Βλάχοι και ελληνισμός

Περιοδικό LUMINA, Οκτώβριος 19051. Έθνος και Εθνικισμός: Συλλογική ταυτότητα και Ιδεολογία. Γενικό θεωρητικό πλαίσιο
Ο εθνικισμός περιγράφεται ως η παθολογία της σύγχρονης ιστορίας και αναζητούνται οι λόγοι για τους οποίους έννοιες όπως ‘εθνότητα’ και ‘εθνικότητα’ έχουν αποκτήσει ιστορική υπόσταση, μετασχηματίστηκαν μέσα στο χρόνο και κατέχουν προφανή «συναισθηματική νομιμότητα».1 Κατά τον Anderson, αν και οι έννοιες του ‘έθνους’, της ‘εθνότητας’ και της ‘εθνικότητας’ είναι δύσκολο να οριστούν, βρίσκονται στο κέντρο της πολιτικής ζωής της εποχής μας. Ο εθνικισμός έγινε υποκατάστατο της κοινωνικής συνοχής, αντικατέστησε άλλες συνεκτικές παραδόσεις (εκκλησία, βασιλική οικογένεια κλπ) και ως κοινωνική πια συνταγή ορίζει πως η ανθρωπότητα πρέπει να οργανωθεί σε ένα κόσμο εθνικών κρατών.2 Την δημιουργία εθνών – κρατών και τη λογική της αφομοίωσης που την συνόδευσε διαδέχθηκε έντονος προβληματισμός σχετικά με τα εθνοτικά και φυλετικά αισθήματα που το κράτος φαινόταν να αγνοεί και που, όπως αναφέρει ο Cohen, συχνά δεν χρειάζονταν άλλη αιτιολόγηση πέρα από το κοινό «αίμα» και εκφράζονταν με όρους όπως «οι δικοί μας άνθρωποι» έναντι «αυτών».3

 

Ο Barth εγκαινίασε την προσπάθεια να επαναπροσδιοριστεί η έννοια της ‘εθνοτικής ομάδας’, (τουλάχιστον με τον τρόπο που είχε περιγραφεί στην ανθρωπολογική αρθρογραφία) δηλαδή, ως ιδεατού μοντέλου ενός επαναλαμβανόμενου εμπειρικού σχήματος, βιολογικά αυτοδιαιωνιζόμενη που μοιράζεται πολιτιστικές αξίες, καθορίζει πεδία επικοινωνίας και αλληλεπίδρασης και παρέχει την ιδιότητα του μέλους.4 Επαναδιαπραγματεύθηκε την έννοια των ‘ορίων’ (boundaries) ανάμεσα στις εθνοτικές ομάδες και ισχυρίστηκε ότι καμιά ομάδα δεν αναπτύσσει την πολιτική και κοινωνική της ταυτότητα σε σχετική απομόνωση αντιδρώντας μόνο σε τοπικούς παράγοντες, αλλά βρίσκεται σε πολιτισμική αλληλεπίδραση με άλλους ανθρώπους κι άλλες εθνοτικές ομάδες. Τα σχήματα της ταυτότητας και της αντιπαράθεσης είναι δυναμικά, όπως και οι κοινωνίες και υφίστανται σε πολλαπλά επίπεδα σύμφωνα με τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά που διαχωρίζουν μια ομάδα από μια άλλη. Η ταυτοποίηση και η αντιπαράθεση δημιουργούν ‘όρια’ και τα άτομα κινούνται ανάμεσα σε ομαδοποιήσεις και κατηγορίες.5 Άρα, όπως πολύ ξεκάθαρα το διατύπωσε ο Barth, παρόλη την κινητικότητα «σταθερές, εμμένουσες και συχνά ιδιαίτερα σημαντικές κοινωνικές σχέσεις […] βασίζονται σε διχοτομημένες εθνοτικές καταστάσεις».6 Οι εθνοτικοί διαχωρισμοί δε βασίζονται απαραίτητα στην απουσία κοινωνικών αλληλεπιδράσεων και αποδοχής, «…τα όρια υπάρχουν παρά την κοινωνική ροή κατά μήκος τους».7 Είναι συνηθισμένο φαινόμενο άνθρωποι, που ανήκουν σε διαφορετικές εθνοτικές ομάδες και ζουν μαζί στην ίδια περιοχή για μεγάλες περιόδους, να διατηρούν τη διαφορετικότητά τους παρά τις αφομοιωτικές επιδράσεις που υφίστανται: «μέλη από όλες τις εθνοτικές ομάδες σε μια πολυεθνοτική κοινωνία δρουν για τη διατήρηση της διχοτόμησης και των διαφορών».8 Έτσι λοιπόν, αυτό το φαινόμενο συναντάται συχνά στην περιοχή των Βαλκανίων, όπου εθνοτικές-μειονοτικές ομάδες έχουν συνυπάρξει σε κράτη για δεκαετίες, χωρίς συχνά να σχηματίζουν ένα ξεχωριστό σύνολο: «…οι πολιτισμικές διαφοροποιήσεις μπορούν να υπάρξουν παρόλη την ενδοεθνοτική επαφή και αλληλεξάρτηση».9 Η ανάλυση της κατάστασης των μειονοτήτων σε αυτές τις κοινωνίες εμπεριέχει τη μελέτη τέτοιων ενδοεθνοτικών σχέσεων.10

Η ‘ταυτοποίηση’ που επιτυγχάνεται μέσα από τις αντιθέσεις των εθνοτικών ομάδων συνιστά τη βασική συνιστώσα της εθνοτικότητας. Στην κοινωνική ανθρωπολογία λοιπόν το ενδιαφέρον εστιάζεται όχι στα έθνη αλλά στις εθνοτικές ομάδες και στη μελέτη της εθνοτικότητας, δηλαδή της συλλογικής ταυτοποίησης των ομάδων αυτών μιας διαδικασίας που αναπτύσσεται μέσα σε ένα περιβάλλον αντιθέσεων, σχετικοτήτων και πολιτισμικών διαφορών ή/και ομοιοτήτων.

 

2. Σκοπός και μεθοδολογία της μελέτης

Η μελέτη αυτή αποπειράται να προσεγγίσει το ζήτημα της συλλογικής ταυτοποίησης ή/και του μετασχηματισμού των ταυτοτήτων των Βλάχων της Πελαγονίας την περίοδο των εθνικισμών αξιοποιώντας αναλυτικά εργαλεία της ανθρωπολογίας για τη μελέτη της ιστορίας. Η σύμπραξη ιστορικών και κοινωνικών ανθρωπολόγων για την μελέτη της ‘εθνογέννεσης’ είναι συχνή. Στην ανθρωπολογία οι ταυτότητες θεωρούνται ως ασαφείς συνδεόμενες με μια ιστορία υπό διαπραγμάτευση και ένα πολιτισμικό παρελθόν επίσης υπό διαπραγμάτευση. Ο Eriksen11 αναφέρει ότι αντίθετα με τους ιστορικούς οι περισσότεροι ανθρωπολόγοι προσπαθούν να καταδείξουν τους τρόπους με τους οποίους ιστορικά στοιχεία χρησιμοποιούνται ως ‘εργαλεία’ στην σύγχρονη διαδικασία κατασκευής ταυτοτήτων. Οι ανθρωπολόγοι επιμένουν ότι η ιστορία δεν είναι προϊόν του παρελθόντος αλλά απάντηση στις απαιτήσεις του παρόντος. Έτσι λοιπόν, αυτό που αποκαλούμε ‘ιστορικές διαδικασίες’ στο πλαίσιο της εθνοτικότητας, δεν είναι το παρελθόν αλλά οι σύγχρονες ‘κατασκευές’ του παρελθόντος.

Στους στόχους της μελέτης εντάσσονται: α) ο προσδιορισμός του ρόλου των κοινωνικών κατηγοριοποιήσεων στη διαδικασία μετασχηματισμού των ταυτοτήτων της συγκεκριμένης πολιτισμικής ομάδας,12 β) η συγκεκριμενοποίηση των επιδράσεων του εθνικισμού στον μετασχηματισμό αυτό,13 και γ) η ανίχνευση του ρόλου της συλλογικής μνήμης όπως αυτή καλλιεργείται μέσα από τον θεσμό της εκπαίδευσης.14 Η παρούσα έρευνα χρησιμοποίησε το μέρος των Αρχείων του Υπουργείου Εξωτερικών15 το οποίο αφορούσε στον ελληνορουμανικό ανταγωνισμό16 και περιλαμβανόταν στο ιδιωτικό Αρχείο του ιστοριοδίφη-ερανιστή Γιάννη Αδάμου. Η ιδιαιτερότητα του συγκεκριμένου αρχειακού υλικού έγκειται κυρίως στο γεγονός ότι εστιάζει στην εξέλιξη του βλάχικου ζητήματος στην περιοχή της Πελαγονίας η οποία περιλάμβανε το σύνολο του οθωμανικού βιλαετίου του Μοναστηρίου, και για την οποία υπήρξε μικρό ενδιαφέρον από την ελληνική17 και ξένη ιστοριογραφία.18 Η δική μας εστίαση οφείλεται κυρίως στο γεγονός ότι θεωρούμε πως οι Βλάχοι της Πελαγονίας ως φορείς μιας αστικοποιημένης πολιτισμικής συμπεριφοράς αποτελούν ιδιαιτερότητα που επιβάλλεται να αντιμετωπιστεί με συνέπεια από τη σύγχρονη έρευνα.

 

3. Διαδικασίες διαμόρφωσης συλλογικών ταυτοτήτων στους Βλάχους της Πελαγονίας

 

3.1. Ο ρόλος των κοινωνικών κατηγοριοποιήσεων και ο βαθμός εθνοτικής ενσωμάτωσης στην περίπτωση των Βλάχων της Πελαγονίας

Δίνοντας ιστορική διάσταση στο ζήτημα της εθνοτικότητας, και σύμφωνα με την προσέγγιση των εθνοτικών ομάδων και των ‘ορίων’ (boundaries) μεταξύ τους από τον Barth, όπως ήδη αναπτύχθηκε, αναζητούμε τις ιστορικές συγκυρίες που οδηγούν στην εμφάνιση εθνοτικών διαφοροποιήσεων αρχικά ομοιογενών ομάδων μιας περιοχής, συγκεκριμένα των Βλάχων της Πελαγονίας, και στην διάσπασή τους αργότερα σε δυο ή περισσότερες διαφορετικές εθνοτικές ομάδες Βλάχων. Ο Barth19 ισχυρίζεται ότι λογικά προς την κατεύθυνση αυτή συμβάλλει η επαγγελματική εξειδίκευση και η ανάπτυξη σχέσεων αλληλεξάρτησης εντός της ομάδας. Έτσι σταδιακά ενθαρρύνεται η δημιουργία διαφοροποιητικών στοιχείων που οδηγούν στην ανάδυση ξεχωριστών ομάδων που η καθεμιά θεωρεί τις άλλες πολιτισμικά διαφορετικές από την ίδια. Ο Eriksen, σχολιάζοντας την προσέγγιση του Barth, αναφέρει ότι γενικά υπάρχουν πολλές δυσκολίες στο να μελετηθεί εμπειρικά η διαδικασία της πολιτισμικής ασυνέχειας που παρουσιάζουν κάποιες ομάδες, οι οποίες τελικά χωρίζονται και δεν αναπτύσσεται συμπληρωματικότητα μεταξύ τους, καθότι αυτή η διαδικασία μπορεί να καλύπτει χρονικά μεγάλες και ίσως άγνωστες περιόδους.20 Για το λόγο αυτό οι ανθρωπολόγοι εστιάζουν κυρίως στην περίοδο της νεωτερικότητας όταν μελετούν αυτές τις διαδικασίες ‘εθνογέννεσης’.

Στην παρούσα εργασία λοιπόν εξετάζουμε την διαδικασία εθνογένεσης των Βλάχων ξεκινώντας από τα ιστορικά αυτά στοιχεία που μας αποκαλύπτουν τον βαθμό της εθνοτικής τους ενσωμάτωσης κατά τις διάφορες ιστορικές φάσεις που μελετάμε ακόμη και πριν την διχοτόμηση τους. Όπως αναφέρει ο Eriksen21 τα εθνοτικά όρια προσδιορίζονται από τη φύση των σχέσεων ανάμεσα στις διχοτομημένες εθνοτικές ομάδες και είναι αμφίδρομα, παρόλα αυτά όμως, σύμφωνα και με την τυπολογία του Handelman,22 ο βαθμός εθνοτικής ενσωμάτωσης μπορεί να ποικίλει. Αυτή η ποικιλία στην οργανωτική σημασία της εθνοτικότητας διακυμαίνεται από χαλαρή και σχεδόν ασήμαντη κοινωνικά κατηγορία σε στενή συνεργατική ομάδα. Έτσι διακρίνονται ‘εθνοτικές κατηγορίες’ (κατηγορίες όπου ορίζονται μέλη και μη μέλη), ‘εθνοτικά δίκτυα’ (εθνοτική κατηγοριοποίηση με διαπροσωπικούς δεσμούς), ‘εθνοτικές οργανώσεις’ (ομάδες πολιτικής πίεσης) και ‘εθνοτικές κοινότητες’ (στις οποίες εκτός από εθνοτικά δίκτυα και κοινή πολιτική οργάνωση, υπάρχει και κοινό έδαφος με λίγο ή πολύ σταθερά γεωγραφικά όρια. Αυτή η τυπολογία είναι χρήσιμη όταν εξετάζουμε ομάδες όπως οι Βλάχοι στους οποίους οι ιστορικές συγκυρίες έχουν επιδράσει σημαντικά στο βαθμό εθνοτικής τους ενσωμάτωσης. Η περίπτωση των Βλάχων της Πελαγονίας ενισχύει την γενική επισήμανση του Barth ότι το κοινωνικό περιεχόμενο της εθνοτικότητας ποικίλει ευρέως. Είναι σημαντικό να σημειώσουμε ότι η τυπολογία που αναφέραμε μπορεί επίσης να επισημαίνει περιστάσεις/ συγκυρίες κάτω από τις οποίες η εθνοτικότητα μπορεί να μεταβληθεί σε ένα εξαιρετικά σημαντικό στοιχείο της προσωπικής ταυτότητας ιδιαίτερα για την κατοχύρωση του ανήκειν σε μια εθνοτική κοινότητα.23

Μελετώντας το ρόλο των κοινωνικών/εθνοτικών κατηγοριοποιήσεων και τον βαθμό εθνοτικής τους ενσωμάτωσης στη διαδικασία μετασχηματισμού των ταυτοτήτων των Βλάχων της Πελαγονίας πρέπει να λάβουμε υπόψη τις εξής παραμέτρους: α) τη θρησκευτική τους ταυτότητα εντός του Milliyet, β) την παράμετρο γλώσσαπολιτισμός, η οποία επενδύθηκε με ιδεολογική-συμβολική σημασία την περίοδο της έξαρσης του ρουμανικού εθνικισμού και γ) τους παράγοντες που επηρεάζουν την κοινωνική επίγνωση των Βλάχων της Πελαγονίας24 την περίοδο του εθνικισμού και το πλέγμα των συναισθημάτων, αξιών, στάσεων και προσανατολισμών που την καθορίζουν.

α) η θρησκευτική ταυτότητα των Βλάχων εντός του Μilliyet

Για να εξετάσουμε τη θρησκευτική ταυτότητα των Βλάχων θα πρέπει να λάβουμε υπόψη μας το γεγονός ότι η ένταξή τους στην ελληνορθόδοξη κοινοπολιτεία του Rum Milliyet και η επίσημη αναγνώριση του Οικουμενικού Πατριαρχείου δεν αμφισβητήθηκαν σοβαρά από τους ίδιους.25 Οι ιστορικές απόπειρες για τον προσεταιρισμό τους στον καθολικισμό26 από αποστόλους του ρουμανικού εθνικισμού ή για τη θρησκευτική τους αυτοδιάθεση με την αναγνώριση Βλάχου Εξάρχου27 ή ακόμη οι απόπειρες μιας μερικής χειραφέτησής τους από τη δικαιοδοσία του Πατριαρχείου το έτος 1903, δεν έτυχαν της αναγκαίας υποδοχής. Οι αιτίες θα πρέπει να αναζητηθούν στην ύπαρξη μιας ισχυρής πνευματικής εξάρτησης των Βλάχων της Πελαγονίας από την παραδοσιακή νομιμότητα του Οικουμενικού Πατριαρχείου η δυναμική της οποίας είναι μεγαλύτερη σε πληθυσμούς που δεν έχουν τύχει συστηματικής εκπαίδευσης.

Αντίθετα με τους ελληνίζοντες, η ομάδα των μη ελληνιζόντων Βλάχων κινήθηκε με αισθητή καθυστέρηση και πέτυχε μόλις το 1905 την αναγνώριση βλαχικής κοινότητας, διαμορφώνοντας με τον τρόπο αυτό τις προϋποθέσεις για την θεσμική κατοχύρωση του Μilliyet των Βλάχων. Η πρώτη επίσημη έκφραση της εθνοτικής συνείδησης των ρουμανιζόντων Βλάχων ως διακριτής εθνοτικής ομάδας έλαβε χώρα στο Μοναστήρι, στις 9 Απριλίου του 1904, αλλά δεν πέτυχε τους στόχους της.28 Οι αιτίες μπορούν να αναζητηθούν στην απουσία μιας ισχυρής αστικής τάξης, φίλα προσκείμενης προς την ρουμανική εθνική ιδέα. Ως την 1η Ιουλίου 1904,29 είχαν ιδρυθεί ρουμανικές βλαχικές κοινότητες στα βιλαέτια Μοναστηρίου, Θεσσαλονίκης, Κοσσυφοπεδίου και Ιωαννίνων,30 αν και η ίδρυση ρουμανικών κοινοτήτων δεν ήταν δυνατή σε όλες τις περιπτώσεις, με βάση το ισχύον θεσμικό πλαίσιο.31

Η θεσμική νομιμοποίηση των βλαχικών κοινοτήτων με τον ιραδέ του 1905 κατοχυρώνει μια ήδη εκπεφρασμένη εθνοτική ταυτότητα, χωρίς να καταλύει το οικοδόμημα του Rum Milliyet. Στην πραγματικότητα τίθεται επίσημα προς συζήτηση για πρώτη φορά το ζήτημα της λειτουργίας βλαχικών εκκλησιών και σχολείων υπό τη αιγίδα του Πατριαρχείου. Το συνέδριο ‘των ρουμανικών κοινοτήτων’, που πραγματοποιήθηκε στο Μοναστήρι στις 10 Ιουλίου 1909, επικέντρωσε την προσοχή στην εξέταση δύο κυρίως ζητημάτων, του σχολικού και του εκκλησιαστικού ζητήματος των Βλάχων.32 Η υλοποίηση όμως των σχεδίων του Συνεδρίου αναβλήθηκε εξαιτίας της προετοιμασίας των βαλκανικών μετώπων.

Τέλος η Συνθήκη Ειρήνης του Βουκουρεστίου το 1913 οδήγησε στην αναγωγή της βλαχικής κοινότητας σε βλαχική μειονότητα και στην αναγνώρισή της από τον Ελευθέριο Βενιζέλο στο πλαίσιο της οποίας μέρος των Βλάχων ανέπτυξε ρουμανική εθνική ταυτότητα.

β) Η παράμετρος γλώσσα-πολιτισμός

Η γλώσσα και ο πολιτισμός επενδύθηκαν με ιδεολογική-συμβολική σημασία την περίοδο της έξαρσης του εθνικισμού. Στην εθνικιστική φιλολογία τα έθνη ορίζονται από τις γλώσσες οι οποίες θεωρούνται το κύριο σύμβολο μιας επί μακρόν κοινής ζωής και μιας αδιόρατης ομαδοποίησης και ταυτότητας.33 Έτσι η γλώσσα έγινε πολιτικό θέμα, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Kedourie,34 που ιδιαίτερα στην περίπτωση των Βαλκανίων, της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης πήρε εκρηκτικές διαστάσεις.

Η ελληνική εκδοχή για την παράμετρο γλώσσα/πολιτισμός των Βλάχων της Πελαγονίας καθίσταται φανερή μέσα από μια σειρά αναφορών που υποβάλλουν στη ρουμανική κυβέρνηση βλάχοι κάτοικοι των οικισμών της Πελαγονίας.35 Η ρουμανική εκδοχή χρησιμοποιεί την γλωσσική ομοιότητα ανάμεσα στους Ρουμάνους και στους Βλάχους ως τεκμήριο ‘φυλετικής’ συγγένειας και εδραιώνει σε αυτή τη σχέση έναν εθνικό μύθο που τοποθετεί την κοινή προέλευση/καταγωγή τους στην περίοδο των Ρωμαίων. Η ελληνική εκδοχή γνωρίζει ότι το ζήτημα της γλώσσας δεν είναι το δυνατό της επιχείρημα, αποδέχεται ως αναγκαίο κακό τη διγλωσσία των Βλάχων την οποία προσδιορίζει ως ηλικιακά και κοινωνικοποιητικά καθορισμένη και υποστηρίζει ότι το ελληνικό σχολείο ως δευτερογενής φορέας κοινωνικοποίησης αντισταθμίζει τις ‘αρνητικές’ επιδράσεις του βλαχόφωνου οικογενειακού περιβάλλοντος. Η αναγκαιότητα διδασκαλίας της ελληνικής γλώσσας στους Βλάχους προβάλλεται με τρία επιχειρήματα: το πρώτο σχετίζεται με την ηθική προαγωγή των ελληνοβλαχικών κοινοτήτων μέσα από τη διδασκαλία του ελληνικού πολιτισμού, το δεύτερο αναφέρεται στη θρησκευτική τους καλλιέργεια, αφού η ελληνική είναι η γλώσσα της Εκκλησίας και το τρίτο απευθύνεται στη δυνατότητα της ελληνικής, ως γλώσσας του διεθνούς εμπορίου, να προωθεί τους εμπορικούς στόχους των Βλάχων. Στην κορυφή των αξιών τοποθετούνται επομένως η ελληνική γλώσσα, ο πολιτισμός και η ορθοδοξία τα οποία προβάλλονται ως συμβολικό πολιτισμικό κεφάλαιο όλων αδιακρίτως των ορθοδόξων, ενώ η επίκληση στο ενδιαφέρον των Βλάχων για το εμπόριο ανταποκρίνεται στις έντονες τάσεις αστικοποίησης που παρατηρούνται στην οικονομική και πολιτική τους ελίτ. Τέλος, εντυπωσιάζει η πρωτότυπη διάκριση γραικολατίνων-σλαβολατίνων με κριτήριο τη χρήση του αλφάβητου καταγραφής της βλαχικής γλώσσας. Στην πραγματικότητα, η ελληνική πλευρά έχει επίγνωση των ορίων της επιχειρηματολογίας της και εντείνει την εκπαιδευτική αφομοιωτική πολιτική της με ένα σοβαρό εκπαιδευτικό δίκτυο στις βλαχόφωνες κοινότητες της Πελαγονίας. Τα αποτελέσματα δικαιώνουν τη πολιτική αυτή.

γ) Παράγοντες που επηρεάζουν την κοινωνική επίγνωση των Βλάχων της Πελαγονίας

Είναι προφανές ότι η όποια ερμηνεία αναφορικά με τους παράγοντες που επηρεάζουν στην περίπτωση των Βλάχων της Πελαγονίας την κοινωνική τους επίγνωση κατά την περίοδο του εθνικισμού, πρέπει να λαμβάνει υπόψη της τις σχέσεις εξουσίας που διαμορφώνονται στο πλαίσιο των θεσμικά αναγνωρισμένων εκείνη την περίοδο κοινοτήτων όπως διαμορφώνεται από τους Εθνικούς Κανονισμούς που ψηφίζονται και εφαρμόζονται μετά από το 1860 στο πλαίσιο των οθωμανικών μεταρρυθμίσεων. Κάτω από αυτές τις συνθήκες δημιουργούνται στην Πελαγονία οι προϋποθέσεις συγκρότησης μιας ηγεμονικής ελίτ προερχόμενης από τα μεσαία κοινωνικά στρώματα, τα οποία αποτελούνται κυρίως από Βλάχους που κατοικούν σε αστικά/ ημιαστικά κέντρα της Πελαγονίας. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι κατά την ψήφιση των Εθνικών Κανονισμών, την επαρχία της Πελαγονίας εκπροσώπησε ο εκ Κρουσόβου Κ. Νιτσιώτας, μέλος ισχυρής οικογένειας εμπόρων.36 Η ηγεμονική ελίτ που διαμορφώνεται σε περιφερειακό/τοπικό επίπεδο, συμπεριλαμβάνει εγγράμματους αστούς Βλάχους που βγαίνουν από τα ελληνικά εκπαιδευτικά ιδρύματα των κέντρων της Πελαγονίας, και αντλεί την νομιμότητά της από τη σχέση της με το Πατριαρχείο, την εξουσία της από τον πλούτο που έχει συσσωρεύσει, αλλά και από την πολιτική της δράση στο πλαίσιο των τοπικών κοινοτήτων όπου αυτή αναλαμβάνει διαμεσολαβητικό ρόλο στο επίπεδο της διαχείρισης των κρίσεων, σε συνεργασία με τις κεντρικές ελίτ (Πατριαρχείο, Ελληνικό Προξενείο). Η ιδεολογία της συγκεκριμένης ελίτ σχετίζεται με την υιοθέτηση ενός ιδιαίτερου συστήματος αξιών τέτοιου που υπαγορεύει στα μέλη της ομάδας τη διαρκή εμπλοκή τους σε ένα δίκτυο ενώσεων ή ιδρυμάτων, την προσφορά δωρεών με αντίτιμο το κοινωνικό κύρος ή την υστεροφημία και την επίδοσή τους σε γαμήλιες στρατηγικές στο πλαίσιο της ενδογαμίας με σκοπό να ενισχυθεί η συνοχή της ομάδας. Οι παράγοντες αυτοί δημιουργούσαν στους Βλάχους τις προϋποθέσεις για τη διαμόρφωση μιας υψηλής κοινωνικής εικόνας για τον εαυτό τους και την ομάδα στην οποία ανήκαν.37

Όσοι από τους Βλάχους της Πελαγονίας δεν εντάχθηκαν στα τοπικά δίκτυα εξουσίας της Εκκλησίας και της ελληνικής εκπαίδευσης διαμόρφωσαν μια βλαχική ελίτ, και μια ξεχωριστή βλαχική ταυτότητα. Σε αντίθεση όμως με την νομιμοποιημένη ελίτ των ελληνορθόδοξων κοινοτήτων της Πελαγονίας, η βλαχική ελίτ δεν είχε ούτε την αναγκαία συνοχή, ούτε τον βαθμό νομιμοποίησης που απαιτούνταν για την προσέλκυση μεγάλου μέρους της βλαχικής εθνοτικής ομάδας.

Συμπερασματικά τονίζουμε ότι οι Βλάχοι των αστικών κέντρων της Πελαγονίας, επιβεβαιώνοντας και τη θεωρία του Barth, διαμορφώνουν την κοινωνική/εθνοτική ή πολιτισμική τους ταυτότητα με βάση τόσο την αντίληψή τους για τη θέση τους έναντι των άλλων μελών των κοινοτήτων αυτών, όσο και την αντίληψη των άλλων κοινωνικών ομάδων του περιβάλλοντος για τη θέση των Βλάχων στην κοινωνική ιεραρχία.

 

Οι αντιλήψεις αυτές κατά τον Druckman38 εμπεριέχουν συναισθήματα, αξίες, στάσεις και προσανατολισμούς,39 τα οποία παράλληλα με τα ζητήματα της γλώσσας,40 της θρησκείας41 και της παράδοσης διαμορφώνουν μια κοινοτική/εθνοτική ή πολιτισμική ταυτότητα που διακρίνεται, σύμφωνα με την τυπολογία του Don Handelman που προαναφέραμε, από υψηλό βαθμό οργανωτικής σημασίας της εθνοτικότητας και κατά συνέπεια υψηλό βαθμό εθνοτικής ενσωμάτωσης.

 

3. 2. Οι συνέπειες του εθνικισμού στη διαμόρφωση και διχοτόμηση της εθνοτικής Βλαχικής κοινότητας

H περιοδοποίηση της έξαρσης του εθνικισμού ανάμεσα στην Ελλάδα και στη Ρουμανία με πεδίο εστίασης την Πελαγονία και τους Βλάχους έχει ως εξής:

 

α) Η περίοδος της εμφάνισης βλαχικών σχολείων (1860-1879): Την πρώτη περίοδο ο ρουμανικός εθνικισμός χρησιμοποίησε ως εργαλείο τη βλαχική γλώσσα και προσπάθησε να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για την ανάπτυξη σχολικού δικτύου.42 Το γεγονός δεν ερμηνεύτηκε από τους Έλληνες Προξένους στο ιδεολογικό πλαίσιο του εθνικισμού, με αποτέλεσμα να υποτιμηθεί. Ο ρωσοτουρκικός πόλεμος του 1878 και η παρουσία της Ρουμανίας στο πλευρό των Ρώσων, εξέθρεψαν τις φιλόδοξες βλέψεις των εθνικιστικών ρουμανικών κύκλων και εγκαινίασαν μια έντονη διαμάχη ανάμεσα στην Ελλάδα και τη Ρουμανία για την κηδεμονία των Βλάχων της Πελαγονίας στο πλαίσιο της οποίας ο σχολικός μηχανισμός μετασχηματίστηκε σε παράγοντα διαμόρφωσης εθνικών ταυτοτήτων.

β) Η περίοδος υιοθέτησης του στόχου του εκρουμανισμού της Μακεδονίας (1879-1884): Την περίοδο αυτή είχαν διαμορφωθεί δύο τάσεις στους κόλπους των ρουμάνων εθνικιστών: η πρώτη απέβλεπε στην προσάρτηση των Βλάχων της Πελαγονίας στη Ρουμανία για να επιτευχθεί η εκπλήρωση της υψηλής αποστολής του ρουμανικού εθνικισμού και η κυριαρχία των Ρουμάνων στην Ανατολή μέσα από τη σύσταση την άνοιξη του 1879 ενός κομιτάτου το οποίο απέβλεπε στον εκρουμανισμό της Μακεδονίας.43 Αντίθετα με την πρώτη τάση η δεύτερη απέβλεπε στην ανάπτυξη των σχολείων της βλαχικής γλώσσας στην Πελαγονία, με σκοπό την ανάπτυξη ρουμανικής εθνοτικής συνείδησης στους βλαχικούς πληθυσμούς. Στο πλαίσιο αυτό η αντιπαράθεση στο εκπαιδευτικό αλλά και στο συμβολικό πεδίο εντάθηκε.

γ) Η περίοδος της ρουμανο-αλβανικής συσπείρωσης (1885-1892): Η τρίτη περίοδος αρχίζει το 1885 με τη σύσταση του ρουμανικού Συλλόγου Lumina και του αλβανικού Συλλόγου Drita, ενώ το 1887 γίνεται η συγχώνευση του μακεδονο-ρουμανικού Συλλόγου με τον αλβανικό, σε σύλλογο με τίτλο Ρουμάνο-αλβανομακεδονικός Σύλλογος,44 με βάση το ιδεολόγημα που σχετιζόταν με την κοινή πελασγική καταγωγή των δύο λαών (Αλβανών και Ρουμάνων). Με την παράλληλη δράση των δύο Συλλόγων τέθηκαν οι βάσεις για την άσκηση εποπτείας της βλαχικής εκπαίδευσης από έναν επίσημο κεντρικό φορέα. Σήμερα όμως θεωρείται δεδομένο ότι η ταύτιση με το αλβανικό στοιχείο δεν συνέβαλε θετικά στην καλλιέργεια της εθνοτικής συνείδησης των Βλάχων.

δ) Η περίοδος της διεθνοποίησης του βλαχικού ζητήματος (1893-1903): Τα κύρια χαρακτηριστικά της νέας περιόδου του βλαχικού ζητήματος ήταν η σύμπλευση των ρουμανικών με τα αυστριακά κυρίως συμφέροντα στην περιοχή45 η οποία οφειλόταν στην αντίθεση τόσο της Ρουμανίας όσο και της Αυστρίας στην ενσωμάτωση της Βεσσαραβίας από τη Ρωσία. Η κυοφορούμενη λοιπόν μέσα στο κλίμα της ρουμανο-αυστριακής συνύπαρξης απεμπλοκή των ορθοδόξων Ρουμάνων από το Πατριαρχείο θεωρείται ότι μείωσε τους ρουμανίζοντες Βλάχους παρά τους αύξησε, αφού οι παραδοσιακοί βλαχικοί πληθυσμοί δεν συγκατατέθηκαν στην αποκοπή από την πνευματική παράδοση του Πατριαρχείου.


ε) Η περίοδος της αναγνώρισης βλαχικής κοινότητας (1903-1905):
Μετά το θάνατο του Μαργαρίτη το 1903 επικράτησε από τη μια στους κόλπους της φιλελεύθερης Κυβέρνηση της Ρουμανίας η άποψη πως προείχε η εκκλησιαστική χειραφέτηση των ρουμανιζόντων του μακεδονικού χώρου από το Οικουμενικό Πατριαρχείο και από την άλλη στους κόλπους της συντηρητικής αντιπολίτευσης στη Ρουμανία η τάση της πρόταξης των εθνικιστικών διεκδικήσεων στην περιοχή. Ο σουλτανικός ιραδές της 25.5.1905 υπογεγραμμένος από το Σουλτάνο Αβδούλ Χαμίτιγιε46 νομιμοποίησε την αναγνώριση βλαχικής κοινότητας και δημιούργησε θεσμικές προϋποθέσεις για την επίσημη προσχώρηση μέρους των Βλάχων της Πελαγονίας σε αυτήν.

στ) Η περίοδος της κρίσης στις ελληνορουμανικές διπλωματικές σχέσεις (19051912): Στη διαδικασία της κρίσης των ελληνο-ρουμανικών διπλωματικών σχέσεων τα οικονομικά κίνητρα, συγκαλύπτονταν και προβάλλονταν τα γλωσσικά, τα θρησκευτικά και τα πολιτισμικά αίτια. Στο πλαίσιο της σύγκρουσης η Πύλη ασκούσε διαιτητικό ρόλο, πολιτική που συνεχίστηκε κατά την επανάσταση των Νεότουρκων και οδήγησε στο συνέδριο των ρουμανικών κοινοτήτων.

Όπως καθίσταται φανερό από όσα προαναφέρθηκαν η ιστορική συγκυρία του εθνικισμού συνέβαλε καθοριστικά σε αυτό που ο Barth προσδιόρισε ως διχοτόμηση των εθνοτικών ομάδων. Το ζήτημα της βλαχικής γλώσσας πολιτικοποιήθηκε και συνδέθηκε με το θέμα της βλαχικής εθνοτικής ταυτότητας οδηγώντας τμήμα της κοινότητας προς τη ρουμανική πλευρά, ενώ από την άλλη οι θρησκευτικοί δεσμοί με το Πατριαρχείο ενίσχυαν την κοινωνική συνοχή, ταυτότητα και αλληλεγγύη σε ένα άλλο νοητό πλαίσιο και έστρεψαν ένα άλλο τμήμα της βλαχικής κοινότητας προς την ελληνική πλευρά.

 

3.3 Μνήμη και Ταυτότητα: Ο ρόλος της εκπαίδευσης των Βλάχων την εποχή του εθνικισμού

Κάθε έθνος χρησιμοποιεί έννοιες και μνήμες του παρελθόντος ώστε να οικοδομήσει το μέλλον του και να διακηρύξει την ‘μοναδικότητα’ και ‘αυθεντικότητά’ του.47 Η αναζήτηση της ‘αυθεντικότητας’ από τους εθνικιστές, διαδικασία που εκφράστηκε με ένα κοινό στυλ σε όλα τα μέρη του κόσμου, ουσιαστικά ήταν μια προσπάθεια διατήρησης των πολιτισμικών ορίων (boundaries) ανάμεσα στις διάφορες ομάδες μέσα από αυθαίρετες διαχωριστικές γραμμές. Ο Anderson ισχυρίζεται πως το σημαντικό περιεχόμενο αυτής της διαδικασίας «είναι μια νέα μορφή κρατικής εξουσίας και μια πολιτική που βασίζεται κατά κάποιον τρόπο στη μαζική συμμετοχή»,48 καθώς και στις σχέσεις αγοράς, κράτους και εκπαίδευσης, που δημιούργησαν «νέες εμπειρίες για το χρόνο και την κοινότητα».49 Η ‘ταυτότητα’ και η αίσθηση του ‘ανήκειν’ είναι τα κοινά χαρακτηριστικά που μοιράζονται οι διαφορετικές εθνικιστικές ιδεολογίες. Η μορφοποίηση της αυτοσυνείδησης συνδέεται με την αίσθηση του να ανήκεις σε μια συγκεκριμένη εθνοτική ομάδα ή έθνος, καθώς δημιουργεί αισθήματα ενότητας και ομοιότητας. Η εκπαίδευση, ως ιδεολογικός μηχανισμός του κράτους, γίνεται το μέσο για την καλλιέργεια της αίσθησης του ‘ανήκειν’ στην ίδια εθνική κοινότητα μέσα από την δημιουργία σε διαφορετικές εθνοτικές ομάδες κοινής συλλογικής μνήμης. Έτσι δημιουργούνται οι προϋποθέσεις για επαναδιαπραγμάτευση του παρελθόντος, με σκοπό την εξυπηρέτηση των στόχων του παρόντος και του μέλλοντος όπως το οραματίζονται οι εθνικιστές.50 Για την περίπτωση των Βλάχων ο ρόλος της εκπαίδευσης υπήρξε καθοριστικός. Ο Danforth αναφέρει ότι η πολιτική του εξελληνισμού προσπάθησε να εντάξει όλες αυτές τις εθνοτικές κατηγορίες στην εθνική κατηγορία των ‘Ελλήνων’ ώστε να τις ενσωματώσει πλήρως στο ελληνικό εθνικό κράτος και υπήρξε επιτυχής για την περίπτωση των προσφύγων, των Βλάχων, των Αρβανιτών και των ελληνόφωνων ντόπιων Μακεδόνων.51 Συγκεκριμένα για την περίπτωση των Βλάχων της Πελαγονίας θα επιχειρήσουμε μια σύγκριση ανάμεσα στα δεδομένα της ελληνικής και της ρουμανικής εκπαίδευσης εντοπίζοντας τα ιδιαίτερου ενδιαφέροντος σημεία τους.

Επισημαίνεται ότι τόσο το ελληνικό κράτος όσο και το ρουμανικό έστηναν σχολεία στις ίδιες περιοχές. Τα κυριότερα κέντρα της ελληνικής παιδείας στα οποία λειτουργούσαν σχολεία εκμάθησης των ελληνικών γραμμάτων ήταν το Μοναστήρι, το Κρούσοβο,52 το Τύρνοβο, το Μεγάροβο, η Νιζόπολη. Αλλά από το 1864/65, οπότε και ιδρύθηκε το πρώτο ρουμανικό53 σχολείο στο Τύρνοβο της περιοχής Μοναστηρίου, ως το 1885 εκτός από την ελληνική και η ρουμανική παιδεία είχε διεισδύσει στο Μοναστήρι αλλά και στη Νιζόπολη, στο Τύρνοβο, στο Μεγάροβο, στη Μηλόβιστα, στο Γκόπεσι και στο Κρούσοβο. Στις πόλεις μάλιστα λειτουργούσαν και ρουμανικά γυμνάσια ενώ στη Θεσσαλονίκη ιδρύθηκε Εμπορική Σχολή.54

Οι λόγοι οι οποίοι κατά την κρίση μας καθόρισαν την προτίμηση των Βλάχων για την ελληνική παιδεία θα πρέπει να αναζητηθούν στις εξής παραμέτρους: α) στη σημαντική καθυστέρηση ως προς τη σύσταση των ρουμανικών σχολείων σε σχέση με τα ελληνικά. Έτσι ενώ η ελληνική εκπαίδευση ανάμεσα στους Βλάχους της Πελαγονίας έχει πραγματοποιήσει εξαιρετική πρόοδο ήδη από το 1830,55 η δημιουργία ρουμανικής εκπαίδευσης ξεκίνησε αργότερα και συγκεκριμένα την περίοδο 1860-1870,56 β) στην αδυναμία της ρουμανικής εκπαίδευσης να ιδρύσει ως το 1885 πυκνό δίκτυο σχολείων θηλέων, στην μειωμένη προσοχή που επέδειξε στην ίδρυση νηπιαγωγείων, στην παντελή έλλειψη ιερατικών ρουμανικών σχολείων και στην αδυναμία της να στήσει έναν σταθερό και φερέγγυο μηχανισμό για την παραγωγή δασκάλων γ) στο γεγονός ότι η «πλειοψηφία του βλαχόφωνου πληθυσμού γνώριζε και την ελληνική ως δεύτερη γλώσσα και είχε συνδέσει τα συμφέροντα και τις προοπτικές της με την επιτυχημένη έκβαση της ελληνικής εθνικής υπόθεσης»57 και δ) στην αίγλη που ασκούσε ο ελληνικός ιστορικός μύθος με την αναγωγή του στην αρχαιότητα, γεγονός που έχει επανειλημμένα επισημανθεί βιβλιογραφικά.58 Η ένταξη σε αυτόν τον μύθο φαίνεται από τα υπάρχοντα ποσοτικά στοιχεία ότι θεωρήθηκε από τους Βλάχους της Πελαγονίας ως ιδιαίτερα ελκυστικό γεγονός .59

 

Συμπεράσματα

Η ιστορική συγκυρία του εθνικισμού συνέβαλε καθοριστικά σε αυτό που ο Barth προσδιόρισε ως διχοτόμηση των εθνοτικών ομάδων. Η ανάπτυξη μιας κοινής βλαχικής συνείδησης δεν επιτεύχθηκε καθότι, από τη μια οι θρησκευτικοί δεσμοί με το Πατριαρχείο ενίσχυαν την κοινωνική συνοχή, ταυτότητα και αλληλεγγύη στρέφοντας τμήμα της βλαχικής κοινότητας προς την ελληνική πλευρά, ενώ από την άλλη, το ζήτημα της βλαχικής γλώσσας και η συγγένειά της με τη ρουμανική πολιτικοποιήθηκε, και αποτέλεσε μοχλό εθνικιστικών διεκδικήσεων από την πλευρά της Ρουμανίας οδηγώντας τμήμα της κοινότητας των Βλάχων προς τη ρουμανική πλευρά. Το βλάχικο μιλλέτ (ullah millet), η πρώτη επίσημη αναγνώριση των βλάχων ως επίσημη εθνοθρησκευτική ομάδα, απέκτησε σαφή πολιτικό χαρακτήρα που τους ταύτισε με τη ρουμανική πλευρά. Εκπροσωπούσε δηλαδή τους ρουμανίζοντες βλάχους. Οι ελληνίζοντες (γραικομάνοι) εκπροσωπούνταν από την ελληνική πλευρά.

Οι Βλάχοι τελικά αφομοιώθηκαν από τα σύγχρονα έθνη-κράτη υιοθετώντας τις αντίστοιχες εθνικές ταυτότητες διατηρώντας παράλληλα μια ιδιαίτερη φυλετική/ τοπική ταυτότητα. Από αυτούς οι μεν γραικομάνοι ταυτίζονται με το νεοελληνικό έθνος-κράτος αρνούμενοι κάθε καθεστώς μειονότητας ή εθνοτικής διαφοροποίησης, οι δε ρουμανίζοντες, αποστασιοποιούνται από την Ελλάδα και παρουσιάζουν τη μεγαλύτερη ταύτιση με το ρουμανικό έθνος-κράτος. Αναφέρονται δε και περιπτώσεις Αρμάνων, τόσο στην Ελλάδα όσο και αλλού, που προβάλουν ξεχωριστή εθνοτική συνείδηση, που ανάγεται στο βλαχικό μιλλέτ.60

 

Σοφία Ηλιάδου-Τάχου & Δόμνα Μιχαήλ

Συγκρότηση ταυτοτήτων την εποχή του εθνικισμού: Η περίπτωση των Βλάχων της Πελαγονίας

11ο Συμπόσιο Ιστορίας, Λαογραφίας, Βλάχικης Παραδοσιακής Μουσικής και Χορών,
Κλεισούρα Καστοριάς 11-12 Σεπτεμβρίου 2010, Π.Ο.Π.Σ.Β


ΠΡΑΚΤΙΚΑ Λ' ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΥ ΙΣΤΟΡΙΚΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ
29-31 Μαΐου 2009
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 2010

 

 

1. T. Nairn αναφέρεται από τον Β. Anderson, Imagined Communities, London 1983, σ. 13.
2. Β. Anderson, Imagined communities.Refections on the Origin and the Spread of Nationalism, Chicago 1991. Δ. Μιχαήλ, Έθνος, Εθνικισμός και Εθνική Συνείδηση: Μια ανθρωπολογική προσέγγιση, Αθήνα 1992, σ. 20.
3. A. Cohen, The Symbolic Construction of Community, London 1985, σ. 105.
4. F. Barth, (ed.) Ethnic Groups and Boundaries, Oslo 1969, σ. 11.
5. Δ. Μιχαήλ, ό.π., σ. 12-13.
6. F. Barth, ό.π., σ. 10.
7. F. Barth, ό.π., σ. 9.
8. F. Barth, ό.π., σ. 18.
9. F. Barth, ό.π., σ. 10.
10. Δ. Μιχαήλ, ό.π., σ. 13-14.
11. T. H. Eriksen, Ethnicity and Nationalism: Anthropological Perspectives, London 1993, σ. 72-73.
12. Τajfet H & J. Forgas, “Κοινωνική κατηγοριοποίηση: γνώσεις, αξίες και ομάδες” στο Στ. Παπαστάμου (επιμ) Σύγχρονες τάσεις στην κοινωνική Ψυχολογία: διομαδικές σχέσεις, Αθήνα, 1990, σ. 271-297.
13. L. Danforth, The Macedonian Confict: Ethnic Nationalism in an transnational world, Princeton 1995. F. Thual, Les confits identitaires, Paris1995.
14. M. Θανοπούλου, «Η συλλογική μνήμη ως στοιχείο της πολιτιστικής ταυτότητας, η περίπτωση μιας αγροτικής κοινότητας» στο Χρ. Κωνσταντοπούλου et al (επιμ): «Εμείς» και οι «άλλοι»: αναφορά στις τάσεις και τα σύμβολα, Αθήνα 1997, σ. 215-224. Ρ. Μπουσχότεν, Ανάποδα χρόνια: συλλογική μνήμη και ιστορία στο Ζιάκα Γρεβενών 1900-1950, Αθήνα 1997.
15. ΑΥΕ, 6.5.1870, 15.4.1870.
ΑΥΕ, 872-1877, 3 Εκπαιδευτικά. Ρουμανική προπαγάνδα, Προξενείον Βιτωλίων.
ΑΥΕ, 1879 99/1, 2, Αναφοραί προξενικών αρχών περί του βλαχισμού.
ΑΥΕ, Αρχείον Α, Προξενείον Ρουμανίας προς ΥΠΕΞ , αρ. πρ. 522/8.6.1879
ΑΥΕ, 1880 β, Απόρρητη Έκθεση Πρεσβείας Βουκουρεστίου προς ΥΠΕΞ, αρ.6.
ΑΥΕ, 445/3.4.1880, Πρεσβεία Βουκουρεστίου προς ΥΠΕΞ.
ΑΥΕ, Αρχείο Β’ Κων/λεως Πρεσβεία, αλβανορουμανικά, αρ. πρ. 16/5.1.1887.
ΑΥΕ, Προξενεία Μακεδονίας, Πρόξενος Μοναστηρίου προς ΥΠΕΞ, 564/1.11.1892.
ΑΥΕ, Αρχ. Β’, Προξενείο Μακεδονίας-Κρήτης, αρ. πρ 385/9.6.1893.
ΑΥΕ, Αρχ. Β’, Προξενεία Ηπείρου, Αλβανίας, αρ. πρ. 469/9.5.1895.
ΑΥΕ, Κωνσταντινουπόλεως Πρεσβεία προς ΥΠΕΞ , αρ. πρ. 40/16.1.1904.
ΑΥΕ ΑΑΚ/Κ’’, Η ρουμανική προπαγάνδα εις Μακεδονίαν και η ανακίνησις του κουτσοβλάχικου θέματος. Αναφοραί Προξενείου Μοναστηρίου, Θεσσαλονίκης, αρ. πρ. 519/14.5.1904
ΑΥΕ ΑΑΚ/Κ’’, Ρωμάνος προς Προξενείον Ελασσόνος, αρ. εμπ. πρ. 2787/27.8.1904.
ΑΥΕ ΑΑΚ/Κ’’, Προξενείον Μοναστηρίου προς ΥΠΕΞ αρ. πρ. 3329/30 7 Οκτωβρίου 1904.
ΑΥΕ, Κωνσταντινουπόλεως Πρεσβεία προς ΥΠΕΞ , αρ. εμπιστ. Πρ 573/21.7.1906.
16. Είναι πρωτογενές αρχειακό υλικό του οποίου ένα σημαντικό μέρος είχε δημοσιευτεί στο βιβλίο της Σ. Ηλιάδου-Τάχου,Τα Βαλκάνια στη δίνη των εθνικιστικών αντιπαραθέσεων. Ο Ελληνορουμανικός και Ελληνοσερβικός ανταγωνισμός στο βιλαέτι Μοναστηρίου (1870-1912) Θεσσαλονίκη 2004.
17. Α. Ι. Χρυσοχόος, Οι Βλάχοι της Μακεδονίας, Θεσσαλίας και Ηπείρου, Θεσσαλονίκη 1942. Τ. Μ. Κατσουγιάννης,Περί των Βλάχων των ελληνικών χωρών, Θεσσαλονίκη 1964. Δ. Παπαζήσης, «Βλάχοι, (Κουτσόβλαχοι)», Ηπειρωτική Εστία 1975. Α. Γ. Λαζάρου, Η Αρωμουνική και αι μετά της Ελληνικής σχέσηςαυτής. Βλάχοι, Ιστορική Φιλολογική Μελέτη , Αθήνα 1986. A. Wace & M. Thompson, Oι Νομάδες των Βαλκανίων, Περιγραφή της ζωής και των εθίμων των Βλάχων της Βόρειας Πίνδου , Θεσσαλονίκη 1989. Ν. Α. Κατσάνης, «Η δημιουργία βλάχικης αστικής τάξης, (η περίπτωση της Μοσχόπολης, Μετσόβου, Νυμφαίου κ.λ.π.)», Πρακτικά Α’ Συνεδρίου Μετσοβίτικων Σπουδών, Μέτσοβο 28-30 Ιουνίου 1991, Αθήνα 1993. Γ. Παπαθανασίου, Ιστορία των Βλάχων, Θεσσαλονίκη 1994. Α. Μ. Κολτσίδας, Ιδεολογική Συγκρότηση και Εκπαιδευτική Οργάνωση των Ελληνόβλαχων στο Βαλκανικό Χώρο, 1850-1913, Θεσσαλονίκη 1994. J. Koder, «Oι Βλάχοι, αντιπρόσωποι του νομαδισμού στο Βυζάντιο», Συμπόσιο Δήμου Βέροιας: Οι Βλάχοι στην ιστορία του ελληνισμού, παρελθόν-προοπτικές, Βέροια 25-26 Ιουνίου 1994. Α. Κουκούδης, & Β. Γούναρης, «Από την Πίνδο έως τη Ροδόπη. Αναζητώντας τις εγκαταστάσεις και την ταυτότητα των Βλάχων», Ίστωρ 10 (1997), σ. 25-32.
18. D. Bolintineanu, Calatorie la românii din Macedonia si Muntele Atos sau Santa Agora, Bucuresti 1863. F. Lenormant,Les patres valaques de la Grèce, Paris 1865. M. E. Picot, Les Roumains de la Macedoine, Paris 1875. S. Gopgevic, Makedonien und Alt-Serbien, Wien 1889. G. Weigand, Die Aromunen, Leipzing 1895. J. Cvijic, La peninsule Balcanique, Paris 1918. N. Jorga Histoire des Roumains de la Péninsule des Balkans (Albanie, Macédoine, Epire, Thessalie, Bucuresti 1919. D. Draghicesco, Les Roumains de Serbie, Paris 1919. Th. Capidan Aromânii: dialectul aromân studiu lingvistic, Bucuresti 1932. A. Vakalopoulos, «Recherches historiques à Samarina de la Macédoine occidentale» στο Grégoire Palamas XXI, 1937 σ. 316-323, 363-369, 424-438. M. Filipovic, «Nomadski Cincari na Ograzden», Glasnik Geografskog Pruztva XXIV, Beograd 1938. G. Bobich, «Romanità vivente in Grecia 1: Valacchi del Pindo» in Rivista di scienza, 72, Bologna 1942. M. Lascaris, «Les Vlachorynchines», Revue des Etudes Sud-Est Europeénes 20 (1943). N. Cusa,Aromanii (Macedonenii) in Romania, Dahmen 1996. D. V. Amincianul, Romanii din Peninsula Balcanica, Bucuresti 1938. J. K Campbell, Honour, family and patronage : a study of institutions and moral values in Greek mountain community. Oxford 1964. N. Beldiceanu, «Sur les valaques des Balkans slaves à l’époque ottomane (1450-1550)» στο Revue des études islamiques (1966) 34:83-132, Paris. N. Saramandu, Cercetari asupra aromanei vorbite in Dobrogea. Fonetica observatii asupra sistemului fonologic, Bucuresti 1972. M. D. Peyfuss, Die aromunische Frage: ihre Entwicklung von den Ursprüngen bis zum Frieden von Bukarest (1913) und die Haltung Österreich-Ungarns. WienKölnGraz 1974. W. Dahmen, & J. Kramer, «Enquête directe à l’aide d’enregistrement sur bandes magnétiques: expériences faites au cours d’enquêtes pour l’Atlas linguistique des parlers aroumains de la Grèce» στο Archives sonores de dialectologie, Amiens 1978, σ. 55-63. A. Angelolopoulos, «Population distribution of Greece today according to language, national consciousness and religion» in Balkan Studies 20 (1979). T. J. Winnifrith, The Vlachs, the history of a balkan people , London 1987. M. Bacou, «Entre acculturation et assimilation : les Aroumains au XXe siècle» στο Les Aroumains, Paris (Cahiers du Centre d’étude des civilisations d’Europe centrale et du Sud-Est, 8 (1989) σ. 153-167. E. Scarlatou, «La Romanite Balkanique: origines et diffusion», Revue des Etudes Sud-Est Europeènes, XXIX, 1991 σ. 3-4. H. Poulton, The Balkans, minorities and states in confict, London 1994. H. Gardikas-Katsiadakis, Greece and the Balkan Imbroglio. Greek foreign policy, 1911-1913, 55, Αthens 1995. L. Divani, The Vlachs of Greece and the Italo-Rumanian Propaganda, Thesis, Band 3, Mannheim 1996. J. Fr. Gossiaux, «Un ethnicisme transnational : la résurgence de l’identité valaque dans les Balkans» , στο L’Europe entre culture et nations, sous la dir. de Daniel Fabre, Paris 1996, σ. 191-198.T. Kahl, Ethnizität und räumliche Verteilung der Aromunen in Südeuropa, Münster 1999, & «The Ethnicity of Aromanians after 1990: the Identity of a Minority that Behaves like a Majority», Ethnologia Balkanica 6 (2002), σ. 145-169, & Istoria Aromânilor, Bucureşti 2005, & Για την ταυτότητα των Βλάχων, Εθνοπολιτισμικές προσεγγίσεις μιας βαλκανικής πραγματικότητας, ΚΕΜO Αθήνα 2009. A. Victor, «The Vlah Minority in Macedonia: Language, Identity, Dialectology, and Standardization» στο Selected Papers in Slavic, Balkan, and Balkan Studies, Helsinki 2001.
19. F. Barth, ό.π., σ. 9-36.
20. T. H. Eriksen, Ethnicity and Nationalism, σ. 79.
21. T. H. Eriksen, ό.π., σ. 41-45.
22. D. Handelman, «The organization of Ethnicity», Ethnic Groups (1977) τόμος 1, σ. 187-200.
23. T. H. Eriksen, , ό.π., σ. 45.
24. J. Forgas, (ed) Social cognition: perspectives on Everyday understanding, New York, σ. 34.
25. Κ. Βαβούσκοs, Η συμβολή του ελληνισμού της Πελαγονίας εις την ιστορίαν της Νεωτέρας Ελλάδος, Θεσσαλονίκη 1959. T. Κατσουγιάννης,Περί των Βλάχων των ελληνικών χωρών, Θεσσαλονίκη 1964, E. Νικολαϊδου,Η βλαχική προπαγάνδα στο βιλαέτι Ιωαννίνων και στα βλαχόφωνα χωριά της Πίνδου, Ιωάννινα 1995. Χ. Παπαστάθης, Οι κανονισμοί των ορθόδοξων ελληνικών κοινοτήτων του Οθωμανικού Κράτους και. της διασποράς, Θεσσαλονίκη 1994. Σ. Ηλιάδου-Τάχου Τα Βαλκάνια στη δίνη..,Θεσσαλονίκη 2004.
26. Η πρώτη προσπάθεια για τη δημιουργία ενός κλίματος συγγένειας προς τη δυτική Εκκλησία έγινε από τον Απόστολο Μαργαρίτη, χωρίς θετικά αποτελέσματα. Η πολεμική της ελληνικής πλευράς συνοδευόταν από τη διαπίστωση ότι η στήριξη της ελληνικής παιδείας δημιουργούσε τις προϋποθέσεις της συσπείρωσης όλων των ορθοδόξων με βάση το πνεύμα του Rum Milliyet.
27. Αρχείο Γ. Αδάμου, ΑΥΕ, ό.π., 6.5.1870. Η ανακήρυξη του Άνθιμου Γκέτση, πρώην Μητροπολίτη Πρεσπών, ως Εξάρχου των Βλάχων πραγματοποιήθηκε τον Σεπτέμβριο του 1894 και αποτέλεσε θεσμό, τουλάχιστον από το 1896 ως το 1901, οπότε ο Άνθιμος προσχώρησε εκ νέου στο Πατριαρχείο.
28. Αρχείο Γ. Αδάμου, ΑΥΕ ΑΑΚ/Κ’’, Η ρουμανική προπαγάνδα εις Μακεδονίαν και η ανακίνησις του κουτσοβλάχικου θέματος. Αναφοραί Προξενείου Μοναστηρίου, Θεσσαλονίκης, αρ. πρ. 519/14.5.1904. Η απόπειρα πραγματοποιήθηκε στην αίθουσα του ρουμανικού σχολείου, όπου έγινε η πρώτη Γενική Συνέλευση της Κοινότητας αποτελούμενης από 68-140 άτομα που κατέληξε στην εκλογή Εφοροδημογεροντίας από εννέα άτομα.
29. Αρχείο Γ. Αδάμου, ΑΥΕ ΑΑΚ/Κ’’, Ρωμάνος προς Προξενείον Ελασσόνος, αρ. εμπ. πρ. 2787/27.8.1904.
30. Αρχείο Γ. Αδάμου , ΑΥΕ ΑΑΚ/Κ’’, Προξενείον Μοναστηρίου προς ΥΠΕΞ αρ. πρ. 3329/30 7 Οκτωβρίου 1904.
31. Οι ρουμανίζοντες στο βιλαέτι Μοναστηρίου είχαν δικαίωμα, σύμφωνα με την τουρκική νομοθεσία μόνο στην κατοχή μουχταρικής σφραγίδας και στην ύπαρξη ιδιαίτερου μουχτάρη, όχι όμως και την αναγνώριση τους ως διακεκριμένων κοινοτήτων.
32. Το πρώτο θέμα προέβλεπε τη χειραφέτηση των ρουμανικών σχολείων, από το Γενικό Επιθεωρητή και τη θεσμοθέτηση της διοίκησης από 5μελή Επιτροπή. Το δεύτερο θέμα προέβλεπε τη συγκρότηση 20μελούς Επιτροπής, για το διακανονισμό των σχέσεων των ρουμανικών κοινοτήτων με το Οικουμενικό Πατριαρχείο.
33. Δ. Μιχαήλ, ό.π., σ. 47.
34. E. Kendourie, (ed), Nationalism in Asia and Africa, London 1970, σ. 34
35. Αρχείο Γ. Αδάμου, ΑΥΕ, ό.π., 6.5.1870. Μεγαρόβου, Τουρνόβου, Κλεισούρας και Γκοπεσίου
36. Αρχιεπισκόπου Χρυσάνθου Ακαδημαϊκού, Οι Γενικοί Κανονισμοί του Οικουμενικού Πατριαρχείου επί τη βάσει του κώδικος ΤΕ του Πατριαρχικού Αρχειοφυλακείου σύμφωνα με τα Πρακτικά Εθνοσυνελεύσεως 1858-1860, επιστημονική ανακοίνωσις αυτού γενομένη εν τη συνεδρία της 25ης Μαΐου 1946, σ. 7 και Σ. Ηλιάδου-Τάχου, Το Κρούσοβο, σ. 70 υπ. 78.
37. Τ. Kahl, Για την ταυτότητα των Βλάχων, σ.32.
38. D. Druckman, «Social psychological aspects of Nationalism» στο J. Comanoff and P. Stern (eds),
Perspectives on Nationalism and War , Amsterdam 1995, σ. 47-98.
39. D. Druckman, Social psychological aspects of Nationalism, σ. 68.
40. H. Exertzoglou, «Shifting boundaries: language communities and the ‘non speaking Greeks’», Historein, 1999 τεύχος 1, σ. 75-92. Για το ρόλο της γλώσσας ως πολιτισμικού φαινομένου στη δημιουργία της αυτοσυνείδησης και της ταυτότητας αλλά και την πολιτικοποίηση της γλώσσας στο πλαίσιο του έθνουςκράτους βλ. Δ. Μιχαήλ, ό.π., σ. 45-54.
41. Για το ζήτημα της θρησκείας σε σχέση με την εθνοτικότητα και τον εθνικισμό βλ. Δ.. Μιχαήλ ό. π., σ. 55-65.
42. Αρχείο Γ. Αδάμου , ΑΥΕ, 872-1877, 3 Εκπαιδευτικά. Ρουμανική προπαγάνδα, Προξενείον Βιτωλίων.
43. Αρχείο Γ. Αδάμου ΑΥΕ 1879 99/1,2, Αναφοραί προξενικών αρχών περί του βλαχισμού, Αρχείον Α, Προξενείον Ρουμανίας προς ΥΠΕΞ , αρ. πρ. 522/8.6.1879
44. Αρχείο Γ, Αδάμου, ΑΥΕ, Αρχείο Β’ Κων/λεως Πρεσβεία, αλβανορουμανικά, αρ. πρ. 16/5.1.1887.
45. Αρχείο Γ. Αδάμου, ΑΥΕ, Αρχ. Β’, Προξενείο Μακεδονίας-Κρήτης, 9.6.1893, αρ. πρ. 385, και ΑΥΕ, Αρχ. Β’, Προξενεία Ηπείρου, Αλβανίας, αρ. πρ. 469/9.5.1895).
46. Α. Ανθεμίδης. Οι Βλάχοι της Ελλάδος, Θεσσαλονίκη 1997, σ. 137.
47. Δ. Μιχαήλ, ό.π., σ. 46-47.
48. B. Anderson, Imagined Communities, σ. 19.
49. J. Spencer, Writing Within, Current Anthropology 31 (1990), σ. 283-300.
50. Z. Λε Γκοφ, Ιστορία και μνήμη, Αθήνα 1998.
51. L. Danforth, Η Μακεδονική Διαμάχη: Ο εθνικισμός σε έναν υπερεθνικό κόσμο, Αθήνα 1999, σ. 79.
52. Σ. Ηλιάδου-Τάχου, Το Κρούσοβο, σ. 90.
53. Ο Τ. Kahl αναφέρει ότι «η δημοφιλής αναφορά σε βλαχικά σχολεία δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, αφού επρόκειτο για ρουμανικά σχολεία», στο Για την ταυτότητα των Βλάχων, σ. 31.
54. T. Kahl, Για την ταυτότητα των Βλάχων, σ. 31.
55. Μ. Παρανίκας, Σχεδίασμα περί της εν τω έθνει καταστάσεως των γραμμάτων από αλώσεως Κωνσταντινουπόλεως μέχρι τής ενεστώσης εκατονταετηρίδας, Κωνσταντινούπολις 1867, σ. 601. Γ. Αντωνιάδης, «Το θρυλικό Μοναστήρι», ΜΠΣ 1949, σ. 67-68. Λ.Π.Π. «Ολίγαι στατιστικαί πληροφορίαι εκ Μοναστηρίου», ΜΗΠΣ 1908, σ. 174-175. Π. Τσάλλης, Το δοξασμένο Μοναστήρι ήτοι ιστορία της πατριωτικής δράσεως της πόλεως Μοναστηρίου και των περιχώρων από του έτους 1830-1903, Θεσσαλονίκη 1932. Α. Αρβανίτης, Η Μακεδονία εικονογραφημένη, Αθήναι 1909. Κ. Βαβούσκος,Η συμβολή του ελληνισμού της Πελαγονίας εις την ιστορίαν της Νεωτέρας Ελλάδος, Θεσσαλονίκη 1959. Αθ. Γερομίχαλος,Η εθνική δράσις του Μητροπολίτου Πελαγονίας Ιωακείμ Φορόπουλου και αι εκθέσεις αυτού, Θεσσαλονίκη 1968. Σ. Παπαδόπουλος, Εκπαιδευτική και κοινωνική δραστηριότητα του Ελληνισμού τής Μακεδονίας κατά τον τελευταίο αιώνα τής Τουρκοκρατίας, Θεσσαλονίκη 1970, σ. 133, σ. 440. Αθ. Α. Αγγελόπουλου «Μετάφρασις, περίληψις και κριτική του βιβλίου του Kriste Bitovski: Η δράσις της Μητροπόλεως Πελαγονίας, 1878-1912», Δελτίον Σλαβικής Βιβλιογραφίας, Ε’, 20, Θεσσαλονίκη 1968, σ. 1-55. Κ. Βακαλόπουλος,Ο Βόρειος Ελληνισμός κατά την πρώιμη φάση του Μακεδονικού Αγώνα 1878-1894, Θεσσαλονίκη 1983, σ. 178. Σ. Βούρη Εκπαίδευση και εθνικισμός στα Βαλκάνια. Η περίπτωση της Βορειοδυτικής Μακεδονίας 1870-1904, Αθήνα 1992. Β. Γούναρης, Στις όχθες του Υδραγόρα, Αθήνα 2003. Σ. Ηλιάδου-Τάχου, Ο Ελληνισμός του Μοναστηρίου Πελαγονίας. Κοινοτικός βίος και εκπαίδευση, Θεσσαλονίκη 2003.
56. Όπως τεκμηριώνεται από έμμεσες αναφορές του Προξένου Βιτωλίων προς το Ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών, είχαν ήδη συσταθεί το ρουμανικό σχολείο Τυρνόβου, πιθανότατα το 1864-1865, της Κλεισούρας, το 1868-1869, και του Γκοπεσίου, το 1868-1869.
57. Σ. Βούρη, Εκπαίδευση και εθνικισμός στα Βαλκάνια, σ. 32-33.
58. Κ. Τσουκαλάς, Εξάρτηση και αναπαραγωγή, ο ρόλος των εκπαιδευτικών μηχανισμών, Αθήνα 1987.
59. Σ. Βούρη, ό.π., σ.33. Σ. Ηλιάδου-Τάχου, Ο Ελληνισμός του Μοναστηρίου Πελαγονίας.. Σ. ΗλιάδουΤάχου, Το Κρούσοβο πέρα από την ιστορία και τη μνήμη 1845-1903.
60. T. Kahl, Για την ταυτότητα των Βλάχων, σ. 43.

 

 

 

Λίστα αποφοιτησάντων, εκπαιδευτικών και διευθυντών του Ρουμάνικου Λυκείου Μοναστηρίου 1880-1905.
Lumina – Revistă Populara a Romănilor din Imperiul Otoman, Οκτώβριος 1905.

 

Loading...

8