Βλάχοι και ελληνισμός

Ευαγγέλης ΖάππαςΗ αναβίωση των Ολυμπιακών Αγώνων είχε τις μακρινές ρίζες στην Αναγέννηση, ενώ οι Φιλανθρωπιστές και ο ευρωπαϊκός διαφωτισμός αποτέλεσαν τους άμεσους προπομπούς της. Όλα αυτά τα χρόνια κάποιοι φωτισμένοι άνθρωποι, οι οποίοι είχαν μελετήσει και ενστερνιστεί τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό, όλο και πιο συχνά έκαναν αναφορά στους αρχαίους Ολυμπιακούς Αγώνες (Ο.Α.) και τον αρχαιοελληνικό αθλητισμό. Αυτή η τάση κορυφώθηκε κατά τον 19ο αιώνα, πρώτα με τη διοργάνωση των τοπικών-εθνικών Ολυμπιακών Αγώνων και στη συνέχεια με τη διοργάνωση των πρώτων διεθνών Ο.Α. του 1896.
Από ελληνικής πλευράς έχουμε αναφορές και προσπάθειες αναβίωσης του αρχαιοελληνικού αυτού θεσμού, ήδη από τα τέλη του 18ου αιώνα, δηλαδή 30 περίπου χρόνια πριν την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους. 

 

 

Αξιοσημείωτη είναι η προσφορά στο θέμα αυτό του εθνομάρτυρα Ρήγα Φεραίου, ο οποίος μετέφρασε το 1797 το δραματουργικό έργο του Ιταλού Πιέτρο Μεταστάσιο με την επωνυμία Ολύμπια (τυπώθηκε και εκδόθηκε στη Βιέννη στο τυπογραφείο των αδελφών Πούλιου). Ο Ρήγας δεν αρκέσθηκε στην απλή μετάφραση του έργου αυτού, αλλά παρέθεσε και ο ίδιος πολλές παραπομπές για τους Ο.Α. Να σημειωθεί ότι αυτή η μετάφραση-διασκευή ήταν το πρώτο θεατρικό έργο, που ανέβασε το 1836 το νεοϊδρυθέν εθνικό θέατρο, κάτι που μιμήθηκαν και τα θεατρικά «μπουλούκια» του ελεύθερου πλέον ελληνικού κράτους. Ο μεγάλος αυτός πατριώτης προσέφερε λοιπόν ανεκτίμητες υπηρεσίες και στην υπόθεση της αναβίωσης των Ο.Α. Να σημειωθεί ότι την εποχή αυτή οι Έλληνες είχαν σχεδόν λησμονήσει τους ένδοξους προπάτορές τους, τον λαμπρό πολιτισμό τους και ιδιαίτερα τον μακροβιότερο θεσμό τους, τους Ο.Α. Ο Ρήγας όμως μέσα από το μεταφρασμένο βιβλίο και ιδιαίτερα μέσα από το θέατρο τους διαπαιδαγώγησε, τους δίδαξε μαζικά και παράλληλα προετοίμασε το έδαφος για την αναβίωση των Ο.Α.
-Την ίδια εποχή σε κάποια Ιόνια νησιά, τα οποία ήταν υπό την κατοχή των Άγγλων και Γάλλων (Κεφαλονιά, Ζάκυνθο 1797 και Κέρκυρα 1807) γίνονται αναφορές και υποτονικές προσπάθειες αναβίωσης του αρχαιοελληνικού αυτού θεσμού,.
Παράλληλα και μέχρι την ίδρυση του ελληνικού κράτους κάποιοι φωτισμένοι Έλληνες συγγράφουν και μεταφράζουν διάφορα βιβλία, στα οποία γίνεται αναφορά στον αρχαιοελληνικό πολιτισμό, τον αθλητισμό και τους Ο.Α. Οι πρωτοπόροι αυτοί συγγραφείς ήταν οι εξής: Ευγέν. Βούλγαρης (1800), «Ανώνυμος Έλλην» (1806), Στέφ. Κομητάς (1827), Γρηγ. Καλλιρρόης (1829), Γεώρ. Παγώντας (1837).
Εκτός των παραπάνω βιβλίων έχουμε την εποχή αυτή και κάποιες προσπάθειες (κυρίως από Γάλλους και Γερμανούς) ανασκαφής και ανάδειξης του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού.
Όλες αυτές οι αναφορές στον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό και ιδιαίτερα στον αθλητισμό και τους Ο.Α. αποτέλεσαν τη βάση μιας άλλης εποχής πιο ουσιαστικής και αποτελεσματικής, η οποία ακολούθησε μετά την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους και την έλευση των Βαυαρών.
Ρίχνοντας κανείς μια ματιά σε όλους αυτούς τους φωτισμένους Έλληνες, που πρωτοστάτησαν στην παραπάνω κίνηση θα διαπιστώσει ότι αρκετοί ήταν Βλαχόφωνοι της διασποράς. Αναφερόμαστε στο Ρήγα Φεραίο (από το Βελεστίνο), τον Ευγέν. Βούλγαρη (Ηπειρώτης από τα Ιόνια νησιά), τους αδελφούς Πούλιου (από τη Σιάτιστα), το συγγραφέα της Ελληνικής Νομαρχίας (κατά πάσα πιθανότητα ήταν ο Κωλέττης ή ο Περαιβός, από το Συρράκο και τον Τίρναβο αντίστοιχα, ) και αρκετούς άλλους.
Επομένως ήδη στην πρώιμη αυτή φάση, όπου ετέθησαν κυρίως οι ιδεολογικές βάσεις και κάποιες βασικές προϋποθέσεις για την αναβίωση των Ολυμπιακών Αγώνων ο Βλαχόφωνος Ελληνισμός δίνει το παρόν και συμβάλει άμεσα και καθοριστικά στην υπόθεση αυτή.
-Το 1833 ο Παναγ. Σoύτσος (λόγιος και δημοσιογράφος της εποχής αυτής), δημοσιεύει ένα ποίημα, όπου μεταξύ άλλων αναφέρεται στους αρχαίους Ο.Α., ενώ επικρίνει τους Νεοέλληνες που λησμονήσαν τον σημαντικό αυτό αρχαιοελληνικό θεσμό.
Το 1835 ο τότε υπουργός εσωτερικών Ιωάννης. Κωλέττης έχοντας ως ειδικό γραμματέα του τον Παναγιώτη Σούτσο, υποβάλει στον βασιλιά Όθωνα ένα μακροσκελές υπόμνημα, όπου ζητά την αναβίωση των Ο.Α. και την καθιέρωση της 25ης Μαρτίου ως εθνικής εορτής. Να σημειωθεί ότι ο Κωλέττης δεν αρκείται σε μια απλή πρόταση, αλλά καταθέτει λεπτομερή σχεδιασμό και υποδεικνύει τον τρόπο διοργάνωση των αγώνων.
Την ίδια χρονιά (μερικούς μήνες αργότερα), στα πλαίσια των εκδηλώσεων για την ενθρόνιση του Όθωνα, ο Κωλέττης διοργανώνει ως υπουργός εσωτερικών αθλητικούς αγώνες στα πρότυπα των αρχαίων Ολυμπιακών. Για πολιτικούς λόγους όμως η βαυαρική αντιβασιλεία προσπάθησε με κάθε τρόπο να υποβαθμίσει τους αγώνες αυτούς, κάτι βέβαια που το κατάφερε. Δεν κατάφερε όμως να βγάλει από το μυαλό του Κωλέττη την ιδέα και την αγάπη για την αναβίωση του αρχαιοελληνικού αυτού θεσμού.
Το 1838 ο δήμος Λετρινών (Πύργου) έλαβε απόφαση για την αναβίωση των Ο.Α., αλλά δεν αναφέρεται πουθενά εάν διοργανώθηκαν τέτοιοι αγώνες, έστω και μία φορά.

Το 1856 ο βαθύπλουτος Έλληνας της Ρουμανίας Ευάγγελος Ζάππας στέλνει στην ελληνική κυβέρνηση και στο βασιλιά ένα έγγραφο (μέσω του ελληνικού προξενείου), όπου ζητά την αναβίωση των Ο.Α. Το σημαντικό είναι όμως ότι για το σκοπό αυτό ο παραπάνω ομογενείς ήταν διατεθειμένος να διαθέσει ο ίδιος πακτωλό χρημάτων. Ύστερα από κάποια αδικαιολόγητη δυσπιστία και κωλυσιεργία εκ μέρους της ελληνικής κυβέρνησης, αντιπροτάθηκε στο Ζάππα να τελούνται κάθε τέσσερα χρόνια εμπορικές εκθέσεις με την επωνυμία Ολύμπια, ενώ μια μέρα θα λάμβαναν χώρα και αθλητικοί αγώνες. Τελικά και παρά το γεγονός ότι οι επιθυμία του δωρητή ήταν άλλη, έκανε αποδεκτή την πρόταση της ελληνικής κυβέρνησης.
Λόγω της ανώμαλης κατάστασης που ακολούθησε, αλλά και λόγω της αδράνειας της επιτροπής που είχε συγκροτηθεί (Επιτροπή των Ολυμπίων) διοργανώθηκαν συνολικά μόνο τέσσερα τέτοια Ολύμπια, τα οποία έμειναν στην ιστορία ως «Ολύμπια του Ζάππα» ή «Ζάππειες Ολυμπιάδες» (1859, 1870, 1875, 1888). Να σημειωθεί ότι το αθλητικό μέρος της τέταρτης «Ζάππειας Ολυμπιάδας» διοργανώθηκε το 1889.
Από όλη αυτή την υπόθεση και ιδιαίτερα από τους μεγαλεπήβολους οραματισμούς του Ζάππα η Ελλάδα, αλλά και όλος ο πολιτισμένος κόσμος κέρδισαν τα εξής:
-Την αναβίωση (σε τοπικό-εθνικό επίπεδο) του πιο σημαντικού αρχαιοελληνικού
θεσμού
-Το νεοκλασικό στολίδι «Ζάππειο Μέγαρο»
-Το γυμναστήριο του «Φωκιανού»
-Τη βασική προϋπόθεση για την αναβίωση των διεθνών Ο.Α., αφού κυρίως οι «Ζάππειες Ολυμπιάδες» και οι απόψεις του Μηνά Μηνωίδη (θα αναφερθούμε στη συνέχεια σ’αυτόν), αποτέλεσαν την ιδεολογική βάση και τον προπομπό για τον Γάλλο Βαρόνο Πιέρ Ντε Κουμπερτέν, ο οποίος λίγα χρόνια αργότερα πρωτοστάτησε στην αναβίωση των διεθνών Ο.Α.
Παράλληλα όμως χάθηκε ο αμύθητος θησαυρός των Ζαππαίων Ευάγγελου και Κωνσταντίνου (ήταν πρώτα ξαδέλφια), αφού από το 1892 το ρουμανικό κράτος «ξύπνησε» και έκανε εμπάργκο στην εισροή του συναλλάγματος. Έτσι χάθηκαν τα περισσότερα λεφτά με τα οποία οι ένθερμοι αυτοί πατριώτες ήθελαν να κτίσουν στάδιο, γυμναστήριο, θέατρο και ότι άλλο θα χρειαζόταν για τη θεσμοθέτηση και τη διοργάνωση των αγώνων.
Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι ο Ε. Ζάππας ήταν αγωνιστής και ήρωας της εθνεγερσίας του 1821, αφού από την κήρυξη του πολέμου μέχρι τη λήξη βρέθηκε στο μετερίζι του αγώνα, όπου αναδείχθηκε και τιμήθηκε με παράσημα και στρατιωτικές βαθμίδες..
Το 1858 ο Έλληνας διανοούμενος Μηνάς Μηνωίδης, ο οποίος παρεπιδημούσε στο Παρίσι, μεταφράζει το βιβλίο του αρχαίου Έλληνα Φιλόστρατου, «Περί Γυμναστικής», όπου παραθέτει και ειδικό απόσπασμα για την «υπόθεση Ζάππα». Όταν δηλαδή ο Μηνωίδης πληροφορείται, ότι οι «μικρόκαρδοι» και «ανελλήνιστοι» Έλλαδίτες δεν δέχθηκαν την αρχική πρόταση του Ζάππα, με πύρινα άρθρα ασκεί κριτική στην απόφαση αυτή. Παράλληλα με εμπεριστατωμένα στοιχεία προσπαθεί να διαφωτίσει την ελληνική κυβέρνηση και να την πείσει ότι είναι η μοναδική ευκαιρία για την Ελλάδα, να αναδείξει στον σύγχρονο κόσμο αυτό που δεν έχει κανείς άλλος λαός, δηλαδή τους Ολυμπιακούς Αγώνες. Να σημειωθεί ότι το βιβλίο αυτό του Μηνωίδη χρηματοδοτήθηκε από έναν άλλο μεγάλο Έλληνα της διασποράς το γνωστό ευεργέτη Σίμωνα Σίνα (βλαχόφωνης καταγωγής από τη Μοσχόπολη).
Όπως προαναφέρθηκε, αυτές οι απόψεις και διακηρύξεις του Μηνωϊδη βρήκαν λίγο αργότερα προσοδοφόρο έδαφος στην ψυχή και στο πνεύμα του ελληνολάτρη Κουμπερτέν και στη συνέχεια του Βικέλα.
Εάν μελετήσει κανείς διεξοδικά την ιστορία της δεύτερης αυτής φάσης θα διαπιστώσει ότι δεκάδες Έλληνες και τοπικές κοινωνίες από διάφορα μέρη συνέβαλαν με πολλούς τρόπους στην αναβίωση των Ο.Α. σε εθνικό επίπεδο. Εάν όμως από όλους αυτούς ήθελε κανείς να επιλέξει εκείνους που είχαν την πρωτογενή ιδέα, εκείνους που έθεσαν την ιδεολογική βάση και διέθεσαν τον πακτωλό των χρημάτων για το μεγάλο αυτό σκοπό, τότε θα κατέληγε σίγουρα στα εξής πέντε ονόματα:
Σούτσος (είχε μακρινές ρίζες από την Ήπειρο),
Κωλέττης (από το Συράκο),
Ζαππαίοι ( από το Λάμποβο της Ηπείρου),
Μηνωίδης (από τη Βέροια).
Όλοι αυτοί (μηδενός εξαιρουμένου) ήταν Βλαχόφωνοι. Όλοι τους έζησαν μόνιμα ή προσωρινά στο εξωτερικό και ανήκαν στη μεγάλη οικογένεια του Ελληνισμού της διασποράς, η οποία πρόσφερε μεγάλες υπηρεσίες στη μητέρα Ελλάδα.
Στην Τρίτη και τελευταία φάση έχουμε την κορύφωση των μακροχρόνιων προσπαθειών, αφού όπως θα δούμε και στη συνέχεια στα μέσα περίπου της δεκαετίας του ενενήντα διοργανώθηκαν στην Αθήνα οι πρώτοι διεθνείς Ολυμπιακοί Αγώνες του 1896.
Περιληπτικά για την ιστορία των παραπάνω αγώνων θα μπορούσε κανείς να σημειώσει τα εξής:
Το 1894 η γαλλική ομοσπονδία γυμναστικής διοργανώνει στο Παρίσι ένα διεθνές συνέδριο, όπου καλεί τους εκπροσώπους όλων των τότε γνωστών γυμναστικών και αθλητικών ομοσπονδιών. Πρωταγωνιστής και εμπνευστής του εγχειρήματος αυτού ήταν ο διανοούμενος και αρχαιολάτρης Γάλλος Βαρόνος Πιέρ Ντε Κουμπερτέν, ο οποίος ήταν και ο γενικός γραμματέας της γαλλικής ομοσπονδίας.
Τα θέματα του συνεδρίου ήταν τα εξής δύο:
Διάφορα προβλήματα του ερασιτεχνικού αθλητισμού
Αναβίωση των Ολυμπιακών Αγώνων.
Οι Γάλλοι νόμιζαν ότι ο «Πανελλήνιος Γυμναστικός Σύλλογος» ήταν η ελληνική ομοσπονδία γυμναστικής γι’αυτό του έστειλαν πρόσκληση για το συνέδριο. Έτσι ο παραπάνω σύλλογος ανέλαβε να εκπροσωπήσει την Ελλάδα, μιας και δεν υπήρξε ελληνική γυμναστική ομοσπονδία. Άλλωστε ήταν ο πιο δραστήριος από τους λίγους αθλητικούς συλλόγους της εποχής αυτής. Και επειδή, ούτε από τον «Πανελλήνιο Γ.Σ.» μπορούσε κάποιος να μεταβεί στο Παρίσι, ανετέθη η εκπροσώπηση της Ελλάδας στο γνωστό Έλληνα λόγιο Δημήτρη Βικέλα, ο οποίος παρεπιδημούσε στην πόλη αυτή.

Όταν έλαβε χώρα το συνέδριο για την αναβίωση των Ο.Α. ο Βικέλας έλαβε το λόγο και αφού αναφέρθηκε με γλαφυρότητα και πειστικότητα στον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό και στους αρχαίους Ο.Α. κατέληξε προβάλλοντας τη σύγχρονη Ελλάδα, το ελληνικό φιλότιμο και την ελληνική φιλοξενία. Παράλληλα, χωρίς να έχει την έγκριση από την ελληνική πλευρά, ζήτησε από το συνέδριο, οι πρώτοι διεθνείς Ολυμπιακοί Αγώνες να διοργανωθούν στην πατρίδα του, αφού αυτή είναι η γενέτειρά τους. Ύστερα από την εμπεριστατωμένη αυτή ομιλία οι σύνεδροι συμφώνησαν ομόφωνα με το αίτημα του Έλληνα εκπροσώπου, ενώ τον ψήφισαν και πρόεδρο της νεοσύστατης Δ.Ο.Ε (ο πρώτος στην ιστορία του θεσμού αυτού).
Μετά την ανάληψη των πρώτων διεθνών Ο.Α. από τον Βικέλα αρχίζει μια άλλη μεγάλη περιπέτεια . Παρά το γεγονός ότι οι όπου γης Έλληνες δέχθηκαν την είδηση αυτή με ενθουσιασμό, η ελληνική κυβέρνηση, με πρωθυπουργό τον Χαρίλαο Τρικούπη, λόγω της μεγάλης οικονομικής κρίσης δεν τους δεχόταν με κανένα τρόπο. Χρειάσθηκε αρκετός χρόνος και πολύς κόπος να πεισθεί η ελληνική κυβέρνηση, ιδιαίτερα εκ μέρους του Κουμπερτέν και του Βικέλα, οι οποίοι επισκέφθηκαν για το σκοπό αυτό συχνά την Ελλάδα. Τελικά για την διοργάνωση των αγώνων συγκροτήθηκε Εθνική Ολυμπιακή Επιτροπή (Ε.Ο.Α) με πρόεδρο τον διάδοχο Κωνσταντίνο και μέλη εξέχουσες προσωπικότητες της Αθήνας.
Όμως αφού κόπασε ο πρώτος ενθουσιασμός, η Ε.Ο.Α διαπίστωνε κάθε μέρα και περισσότερο ότι τα οικονομικά προβλήματα ήταν απροσπέλαστα. Ιδιαίτερο πονοκέφαλο μάλιστα δημιουργούσε η έλλειψη ενός μεγάλου σταδίου, όπου θα τελούνταν οι περισσότεροι αθλητικοί αγώνες. Μπροστά σ’αυτό το αδιέξοδο τα μέλη της Ε.Ο.Α παραιτούνταν το ένα μετά το άλλο και όλα έδειχναν ότι η Ελλάδα θα ντροπιαζόταν διεθνώς, ενώ ο πανάρχαιος ελληνικός θεσμός θα δεχόταν θανάσιμο πλήγμα στα πρώτα βήματα της αναβίωσής του. Σ’αυτή την κρίσιμη στιγμή κάποιοι θυμήθηκαν τον βαθύπλουτο Έλληνα της Αλεξάνδρειας της Αιγύπτου Γεώργιο Αβέρωφ από τον οποίο ζήτησαν 500.000 δραχμές για την ανακατασκευή του Παναθηναϊκού σταδίου. Ο ένθερμος πατριώτης, ο οποίος είχε κάνει και άλλες δωρεές στην πατρίδα ανταποκρίθηκε με ενθουσιασμό προσφέροντας το παραπάνω ποσό, ενώ λίγο αργότερα έστειλε στην πατρίδα του άλλες 700.000 δρχ. Έτσι συγκροτήθηκε και πάλι η Ε.Ο.Α, ανακατασκευάστηκε το καλλιμάρμαρο Παναθηναϊκό στάδιο και διοργανώθηκαν στην Ελλάδα με πολύ μεγάλη επιτυχία οι πρώτοι σύγχρονοι διεθνείς Ολυμπιακοί Αγώνες.
Είναι βέβαιο ότι για τη διοργάνωση και τη γενικότερη επιτυχία των αγώνων αυτών συνέβαλαν με διάφορους τρόπους εκατοντάδες Έλληνες του εσωτερικού και της διασποράς. Μεταξύ αυτών ήταν και κάποιοι ξένοι, όπως ο πρωτοπόρος Κουμπερτέν.
Αυτοί όμως που έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στο πανεθνικό εγχείρημα ήταν ο Βικέλας και ο Αβέρωφ. Ο μεν πρώτος με δική του πρωτοβουλία διεκδίκησε και πήρε τους αγώνες και στη συνέχεια σχεδόν τους επέβαλε στην πατρίδα του. Ο δε δεύτερος
με τη μεγάλη του δωρεά διέσωσε την υπόληψη της Ελλάδας και πάνω απ’όλα έδωσε προοπτική και ελπίδα στον πανανθρώπινο θεσμό, που μόλις είχε ανασυσταθεί.
Είναι γνωστό ότι και οι δύο παραπάνω πατριώτες ήταν Βλαχόφωνοι και ανήκαν στον Ελληνισμό της διασποράς (ο πρώτος από το Μέτσοβο και ο δεύτερος από τη Βέροια).
Το 1906 στην Ελλάδα διοργανώθηκαν οι πιο πετυχημένοι Ολυμπιακοί Αγώνες της εποχής αυτής, οι οποίοι έμειναν στην ιστορία ως «Μεσολυμπιακοί» ή ως «εκτός σειράς Ολυμπιακοί Αγώνες», αφού η Δ. δεν τους αναγνώρισε ποτέ ως κανονικούς.
Όπως χαρακτηριστικά γράφουν οι βιβλιογραφικές πηγές «κινητήριος δύναμης» των αγώνων αυτών ήταν ο γενικός γραμματέας της Ε.Ο.Α και επιφανής καθηγητής πανεπιστημίου Σπυρίδων Λάμπρος (μετέπειτα και πρωθυπουργός). Ήταν αυτός που μεταξύ άλλων πρωτοστάτησε στην ίδρυση του Σ.Ε.Γ.Α.Σ, του οποίου εξελέγη και ως πρώτος πρόεδρος. Άλλωστε η γενικότερη προσφορά του παραπάνω καθηγητή στην επιστήμη, τον πολιτισμό, τον αθλητισμό και το έθνος είναι γνωστή στο πανελλήνιο. Ο Σπυρίδων Λάμπρος ήταν Βλαχόφωνος από τους Καλαρίτες, ενώ ανήκε και αυτός για αρκετά χρόνια στον Ελληνισμό της διασποράς, όπως τόσοι άλλοι ένθερμοι πατριώτες.
Ύστερα από την συνοπτική αυτή αναφορά προκύπτει αβίαστα και χωρίς καμία αμφιβολία το συμπέρασμα ότι ο Βλαχόφωνος Ελληνισμός (κυρίως αυτός της διασποράς), συνέβαλε καθοριστικά και άμεσα στην αναβίωση των Ολυμπιακών Αγώνων.
-Κυρίως οι Βλαχόφωνοι είχαν την πρωτογενή ιδέα για την αναβίωση του αρχαιοελληνικού αυτού θεσμού.
-Αυτοί πρωτοστάτησαν στη διοργάνωση των πρώτων τοπικών-εθνικών Ολυμπιακών Αγώνων.
-Αυτοί τους θεσμοθέτησαν και τους χρηματοδότησαν (τους τοπικούς Ο.Α.).
-Αυτοί διεκδίκησαν και σχεδόν επέβαλαν στην πατρίδα τους, τους πρώτους διεθνείς Ο.Α.
-Αυτοί τους στέγασαν στα καλλιμάρμαρα ιδρύματα, τα οποία κτίστηκαν με τις απλόχερες δωρεές και τον πακτωλό των χρημάτων τους.
Τέλος είναι γνωστό ότι, όπου κι αν βρέθηκαν, όσο ψηλά κι αν έφθασαν και όσες γενεές κι αν πέρασαν στα ξένα, κουβαλούσαν μέσα τους τον Ελληνισμό και την ευλογημένη πατρίδα, την οποία υπηρέτησαν με αυταπάρνηση και ευεργέτησαν με σχεδόν ανεξήγητη γενναιοδωρία και επιμονή.
Πέρα απ’όλα αυτά δε θα μπορούσαμε να ισχυρισθούμε, ότι η αναβίωση των Ολυμπιακών Αγώνων είναι μια υπόθεση μόνο του Βλαχόφωνου Ελληνισμού. Κάτι τέτοιο δεν θα ήθελαν ποτέ ούτε οι ίδιοι οι περήφανοι και πάντα μετρημένοι Βλαχόφωνοι.
Η αναβίωση των Ολυμπιακών Αγώνων συνολικά, ανήκει σε χιλιάδες ανθρώπους, Έλληνες και αλλοεθνείς, οι οποίοι με διάφορους τρόπους και για πολλά χρόνια βοήθησαν προς την κατεύθυνση αυτή.
Η αναβίωση του αρχαιοελληνικού αυτού θεσμού ανήκει, όπως και το Ολυμπιακό Κίνημα και οι ίδιοι οι Ολυμπιακοί Αγώνες σε όλους τους ανθρώπους, όλου του κόσμου, οι οποίοι ενστερνίζονται τις ιδέες και τις αξίες που πηγάζουν από τον πανανθρώπινο αυτό θεσμό.

 


Καϊμακάμης Βασίλειος, Καθηγητής Φ.Α Λέκτορας Τ.Ε.Φ.Α.Α Θεσσαλονίκης

Πρακτικά Ημερίδας 21ου Πανελλήνιου Ανταμώματος Βλάχων με θέμα
«Η μεγάλη συνεισφορά των Βλαχοφώνων Ελλήνων στην Αναβίωση των Ολυμπιακών αγώνων της Αθήνας του 1896», 
Γρεβενά 10 Ιουλίου 2004

8