγμα, καθώς και να είναι «στρογγυλή και γυρισμένη, για να μην τραυματίζει τις προβατίνες στα λαγαρά και τις ξεκοιλιάζει» (Γ. Γκατζονίκας). Παλιότερα η γκλίτσα, θυμάται ο Γ. Γκαρτζονίκας, στο Συρράκο ήταν σιδερένια και την κατασκεύαζαν στις πόλεις σε χαλκουρyoύς. Αργότερα προτίμησαν το ξύλο (πιξάρι που έβγαζε ωραίο κίτρινο χρώμα, πουρνάρι, ρείκι από τη ρίζα) ή κέρατο κριαριού, τράγου και βουβαλιού. Στον Ασπροπόταμο Τρικάλων (στο χωριό Τζούρτζία) χρησιμοποιούσαν πιξάρι, γιατί «η κλούτσα γένουνταβ έμουρφη. Το πυξάρ’ είνι ένα δέντρου που δεν γένιτι στουν τόπου μας. Εχ’ ξύλου κίτρινου κι πιλικιέται αφράτα». Ο Χρήστος Ρούφος, Σαρακατσάνος από την Αλεξανδρούπολη που έφτιαχνε ο ίδιος γκλίτσες, υποστηρίζει ότι η κλίτσα ήταν από ρίζα οξιάς. «Έπειτα δεν γίνονται όλες οι ρίζες ούτε η κρανιά γιατί είναι πιο σέρτικο, πιο τριβαλιάρικο το ξύλο. Σπάει. Ύστερα τα νερά του ξύλου στην κλίτσα πρέπει να στραβώνουν, για να μην σπάει η κλίτσα».
γ. Η κατασκευή της κλίτσας συνεπώς απαιτούσε δεξιότητα αλλά και γνώση του περιβάλλοντος. Ο Poύφος κατά τη διάρκεια της συζήτησης τόνιζε εμφατικά την ικανότητα του να διακρίνει τα κατάλληλα ξύλα, ακόμη κι από το ίδιο δέντρο. Ιδιαίτερα το στριμμένο ξύλο της ρίζας ήταν απαραίτητη προϋπόθεση για να αντέξει η κλίτσα τόσο το βάρος του τσομπάνου, που ακουμπούσε πάνω της τις ατέλειωτες ώρες μοναξιάς στα βουνά, όσο και, κυρίως την αντίδραση των προβάτων όταν επιχειρούσε να τα αγκιστρώσει, καθώς και τις συγκρούσεις με άλλους.
δ. Η χρηστικότητα της τσομπανόκλιτσα (γαλαριάτικη, κ’ρλίμπου α πικράρλουι, δηλαδή γκλίτσα του τσομπάνου) υπογραμμίζεται από τη δωρικότητα της. Δεν αποτελεί αντικείμενο διακόσμησης καθώς χρησιμοποιείται μόνο στα πρόβατα. Η έλλειψη διακοσμητικών μοτίβων αναδεικνύεται σε σύμβολο κοινωνικής διαφοροποίησης, καθώς η διακόσμηση μετάλλασσε την αγκλίτσα σε όργανο κοινωνικής και πολιτισμικής διάκρισης. Είναι χαρακτηριστικά όσα καταθέτει η Χατζημιχάλη, η οποία αναφέρει ότι η φιδωτή χειρολαβή δεν επιτρεπόταν στους γιδάρηδες που θεωρούνταν κατώτεροι τσομπάνοι .
Η τελευταία παρατήρηση διαγράφει το πλαίσιο της μετακίνησης από τη χρηστικότητα στην αισθητική διάσταση της γκλίτσας, στην οποία εγγράφονται κοινωνικό κύρος και τοπική εξουσία «Το υλικό τεχνούργημα λειτουργεί ως μια σκηνή πάνω στην οποία μπορεί να διαδραματιστεί η κοινωνική δομή», σημειώνει η Σερεμετάκη. Αυτό είναι εμφανές και στην περίπτωση των Σαρακατσάνων, στους οποίους οι γιδάρηδες ήταν υποχρεωμένοι να φανερώνουν την κοινωνική κατωτερότητα τους μη χρησιμοποιώντας φιδωτή γκλίτσα.
Εκτός όμως από την τσομπανόκλιτσα, στους Σαρακατσάvouς υπήρχε και η γκλίτσα του τσέλιγκα, συνήθως έμφορτη με ξυλόγλυπτα μοτίβα, αλλά και η γκλίτσα του γεροντότερου ή του ανθρώπου της αγοράς. Στο Συρράκο ήταν γνωστή ως «κρλίμπου ντι μ’ ν» (γκλίτσα του χεριού), απαραίτητο εργαλείο για το ανεβοκατέβασμα στα καλντερίμια του χωριού, αλλά και αναγκαίο εξάρτημα και σύμβολο κύρους και εξουσίας. Η κατοχή μιας τέτοιας γκλίτσας προκαλούσε κοινωνικές και ηλικιακές ταξινομήσεις. Οι νεότεροι ουδέποτε κρατούσαν τέτοια γκλίτσα, παρόλο που μπορούσαν να φέρουν την τσομπανόκλιτσα στις κτηνοτροφικές τους δραστηριότητες.


Αναμνηστική φωτογραφία στο χειμαδιό των Νικαίων, στο Άδενδρο, τη δεκαετία του '50. Η πολιτική, υπό την ευρεία έννοια των σχέσεων και ανταγωνισμών, σύμφωνα με τον Appadurai, είναι αυτή που συνδέει αξία και ανταλλαγή στην κοινωνική ζωή των εμπορευμάτων. Στην περίπτωση της Γκούρας στο Συρράκο, αλλά και γενικότερα στην αγορά ως δημόσιο κοινοτικό χώρο, η γκλίτσα του χεριού με τη διακόσμηση και την απόκλιση της από την τσομπανόκλιτσα είναι ένα εμπόρευμα διά του οποίου προβάλλονται το κοινοτικό αξιακό σύστημα αλλά και η θέση του φέροντος την γκλίτσα στην κοινοτική δομή. Η γκλίτσα είναι ένα εργαλείο-σύμβολο εξουσίας που επιβάλλει και τεκμηριώνει την ηγετική παρουσία του κατόχου του, έστω και στο συμβολικό επίπεδο. Αυτό επιτρέπει την κατανόηση της μαρτυρία του Ρούφου, ότι «ένας τσέλιγκας για την κλίτσα που του έφτιαξε ένας, του έκανε μια τσολιαδίστικη στολή». Πρόθεση του πληροφορητή είναι να αναδείξει την αξία της γκλίτσας, ενός ταπεινού αντικειμένου που εξισώνεται με την τσολιαδίστικη στολή, το υλικό κόστος της οποίας είναι υψηλότερο. Η εξίσωση των δυο πόλων της ανταλλακτικής διαδικασία επιτυγχάνεται χάρη στο συμβολικό κύρος στο οποίο εμποτίζεται η γκλίτσα. Για τον τσέλιγκα είναι η έκφραση της κοινωνικής και οικονομικής εξουσίας. Ως εκ τούτου, η αγορά μετασχηματίζεται σε πεδίο, κατά την έννοια του Bourdieu, στο οποίο η γκλίτσα λειτουργεί ως εργαλείο για τον καθορισμό κοινωνικών θέσεων μέσω των συμβολικών μηνυμάτων που εκπέμπει η ποιότητα της. Συστατικά στοιχεία αυτής της ποιότητας είναι και τα διακοσμητικά μοτίβα, ακόμη και στις περιοχές όπου η δωρικότητα δεν επέτρεπε το εύρος των διακοσμητικών μοτίβων των Σαρακατσάνων.


Μεταπολεμικά η θέση της γκλίτσας αλλάζει. Αναλαμβάνει νέους ρόλους στο πλαίσιο της ανανοηματοδότησης των αντικειμένων του υλικού πολιτισμού. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του Συρράκου: η γκλίτσα έχει γίνει απαραίτητος εξοπλισμός για όλους τους Συρρακιώτες που επισκέπτονται το χωριό, ιδίως τους καλοκαιρινούς μήνες.
Όσοι είναι πιο τακτικοί στις επισκέψεις τους έχουν την γκλίτσα στο πορτ-μπαγκάζ του αυτοκινήτου, ώστε να είναι διαθέσιμη και στα απρογραμμάτιστα ταξίδια. Άλλοι την αφήνουν στο σπίτι του χωριού. «Την έχω κρεμασμένη απέναντι από την πόρτα. Είναι το πρώτο πράγμα που βλέπω. Την παίρνω και κατεβαίνω στην Γκούρα», εξομολογείται ένας Συρρακκιώτης που επισκέπτεται πολύ τακτικά, όλο το χρόνο, το χωριό. Όσοι πάλι δεν έχουν γκλίτσα, ή είναι επισκέπτες μη Συρρακιώτες έχουν την ευκαιρία να αγοράσουν μία, την οποία μπορούν να βρουν στα καφενεία ή στη βρύση της Γκούρας. Εκεί διάφοροι Συρρακιώτες αναρτούν το εμπόρευμα τους, το οποίο εκφράζει τη συρρακιώτικη ταυτότητα και υπογραμμίζει τη διάθεση του κατοίκου του αστικού κέντρου να πιάσει το νήμα που τον συνδέει με την πολιτισμική παράδοση των προγόνων και με μια πολιτισμική διάσταση η οποία υπηρετεί το συναισθηματικό και σωματικό εγκιβωτισμό του σε πολιτισμικές μορφές που λειτουργούν αντιστικτικά στον κανόνα της πολιτισμικής ομογενοποίησης.
Έτσι, στην Γκούρα το καλοκαίρι, ιδίως τον Αύγουστο, αντηχεί ο επαναλαμβανόμενος ξερός ήχος της γκλίτσας. Σπανίου, ιδίως στο Συρράκο, ο ήχος συνοδεύεται από την εμφάνιση κοπαδιού. Άλλοτε αποτελεί οδηγό στη χαμένη αθωότητα του παρελθόντος ενώ για τις νεότερες γενιές είναι το αντικείμενο που τις βοηθά να ενταχθούν σε μια συλλογικότητα η οποία δρα αντίρροπα προς την ισοπεδωτική τάση του κάμπου, του αστικού κέντρου.

Από το βιβλίο του Ευάγγελου Αυδίκου «Πολιτισμοί και κοινωνίες της νότιας Πίνδου».

Αναδημοσίευση απο το https://apeirosgaia.wordpress.com

Αναζήτηση